Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Φόροι στους λυμπούρους, τους κοριούς και κουρκουτάδες.

  Η βαθιά οικονομική κρίση που ζούμε, έφερε και θα φέρει ακόμα περισσότερο, με τον ερχομό της τρόικα, θανατηφόρα χαράτσια και φαρμακερούς φόρους.

Οι φορολογίες στους πολίτες, είτε δημοτικές είναι αυτές, είτε κρατικές, είτε οποιουδήποτε άλλου είδους, ήταν και παραμένουν πάντοτε για τον λαουτζίκο, ένας εφιάλτης, ιδιαίτερα σε καιρούς χαλεπούς και οικονομικής ύφεσης.

Όμως συχνά γίνονται αφορμή και αντικείμενο σαρκαστικής σάτιρας, σαν να θέλουμε να ξορκίσουμε  το κακό που μας βρίσκει άμα αυτές γίνονται επαχθείς και αβάστακτες.

Κάτι τέτοιο γίνεται και στους δύσκολους καιρούς της αρχής της δεκαετίας του 30, όταν μετά την εξέγερση των «Οχτωβριανών του 31» ακολουθεί το μαύρο σκοτάδι της καταπιεστικής «παλμεροκρατίας» (από τον δικτάτορα κυβερνήτη Πάλμερ), που κράτησε δέκα χρόνια και γονάτισε τους εξαθλιωμένους οικονομικά κυπρίους με βαριές φορολογίες.

Σαν να μην έφταναν όμως όλα αυτά φαίνεται ότι έρχεται τότε (όπως και σήμερα) και ο Δήμος της πόλης να αυξήσει δυσβάστακτα τους δημοτικούς φόρους.

Βρισκόμαστε λοιπόν στο 1933, τρία χρόνια ύστερα από την ανάληψη για δεύτερη φορά (η πρώτη για ένα μόνο χρόνο 1926-27) ,της δημαρχίας από τον Χριστόδουλο Χατζηπαύλου , που κράτησε μέχρι το 1943, όταν έχασε τις εκλογές από τον αριστερό Πλουτή Σέρβα.

Για νάμαστε όμως δίκαιοι, η δημαρχία Χατζηπαύλου χαρακτηρίστηκε ως μια από τις πιο πλούσιες και αποδοτικές στην ιστορία της Λεμεσού και η δεκαετία 1930-1943 που διατέλεσε Δήμαρχος, ως η «χρυσή δεκαετία» της Λεμεσού από άποψη έργων υποδομής, πολλά από τα οποία απολαμβάνουμε μέχρι σήμερα ( το δημοτικό μέγαρο, τα δημοτικά λουτρά, δημόσια αποχωρητήρια, ασφαλτόστρωση πολλών δρόμων, στέγαση της μεγάλης δημοτικής αγοράς, δημιουργία των παιδικών εξοχών Πλατρών και πολλά πολλά άλλα).

Για να γίνουν επομένως όλα αυτά δεν υπήρχε, όπως δεν υπάρχει μέχρι και σήμερα άλλη συνταγή, (ούτε καν αυτή του… μαγικού ραβδιού), από την γνωστή και αιώνια μέθοδο της «μακράς χείρας» στις τσέπες των φορολογουμένων δημοτών!

Την μέθοδο λοιπόν αυτή σατιρίζει έμμετρα και σαρκαστικά ο Γιώργος Φασουλιώτης στη σατιρική του εφημερίδα «ΤΟ ΓΕΛΙΟ» ημερομηνίας 28 Μαΐου 1933 κάτω από τον τίτλο «ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟΥ»:

«Συνελθόντες τελευταίως εις σπουδαίας συνεδρίας

προς επίλυσιν δυσκόλων και μεγάλων ζητημάτων,

ως το της Ρυμοτομίας, των Λουτρών, της Λειψυδρίας,

κτήσιμον Παντοπωλείων, δημοσίων αποπάτων,

προκυμαίας, επαιτείας και ηλεκτροφωτισμού,

ευπρεπών Ουρητηρίων κι ασφαλτώσεως των δρόμων,

συμμορφούμενοι δεόντως  προς τον περί Δημαρχείων νόμον

εντελλόμεθα την λήψιν του εξής κανονισμού:

Επειδή παρετηρήθη ότ’ εις πλείστας ευκαιρίας

επληρώσατε τους φόρους άνευ διαμαρτυρίας

κι’ επειδή υπάρχει γνώμη  και μεγίστη βεβαιότης

ότι σας διακατέχει η αυτή καρτερικότης,

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ εψηφίσθη όπως υπό διαφόρους

τρόπους και κανονισμούς

σας αυξήσωμεν τους φόρους

και εν γένει τους δασμούς

και θα βάλωμεν τους φόρους πρώτα-πρώτα εις τα νοίκια

τα πτερά των ορνιθίων και των ζώων τα καλλίκια

εις τους γάτους, τα ποντίκια

κουρκουτάδες και σκουλήκια

εις τα χώματα, στους άμμους, εις τες πέτρες, στα χαλίκια

στες καρφίτσες, στα ρολόγια, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια

στα βατράχια, στους καούρους στους κοργιούς και στους λυμπούρους,

σ’ όσους είνε ξυρισμένοι

σ’ όσους έχουν τα μουστάκια

σ’ όσους είνε παντρεμένοι

κι’ όμως δεν έχουν… παιδάκια

αλλά και εις όσους έχουν

για να μάθουν… να προσέχουν.

Φόρον σ’ όλας τας παρθένους

σ’ όλους τους ερωτευμένους

σ’ όλους τους διαζευγμένους

και τους ξαναπαντρεμένους.

Φόρους σ’ ότι θα φοράτε

καινουργή ή μπαλλωμένα

άσχετον αν τα χρωστάτε

ή αν είνε πλερωμένα.

Φόρους και εις ότι φάτε

φόρους και εις ότι πιήτε,

φόρους, φόρους ολοένα

ώσπου όλοι σας να βγήτε

ά σ σ ο ν   κ α ι  τ ρ ι α ν τ α έ ν α ».

 

Λεζάντα:

 

Φώτο 1 Σκίτσο του Χρ. Χατζηπαύλου από τον Γ. Φασουλιώτη στο «ΓΕΛΙΟ», αμέσως μετά την εκλογή του, το 1930.

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Φώτο 2 χαρακτηριστικό σκίτσο του Γ Φασουλιώτη στην εφημερίδα του, Το Γέλιο, για τις βαριές φορολογίες της δεκαετίας του ΄30.

 
 










Φώτο 3 Το δημοτικό μέγαρο Λεμεσού έργο της δημαρχίας Χρ. Χατζηπαύλου

 












Φώτο 4 Τα δημοτικά λουτρά ( απέναντι από το ΓΣΟ)

 

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Η πλημμύρα στη Λεμεσό το 1894



Μέρος δεύτερο
Στο πρώτο μέρος είδαμε μέσα από τις παιδικές αναμνήσεις του Ευστάθιου Παρασκευά-Παλαιμαχου την περιγραφή των τρομερών πλημμυρών που έπληξαν τη Λεμεσό στις 31 Οκτωβρίου 1894 όσο και όπως τις θυμόταν  και τις περιγράφει στην εφημερίδα «Αλήθεια» της 1ης Ιανουαρίου 1937 σε ηλικία πλέον 77 ετών.
Πιο λεπτομερή , γλαφυρή αλλά και πιο τραγική στα όσα έφερε η πλημμύρα περιγραφή έχουμε στην εφημερίδα Αλήθεια λίγες μέρες  μετά, ημερομηνίας 8 Νοεμβρίου 1894.Η περιγραφή είναι ακόμη πιο φρικιαστική από εκείνη τού Παρασκευά και ο απολογισμός των νεκρών όπως αναφέρει είναι 22 άνθρωποι από τους οποίους οι πέντε χριστιανοί και 17 Οθωμανοί. Ο λόγος των δυσανάλογων αυτών απωλειών είναι ότι η τουρκική συνοικία βρισκόταν βασικά  γύρω από τις όχθες του πλημμυρίσαντος ποταμού Γαρύλλη αλλά και των φτωχών και ευτελών κατασκευών των υποστατικών τους.
 Θύμα των πλημμύρων ήταν όμως και η ίδια η εφημερίδα «Αλήθεια» που ξεκινά την περιγραφή τους γράφοντας:
«Απογοητευόμενοι και απηλπισμένοι  περιμαζεύοντες τα ναυάγια του Τυπογραφείου ημών μετά την φρικώδη  της παρελθούσης Δευτέρας καταστροφής , χαράττομεν πετούντι καλάμω ολίγας μόνον γραμμάς , ατελή, ατελεστάτην περιγραφήν εικόνος φρικώδους απογνώσεως . Εκ των ολίγων, άτινα τεταραγμένοι υπό το κράτος τοσαύτης  συγκινήσεως, παραθέτομεν σήμερον , ας  λάβωσιν  οι αναγνώσται ημών αμυδράν εικόνα της όλης καταστροφής. Πως δυνάμεθα να γράψωμεν άλλως τε  πλείονα όταν δεν απόμεινε ούτε μελάνιν ούτε χάρτης όπως σύρωμεν τας ολίγας ταύτας γραμμάς, τα δε στοιχεία του τυπογραφείου ημών και τούτου βεβλαμμένου ανευρίσκομεν   εκσκάπτοντες την παχυτάτην ιλύν , ήτις από της Δευτέρας καλύπτει όλην την πόλιν, οικίας, καταστήματα, αποθήκας, οδούς;»
 Αυθεντικήν  περιγραφήν  των πλημμυρών έχουμε και σε επιστολή νεαρής λεμεσιανής προς την αδελφή της στην Αθήνα πού δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εστία» των Αθηνών στις 21 Νοεμβρίου  1894:  «Κυπρία κόρη, ανήκουσα εις μίαν των εντελώς εκ της πλημμύρας καταστραφεισών οικογενειών της Λεμεσού, γράφει προς την εδώ αποκατεστημένην αδελφήν της, περιγράφουσα την επελθούσαν καταστροφήν με τας συγκινητικωτέρας εν τη αφέλεια της εκφράσεως λεπτομέρειας. Διηγείται τίνι τρόπω προϊδόντες τον κίνδυνον έσπευ­σαν μετά της οικογενείας της ζητούντες άσυλον εις γειτονικήν τινά νεόδμητον οικίαν, ένθα είχον ήδη συσσωρευθή περί τα τεσσαράκοντα άλλα άτομα. «Αλλά και εκεί-λέγει-ο κίνδυνος δεν ήργησε να μας επισκεφθή. Το νερό εις τας οδούς ανήρχετο εις δύο μέτρων ύψος. Ο κίνδυνος ήτο φοβερός. Εβλέπομεν βαίνοντα προς ημάς τον θά­νατον εκλαίομεν, εφωνάζαμεν, ενηγκαλιζόμεθα. Και επί τέλους, αφού είδομεν πίπτοντα τα πρώτα δωμάτια, απηλπίσθημεν και απεφασίσαμεν παρά να αποθάνωμεν υπό τα ερείπια, να πνιγώμεν εντός του ύδατος. Ερρίφθη πρώτος ο αδελφός μου από την ταράτσαν και κολυμβών έφθασεν εις τα ερείπια των καταπεσόντων δωματίων πατήσας δε έπ' αυτών μας εφώναζε να ριφθώμεν όλοι, ίσως ηθέλομεν σωθή. Πρώτην εμέ εφώναξε, διότι εγνώριζε το θάρρος μου. Αλλά πόθεν να ριφθώ, Θεέ μου; Εκ της ταράτσας εφοβούμην το νερό ανήρχετο ήδη εις ύψος μεγαλείτερον των τριών μέτρων. Απεφάσισα τότε να κρημνισθώ εκ της θύρας της τραπεζαρίας. Το παράδειγμα μου ηκολούθησαν και οι λοιποί και ούτως εμείναμεν εντός του ύδατος επί τεσσάρας όλας ώρας αναμένοντες τον θάνατον...  Ήδη, η θέσις μας είνε τω όντι αξία οίκτου. Ευρι­σκόμεθα άνευ κατοικίας, άνευ ενδυμάτων, άνευ χρημάτων! Δεν ηδύνηθη μεν ούτε μίαν βελόνην εκ της οικίας μας να σώσωμεν. Άλλα και πάλιν δεν απελπιζόμεθα, διότι ο Παντοδύναμος δεν θα μας αφήση να καταστραφώμεν εντελώς».
Τα μετά την πλημμύρα
Από κυβερνητικής πλευράς, σύμφωνα με δημοσίευμα  της Cyprus Gazette ημερ. 20 Νοεμβρίου 1894 ο Ύπατος Αρμοστής της Κύπρου πήρε τηλεγράφημα από τον υπουργό Αποικιών δια του οποίου τον πληροφορούσε ότι η Αυτού Μεγαλειότητα  η βασίλισσα της Αγγλίας πληροφορήθηκε με μεγάλη λύπη για τις πλημμύρες και τις απώλειες και ζήτησε να έχει περισσότερη πληροφόρηση. Σε άλλο δημοσίευμα  της ίδιας κυβερνητικής εφημερίδας  ημερ. 21 Νοεμβρίου, ανακοινωνει ότι η βασίλισσα και πάλι δια του Υπουργού Αποικιών εκφράζει την βαθειά της συμπάθεια προς τους υποφέροντες από τις πλημμύρες λεμεσιανούς.
Όμως παρά τα ωραία λόγια,  σύμφωνα με τον ιστορικό Φίλιο Ζαννέτο, «το  Νομοθετικό Συμβούλιον της Κύπρου  είχεν εισέτι την αφελή αγαθότητα να προσδοκά, ότι η  Κυβέρνησις θα εδαπάνα εξ ιδίων δια την ασφάλειαν τής Λεμησσού, εξεπλάγη   ότε ανέγνωσεν εν τω τηλεγραφήματι του Υπουργού τών Αποικιών, την έγκρισιν τον όποιον εζήτησεν ο Αρμοστής, ίνα κανονισθή δαπάναις τών προσόδων τής νήσου η κοίτη του Γαρίλλη, ότι «ελυπείτο, ο Υπουργός, μή δυνάμενος να προτείνη τοιούτο τι τω Υπουργώ των Οικονομικών». «Η δαπάνη», έλεγεν, «αφορά σποπόν όλως τοπικόν και ημι-ιδιωτικόν», δεν  είναι λοιπόν δυνατόν να βαρύνη το χρέος του Ηνωμένου Βασιλείου, διότι τούτο είναι κατ' ουσίαν ό,τι προτείνεται . Κατά τον εντιμότατον λοιπόν Υπουργόν το μεν έργον τής εξασφαλίσεως μιας υπό άμεσον διατελούσης κίνδυνον πόλεως ήτο τοπικόν, αι δέ πρόσοδοι τής νήσου  χρήμα τού Ηνωμένου Βασιλείου. Και όμως παρ' όλον το τερατωδώς παράλογον ήτο κατά μέγιστον μέρος πλέον ή αληθές.»
Μάλιστα , σύμφωνα πάντα με τον Φ. Ζαννέτο, αν και «η τοπική Κυβέρνησις έπραξε πολλαχώς το εαυτής καθήκον προς την παθούσαν πόλιν, δέν παρέλιπεν όμως εν ταύτω να πιέζη τας εισπράξεις της κατά τον συνήθη αύτης τρόπον, απαιτούσα τους φόρους και παρ' αυτών των αδυνατούντων ν' αποτίσωσιν αυτούς, ως εκ των ων υπέστησαν από τής πλημμύρας ζημιών»

Ο απολογισμός των ζημιών αυτών σε χρήμα ήταν 100.000 λίρες, ποσό υπέρογκο για την εποχή που ισούται με το μισό του ετήσιου προϋπολογισμού  της αποικίας της Κύπρου. Τρεις χιλιάδες άτομα έγιναν  άστεγοι σε ένα σύνολο πληθυσμού της Λεμεσού τότε των έξι χιλιάδων κατοίκων.
Ο ίδιος ο Κυβερνήτης της Κύπρου συνοδευόμενος από τον Αρχιμηχανικό και τον Δήμαρχο Δημοσθένη Χατζηπαύλου  περιηγήθηκε  την πόλη και έδωσε οδηγίες να σταλούν στρατιώτες και μηχανικοί για άμεσο καθαρισμό των δρόμων από τα ερείπια, κατεδάφιση ετοιμόρροπων υποστατικων  και της παραλίας από τα υλικά που συσσωρεύτηκαν εκει . Προς τον σκοπόν  αυτό όπως είδαμε κατέπλευσε στη Λεμεσό και το πολεμικό πλοίο Αρέθουσα με πεζοναύτες που ανέλαβαν αμέσως έργο. Παράλληλα με πρωτοβουλία της κυβέρνησης δημιουργείται παγκύπρια επιτροπή συλλογής χρημάτων για το Ταμείο Ανακούφισης που δημιουργήθηκε. Την επιτροπή  αποτελούσαν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο Μουφτής της Κύπρου , ανώτεροι κυβερνητικοί λειτουργοί και άλλοι επιφανείς πολίτες. Όλες οι πόλεις αλλά  και το τελευταίο πιο μικρό  χωριό της Κύπρου εισέφεραν στον έρανο γενναιόδωρα και μέσα στα δύσκολα οικονομικά δεδομένα της εποχής, αποφέροντας συνολικά  2253 λίρες , έντεκα σελίνια και 3 γρόσια.
Η είδηση για τη μεγάλη καταστροφή ξεπέρασε τα όρια της Κύπρου και συγκλόνισε τον ανά τον κόσμο ελληνισμό.
Η ελληνική κυβέρνηση πρόσφερε το ποσό των 50.000 δραχμών ενώ παράλληλα σχηματίστηκε επιτροπή πανελλήνιου εράνου υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Η Κυπριακή Αδελφότης της Αιγύπτου πρόσφερε 100 λίρες ενώ παράλληλα σχηματίστηκε και εκεί  ειδική ερανική επιτροπή. Οι ελληνικές και κυπριακές  κοινότητες στην Αγγλία και σε άλλες χώρες όλου του κόσμου  σχημάτισαν επίσης ερανικές επιτροπές.
Οι πλημμύρες της Λεμεσού του 1894 μέσα στην τραγικότητα τους πρόσφεραν την ευκαιρία  να εκφραστεί ακόμα μια φορά η μεγαλοψυχία, η αλληλεγγύη  και η γενναιότητα των κυπρίων αλλά και των απανταχού ελλήνων προς πάσχοντας αδελφούς τους.
  


 Λεζάντες:
Φώτο. Οι πεζοναύτες του αγγλικού  πολεμικού πλοίου «Αρέθουσα» καθαρίζουν την παραλία από τα υλικά που μαζεύτηκαν από τα ερείπια των πλημμυρών

Φώτο Τα έκτατα παραρτήματα  της εφημερίδας της κυβέρνησης “Cyprus Gazette”.


Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Η πλημμύρα στη Λεμεσό το 1894



                                                     Μέρος πρώτο

«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι» (Ο. Ελυτης), και με τις δυο πρώτες σταγόνες βροχής πλημμύρισε πάλι το ιστορικό κέντρο της Λεμεσού πριν λίγες μέρες.
Οι «συνήθεις ύποπτες» οδοί της Ελευθερίας  και Ειρήνης και οι πέριξ τότε , θύματα και πάλιν, πριν μερικές μέρες, της πιο μικρής βροχόπτωσης. Αν η βροχή διαρκούσε ακόμη λίγη ώρα θα έπνιγε την περιοχή όπως πολλές φορές έγινε στο παρελθόν. Και παρά τα έργα ανάπλασης που έγιναν εκεί, αλλά που όπως λένε οι περίοικοι, το κατάτροχο έγινε ανάποδα! Αντί δηλαδή  τα νερά να φεύγουν προς την Αγίου Ανδρέου και από εκεί στη θάλασσα έρχονται προς τα πίσω και πλημμυρίζουν τα εκεί υποστατικά!
Σε παλαιότερο δημοσίευμα μας αναφερθήκαμε σε δυο πλημμύρες που έγιναν στη Λεμεσό τον Οκτώβριο και Δεκέμβριο του 1880 προκαλώντας στη περιοχή εκείνη όχι μόνο φοβερές καταστροφές αλλά και πνιγμούς.
Αυτή τη φορά θα μιλήσουμε για μια άλλη μεγάλη πλημμύρα που έγινε στις 30 Οκτωβρίου 1894 όπως μας την περιγράφει  και πάλιν Ευστάθιος Παρασκευάς-Παλαίμαχος μέσα από σειρά άρθρων που δημοσίευε στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού το 1935-37, με τον γενικό τίτλο «Παλαιαί αναμνήσεις», αλλά και από άλλες πηγές που προέκυψαν από έρευνα μας.  
Κάτω από τον τίτλο «Ή μεγάλη πλημμύρα του 1894» μας περιγράφει ο Παλαίμαχος: «Εδώσαμεν εις το προηγούμενον φύλλον της «Αλήθειας» μιαν σκιαγραφίαν των πλημμυρών Λεμεσού κατά το 1880. Σήμερα θα δώσω εις τους αναγνώστες μου τα κατά την πλημμύραν της 30 Οκτωβρίου.
 Ή βροχή πού έπεφτε με μεγάλην ραγδαιότητα ήρχισε μόλις ανέτειλεν ο ήλιος και εξηκολούθησεν ακτάπαυστα έως τας 9 το πρωί. Κατόπιν εσταμάτα ολίγον και πάλιν ήρχιζεν εκ νέου. Εγώ τότε είχα μεταφέρει το πατρογονικόν μου σπίτι εις χάνι και εις το εσωτερικόν αυτού είχα ένα δωμάτιον ανώγειον που έμενα. Ευρίσκετο εις την γωνίαν της οδού Βικτωρίας και Σπάρτης όπου σήμερον το κατάστημα (μπακάλικο) του κ. Βασ. Βαρνάβα. Από το δώμα του χανιού παρετήρουν έξω εις τους δρόμους την κατάστασιν. Μόλις είχε σταματήσει η βροχή και βλέπω να περνά ο υπαστυνόμος κ. Τόμας Γκρήνουτ καβάλλα εις το άλογο του. Την στιγμήν εκείνην το νερόν ήτο άνωθεν των γονάτων του αλόγου του, μόλις δε επέρασεν η βροχή ήρχισε πάλιν και ήτο τόσον δυνατή ώστε το νερό να χύνεται κάτω εις τους δρόμους, από τα κροδώματα, διότι οι χολέτρες δεν επαρκούσαν. Τότε κατέβηκα στο χάνι και έλυσα όλα τα ζώα που ευρίσκοντο μήπως η πλημμύρα τα εύρη δεμένα και πνιγούν. Κατόπιν εκαβαλλίκευσα τον βόρδον και επροχώρησα στο σπίτι της αδελφής μου (ήτο τότε ύπανδρος) που ευρίσκετο στην οδόν Βικτωρίας έναντι της σημερινής οικίας του Γαβρ. Κουδουνάρη και ήτο υψηλότερον από τον δρόμον κατά τρία σκαλιά. Το νερό είχε περάσει το πρώτον σκαλί του σπιτιού και μετ' ολίγον έφθασε το τρίτον. Φεύγω τότε έφιππος και προχωρούσα προς το Κομεσαριάτο. Όταν έφθασα στο πρόχωμα της «Βαθειάς» βλέπω τον κ. Γκρήνουτ και 10-15 ζαπτιέδες να βάλλουν κλαδιά και χώμα επάνω στο πρόχωμα δια να κρατήσουν το νερόν να μην κατέβη εις την πόλιν όταν θα έφθανε στο χείλος της Βαθειάς. Μόλις με είδε μου λέγει: «Στράφου πίσω και ειδοποίησε όσους ενοριάτες μπορείς να φροντίσουν να σωθούν, διότι το νερόν του ποταμού είναι πάνω από το βεργί».
Αμέσως έσπευσα και ειδοποίησα όσους μπορούσα και έφθασα εις το σπίτι της αδελφής μου όπου το νερόν ήτο εις το κατώφλι. Καβαλλικεύω την αδελφήν μου, τον μικρόν υιόν της και την υπηρέτριαν της  μέσα στο δισάκκι εβάλαμεν ότι πολύτιμον είχεν- επάνω στον βόρδον και εγώ μέσα στο νερόν που με έχωνε ολίγον πάνω από τα γόνατα κρατούσα το ζώον και το οδηγούσα προς το Κομεσαριάτο, επειδή ήτο υψηλότερα. Φαντασθήτε τί τράβηξα μέσα στο κρύο νερό και το ρεύμα του. Δεν παρπατούσα αλλά έσερνα τα πόδια μου, διότι εάν εσήκωνα το πόδι μου μπορούσα να χάσω την ισορροπίαν από την δύναμιν του ρεύματος και να πέσω μέσα σ' αυτά. Εις την θέσιν που είναι σήμερον το σπίτι του κ. Θεοχάρη (γιατρού) το νερόν με έχωνε μέχρι της μέσης μου. Θα αναφέρω εδώ κάτι που μου έκαμεν εξαιρετικήν εντύπωσιν. Την στιγμήν αυτήν ήκουσα τα Ρωσσικά βόδια (τότε εισήγοντο χάριν του στρατού), που ήσαν μέσα εις το οικόπεδον του κ. Λοΐζου Νικολαΐδη (νυν κ. Κυριάκου Δρουσιώτη), να μουγκρίζουν με το μούγκρισμα που βγάζουν όταν μυρισθούν αίμα βοδινόν.  Όσον επροχωρούσαμεν το νερό και το ρεύμα ήσαν ολιγώτερα, παρετήρησα δε ένα σχοινί το οποίον ήτο δεμένον από το ένα μέρος εις το παράθυρον του σπιτιού του Παλαιομυλίτη και το άλλο εις την οικίαν του κ. Μυριάνθη, ήσαν δε  Άγγλοι στρατιώται που βοηθούσαν μαζί με το σχοινί τον κόσμον να πέραση. Άφηκα τους δικούς μου εις την οικίαν της κ. Σ. Κοντοπούλου, η ο­ποία είχε την καλωσύνην να μας προσκαλέση, έδεσα τον βόρδον κάπου εκεί και επήρα τον δρόμον προς τον ποταμόν.  Έφθασα εκεί όπου είναι το χάνι της Μαρίκκας και παρατηρούσα. Είδα μίαν απέραντον θάλασσαν. Το νερόν, κόκκινον, ήτο πάνω από το βεργί ένα πήχυν, εσχημάτιζε δε κύματα και έτρεχε προς την θάλασσαν με ορμήν. Αι κορυφαί των δένδρων των περιβολιών μόλις εφαίνοντο και το βάθος του νερού από το κάτω μέρος της κοίτης του πόταμου έως την έπιφάνειαν που ευρίσκετο ήτο οκτώ πήχεις περίπου.
 Όλα τα περί τον ποταμόν μικρόσπιτα παρεσύρθησαν, ένα γεφύρι επίσης. Ένα Τζαμί ολόκληρον εχάθη καί δεν έμεινε παρά ο μιναρές του που ήτο χωριστά και πετρόκτιστος. Μέρος της εκκλησίας του Άγιου Αντωνίου εχάθη, επίσης μαζί με ένα ελαιόδενδρον, το οποίον κατόπιν ευρέθη εις το κεφαλόσκαλον της αποβάθρας. Εις τας 2 μ.μ. το νερόν ολιγόστευε πολύ. Τότε     κατέβηκα εις το σπίτι της αδελφής μου, όπου είδα την πόρταν ανοιχτήν (την είχαμε κλείσει όταν έφυγα) και εμπρός της στοιβαγμένα καναπέδες, καρέκλες κτλ. Εις το χάνι βλέπω τους σταύλους πεσμένους και κάτω πλακωμένα και νεκρά μερικά βόδια και τέσσερεις-πέντε γαϊδάρους εις τον ηλιακόν. Είδα τρεις μούλες να ευρίσκονται επάνω εις μερικές τράβες και έτσι εσώθησαν. Ένα δε άλογον εσώθη, αφού ανέβη εις το μέσον της σκάλας του ανωγείου. Η πόρτα του καφενείου μου (είχα ένα μέρος του χανιού καφενείον) δεν υπήρχε και μου είπαν πώς το νερόν έφθασεν εις το ύψος τη ς πόρτας και την παρέσυρε.  Ένας Καστελλοριζιός, που ευρίσκετο εις το καφενείον μου, μου εδιηγήθη ότι έπιασε το σίδερο της κρεμαστής λάμπας και ανερριχήθη εις την «αρσέραν» (φεγγίτην) και έτσι εσώθη. Από τα σημάδια που άφηκε το νερόν αντελήφθηκα ότι εις τα πέριξ του καφενείου μου μέρη το νερόν έφθασεν εις τα επάνω καμαράκια των θυρών.
ΤΗΝ ΕΠΑΥΡΙΟΝ
Την επαύριον έφθασεν ό Αρμοστής Σένταλ δια να ίδη την καταστροφήν, εμπήκε δε εις τον λιμένα μας 'Αγγλικόν πολεμικόν, το όποιον νομίζω ότι ελέγετο «Αρέθουσα». Τούτο απεβίβασε πολλούς πεζοναύτας που εκρατούσαν σχοινιά, όπου δε έβλεπαν ετοιμόρροπον χτίριον το έδεναν με τα σχοινιά και το εκρήμνιζαν. Με τα σχοινιά αυτά απεπειράθησαν να κρημνίσουν τον μιναρέν του Τζαμιού που  είχε παρασυρθή. Δεν το κατόρθωσαν, διότι ήτο πολύ στερεός. Τότε έφεραν δυναμίτιδα και τον ετίναξαν εις το αέρα. Ενθυμούμαι δε ότι ούτε με το πρώτον ούτε με το δεύτερον φυσίγγιον έπεσε ο μιναρές· οι Τούρκοι έλεγαν: Δεν θέλει ο Θεός!-και έγινεν ανάγκη να μεταχει­ρισθούν τρίτον και δυνατώτερον φυσίγγιον.
ΑΛΛΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑΙ
Θύματα του κατακλυσμού αυτού υπήρχαν περί τα 20, το πλείστον Τούρ­κοι. Από τα σπίτια των ιδικών μας δεν έπεσε παρά το σπίτι Υψαρίδη (νυν νέα οικία Βασίλη Πετρίδη) το όποιον δυστυχώς είχε πλακώσει ολόκληρον την οικογένεια που εκάθητο μέσα με ενοίκιον.
Εις την Τουρκικήν συνοικίαν εσημειώθησαν πολλαί καταρεύσεις οικιών, διότι ήσαν χτισμένες από πλιθάρια. Εις την οδόν Βικτωρίας, (σημ. ημέρα Ειρήνης) ένεκα των προηγουμένων πλημμύρων, τα σπίτια είχαν διορθωθη καλά και κανένα δεν έπεσε. Μετά το 1894 έγινεν η νέα κοίτη του πόταμου (Γαρύλλη) και εκτίσθη «βεργκίν» δυνατόν και έτσι το νερό του πόταμου δεν έρχεται εις την πόλιν αλλά χύνεται εις την θάλασσαν δια της κοίτης που έγινε τότε μέσον Τσιφλικουδιού.
Στην επόμενη έκδοση, στο δεύτερο μέρος θα δούμε μιαν άλλη μαρτυρία, αυτή μιας άγνωστης νεαρής που περιγράφει πως έζησε αυτή την πλημμύρα με επιστολή της στην εφημερίδα «Εστία» των Αθηνών. Επίσης μέσα από την εφημερίδα της κυβέρνησης  (Gazette) του 1894 και 95, τί ακολούθησε της πλημμύρας.

Λεζάντες:
Φώτο 1 Ο Ευστάθιος Παρασκευάς
Φώτο 2 «Εις την θέσιν που είναι σήμερον το σπίτι του κ. Θεοχάρη (γιατρού) το νερόν με έχωνε μέχρι της μέσης μου».
Φώτο 3. «Μέρος της εκκλησίας του Άγιου Αντωνίου εχάθη»
Φώτο 4. Μια μοναδική φωτογραφία του Ν. Φόσκολου της ανατίναξης του μιναρέ από τους άνδρες του πολεμικού πλοίου «Αρεθούσα»

Και τα πρώτα τηλέφωνα στη Λεμεσό


Ο παγκόσμιος πυρετός στο αίμα και η αδρεναλίνη στα ύψη από την κυκλοφορία του νέου iphone 5 ! Η Κύπρος απόλυτα εναρμονισμένη με την παγκοσμιοποίηση  δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση.. Οι «κατζετάκηδες», κυρίως οι νέοι, πετάνε τα «παλιάς τεχνολογίας» πλέον 4S για να πάνε στο 5. Κι ας τους λένε πως υπάρχει κρίση και πως πρέπει να μαζευτούν. Κι ας τους λέει ο πατέρας ο… «i-paid» (κατά το γνωστό ανέκδοτο που κυκλοφορεί), πως οι διαφορές είναι ελάχιστες και πως μάλιστα το νέο i-phone5, στο πρώτο τουλάχιστον στάδιο στη Κύπρο ίσως να έχει και προβλήματα λειτουργίας. Αυτοί δεν καταλαβαίνουν τίποτα.  Διότι πως να κυκλοφορούν με τα παλιά i-phone και να καταξιώνονται κοινωνικά; Σε μια κοινωνία της υπερκατανάλωσης που εμείς οι μεγάλοι φτιάξαμε, τους γαλουχήσαμε και τους μεγαλώσαμε με την «ανάγκη» χρήσιμων και άχρηστων αγαθών στην εποχή της χλιδής των παχιών αγελάδων και του νεοπλουτισμού;
Ένα από τα αγαθά της κοινωνίας αυτής είναι και το αγαθό της τηλεφωνίας που  όμως με την εξέλιξη της, όλο και περισσότερο κινδυνεύουμε από χρήσιμο και αναγκαίο αγαθό να μας γίνει τυρρανία και εφιάλτης. Η ενσύρματη, η κινητή, η δορυφορική, η με εικόνα,  η μέσω του διαδικτύου και δεν συμμαζεύεται, μας κάνει ολοένα και πιο πολύ εξαρτώμενους σκλάβους της παρά να αποτελεί αυτή η ίδια  μέσο εξυπηρέτησης μας.
Υπήρξαν εποχές που η απουσία του μέσου αυτού, όπως και πολλών παρόμοιων, αποτελούσε σημαντική έλλειψη και η εμφάνιση του ζωτικής σημασίας στην επικοινωνία αλλά και την ομαλή λειτουργία της καθημερινής ζωής των ανθρώπων.
Το τηλέφωνο, με εξαίρεση την τοποθέτηση σε ορισμένα κυβερνητικά γραφεία, πρωτοπαρουσιάστηκε στη Λεμεσό μεταξύ των σημαντικών τότε για την οικονομία του τόπου κρασοχωριών και των Μανδριών που ήταν το κέντρο τους,το 1881. Τρία δηλαδή μόλις  χρόνια μετά την αγγλική κατοχή.
 Από τότε όμως κύλησε αρκετό νερό στο αυλάκι και χωρίς ουσιαστικές αλλαγές μέχρι το 1914 που η φιλοπρόοδη οικογένεια της Λεμεσού, η οικογένεια Γιορδαμλή, ξενικά δειλά-δειλά -  και πάλιν πρώτη από όλες τις πόλεις της Κύπρου η Λεμεσός- να εγκαταστήσει ένα στοιχειώδες τηλεφωνικό κέντρο με τα λίγα πρώτα ιδιωτικά  τηλέφωνα στην οδό Σαλαμίνος. Η ιδιωτική εταιρία τηλεφωνίας Γιορδαμλή από το 1925 λειτουργούσε πλέον πάνω σε οργανωμένη επαγγελματική βάση  και εξυπηρέτησε για πολλά χρόνια- πάντα μέσα στα περιορισμένα πλαίσια μιας μικρής ιδιωτικής εταιρείας, αλλά και των οικονομικών δυνατοτήτων πελατών της- για πολλά χρόνια μέχρι το 1936  που η ιδιωτική πρωτοβουλία παραμερίζεται και η αγγλική εταιρεία British Wires αναλαμβάνει  την γενική τηλεφωνική σύνδεση  με πόλεις και χωριά.  
Είναι τότε που με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του τόπου παρουσιάζεται και η αυξημένη ανάγκη αλλά και οι αυξημένες απαιτήσεις για τηλεφωνική εξυπηρέτηση, όπως βγαίνει μέσα από  το σχετικό κείμενο του λεμεσιανού δημοσιογράφου Τέμπλαρ, όπως αυτό  δημοσιεύεται στην «Αλήθεια» της Λεμεσού ημερομηνίας 23 Απριλίου 1937 με τίτλο «ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΩΝ»:
«Εις την τελευταίαν σας έκδοσιν ανεγράφετε ότι ο αριθμός των τηλεφώνων ανέρχεται σήμερον εις 112 τον αριθμόν και καταλήγετε εις την ευχήν ότι δεν πρέπει να λείψη  από καμμίαν οικίαν ή κατάστημα ή γραφείον το τηλέφωνον.
Η ευχή σας βέβαια είναι πολύ δικαία. Αι αντιλήψεις όμως και αποφάσεις της Εταιρείας ως προς την τιμήν των τηλεφώνων νομίζομεν ότι  προσκρούουν πρός τας  αντιλήψεις του  λεμεσιανού και εν γένει παγκύπριου κοινού, όπερ ευρίσκει ότι η δαπάνη της  κατοχής τηλεφώνου είνε υπερβολική. Και ως απόδειξιν, λίαν χαρακτηριστικήν φέρομεν αυτήν την πόλιν της Κύπρου που είνε τόσον προηγμένη εις το εμπόριον και βαδίζει γενικώς στερεά πρός την πρόοδον και ερωτώμεν είνε ικανοποιητικός ο αριθμός των τηλεφώνων της; Βέβαια όχι διότι εν τη πραγματικότητι έχει μόνο 60-70 τηλέφωνα, δι’ ιδιωτικήν χρήσιν, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα κατέχονται υπό των κυβερνητικών και δημοτικών γραφείων.
Είμεθα εις θέσιν να βεβαιώσωμεν εξ ερεύνης μας, ότι μέγας αριθμός καταστηματαρχών και οικογενειαρχών θα ήτο διατεθειμένος να εγκαταστήση τηλέφωνον και δεν το κάμνει διότι το ποσόν των λ.7-10 το θεωρεί υπέρ τας δυνάμεις του.
 Η Εταιρεία, ήτις είνε αληθές με τόσην τελειότητα και ακρίβειαν εγκατέστησε και λειτουργεί το χρήσιμον τούτο όργανον συνεννοήσεως,οφείλει να αναθεωρήσει την ταρίφαν της ως προς την τιμήν, δεδομένου ότι είνε οικονομική αρχή το «εν τη καταναλώσει το κέρδος»









Φωτογραφίες:

1. Ο πρωτοπόρος της αστικής τηλεφωνίας της Κύπρου Γεώργιος Γιορδαμλής με τη σύζυγο του  Μαριγώ που εκτελούσε και τα καθήκοντα της πρώτης τηλεφωνήτριας.

2. Το εξώφυλλο του πρώτου τηλεφωνικού καταλόγου της Κύπρου, το 1929

3. Οι αδελφές Ευανθία και Ελευθερία Γιορδαμλή κόρες του Γεώργιου, πρώτες τηλεφωνήτριες από το 1925.

4,5  Από τo πρώτo τηλέφωνα στη Λεμεσό στο παγκοσμιοποιημένο i-phone 5…

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα παραμυθένιο ταξίδι


Ένα χρόνο πριν χαράξει ο 20ος  αιώνας, το 1899,  ιδρύεται στην Λεμεσό, ναυτιλιακή επιχείρηση, η «Ατμοπλοΐα Ακτοπλοΐας Κίρζη και Πειθή». Η εταιρεία αυτή ιδιοκτησίας των Νικόλαου Κίρζη από τη Λεμεσό και Αδάμ Πειθή από την Ελλάδα, εκμεταλλευόταν το μικρό ατμόπλοιο ΘΗΡΑ 86 τόνων, σε παράκτιες τακτικές πλόες στη διαδρομή Λεμεσό, Λάρνακα, Πάφο, Λατσί, Καραβοστάσι, Κερύνεια, Καρπασία, Αμμόχωστο, αλλά και με δρομολόγια μέχρι τη Βηρυτό και τις ακτές της Τουρκίας .

 Το σκάφος αυτό που ναυπηγήθηκε στη Χίο και χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως θαλαμηγός του λόρδου Κόρδινερ, μετέφερε επιβάτες και εμπορεύματα.  Η Ατμοπλοΐα Ακτοπλοΐα λειτούργησε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1903.
Σε ένα χαριτωμένο δημοσίευμα της εφημερίδας «Αλήθεια» ημερομηνίας 27 Αυγούστου 1899, ο συντάκτης του, που το υπογράφει ως… «ακούσιος ταξιδιώτης», περιγράφει γλαφυρότατα το, παραμυθένιο για τα δεδομένα της εποχής, παρθενικό ταξίδι του «Θήρα» από τη Λεμεσό στη Λάρνακα και μας πληροφορεί ότι:    
 «Πρίν ή το μικρόν ατμόπλοιον  το πρώτον ανά τας ακτάς της Νήσου ταξείδι του, οι ιδιοκτήται αυτού ηθέλησαν να επικαλεσθώσι τας ευχάς της εκκλησίας επί την επιχείρησιν αυτών. Δια τούτον την 10ην πρωϊνήν ώραν του Σαββάτου οι ιερείς της πόλεως μετά τίνων προσκεκλημένων συνηθροίσθησαν επί του μικρού καταστρώματος της σημαιοστολίστου «Θήρας». 
Μετά το πέρας του αγιασμού, εψάλη εντός της αιθούσης του πλοίου παρετέθησαν υπό των περιποιητικωτάτων πλοιοκτητών εις τους προσκεκλημένους σάνδουϊτς, άτινα κατεβροχθίσθησαν λαιμάργως υπό των προσκεκλημένων ων την όρεξιν είχεν φαίνεται    ακονίσει το λίκνισμα  της  θαλάσσης, έρρευσεν δε άφθονος η μπύρα.
Το αφρώδες ποτόν έλυσεν ως εκ θαύματος τας γλώσσας και αι προπόσεις επικολούθησαν ποιητικαί  και ενθουσιώδεις, υπέρ της επιτυχίας της επιχειρήσεως, υπέρ των ιδιοκτητών, υπέρ του σκάφους, υπέρ της σημαίας, ήτις υπερηφάνως επλατάγιζεν υπέρ τας κεφάλας μας και αντικατωπτρίζετο εις τα γαλανά νερά.
Αλλ’ ο χρόνος  παρήρχετο  και επλησίαζεν ήδη του απόπλου η ώρα. Τινές των προσκεκλημένων είχον ήδη απέλθει, έπρεπε δε εντός ολίγου ν' απέλθωμεν πάντες. Αλλ’ η ευγένεια και η περιποίησις των ιδιοκτητών προέβη τότε μέχρι του σημείου του να μας προσκαλέση όλους μας να συνοδεύσωμεν την «Θήραν» εις το μέχρι Λάρνακος πρώτον ταξείδι της.
Η ιδέα ήτο τόσον ελκυστική, προυτείνετο μετά τόσης αβροφροσύνης  ώστε δεν ηδυνάμεθα επιτέλους ή να υποκύψωμεν. Μερικοί διστάζοντες επείσθησαν ευκόλως, ήρχισε  δε αμέσως η επιθεώρησις της ενδυμασίας μας, εάν ήτο δηλαδή παρουσιάσιμος εις Λάρνακα, διότι ως πρώτος όρος ετέθη  να μείνωμεν όλοι ως ευρισκόμεθα. Και επικολούθησε ταχεία αλλά λεπτομερής εξέτασις παπουτσιών, κολλάρων, υποκαμίσων , λαιμοδετών.
Οι επιθεωρηταί , εύρον εννοείται, άμεμπτα όλα τόσην δ΄ ανέπτυξαν επιχειρημάτων πειστικότητα ώστε και αυτή η απαραίτητος γυναικεία φιλαρέσκεια επείσθη και εύρεν ωραιότατον απλούστατον από τσίτι ποκαμισάκι. Είνε αληθές ότι εις τούτον κατά μέγα μέρος συνέτεινε και η εκ των επιβατών δεσποσύνη Φιλήμονος φαιδρά, χαριέσσα και ανεκτίμητος σύντροφος  ήτις κατεσίγησε πάντα εναπομένοντα ακόμη δισταγμόν θέσασα εις την διάθεσιν των κυριών όλας αυτής τας αποσκευάς.
Και ήδη ο φαιδρός όμιλος των ταξειδιωτών μετά τινων άλλων επιβατών εν οις ο πρόεδρος του επαρχ. Δικαστηρίου   Αμμοχώστου κ. Macaskie, συνηθρoίσθησαν εις το μικρόν κατάστρωσα του ατμοπλοίου περιμένων μετ' ανυπομονησίας την ώραν της αναχωρήσεως.
Τέλος, η άγκυρα ανασπάται βραδέως και το μικρόν βαποράκι εξέρχεται του λιμένος, εγκαινίζον την νέαν γραμμήν, ήτις θα αποβή, ουδεμία αμφιβολία, ευεργετική δια την νήσον. Η Λεμησσός βαθμηδόν απομακρύνεται οποσιθοχωρούσα, προβάλλει καταπράσινον και πυκνόν το παρά την Λεμησσόν ωραιότατον δάσος των χαρουπιών, το προς την Λάρνακα Ακρωτήριον ολονέν πλησιάζει και ημείς εύθυμοι, ευθυμότατοι κατερχόμεθα εις την αίθουσαν όπου ή δεσποσύνη  Φιλήμονος ανακρούει εκλεκτά κομμάτια επί του πιάνου -Διότι το μικροσκοπικόν βαποράκι είχε και πιάνο!-
Κατά το γεύμα, όπερ ύπαρξε ζωηρότατον  νέαι και πάλιν προπόσεις και νέαι ευχαί. Εν τω μεταξύ το ατμόπλοιον διήνυσε το ήμισυ τού δρόμου και το Ζύγι παρέρχεται ταχέως εν απτότω. Ακόμη ολίγη μουσική, τραγούδια επί του καταστρώματος, εύθυμος κουβέντα, καλαμπούρια και να, μακρυά εις το βάθος του κόλπου εξηπλωμένη νωχελώς εν μέσω απειραρίθμων φοινίκων η Σκάλα.
Έχομεν ήδη διέλθει το Κίτι, τον Ττεκκέν και μετ'  ολίγον αγκυροβολούμεν εις τον λιμένα.
Η «Θήρα» απεδείχθη ατμόπλοιον εύπλουν και ταχύτατον, αφού εις τρεις μόνον ώρας και ημίσειαν διήνυσε την χωρίζουσαν τας δύο πόλεις εκ σαράντα θαλασσίων μιλίων απόστασιν.
Και τώρα, αφού συστήσωμεν εις τους θέλοντας να ταξειδεύσωσι τας καλάς αυτάς ιδιότητας της «Θήρας», ή να ευχαριστήσωμεν τους ευγενείς  ιδιοκτήτας αυτής δια τας περιποιήσεις των και να ευχηθώμεν εις αυτούς πάσαν επιτυχίαν εις την  επιχείρησιν αυτών επ’ ωφελεία και αυτών και των συμφερόντων της Νήσου, άτινα αποτελεσματικώς εξυπηρετούνται δια της γραμμής αυτής»


Λεζάντες

Φώτο 1 Άγνωστο ατμόπλοιο ( ίσως το «Θήρα») στη Λεμεσό, σε φωτογραφία της εποχής από τον Φώσκολο.

Φώτο  2 Η παραλία της Λεμεσού την εποχή έκανε το παρθενικό του ταξίδι το «Θήρα»

Φώτο  3 Η Λάρνακα λίγα χρόνια πριν, κατά την άφιξη των Άγγλων στην Κύπρο ( 1878)

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

«Παραθερίζομεν δια να αλητεύσωμεν»…


  
Καλοκαιρινό κι αυτή τη φορά το θέμα μια και βρισκόμαστε για καλα στη καρδιά του καλοκαιριού αλλά όχι στα  ρωμαντικα βραδάκια της Λεμεσού. Θα ανηφορίσουμε στα βουνά, στις πλάτρες και τα άλλα θέρετρα για να δούμε ένα  χαρακτηριστικό της εποχής του δημοσίευμα από την εφημερίδα  της Λεμεσού «ΧΡΟΝΟΣ»  ημερομηνίας 18 Ιουλίου 1930 που υπογράφει  «Ο Περαστικός» στην τακτική του χρονογραφική στήλη «ΕΝΩ Η ΖΩΗ ΠΕΡΝΑ» με τίτλο «ΕΞΟΧΗ».
 Αν λοιπόν σήμερα νοσταλγούμε τον χαμένο ρομαντισμό της δεκαετίας του ’30, κάτι ανάλογο έκαναν και αυτοί της δεκαετίας εκείνης για τις προηγούμενες. Ένα χαριτωμένο και λίγο φουτουριστικό κείμενο μέσα από το οποίο αναδίδεται η νοσταλγία των περασμένων χρόνων . Που νοσταλγεί και αναπολεί τον χαμένο ρομαντισμό της εξοχής με την εισβολή του αυτοκινήτου και των νέων ηθών, προαναγγέλλοντας προφητικά και τι θα γίνει με τον ερχομό του αεροπλάνου!.
Θα ήταν λοιπόν κοινός τόπος να  λέγαμε ότι κάθε γενιά νοσταλγεί τον χαμένο ρομαντισμό της προηγούμενης.  Εμείς τι να πούμε σήμερα;
Ας απολαύσουμε απλώς τα όσα γράφει:
 «Η έννοια της εξοχής εξήλθε πλέον του κύκλου της υγιεινής πλευράς της ζωής και εισήλθε εις τον πολύπλοκον μηχανισμόν μιάς άλλης περιπέτειας. Σπεύδομεν να παραθερίσωμεν όχι τόσον διότι αισθανόμεθα την ανάγκην μιάς δροσερωτέρας ατμόσφαιρας και ενός ανοικτού περιβάλλοντος αλλά μάλλον διά να αλητεύσωμεν, κυνηγούντες την περιπέτειαν εις ένα εντελώς άγνωστον περιβάλλον.
Υπό τοιαύτας προϋποθέσεις η εξοχή κατήντησε εν πεδίον εύκολης εκμεταλλεύσεως. Ο οικογενειάρχης επιζητεί υπό ξένην στέγην ολίγας σταγόνας οικογενειακής ησυχίας, η ώριμος και εν ώρα γάμου ευρισκομένη δεσποινίς  ψάχνει εις το ξένον υλικόν δια την εύρεσιν του λαχειοφόρου νυμφίου και ο νεαρός κύριος έρχεται εις στενήν επαφήν με ξένας ιδιοκτησίας αναζητών απωλεσθέντα κυριαρχικά δικαιώματα.
Όλα αυτά δεν θα συνέβαιναν βεβαίως εάν η εξοχή εσυμβολίζετο και σήμερον όπως εις το παρελθόν, με εν κομμάτι  υψηλού βουνού, εν παχύσκιο δένδρον και μίαν κελαρύζουσαν βρύση.
Αλλά την θέσιν της πρωτογόνου αυτής εικόνος επήρεν ήδη η φουτουριστική σύνθεσις της εξελιγμένης εξοχής, η οποία μυκάται με την σειρήνα ενός μικρού αυτοκινήτου και σε ζαλίζει με την γραμμικήν
τόλμην ενός πίνακος του Πικασσό. Το υψηλό βουνό δεν έμεινε εις την απρόσιτον  θέσιν του διότι ο σύντομος ασφαλτοστρωμένος δρόμος εξηυτέλισε το ύψος του, ενώ το παχύσκιο δένδρο και η κελαρύζουσα βρύση, παρ’ όλον το  ποιητικόν μεγαλείον των, υπέκυψαν εις εν λευκόν δωμάτιον ξενοδοχείου, με μίαν Ευρωπαϊκήν  λεκάνην λουομένην δι’ όλης της ημέρας εις άφθονον ζεστό και κρύο νερό.
Ο φίλος μου ο οποίος αδικαιολογήτως αναπολεί το απέριττον παρελθόν επιρρίπτει όλην την μομφήν επί της ευθηνής μηχανής του αυτοκινήτου, η οποία παρεβίασε το άσυλον των Ολυμπίων Θεών και έθραυσεν όλους τους βωμούς επί των οποίων ανεπαύοντο.
Και δεν έχει άδικον. Άνευ του ευκόλου αυτού μηχανικού μέσου ουδέν θα συντελήτο. Έπρεπε να ευρεθή είς επίγειος θεός, ο οποίος με την ισχυράν γροθιάν του, φθάνουσαν το ύψος εξ χιλιάδων ποδών, να καταρρίψη εκ των βάθρων των τα θεϊκάς προσωπικότητας του Ολύμπου και να στήση την ζεστήν μηχανήν του επί του σύγχρονου βωμού της μηχανικής επιστήμης.
Ο βιομήχανος Φορδ ήλλαξε την όψιν της εξοχής, αν δεν ήλλαξε και την όψιν  του κόσμου. Τα άλλα όλα αποτελούν απλώς φαντασιοπληξίας. Όλοι οι ρωμαντικοί του παρελθόντος ας εκτοξεύσωσι λοιπόν κατ’ αυτού  τας αράς των… ευχόμενοι συνάμα  την σύντομον κατασκευήν του ευθηνού αεροπλάνου του. Δύο ώραι είναι πολλαί δια να συναντήση κανείς τους σπασμένους θεϊκούς βωμούς. Η ενόχλησις αύτη δεν πρέπει να κρατή πλέον του ενός τετάρτου!…»
  




Φώτο 1«Η έννοια της εξοχής εξήλθε πλέον του κύκλου της υγιεινής πλευράς της ζωής και εισήλθε εις τον πολύπλοκον μηχανισμόν μιάς άλλης περιπέτειας.











Φώτο 2 «Σπεύδομεν να παραθερίσωμεν όχι τόσον διότι αισθανόμεθα την ανάγκην μιάς δροσερωτέρας ατμόσφαιρας και ενός ανοικτού περιβάλλοντος αλλά μάλλον διά να αλητεύσωμεν»   









Φώτο 3 & 3Β … « εν λευκόν δωμάτιον ξενοδοχείου, με μίαν Ευρωπαϊκήν  λεκάνην λουομένην δι’ όλης της ημέρας εις άφθονον ζεστό και κρύο νερό»…

Φώτο 4 « Ο βιομήχανος Φορδ ήλλαξε την όψιν της εξοχής, αν δεν ήλλαξε και την όψιν  του κόσμου.»

Φώτο 5 « υψηλό βουνό δεν έμεινε εις την απρόσιτον  θέσιν του διότι ο σύντομος ασφαλτοστρωμένος δρόμος εξηυτέλισε το ύψος του»…



Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Τα ρομαντικά καλοκαιρινά βραδάκια της Λεμεσού



Τα καλοκαιρινά βραδάκια της Λεμεσού ήταν- και παραμένουν πάντα- αισθησιακά, ερωτικά, ρομαντικά…

Με την γλυκιά της  ζέστη (υπερβολική είναι αλήθεια καμιά φορά), ακόμα και με τις υγρές της νύκτες, η Λεμεσός το καλοκαίρι γίνεται ιδιαίτερα ερωτική πόλη. Οι καλοκαιρινές της διασκεδάσεις μοναδικές και ξεχωριστές από κάθε άλλη πόλη. Που αλλάζουν βέβαια  χώρο και τρόπο ανάλογα με τις  δεκαετίες και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Σίγουρα πάντα όμως με τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Τέτοιες λοιπόν  καλοκαιρινές νύκτες ετοιμάζονταν  να ζήσουν οι λεμεσιανοί και στις αρχές τις δεκαετίας του ’30 όπως μαρτυρεί το δημοσίευμα της λεμεσιανής εφημερίδα ς «Αλήθεια» του 1930 που ακολουθεί.
Σε εποχές  δύσκολες από την οικονομική και πολιτική καταπίεση του άγγλου κατακτητή, με τις βαριές φορολογίες και τους ανελεύθερους νόμους που θα καταλήξουν στη λαϊκή αγανάκτηση και εξέγερση  του Οκτώβρη του 1931 εναντίον των αποικιοκρατών, τη γνώστη ως  τα  «Οκτωβριανά».
Μέσα λοιπόν από τις γραμμές του χρονογραφήματος του λεμεσιανού δημοσιογράφου Γεωργίου Ταλιαδώρου-Τέμπλαρ πληροφορούμαστε πως:
«Αρχισεν εις τα ξενύχτηκα κέντρα η τακτική ζωή και κίνησις των ξενύχτηδων.Ολοι οι σπάνιοι Λεμεσιανοί τύποι θ’ αρχίσουν να μαζεύωνται στου ιστορικού και γνωστοτάτου Σουλειμάνη, στου Μεμμέτη, στο Κιτ-Κατ και σε όλα εκείνα τα εύθυμα κέντρα και θα διαλύονται όταν αρχίζουν να βγαίνουν αι πρώτες αχτίνες του ήλιου.
Ο Σουλειμάνης αυτός κατήντησε τύπος παγκοσμίου φήμης. Ερχονται ξένοι και εξέχουσαι μάλιστα  φυσιογνωμίες και ζητούν να επισκεφθούν το ιστορικό και απλό καφενεδάκι του. Δεν θα ξεχάσω το γεγονός που όταν η υπέροχος τραγωδός μας κυρία Μαρίκα Κοτοπούλη επεσκέφθη την πόλιν μας πρώτη εζήτησε να γνωρίση και επισκεφθή τον Σουλειμάνη και το καφενεδάκι του. Αφίνω τώρα τους αμέτρητους άλλους ξένους καλλιτεχνικούς τύπους που  επέρασαν αλησμόνητες καλλιτεχνικές νύκτες.
Ακούστε τι θα έχουμε το καλοκαίρι μας. Δύο θερινούς κινηματογράφους, ένα οπερεττικόν ελληνικόν  θίασον, έναν Τουρκικόν οπερεττικόν θίασον, δύο γκαρακιόζηδες, έναν θίασον ανδρικέλλων και μαργιονεττών. Θα λειτουργούν δε και περί τα 100 εξοχικά κέντρα, μεταξύ των οποίων θα ξεχωρίζουν ως πάντοτε το του Μ.Φούρναρη, τού Πελλόγιαννου και τα δύο του κομεσσαριάτου καφενεία.
Εις τού Φούρναρη θα παίζεται υπό των γνωστών χαρτοπαικτών και των δύο φύλων το απαραίτητο ραμί το οποίον  εκεί επάνω με την δροσιάν του καφενείου και το κρύο  του νερό θα παρατείνεται  όπως και πέρυσι μέχρι των πρωινών ωρών.
Φίλη κυρία ραμίστρια πρώτης γραμμής μας έλεγεν μεθ’όρκου, αν και στους όρκους των γυναικών δεν πρέπει και πολύ πολύ να πιστεύωμεν, ότι πέρυσι διαρκούσης της θερινής περιόδου, έχασεν εις το καφενείον του Φούρναρη Λίρας Αγγλίας 84-19-4 ½ . Εννοείται πως αν θέλετε το πιστεύετε και σεις  και εγώ που το πρωτάκουσα.
Η μικρή αποβάθρα παρά την οικίαν του κ. Χ. Στρίγκου γεμίζει κάθε απόγευμα από μαθητάς και μαθητρίας αι οποίαι εγκατέληψαν την μεγάλην αποβάθρα και περνούν εκεί…ωραία τας απογευματινάς των ώρας…Χωρίς να τους κοιτούν βέβηλα και ενοχλητικά μάτια…
Και έτσι τώρα η μεν μεγάλη αποβάθρα θα μένη για τους μεγάλους, η δε μικρά για τους μικρούς, που ξέρουν καλλίτερα να γλεντούν την ζωήν των…»
Να σημειώσουμε πως «του Σουλεϊμάνη, του Μεμμέτη και το Κιτ-Κατ» ήταν καφενεία στα Κεσσογλούδια και αργότερα στην ονομασθείσα ως Πλατεία Ηρώων. Τα «εξοχικά» κέντρα ήταν στην οδό Γλάδστωνος αφού τότε ο δρόμος αυτός ήταν εκτός πόλεως και… «εξοχικός», του  μεν Φούρναρη, εκεί που σήμερα είναι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και το καφενείο του Πελλόγιαννου , λίγο πιο πέρα στην απέναντι πλευρά εκεί που σήμερα είναι  Συνεργατική Τράπεζα. Ο Πελλόγιαννος τύπος μποέμ παλληκαρά έδερνε … άμα χρειαζόταν και κατά προτίμηση άγγλους και τούρκους. Λίγα χρόνια μετά (1939) δημιούργησε  το περιβόητο εξοχικό κέντρο «Ρομάντζο» στο Κομισαριάτο, στη σημερινή Λεοντίου του Α’. Στο Κομισαριάτο βρισκόταν τότε το καφενείο του Τζιώρτζη
Η μικρή αποβάθρα «παρά την οικίαν του Χ.Στρίγκου» ήταν η γνωστότερη ως «αποβάθρα των Φράγκων».

Οι δύο θερινοί κινηματογράφοι που αναφέρει ο Τέμπλαρ ήταν ο κινηματογράφος Κυπριανού και ο κινηματογράφος «Παράδεισος» των αδελφών Γιορδαμλή.
Ένα άλλο δημοσίευμα-διαφήμιση της 9ης Αυγούστου 1930 ( βλέπε σχετική φωτογραφία), διαφήμιζε ότι από την επόμενη στον κινηματογράφο Κυπριανού θα άρχιζε η προβολή της «υπερπαραγωγής του 1930 Χριστίνα με την ωραιότεραν και ενδοξοτέραν καλλιτέχνιδα της οθόνης Ζανέτ Γκαίηνορ.» Παρόλο που η ταινία ήταν ομιλούσα  οι λεμεσιανοί θα την έβλεπαν ως βουβή γιατί ομιλών κινηματογράφος στη Λεμεσό ήλθε δυο  χρόνια μετά από τους αδελφούς Χρυσοχού που εντωμεταξύ νοίκιασαν τον κινηματογράφο του Κυπριανού ονομάζοντας τον «Πανόραμα». Και μια ακόμα μικρή λεπτομέρεια, η ταινία ήταν παραγωγή του 1929 και όχι του 1930 όπως διατείνεται η διαφήμιση.
Αυτά εν ολίγοις από τα πολλά «πράγματα και θαύματα» ( και θεάματα) συνέβαιναν στη μικρή μα τόσο ερωτική μας Λεμεσό των αρχών της δεκαετίας του ’30.
   
Λεζάντες

Φώτο1. Πλατεία Κκεσόγλιδων (μετέπειτα Πλατεία Ηρώων): καφενεία Broadway και Κιτ-κατ
Φώτο 2. Η αποβάθρα των Φράγκων και η οικία Στρίγκου στο βάθος δεξιά
Φώτο 3. Ο δρόμος του Κομισσαριάτου καλούμενος και ως Promenade ( περίπατος)
Φώτο 4. (χωρίς λεζάντα)
Φώτο 5 -6. Αφίσα του έργου «Χριστίνα» και Ζανέτ Γκαίηνορ
Φώτο 7. Μαρίκα Κοτοπούλη, θαμώνας του καφενείου του Σουλεϊμάνη.





Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Ο Καζαντζάκης στη Λεμεσό



Μέρος τρίτο

             Συνέχεια και τέλος του αφιερώματος της επίσκεψης του Νίκου Καζαντζάκη στη Λεμεσό τον Μάιο και Ιούνιο του 1926 με το δεύτερο μέρος του κειμένου του Πάνου σουλιώτη στην εφημερίδα του «Παρατηρητής» της Λεμεσού στις 6 και 13 Μαρτίου 1958 κάτω από τον τίτλο:

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
          Τον προσκάλεσα στο  «Ακταίο» για να πάρουμε  καφέ. Σάν καθήσαμε και από τα πρώτα λόγια πού ανταλλάξαμε, άρχισε να δημιουργήται ανάμεσα μας ατμόσφαιρα οικειότητος που σ' έκαμνε να νοιώθης άνετα και ευχάριστα σα νάχες κοντά σου ένα παληό φίλο κι όχι διάσημο διανοούμενο κι' ανώτερον πνευματικόν άνθρωπο που μόλις και για πρώτη φο­ρά έκαμνες την γνωριμία του. Μου φάνηκε την πρώτη στιγμή που τον αντίκρυσα μεγαλύτερο, απ' ό,τι διεπίστωσα κα­τόπιν, στην ηλικία.  Η μορφή του τον έδειχνε με περισσότερα χρόνια απ' ό,τι στην πραγματικότητα είχε. Σ' αυτό συνέτειναν ίσως τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, το υψηλό αδυνατισμένο ίσως σώμα και το μελαχροινό χρώμα.
Τον ρώτησα τες εντυ­πώσεις του για το νησί μας  που για πρώτη φορά το επισκεπτόταν.
«Είχα αληθινή»,  μούπε, «λα­χτάρα να ρθω και γνωρίσω το νησί της Αφροδίτης.  Αν και λίγες μέρες έχει που βρί­σκομαι εδώ, νοιώθω πως δεν είναι όμοιο με τες γειτονικές και πολύ κον­τινές ακόμη ολοτρόγυρα του χώρες.  Έχει διαφο­ρετικό κλίμα που σ' αυτό ασφαλώς θα οφείλεται και η μεγάλη γονιμότητα της γης του, όπως και η λα­τρεία της Αφροδίτης, θεάς της γονιμότητας».
Τα δάση των χαρου­πιών με τους χωρικούς τρυγητές του μαύρου καρ­πού—ήταν Αύγουστος που είχε έρθει —του πρόσφερναν θέαμα γνωστό και στο νησί του και που το χαιρόταν τώρα για την γνησιότητα του τοπίου και των ανθρώπων. Τον παραξένευε το δάσος των καρποφόρων αυτών δένδρων πούταν ανάμικτα με ελιές και που έμοια­ζαν σαν από τη φύσι δο­σμένα και όχι από ανθρώ­πινο χέρι φυτεμένα. Η παρατήρησί του, πρόσεξα πως περιείχε μιαν πραγ­ματικότητα, γιατί εκείνο που γίνεται στην Κρήτη και γενικά στην Ελλάδα και τες άλλες χώρες, ιδίως με την ελιά που φυτεύε­ται προγραμματισμένα και σύμφωνα με επιστημονικά δεδομένα και κανόνες της δενδροκαλλιεργείας, το ίδιο δεν συνέβαινε ως τότε στον τόπο μας. Τες χα­ρουπιές και τες ελιές, εκτός βέβαια μερικών πο­λύ γέρικων ελιών, φραγκοελιών καλουμένων, που τες φύτεψαν οι Ενετοί και κατοπινά δι' υποχρεω­τικής για ένα διάστημα νομοθεσίας οι Τούρκοι, οι περισσότερες φυτεύτη­καν από τα κοπάδια των κατσικιών και τα πουλιά που τες έσπερναν με τα κόπρανα τους.
Η επιθυμία του ήταν να μπορέση να ξανάρθη και να μείνη περισσότερον καιρό, για να γνωρίση, όπως μούλεγε τον τόπο και τους ανθρώπους του.  Ήξερε προσωπικά από την Αθήνα κατά την φοι­τητική του περίοδο —άρ­χισε σπουδές νομικής και πήρε και δίπλωμα —τον Γιώργο Μαρκίδη, τον γνω­στό ποιητή και επιστή­μονα διανοούμενο πρώην Δήμαρχον Λευκωσίας, που τον αντάμωσε στην Λευ­κωσία και δέχτηκε για μια σχεδόν βδομάδα την φιλοξενία του.
Σε τούτο το μεταξύ συ­νέχιζε ρουφώντας τον καφέ του. Μου φάνηκε πως πιθανό ο καφές που παραγγέλθηκε να μη ήταν στην γεύση και νοστιμάδα όπως θα τον ήθελε και τον ρώτησα πώς τον βρίσκει. Καλός είναι.
Είμαι βέβαιος πως δεν είναι ο καφές που συνηθίζετε. Δεν είναι  κι' εύκολο να βρίσκης όπου πας τες συνήθειες  και τα γούστα σου.
-Σας  ρωτώ  σ' αυτό απάνω γιατί  έχω  υπόψι μιαν σχετικήν περί καφέ χαρακτηριστικήν ιστορία και του  διηγήθηκα το α­κόλουθο περιστατικό: Υ­πάρχει  κάποιος, σε λαϊκό εδώ καφενείο,  γκαρσόνι, πού ποτέ δεν σου κάμνει τον καφέ  που ζητάς, δεν συμμορφώνεται  δηλ. με το γούστο σου, αλλά τον καφέ που, κατά  την ατο­μική του γνώμη, ταιργιάζει  με την φάτσα σου, όπως  λέγει, δηλ. το σουλούπι σου στο όποιο κα­θρεφτίζεται, κατά την γνώ­μη του, ο εσώτερος άν­θρωπος ο χαρακτήρας του πελάτη. Ζητάς, λόχου χάρι,  καφέ με ολίγη  και σου  φέρνει σκέτο η γλυ­κύ και σου δίνει μέτριο. Καμιάν  προσοχή δεν δίνει στες διαμαρτυρήσεις και παρατηρήσεις  του πελάτη, ούτε και  στες απειλές πως θα εγκατάλειψη το καφενείο του. Εμμένει στην άποψι του ψιθυρί­ζοντας κάθε φορά που του γίνεται σχετική παρατήρησι απ' εκείνους που αγνοούν την περίεργη θεω­ρία των περί καφέ αντιλήψεων του: «Είναι αυτή φάτσα για γλυκύ; ο κα­φές του πρέπει ναναι σκέττος.  Αν δεν του αρέσει ας μην ξαναπατήση».
-Μπορεί να φαίνεται η θεωρία του  περίεργη,  μάναι  πολύ κοντά στην πραγματικότητα,  θάθελα, αν διάθετα καιρό, να γνω­ρίσω  αυτόν τον τύπο που πιστεύει στην δυνατότητα ψυχαναλύσεως δια του καφέ.
Την συνομιλία μας διέ­κοψε ένας ασυνήθης θό­ρυβος που προερχόταν από την θάλασσα και την προσοχή του απέ­σπασε η εικόνα μιας μεγάλης αγέλης γλάρων. Τα πουλιά πετούσαν, εκβάλλοντας τους συνήθεις κρωγμούς των, πολύ σιμά στο μέρος, άκρυα του πόντε, που καθόμαστε και προσπάθαγαν με κάθετες βουτιές απάνω στα σιγοκίνητα, απ' το δυτικό αε­ράκι που φυσούσε, κύμματα ν' αρπάξουν όχι ψάρια, αλλά κομμάτια κουλούρια που τους τα πετούσε κά­ποιος γνωστός τύπος ιδιότροπου συμπολίτη μας. Με­ρικά παιδάκια που στεκόντουσαν κάτω στην πα­ραλία προσπάθαγαν  με λάστιχα να σκοτώσουν γλάρους. Ο κύριος που με απλοχεριά και καπρίτσιο, που φαινόταν πως έτρεφε τα πετεινά της θάλασσας, εξοργιζόταν για την εγκληματικότητα των παιδιών τα οποία απειλητικά απόδιωχνε λέγον­τας: «Εγώ προσπαθώ να τα ξεφοβίσω παληόπαιδα και σεις τα σκοτώνετε»;
Οι πιτσιρίκκοι που με τες φοβέρες του τους στε­ρούσε μια χαρά, απαντού­σαν: «Δεν δκιας θκιέ σε μας τα κουλλούρκα τζιαί πετάσσεις τα στους γλάρους; ΄Ηντα σε κόφτει αν τους σκοτώσουμε; Εν δικοί σου τζιαί θυμώνεις; Εν της θάλασσας».
Ό Νίκος με ρώτησε την σημασία του διαλόγου, που δεν  μπόρεσε και  δικαίως να  τον  ερμηνεύση,  όπως βέβαια  θα συνέβαινε  και μ'  ένα Κύπριον  αν τύγχαινε ν ακούση τον ίδιο διάλογο στην κρητική ντοπιολαλιά. Το συμβάν αυτό έδωκε αφορμή να κάμουμε συλλογισμούς για τους αν­θρώπους και τα άλλα πλάσματα της φύσεως. Ο Καζαντζάκης βρήκε πολύ δικαιολογημένες τες αξιώσεις των πιτσιρίκων, πούθελαν κι' αυτοί με τον δικό τους τρόπο να διασκεδάσουν σκοτώνοντας  τους γλάρους που ανήκαν στην θάλασσα όπως   διατείνοντο, όπως πάλι και ο εκκεντρικός κύριος  είχε όλο το δίκαιο να νοιώθη ευχάριστησι προστατεύοντας και διατρέφοντάς τους.
Βρήκαμε όμως πολύ δικαιολογημένην και λογικήν την προβολή απαιτήσεως των παιδιών να ζητούν κι εκείνα μερίδιον των κουλουριών και να θεωρούν άδικο το προς τους γλάρους πέταμα των. Γιατί τα πετεινά του ουρανού μπορούν μόνα και χωρίς την βοήθεια κανενός, πλην εκείνης του  Παντοδυνάμου θεού, να εξεύρουν την τροφή των και ικανοποιήσουν τας  ανάγκας των, ενώ ο άνθρωπος είναι παντελώς ανίκανος να πράξη το ίδιο και το χειρότερο.
Εξαρτάται στο ζήτημα αυτό της οικονομικής επάρκειας, από τον συνάνθρωπο του, από τον οποίον δεν βρίσκει σχεδόν ποτέ κατανόησι και συμπάθεια.
Περιορισθήκαμε να πα­ρακολουθούμε τον διασκεδάζοντα εκκεντρικόν κύριον, ενώ όλη μας η συμπάθεια στρέφονταν στα παιδιά που τα κυττάζαμε και τα θεωρούσαμε την στι­γμή εκείνη ως ένα ζωντανό και ανάγλυφο σύμβολο, της αγωνιζομένης εργα­τιάς, που διεξήγε μιαν ά­νιση πάλη κατά της κεφαλαιοκρατίας - έκτοτε βέ­βαια τα πράγματα, μετά τον δεύτερον ιδίως παγκόσμιο, ριζικά και θεμε­λιακά άλλαξαν υπέρ των εργατών - για την οικονο­μική των επιβίωσι και αποκατάστασι.
Την άλλη μέρα πήγε στην Πάφο προς επίσκεψι του αρχαίου και ξακουστού ναού της θεάς του Κάλλους, Αφροδίτης. Τες εντυπώσεις του από την διαδρομή και επίσκεψί του, τες διάβασαν οι αναγνώστες μας σε προηγούμενη έκδοσι του «Παρατηρητού». Αυτά από τον Φασουλιώτη.
Στις 4 Ιουνίου 1926 ένα μικρό δημοσίευμα στη στήλη «ΖΩΗ ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΙΣ» στην εφημερίδα «Χρόνος» της Λεμεσού κάτω από τον τίτλο «ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ»  έλεγε, έτσι απλά, σχεδόν ασήμαντα, πως:
«Δια του τελευταίου Λλόϋδ επέστρεφαν εις Αθήνας αι καλλιτέχνιδες δ. Παπαϊωάννου, δημοσιογράφος δ. Σαμίου και ο Έλλην λόγιος  κ. Ν. Καζαντζάκης.»
Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι πρόκειται για τις αδελφές Μαρίκα και Καίτη Παπαϊωάννου,  διάσημες πιανίστριες και αδελφικές φίλες του Καζαντζάκη. Η Μαρίκα έδωσε μάλιστα κατά την εδώ επίσκεψη της ρεσιτάλ πιάνου στο καλλιτεχνικό καφενείο «Ακταίον» της Λεμεσού.
Την Μαρίκα παντρεύτηκε το 1941, ο λεμεσιανός Αιμίλιος Χουρμούζιος που όμως το 1926 δεν βρισκόταν στη Λεμεσό αφού είχε ήδη ένα χρόνο πριν εγκατασταθεί  μόνιμα στην Αθήνα. Την γνώρισε πολύ αργότερα  μέσω του Καζαντζάκη αφού τον Χουρμούζιο με τον οποίον συνδεόταν  επίσης με αδελφική φιλία.

   
Λεζάντες φωτογραφιών:

Φώτο 1 Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Ελένη Σαμίου και τις αδελφές Παπαϊωάννου στην Παλαιστίνη το 1926 από όπου ήλθαν στην Κύπρο
Φώτο 2 Γεώργιος Μαρκίδης διανοούμενος και αργότερα Δήμαρχος Λευκωσίας, συμφοιτητής και φίλος του Καζαντζάκη.
Φώτο 3 Ο Καζαντζάκης με τον λεμεσιανό διανοούμενο  Ευγένιο Ζήνων σε εκδρομή στο Τρόοδος.
Φώτο 4 Στο ίδιο σημείο με την προηγουμένη φωτογραφία ποζάρει με τις αδελφές Παπαϊωάννου
Φώτο 5 Το περίφημο καλλιτεχνικό καφενείο Ακταίον όπου η Μαρίκα Παπαϊωάννου έδωσε το ρεσιτάλ πιάνου
Φώτο 6 Χρόνος 4 Ιουνίου 1926