Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Γιάννης Λέφκης Παπαγγέλου ο αγωνιστής, ο λογοτέχνης

Του Πανίκου Παιονίδη Από τη Νέα Εποχή, 1983, Τεύχος 159,
Στην Αγίας Φυλάξεως 40, στην Λεμεσό, στέκει πνιγμένο ανάμεσα στα θεόρατα κτίρια ένα σεμνό, χαμηλό σπίτι, απομεινάρι των παλιών καιρών προτού να καταβροχθιστεί η πόλη από τις πολυκατοικίες και τα μπετόν. Μπαίνοντας σ' αυτό το σπίτι, αριστερά βρίσκεται το γραφείο, ένα γραφείο πνιγμένο μέσα στα βιβλία, βιβλία ίσα με πάνω στο ταβάνι, φάϊλς, στοίβες ολόκληρες από χαρτί, εφημερίδες. Ο ένοικος του σπιτιού δεν είναι απλώς ένας βιβλιογράφος ή ένας πολυγράφος συγγραφέας, αλλά κι ένας εργάτης του πνεύματος που έχει ένα ιδιαίτερο πάθος να συγκεντρώνει, να ταξινομεί, να αποθηκεύει τα πάντα που έχουν κάποια σχέση με τα ενδιαφέροντα του. Στα φάϊλς υπάρχουν επιστολές με ημερομηνίες, που πάνε πίσω στη δεκαετία του 20, υπάρχουν αποκόμματα εφημερίδων, φωτοτυπίες άρθρων, υπάρχουν όλα όσα χρειάζεται ένας μελετητής, που θέλει να βυθιστεί μέσα στην πολυκύμαντη ιστορία αυτού του τόπου των χρόνων κυρίως που οι νέες, σοσιαλιστικές ιδέες έπαιρναν πρακτική έκφραση κι έδεναν με το νεαρό, αλλά μαχητικό, εργατικό κίνημα. Πάνω απ' όλα όμως εδώ βρίσκεται η ζωντανή ιστορία εκείνων των ανήσυχων χρόνων ο Γιάννης Λέφκης Παπαγγέλου, ο βετεράνος αγωνιστής συγγραφέας που όλη του τη ζωή — είναι σήμερα 84 χρόνων — την πέρασε σε μια ηθελημένη απόσταση από τον πολύ θόρυβο, τους πολλούς ανθρώπους, την δημοσιότητα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Γ.Λ.Π. γεννήθηκε στις 13 του Οχτώβρη του 1899 στην Λάρνακα από πατέρα μάστορα, τεχνίτη — σκαρπάρη, πούχε χρεοκοπήσει και καταλήξει νυκτοφύλακας κι εργάτης σε μικροφάμπρικα.
Ο παππούς, ο Αντώνης, που πέθανε σε πολύ βαθειά γεράματα, είχε πάει στην Ελλάδα το 1821, πήρε μέρος στην Επανάσταση κι ανακηρύχθηκε μάλιστα δημότης του Ναυπλίου. Είχε άλλα έξη αδέλφια ο Γιάννης. Ο ίδιος τέλειωσε μέσα από χίλιες στερήσεις το κοινοτικό σχολείο της Μητρόπολης και πιο ύστερα το Εμπορικό Λύκειο.
Από τα εφηβικά ακόμα χρόνια ο Γιάννης παρουσιάζει μια παθολογική αγάπη για το βιβλίο, για τη γνώση. Από τα 13 του χρόνια αρχίζει να γράφει ποιήματα. Σ' ένα από τα ποιήματα εκείνων των μαθητικών χρόνων έλεγε: «Η γνώση ας κυβερνάει τον κόσμο». Κι αλλού: «Αστείρευτη της γνώσης βρυσομάνα το βιβλίο στου λαού τη γλώσσα».
Το καλλιτεχνικό ταλέντο δεν αργούν να το επισημάνουν και οι καθηγητές. Ο τότε Λυκειάρχης Νίκος Σαρρής υπογράμμισε απ' αφορμή έκθεση του Γιάννη, την δύναμη του ύφους του, την διαύγεια του. Στα 17 του τελειώνει με άριστα το Λύκειο, τ' όνειρο όμως για υποτροφία και σπουδές δεν υλοποιείται.
Δεν τα βάζει όμως κάτω. Με το πάθος της νιότης, αλλά και με κείνο το ιδιαίτερο νεύρο πούχει όταν τον κυριεύουν τα ιδανικά, προσπαθεί ν' ανοίξει κάποιους δρόμους. Στα 18 του εκδίδει τη φιλολογική εφημερίδα «Μούσα», πούταν μια πρόκληση προς το αποστεωμένο πνευματικό κατεστημένο. Γι' αυτό και χτυπήθηκε άγρια και συκοφαντήθηκε. Η εφημερίδα πρόβαλε την ανάγκη να ξυπνήσει ο τόπος, να δοθεί στο λαό εκλεκτή πνευματική τροφή. Εδώ για πρώτη φορά χρησιμοποιεί ο νεαρός λογοτέχνης το ψευδώνυμο Λέφκης και μάλιστα με φ υπογραμμίζοντας έτσι το προχωρημένο του ριζοσπαστισμού του στα χρόνια εκείνα γύρω από το γλωσσικό ζήτημα, που πρέπει να το πούμε, συνιστούσε κοινωνικό πρόβλημα πρώτου μεγέθους. Η αντίδραση πέρα απ' όλα τ' άλλα ταμπουρωνόταν και πίσω από την καθαρεύουσα, αυτή την πλαστή γλώσσα, πούβαζε φραγμούς στην μόρφωση του λαού.
Πολύ σύντομα, ύστερα από τέσσερις εκδόσεις, θα κλείσει η «Μούσα» κι ο Γιάννης Λέφκης θα μετοικήσει στη Λεμεσό, όπου βρήκε δουλειά σε γραφείο που πρακτόρευε πλοία. Αυτή η δουλειά με τα πλοία και η επαφή με τους ναυτικούς θα μπάσει τον διψασμένο για γνώσεις Γιάννη Λέφκη στον κύκλο των κοινωνικών θεμάτων. Ένα από τα πλοία, πούδεναν την Κύπρο με τον έξω κόσμο ήταν και το Γαλλικό «Μεσσατζερί» απ όπου ο Γ.Λ. έπαιρνε την «Ουματινέ» όργανο του ΚΚ της Γαλλίας. Ήταν οι κοσμοϊστορικές μέρες της Μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, που όσο απομονωμένο από τον έξω κόσμο και νάταν το νησί μας — και λόγω του πολέμου — δεν μπορούσε παρά να φτάσει σαν μήνυμα και σε μας.
Στην Λεμεσό υπήρχαν ήδη σπέρματα των σοσιαλιστικών ιδεών. Με μια τέτοια ομάδα στην οποία βρίσκουνταν ο Γιάγκος Ηλιάδης, φοιτητής τότε στην Αθήνα κι ο Πάνος Φασουλιώτης έσμιξε ο Γιάννης Λέφκης. Μετάφραζαν κείμενα από την «Ουμανιτέ», κυκλοφορούσαν φυλλάδια.
Σε λίγο οι μονάδες αυτές των ξύπνιων διανοουμένων, που κινούνταν ακόμη σκόρπια κι ασυντόνιστα θάνιωθαν την ανάγκη πιο οργανωμένης δράσης. Παράλληλα είχαν αρχίσει να φυτρώνουν εργατικά σωματεία. Οι συνθήκες ζωής και δουλειάς των εργαζομένων ήταν περισσότερο από άθλιες. Οι έμποροι από την άλλη κι οι τοκογλύφοι οργίαζαν στην πλάτη του λαού. Και πάνω απ' όλα η στυγνή βρεττανική αποικιοκρατία. Φυλακή τότε η Κύπρος! Ήταν οι καταστάσεις λοιπόν ώριμες για το πάντρεμα των σοσιαλιστικών ιδεών με το αυθόρμητο εργατικό κίνημα, που δημιουργούνταν σαν αντίδραση στην ανελέητη εκμετάλλευση και στην αποστεωμένη εθνικοφροσύνη.
Ο Γιάννης Λέφκης εντάσσεται σένα από τους μυστικούς κομμουνιστικούς πυρήνες. Λειτουργούσαν τότε, σύμφωνα με μαρτυρία του Λέφκη, μια σειρά πυρήνες. Ένας απ' αυτούς τους πυρήνες, του δημιουργήθηκε το 1922, είχε, σύμφωνα με το βετεράνο Κομμουνιστή Λεωνίδα Στίγγο επτά μέλη με εκλεγμένο γραμματέα.
Ο Γιάννης Λέφκης γνωρίζει αυτή την περίοδο τον μαρξισμό μέσω του «Κεφαλαίου», του Μανιφέστου και μιας σειράς άλλων βιβλίων όπως ήταν το «Αλφάβητο του Κομμουνισμού», κι η δράση του ξεδιπλώνεται πιο έντονη στον δημοσιογραφικό, δημοσιολογικό τομέα.
Το 1923 με πρωτοβουλία του Γιάννη Λεύκη και του Αιμίλιου Χουρμούζιου καθιερώνεται τακτική, βδομαδιάτικη φιλολογική σελίδα στην λεμεσιανή «Σάλπιγγα». Ήταν μια τολμηρή ενέργεια, που πήγαινε οπωσδήποτε πιο πέρα από την «Μούσα» της Λάρνακας και προετοίμαζε το έδαφος για το επόμενο, αποφασιστικό βήμα στον πνευματικό χώρο, το περιοδικό «Αργή», το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό της Κύπρου, που η έκδοση του υπήρξε αναμφισβήτητα σταθμός. Πρωτεργάτης και πάλι κι εμπνευστής του περιοδικού αυτού, που έζησε ένα χρόνο, από τον Απρίλη του 24 μέχρι τον Μάρτη του 25, πραγματοποιώντας 12 λαμπρές επιδόσεις ήταν και πάλι ο Γιάννης Λέφκης μαζί με τον Αιμίλιο Χουρμόζιο. Στα σημειώματα, που εγκαινίαζαν την έκδοση και που γράφτηκαν από τον Γιάνη Λέφκη, τονίζοντας ότι την φωτιά του ενθουσιασμού δεν μπορούσε να την σβήσει το στενοκέφαλο πείσμα και η τυφλή άρνηση.
Γύρω από την «Αβγή» είχε συγκεντρωθεί ότι πιο προοδευτικό και άξιο στο χώρο της λογοτεχνίας. Εδώ πέρα από τα προοδευτικά λογοτεχνικά κείμενα υπήρχε πολύ αξιόλογη κριτική, που ασκούνταν σε αρκετές περιπτώσεις από μαρξιστικές θέσεις. Για πρώτη φορά προβάλλουνταν στον κυπριακό πνευματικό χώρο αντιλήψεις γύρω από τα θέματα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, που βρίσκουνταν σε διαμετρική αντίθεση με τις καθιερωμένες, ιδεαλιστικές δοξασίες. Κι αυτό εκνεύριζε τους ταγούς της εθνικοφροσύνης, που κτύπησαν την «Αβγή». Κι όταν ένας από τους συνεργάτες της ο Χρ. Χριστοδουλίδης αποτόλμησε να αποκαλύψει σ ένα του κριτικό σημείωμα ότι ήταν κομμουνιστής ρίχτηκαν επάνω του με τις υστερικές κραυγές ότι ο «Κομμουνισμός δεν έχει σχέση με την Τέχνη»!!
Η μάχη όμως, δόθηκε και τίποτε πια δεν μπορούσε ν αναχαιτήσει τις καινούργιες ιδέες.
Την 1η του Γεννάρη του 1925 εκδίδεται ο «Νέος Άνθρωπος» όργανο του ΚΚΚ με υπεύθυνο τον αξέχαστο Χαράλαμπο Σολωμονίδη. Ο ρόλος του Γιάννη Λέφκη στη συγγραφή της εφημερίδας ήταν ουσιαστικός.
Μετά την εξορία του γιατρού Νίκου Γαβόπουλου (5 Ιουλίου 1925)• που ήταν γραμματέας του Εργατικού Κέντρου και με τον οποίο διατηρούσε επαφή, η σύνδεση του Γιάννη Λέφκη με το κόμμα και την όλη δράση του γίνεται πιο άμεση και οργανική. Του δίνεται τότε το ψευδώνυμο Νέαρχος.
Στο πρώτο φύλλο του «Νέου Ανθρώπου» μετά την απέλαση δημοσιεύτηκε άρθρο του Γιάννη Λέφκη με τον τίτλο «να το ξέρουνε», όπου τονίζουνταν ότι αν νομίζανε πως με την εξορία του Γιαβόπουλου θα διαλύουνταν το Κόμμα «το νόμισμα τους βγήκε κάλπικο». «Ας το ξέρουνε πως οι φανατικοί από μας γίνανε πιο φανατικοί, ακόμα και όσοι ταλαντεύουνταν ήρθανε οριστικά με το μέρος μας». Και συνέχιζε: «Οι αγώνες χρειάζονται θυσίες κι έχουνε θύματα. Κι ο αγώνας ο δικός μας είχε το πρώτο του θύμα. Δεν μας ενδιαφέρει πόσα θα ακολουθήσουνε. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το ξύπνημα του εργάτη κι η λύτρωση του από τα χέρια των αφεντάδων και των εκμεταλλευτών».
Αρχίζει έτσι μια περίοδος κατά την οποία ο Λεύκης αναμιγνύεται ενεργά στο κίνημα.
Γύρω σ αυτή την περίοδο το 1929 ο Γιάννης Λέφκης θα γράψει και θα κυκλοφορήσει σε λιγοστά, δακτυλογραφημένα αντίτυπα μια σοβαρή μελέτη με τον τίτλο «Οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην Κύπρο», που δυστυχώς δεν διασώθηκε. Χάθηκε μέσα στα χρόνια της παρανομίας, όπως ολόκληρο το αρχείο της Κ.Ε., που κατασχέθηκε από την αποικιοκρατία τον Οχτώβρη του 1931.
Αρχίζει η δεκαετία της Παλμεροκρατίας, χρόνια τρομερά δύσκολα για το Κόμμα, που είναι τώρα πια παράνομο και οι λιγοστοί τολμηροί κομμουνιστές γίνονται αντικείμενο άγριων διώξεων, προπηλακισμών και φυλακίσεων. Ο αγώνας όμως συνεχίζεται σε πολλά, ταυτόχρονα, μέτωπα.
Το 1935 ο Γιάννης Λέφκης εκδίδει την ποιητική του συλλογή «Στεναγμοί και Πόθοι», που θα χαιρετιστεί σαν μια κατάκτηση της κυπριακής ποίησης, σαν ένα έργο που προμηνύει μια αναγέννηση σαν «μια όαση σε μια Σαχάρα», όπως έγραψε κάποιος κριτικός. Επισημαίνεται ο αρρενωπός λυρισμός της ποίησης του Λέφκη, η δύναμη του αισθήματος του, η έκταση της απελπισίας και του πόνου, που την διαπερνά, και που οδηγεί στο μίσος, η πρωτογονική αλήθεια, η κραυγή ωδύνης.
Ο Τεύκρος Ανθίας, πούχε επιστρέψει από την Αθήνα εκείνη την περίοδο με το πάθος του κομμουνιστή κι ήταν μέλος του παράνομου Κόμματος, είχε επισημάνει την διαύγεια, την ωριμότητα, την φιλοσοφικότητα και το πολύπτυχο της ποίησης του Λέφκη, όπως επίσης και το ότι εξέφραζε μια ακριβοπληρωμένη και οδυνηρή γνώση της ζωής. Δυο χρόνια πιο ύστερα, το 1937, από την πέννα του Γ. Λέφκη βγαίνει μελέτη για τον Βασίλη Μιχαηλίδη, τον ποιητή της Κύπρου.
Επρόκειτο, όπως τονίστηκε τότε, γιο μια επιστημονική μελέτη, πούχε την ιδιαίτερη σημασία της γιατί βγαίνοντας στα χρόνια της παλμεροκρατίας και του σκοταδισμού μιλούσε για την αγάπη, για την λευτεριά. Η προβολή και ανάλυση του έργου του ποιητή της 9ης του Ιούλη ήταν μια μάχη, που δίνουνταν στο χώρο των ιδεών και της τέχνης από ένα κομμουνιστή διανοούμενο.
Ταυτόχρονα όμως ο Γιάννης Λέφκης έδινε τη μάχη του και σε πολλούς άλλους τομείς. Σκηνοθετούσε με μεγάλη επιτυχία αρχαίες τραγωδίες στην Ιδιωτική Σχολή Λεμεσού, συνεργαζόταν με τα περιοδικά «Πάφος» και «Κυπριακά γράμματα», δημοσίευε ποιήματα («Το τραγούδι των σκλάβων»), μελέτες («Πως να μελετηθεί η νεώτερη κυπριακή λογοτεχνία»), άρθρα γενικότερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος, για την ανάγκη οργάνωσης δημοτικής βιβλιοθήκης στη Λεμεσό, για την ανάγκη δημιουργίας Μουσείου Λαϊκής Τέχνης κλπ.
Το 1963 ο Γιάννης Λέφκης θα εκδώσει μια καινούργια συλλογή ποιημάτων, «Το τραγούδι των ξυπνημένων ανθρώπων», πούχε την τύχη να φακελωθεί στην Ελλάδα, γεγονός που το θεωρεί ο ποιητής τίτλο τιμής. Ο Θοδόσης Πιερίδης χαιρέτισε την ποίηση αυτή, την πλημμυρισμένη με μίσος για την αδικία και πίστη προς την δικαιοσύνη γράφοντας: «Σε μια εποχή με φυγές κι εγκαταλείψεις δροσίζεται πάντα η καρδιά μου σαν ανακαλύψω ένα αδέλφι».
Ο Θοδόσης Πιερίδης θα χαιρετίσει και την επόμενη συλλογή, την «Τριλογία της ζωής και του θανάτου» (1967) τονίζοντας πως τον είχε συνταράξει η ποίηση του Λέφκη γιατί είχε περάσει κι ο ίδιος, όπως τόνιζε, μέσα από όμοιες εμπειρίες. Ας σημειωθεί ότι την δεκαετία του 1960 η συντρόφισσα του Γ.Λ. είχε περάσει μέσα από μια πολύ βαρεία αρρώστια, πούχε τσακίσει κυριολεχτικά και τους δυο κι η ποίηση εκείνη ανάδινε αυτήν ακριβώς την ατμόσφαιρα. Ο Θοδόσης Πιερίδης από την άλλη μόλις είχε χάσει τη δική του καλή συντρόφισσα, την Αλεξάνδρα.
Ας σημειωθεί ότι η λογοτεχνική προσφορά του Γιάννη Λέφκη επεκτείνεται και στην μετάφραση ποιητικών κειμένων. Εκεί, στο γραφείο του, μέσα στις στοίβες του χαρτιού υπάρχουν τετράδια με ανέκδοτη ποιητική και άλλη δουλειά. Ανάμεσα στ ανέκδοτα είναι ο «Διθύραμβος του ανθρώπου», μια μεγαλόπνοη, ποιητική σύνθεση, όπου προβάλλει η ασάλευτη πίστη του ποιητή προς το μέλλον, υπάρχουν κείμενα κάτω από τον γενικό τίτλο «Όταν ρίχναμε τους σπόρους», κείμενα πάνω σε πνευματικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά ζητήματα. Εκεί βρίσκονται και τρεις δερμάτινες θήκες στο μέγεθος τετραδίου, όπου προσεκτικά είναι περασμένες μέσα οι σελίδες του έργου της ζωής του Γιάννη Λέφκη οι «Ρίζες». Γύρω στις 750 χειρόγραφες σελίδες, φορτισμένες με όλα εκείνα τα συγκλονιστικά της δεκαετίας του 1920—30. Κάτω από τον τίτλο ο ποιητής παραθέτει πολύ εύστοχα ένα μικρό απόσπασμα από ποίημα του Ρίτσου.
«Οι ρίζες βέβαια δεν φαίνονται
όμως το ξέρεις
σ αυτές κρατιέται το δέντρο
Για νάσαι δίκαιος
σκέψου τις ρίζες».
Για νάμαστε δίκαιοι πρέπει πράγματι να σκεφτόμαστε τις ρίζες απ όπου κρατιέται το δέντρο.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Το σπίτι του Γιάννη Λέφκη στην Αγίας Φυλάξεως 40 όπως είναι σήμερα (φωτο Τ.Κολώτας) κατάκλειστο από τού  θάνατου τού ποιητή γεμάτο αναμνήσεις αλλά και πολύτιμα βιβλία και ακόμα πιό πολύτιμα για την ιστορία της Λεμεσού και του τόπου έγγραφα, περιμένει τους μελετητές της Ιστορίας να τα αξιοποιήσουν και αναδείξουν...(Τ.Κ.)










Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Παλαιστές στη Λεμεσό, τότε που η πάλη σήμαινε λεβεντιά, φιλότιμο και εθνική αξιοπρέπεια.

Εισήγηση του Τίτου Κολώτα στο Τέταρτο Επιστημονικό Συμπόσιο Προφορικής Ιστορίας που πραγματοποιήθηκε στις 22 και 23 Νοεμβρίου 2008 στην αίθουσα τελετών του Τσιρείου Σταδίου από το Παττίχειο Αρχείο και Κέντρο Μελετών του Δήμου Λεμεσού σε συνεργασία με τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού και τον Γυμναστικό Σύλλογο Ολύμπια με θέμα την Αθλητική Ιστορία της Λεμεσού.
 ===================================================================
Aπό αρχαιοτάτων χρόνων στην ιστορία ο ελληνισμός ανήγαγε την πάλη ως το ύψιστο άθλημα ρώμης και λεβεντιάς. Οι αρχαίοι έλληνες εκτιμούσαν ιδιαίτερα τους παλαιστές γιατί το αγώνισμα απαιτούσε δύναμη, τέχνη και εξυπνάδα. Ο λαός λάτρευε τους μεγάλους πρωταθλητές της πάλης ως ημίθεους.
Στη λαμπρή περίοδο του κλασσικού Ελληνικού πολιτισμού οι Έλληνες εκπαιδεύονται μαζικά στο Παγκράτιο ως αθλητική δραστηριότητα αλλά και ως πολεμική τέχνη ταυτόχρονα. «Κλασθέντων αυτοίς ξιφών τε και δοράτων, πολλά ταις χέρσι γυμναίς έπραξαν…πάλη δε και Παγκράτιον ως ες το πρόσφορον τω πολέμω εύρηται» λέει ο Φιλάστρατος.
Το Παγκράτιο υμνήθηκε πάρα πολύ και έφτασε να γίνει «των εν Ολυμπία το κάλλιστον» σύμφωνα πάντα με τον Φιλόστρατο. Η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξη του Παγκρατίου Αθλήματος υπάρχει στο στίχο 586 των «Αργοναυτικών» που περιέχουν πληροφορίες μέχρι και τη δωδέκατη χιλιετία π.Χ. Το όνομα του προέρχεται από το παν-κράτος που δηλώνει αυτόν που κατέχει την εξουσία, αυτόν που νικά με την απόλυτη δύναμη-γνώση.
Κατά τον Πλούταρχο ευρέτης του Παγκρατίου είναι ο Θησεύς, ο οποίος με το Παγκράτιο νίκησε τον Μινώταυρο και κατά τον Παυσανία ο Ηρακλής.
Σημαντικές είναι οι πληροφορίες μας παρέχει και ο Ρήγας Φεραίος σε έργο του με τον τίτλο «Ολυμπία» από το πρωτότυπο έργο του Ιταλού Μεταστάσιου, όπου αναφέρει ότι το Παγκράτιο μαζί με τα άλλα αρχαιοελληνικά αγωνίσματα υπάρχει, «…μέχρι της σήμερον εις την Θεσσαλίαν αλλά και εις όλην την Ελλάδαν».
«Τοις κείνων ρήμασι» λοιπόν «πειθόμενοι» και ως συνέχεια της ιστορίας του ελληνικού πνεύματος, ο λαός μας συντηρεί την ύψιστη αυτή αθλητική αλλά και πολεμική και λεβέντικη παράδοση δια μέσου των αιώνων και την μεταφέρει στην σύγχρονη εποχή μέσα από την τουρκοκρατία και την αγγλοκρατία.
Η πάλη και ιδιαίτερα το παγκράτιον αποτελούσε ένα αγαπημένο λαϊκό άθλημα και θέαμα που όμως έδινε ταυτόχρονα και την ευκαιρία στον υπόδουλο λαό να εκφράσει δια μέσου του συναισθήματα πατριωτικά και αλυτρωτικά.
Ο Γεώργιος Φραγκούδης, το επιφανέστατο αυτό τέκνο της Λεμεσού στο πρώτο του ουσιαστικά βιβλίο από τα πολλά που έγγραψε στη συνέχεια πάνω σε δεκάδες θέματα, το «Κύπρις 1890» που συνέγραψε παρακαλώ, σε ηλικία 19 χρονών λέει :
«Κατά δε τους γάμους των πλουσίων, τας εορτάς και τας πανη¬γύρεις, τα παλληκάρια του χωρκού επιδίδονται εις διαφόρους ασκή¬σεις, λείψανα των μεγάλων των αρχαίων αγώνων.
Η πάλη είναι η συνηθεστέρα και κυριωτέρα των ασκήσεων τούτων, διεξάγεται δε πεισματωδέστατα. Έκαστη κώμη, καθώς έχει τους τραγουδιστάς αυτής, έχει και τους παλαιστάς της, οίτινες ηττώμενοι υπό ξένων προσάπτουσιν όνειδος εις την γενέτειραν, ενώ τουναντίον νικώντες, τιμήν και κλέος• ούτως ωρισμένα χωρία φημίζονται σήμερον διά τους παλαιστάς των, οίτινες ηυτύχησαν να τιμήσωσι την Πατρίδα εν ταις παλαίστραις των εορτών και πανηγύρεων. Υπό τον ήχον των οργάνων συμπλέκονται πολλάκις ημίγυμνοι οι παλαισταί, και μανιωδώς παλαίουσι μέχρις εξαντλήσεως, ο δε νικητής ανευφημείται πανηγυρικώτατα, και η ταχύπτερος φήμη διαλαλεί εις τα πέ¬ριξ το ένδοξον όνομα του. Όσοι δ’ εκ, τούτων διακρίνονται δι υπερβάλλουσαν ρώμην, απολαύουσι παγκυπρίου φήμης, θεωρούνται πρό¬σωπα σεβαστά και κατά τας πανηγύρεις προσκαλούνται πολλάκις, όπως λαμπρύνωσιν αυτάς, παλαίοντες προς αλλήλους. Σχηματίζεται τότε (μέγας εκ θεατών κύκλος, καθαίρεται η παλαίστρα και το¬ποθετούνται γύρωθεν αυτοσχέδιοι ευταξίαι. Συγκίνησις και σιγή επικρατεί, ψιθυρισμοί δε μόνον υποδέχονται τους παλαιστάς σιωπη¬λούς βαίνοντας προς αλλήλους εξ αντιθέτου διευθύνσεως. Γυμνοί σχεδόν και ασάνδαλοι, ελαίω ηλειμμένοι, επιδεικνύουσιν εις το πλή¬θος τους ισχυρούς των μυς και μειδιώντες ποιούσι στροφάς τινας, κτυπούσι τας χείρας επί του εδάφους, και τείνοντες αυτάς προς αλ¬λήλους, συμπλέκονται. Τότε δύναται τις να θαυμάση ου μόνον την ρώμην, αλλά και την τέχνην περί την πάλην, ήτις πολλάκις διαρ¬κεί επί πολύ και επαναλαμβάνεται, εάν ουδείς ανεδείχθη νικητής, ενίοτε δε και αποβαίνει επικίνδυνος δια τον ηττώμενον. Όταν ο είς των αντιπάλων ήναι ΄Ελλην και ο έτερος Τούρκος, η πάλη προσ¬λαμβάνει εθνικόν χαρακτήρα και οι θεαταί διαιρούνται εις δύω αντίθετα στρατόπεδα. Ο νικητής απολαύει μεγάλων τιμών, λαμ¬βάνει χρηματικά δώρα,το δε νικήσαν στρατόπεδον ονειδίζει τους ηττηθέντας.
Εσχάτως προσεκλήθησαν εις πάλην εν Λεμησσώ είς Έλλην και είς Τούρκος. Κόσμος πολύς συνέρρευσεν εις το θέαμα και φανατισμός μέγας ανεπτύχθη εκατέρωθεν παρά προσδοκίαν ενίκησεν ο Τούρκος, οι δε Τούρκοι εξήλθον εις μεγάλην ανά την συνοικίαν των, νικητήριον διαδήλωσιν κατόπιν συνέβη το εναντίον και οι Έλληνες ανταπέδωκαν τα ίσα. Εκ τούτου μικρού δείν συνέβαινε ρήξις.
Η ρώμη τόσον εκπλήσσει τον λαόν, τόσον επιβάλλεται εις το πλήθος, ώστε οι παλαιωτάδες ούτοι περιβάλλονται υπό μυθολογι¬κής τίνος αίγλης, ως ο αρχαίος Ηρακλής και ο μεσαιωνικός Ακρί¬τας, οι δημώδεις ποιηταί κρούουσιν υπέρ αυτών τας χορδάς της λύρας των, και ο λαός αποδίδει την μεγάλην αυτών ισχύν εις μικράν τίνα ουράν, ην φαντάζεται, ότι ούτοι φέρουσιν όπισθεν. Μεγαλοποιούσι πάν ό,τι ακούσωσι και υπό το πρίσμα της νηπιώδους αυτών φαντασίας φαντάζονται αυτούς μετακινούντας τοίχους, φέροντας επ' ώμων ογκώδεις λίθους, και διάφορα άλλα υπερφυσικά περί αυτών διηγούνται. Κατά τον Ησύχιον, την Κυπρίαν πάλην εκάλουν τινές μεν πάμμαχον, άλλοι δε άγροικον καί απάλαιστρον, διότι ατέχνως επάλαιον οι Κύπριοι. Ό Ησύχιος, λέγων πάμμαχον πάλην, εννοεί βεβαίως το παγκράτιον, όπερ και σήμερον παίζεται εν Κύπρω μετά λακτισμάτων (πάτσος, κλώτσος)».
Ο σημαντικός καταγραφέας γεγονότων και τόπων της Λεμεσού του 19ου αιώνα Ευστάθιος Παρασκευάς περιγράφοντας τις παιδικές του αναμνήσεις στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού το 1937 για συμβάντα στη πόλη κατά το έτος 1871 λέει: «Εις το 1871 εκτίσθη το πρώτο προς την θάλασσαν καφενείον στηριζόμενον επάνω σε κολόνες ιδιοκτήτης του κτήματος ήτο ό αείμνηστος Δημήτριος Νικολαΐδης. Εις αυτό ήρχετο ο καλός κόσμος και εις αυτό έγεινεν ή γνωριμία δύο δυνατών παλαιστών, του Αβράμη από του Μόρφου και του Ισμαήλ Αράπη από την Αύδήμου, ηγνωριμία αυτή κατέληξεν εις συνεννόησιν μεταξύ των όπως παλαίσουν. Όταν έγεινε γνωστόν, ο δρόμος και το καφενείον εγέμισ«ν από Χριστιανούς και Τούρκους. Όλος αυτός ο κόσμος συνώδευσε τους παλαιστάς ως το Κονάκι (το σπίτι όπου σήμερον είνε η αστυνομία) όπου επήγαν δια να ζητήσουν την άδειαν του Καϊμακάμη Σιεκερζατέ. Ανέβηκαν επάνω και κατόπιν ο κόσμος τους είδε εις το Κιόσκι, όπου ό διοικητής τους ωμίλησεν. Τους λέγει, βλέπετε αυτό το πλήθος από Χριστιανούς και Τούρκους; Νομίζετε ότι εάν νικήσει ο Χριστιανός θα το ανεχθούν οι Τούρκοι; Ή εάν νικήση οΤούρκος θα το ανεχθούν οι Χριστιανοί; Θα γείνουν καυγάδες και πόλεμος μεταξύ των και έτσι θα αναστατωθή ή πόλις. Δεν σας δίδω άδειαν και να χωρισθήτε με φιλίαν και να υπάγετε στην δουλειάν σας. Έτσι δεν έγεινεν η πάλη και ο κόσμος έχασεν έναν θέαμαν που τόσον εσπάνιζε την έποχήν εκείνην. Ίσως να είχε δίκαιον ο Καϊμακάμης.
Και οι δύο ήσαν καλά παλληκάρια αλλά ο Ισμαήλ ήτο πελώριος. Δεν έχω συναντήσει μέχρι σήμερον τοιούτον άνθρωπον ήτο πελάτης του πατέρα μου και ήρχετο συχνά το σπίτι μας, δεν μπορούσε να καθίσει σε κοινόν κάθισμα, ήτο πολύ μικρόν γι' αυτόν, διά τούτο εκάθητο επάνω στο ψαθί όπου εβάλλαμεν και μαξιλάρια δια να ακουμβά. Εντούτοις με όλον αυτόν τον όγκο του, έτρεχε πολύ περισσότερον από μίαν αίγα εις απόστασιν δύο μιλίων.
Ο Αβράμης γνωστός τότε με το όνομα «Μορφίτης» ήτο υψηλού αναστήματος μετρίου πάχους. Είχε παλαίσει με άλλους Χριστιανούς και Τούρκους εις άλλα μέρη και τους είχε νικήση όλους• ήτο ο Τζιμ Λόντος της εποχής του.»
Μια παρόμοια περιγραφή έχουμε και από τον λεμεσιανό ιστορικό και εξέχοντα λαογράφο, τον Ξενοφώντα Φαρμακίδη, στην ίδια εφημερίδα το 1935 που λέει:
«Απέναντι της αλευρομηχανής του μακαρίτου Αριστοκλή Πηλαβάκη νυν μηχανή κ. Πολ. Ευθυμιάδη και απέναντι της οικίας του κ. Σωτήρη Κοντοπούλου, εκεί όπου υψούται ευμεγέθης ιτέα, ήτο ανεμόμυλος εξ ού έλαβε και το όνομα η μικρά ολιγάριθμος τότε συνοικία. Απέναντι αυτού εξετείνετο ευρύ οικόπεδον, όπου τώρα ευρίσκονται αι οικίαι Γιακουμή Ιακωβίδη και Ιακ. Χατζηλοΐζου και τινές νεόδμητοι.
Εις το οικόπεδον τούτο κατά η περί το έτος 1890, διεξήχθη, κατόπιν αδείας της αστυνομίας, πάλη μεταξύ ξένου, τούρκου αιθίοπος, συστηματικού παλαιστού, όστις περιήρχετο τας πόλεις της Ανατολής, επιδεικνύων την έκτακτον ρώμην του και του Χριστιανού Αβράμη Μορφίτη, ως εκ Μόρφου καταγομένου, αρκετά ρωμαλέου, χαίροντος παγκυπρίου φήμης. ΄Ητο ο Κουταλιανός της Κύπρου. Δια το θέαμα της πάλης αυτής, ήτις προσέλαβε χαρακτήρα εθνικού ενδιαφέροντος, συνέρρευσεν άπασα η πόλις. Ο Αβράμης συνείθιζε να διεξάγει την πάλην γονατιστός. Εισήλθον αμφότεροι γυμνοί εις την κονίστραν και ο μεν οθωμανός ήτο αλειμμένος με γλοιώδη ουσίαν, ο δε Αβράμης ουχί. Αφού εχαιρετίσθησαν, μετά 2-3 γύρους συνεπλάκησαν. Ο Αβράμης κατά το σύνηθες εγονάτισε και εζήτησε να συλλάβη τον αντίπαλον του από τας κνήμας, ούτος δε επιδεξίως απέφυγε τούτον και δια μιάς ωθήσεως τον ξήπλωσε κατά γης. Τι δε συνέβη τότε ήτο αφάνταστον.
Οι Οθωμανοί ύψωσαν τον νικητήν επ ώμων και τον περιέφερον εν θριάμβω ανά πάσας τας οδούς της πόλεως μετ’ αλαλαγμών και μουσικών οργάνων. Οι Χριστιανοί εξ εντροπής διεσκορπίσθηαν περίλυποι εις τας οικίας των.
Ελέχθη, υποστηρίχθη, εβεβαιώθη βραδύτερον, ότι η ήττα του Αβράμη ωφείλετο εις δωροδοκίαν. Ότι δε τούτο ήτο αληθές απεδείχθη από τον πρόωρον θάνατον του, όστις λέγεται επήλθε εκ της λύπης και των τύψεων της συνειδήσεως του.
Οι χριστιανοί βαρέως έφερον την αισχύνην αυτήν και έπρεπε να την απαλύνωσι. Κατά του οθωμανού παλαιστού αντέταξαν τον Χριστοφήν Κολλούφην εκ του χωρίου Μονής, όστις τον αντίπαλον του κατέρριψεν, ως «δέμα χόρτου». Η πάλη αύτη διεξήχθη 15 μέρες μετά την πρώτην εις το ίδιον οικόπεδον. Οι χριστιανοί περιέφεραν τον νικητήν εν θριάμβω ανά τας χριστιανικάς συνοικίας πρωτοστατούντος και προεξάρχοντος του τότε γνωστού αρχιλεμβούχου Παπαηλία, όστις συνήθροισε δι’ εράνων ικανόν ποσόν χρημάτων εις αμοιβήν του νικητού»
Πρωτοπαλλήκαρα της πάλης και της άρσης βαρών στα χρόνια που ακολούθησαν ήταν ο Μιχάηλ Φούρναρης, ο Μιχαήλ Φυτός και ο Ιωάννης Μαρνέρος «γνωστός» κατά τα γραφόμενα του Χριστάκη Σαββίδη « Πανελλη¬νιονίκης στην ελευθέρα πάλη του οποίου τα χέρια ως τα βαθειά του γηρατειά διατηρούσαν την δύναμη την νεανική, τα χέρια του έσφιγγαν όπως την «τανάλια» στη χειραψία του. Κέρδισε χρυσούν μετάλλιο στην Ελληνορωμαϊκή Πάλη 79 κιλών στην Αθήνα το 1935.»
Για τον Μιχαήλ Φούρναρη εξ άλλου ο ίδιος λέει:
«Στα παλιά χρόνια ο Μιχάλης Φούρναρης έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και θαυμασμού για την ρωμαλεότητα του από τους Λεμεσιανούς. Διεκρίνετο δια την σωμα¬τική του δύναμη. Με μεγάλη ευκολία μπορούσε στο αγώνισμα του "διτζίιμη" στις γιορτές του Πάσχα, να ση¬κώσει πάνω από τους ώμους του το διτζίμη - μια μεγάλη πέτρα - βάρους τριάκοντα οκάδων. Επίσης συμμετείχε σαν αθλητής του Γ.Σ.Ο. στους Παγκύπριους αγώνες στίβου στα αγωνίσματα "άρσης βαρών δι' ενός χεριού και δια δύο χεριών", όπου εξήρχετο νι¬κητής. Δύο φορές αναδείχθηκε παγκυπριονίκης στο αγώνισμα άρσης βαρών το 1899 και το 1900. Ο Μι¬χαήλ Φούρναρης διεκρίνετο και στο αγώνισμα της πάλης και ουδέποτε ηττήθηκε.
Το 1900 στους Παγκύπριους αγώνες πάλης αγωνίσθηκε με το ισά¬ξιο του παλικάρι Μ. Κωνσταντά και ύστερα από αγώνα πάλης, που κρά¬τησε μια ώρα η οργανωτική επιτρο¬πή ανακήρυξε και τους δύο ισόπαλους. Οι παλιοί Λεμεσιανοί ενθυμούνται τον Μιχαήλ Φούρναρη σαν πρωτοπαλίκαρο του Συναχωριού και τον Πελλόγιαννο σαν πρωτοπαλίκαρο της Τζαμούδας. Αυτοί οι δύο έλυσαν τις δια¬φορές των Συναχωριωτών και Τζαμουλιωτών, όταν εδημιουργούντο επεισόδια μεταξύ των σε ταβέρνες, πάνω στο μεθύσι τους.»
Ανοίγοντας εδώ μια μικρή παρένθεση να επισημάνω πως οι λεμεσιανοί συνεχίζοντας και εδώ την ελληνική παράδοση κατά το σπαρτιάτικο ρητό ««άμμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες» που ερμηνεύεται ως : «εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροι σας»..., δεν παρέλειπαν με κάθε ευκαιρία να διχάζονται και να διαπληκτίζονται: τζαμουλιώτες και καθολιτζιάτες, κυρηναϊκοί και κιτιακοί, ενωτικοί και ανθενωτικοί, ενδοτικοί και ανένδοτοι, δεξιοί και αριστεροί, εθνικόφρονες και αγγλόφιλοι, μακαριακοί και γριβικοί και δε συμμαζεύεται! Αναλάμβαναν λοιπόν τότε οι παλαιστές και τα πρωτοπαλίκαρα των γειτονιών να καθαρίσουν για την πάρτη τους!
Κάνοντας όμως τώρα ένα άλμα στο χρόνο λόγω… χρόνου ερχόμαστε στο 1931
Μια πολύ δύσκολη χρονιά, από τις πιο δύσκολες θάλεγα, στη σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου. Μέσα από την οικονομική ανέχεια, με την ανεργία και τους εξοντωτικούς φορομπηχτικούς και δασμολογικούς νόμους, την πολιτική και κοινωνική αποικιοκρατική καταπίεση με ανελεύθερους νόμους που θεσμοθετεί το αγγλικό καθεστώς και την ποδηγέτηση της ελληνικής παιδείας των Κυπρίων, που θα οδηγήσουν τελικά στο ξέσπασμα του κοινωνικού και εθνικού κινήματος γνωστού ως «τα οκτωβριανά» τον Οκτώβρη του ιδίου έτους, οι κύπριοι ψάχνουν στηρίγματα και εθνικά ερείσματα να αντέξουν και να αντισταθούν.
Οι διεθνείς νίκες και τα κατορθώματα ενός έλληνα παλληκαριού που θριαμβεύει την εποχή εκείνη στις ΗΠΑ και γίνεται γνωστός ανά το παγκόσμιο ως πρότυπο για την ελληνική λεβεντιά και παλληκαριά του, ο πρωτοπαλαιστής Τζιμ Λόντος και οι αρετές του αυτές αποτελούν και τα πρότυπα και κάποια από τα ερείσματα του κυπριακού λαού.
Οι νίκες και τα κατορθώματα του καταλάμβαναν ολόκληρα πρωτοσέλιδα στις λεμεσιανές εφημερίδες και αποτελεί πλέον ένα μεγάλο εθνικό ίνδαλμα. Έτσι που όταν τον Ιούνιο του 1937 μέσα στη σκοτεινή περίοδο της παλμερικής δικτατορίας, έρχεται για επίσκεψη στην Κύπρο, ο λαός της Λεμεσού τον υποδέχεται σχεδόν παραληρώντας από ενθουσιασμό και εθνική υπερηφάνεια.
Σύμφωνα με τον Χριστάκη Σαββίδη και πάλιν : « Κατά την επίσκεψη του Τζίμ Λόντου στη Λεμεσό το 1937 ολόκληρος ο λαός της Λεμεσού του επεφύλαξεν αποθεωτική υποδοχή. Τα σχολεία και τα καταστήματα έκλεισαν και όλοι συναθροίστηκαν στο τελωνείο και με επικεφαλής τη φιλαρμονική και τας Αρχάς της πόλης εν παρελάσει πορεύθηκαν στο Στάδιο Γ.Σ.Ο. όπου τον προσεφώνησεν ο δήμαρχος της πόλης.»
Για τον γυναικόκοσμο της Λεμεσού αποτελούσε μάλιστα επιπλέον και ίνδαλμα και πρότυπο του απόλυτου αρσενικού, ενώ τα ζαχαροπλαστεία της πόλης κατασκεύασαν τούρτες και πάστες δίδοντας τους το όνομα του που οι λεμεσιανές τις έκανα ανάρπαστες!
Αυτά λοιπόν και πολλά άλλα συνέβαιναν στη μικρή μας πόλη τότε που η πάλη δεν ήταν απλώς ένα άθλημα σαν όλα τα άλλα.

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟΥ


Ένα από τα σημαντικότερα κτήρια στην πόλη ήταν το "Θέ¬ατρο Χατζηπαύλου". Βρισκόταν στην οδό Αγίου Ανδρέου, πολύ κοντά στον ναό της Αγίας Τριάδος. Οικοδομήθηκε το 1913 από τους αδελφούς Χατζηπαύλου, μετά από προτροπές του Ελλαδίτη ηθοποιού Λεπενιώτη. Ήταν ο πρώτος θεατρικός χώρος, που σχεδιάστηκε από την αρχή ως θέατρο. Η διάρθρωση των όψεων δεν μαρτυρούσε την λειτουργία του εσωτερικού του χώρου. Εξωτερικά το κτήριο έδινε την εντύπωση ενός συνηθισμένου τριώροφου, με τα χαρακτηριστικά του μπαλκόνια και τις κορινθιακές παραστάδες. Στον τελευταίο όροφο, στον οποίο οδηγούσε μια εξωτερική πέτρινη σκάλα, βρισκόταν η κατοικία του Αντώνη Χατζηπαύλου και της συζύγου του Θεοδώρας (της επιλεγόμενης "αυτοκράτειρας"). Στο εσωτερικό του κτηρίου κυριαρχούσε η υπερυψωμένη σκηνή και από κάτω, όπως στα λυρικά θέατρα, η θέση της ορχήστρας. Εντύπωση προκαλούσαν ο εξώστης και το υπερώο, που διέθεταν και τ' απαραίτητα θεωρεία των "εκλεκτών".
Μια κορυφαία στιγμή στην ιστορία του θεάτρου ήταν το πέρασμα, στα 1927, του θιάσου της μεγάλης Μαρίκας Κοτοπούλη, που την συνόδευαν ο Αιμίλιος Βεάκης και ο ανεπανάληπτος Βασίλης Λογοθετίδης. Το οικοδόμημα λειτουργούσε παράλληλα και ως κινηματογράφος, προβάλλοντας ταινίες της Gaumont.
Στα χρόνια του Μεσοπολέμου το Θέατρο Χατζηπαύλου μετατράπηκε, χωρίς σοβαρές αλλοιώσεις, σε κοσμικό νυκτερινό κέντρο, το περίφημο "Μαξίμ", που άφησε εποχή.
Σήμερα, με την τάση αναβίωσης των παλαιών θεατρικών και κινηματογραφικών χώρων, η οικοδομή θα μπορούσε να γινόταν το επίκεντρο της πολιτιστικής κίνησης της πόλης. Δυστυχώς κατεδαφίστηκε το 1978. Το πολυώροφο κτήριο, που θα το αντικαθιστούσε, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Στην θέση του υπάρχουν κάποια καταστήματα και από πίσω προβάλλει το παραθαλάσσιο τείχος των πολυκατοικιών. Το Θέατρο Χατζηπαύλου, το θρυλικό "Μαξίμ", διεκδικεί τα σκήπτρα του πιο αδικοχαμένου κτηρίου στο ιστορικό κέντρο της πόλης.

Φωτογραφία: Πρόβα του θεατρικού έργου "0 δικηγόρος" του νομικού και λογοτέχνη Ευγενίου Ζήνωνος. Στο κέντρο της φωτογραφίας διακρίνεται ο συγγραφέας ανάμεσα στους ηθοποιούς στην σκηνή του Θεάτρου Χατζηπαύλου, το 1926.

Από το σημαντικό για την Ιστορία της Λεμεσού βιβλίο του αρχιτέκτονα και ιστορικού ερευνητή Τάσου Ανδρέου «Λεμεσός αναδρομή μνήμης»

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ


Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ο νεαρός συμπο¬λίτης μας, που κάθιδρος προσπαθεί να σταθμεύσει το αυτοκίνητο του στον χώρο σταθμεύσεως, κοντά στην Δημοτική Αγορά, ότι εκεί υπήρχε παλαιότερα το Γυμνάσιο της πόλης. Το 1906 η παλαιά "Ελληνική Σχολή", που μέχρι το 1896 στεγαζόταν σ' ένα κτήριο στον περίβολο της Αγίας Νάπας, αναγνωρίστηκε από την Κυβέρνηση της Ελλάδος ως πεντατάξιο ημιγυμνάσιο. Αργότερα, στην σχολική χρονιά 1915-16, προστέθηκε και η έκτη τάξη, έτσι το Γυμνάσιο Λεμεσού αναγνωρίσθηκε πλήρως ισοδύναμο με τα Γυμνάσια του Ελλαδικού χώρου. Η οικοδόμηση του Γυμνασίου ολοκληρώθηκε το 1900. Το κτήριο ήταν νεοκλασσικού ρυθμού (1), παρόμοιο με την προγενέστερη οικοδομή τικ, Α' Αστικής, που βρισκόταν στην ανατολική του πλευρά, η οποία κτίστη κ ι το 1898, με δωρεά του Χατζηλοϊζη Μιχαηλίδη, βάσει σχεδίων του νομομηχανικού Αττικής, Καλλία.
Την πρώτη χρονιά της λειτουργίας του, όπως αναφέρει ο Αριστόδημος Πηλαβάκης, οι μαθητές όλων των τά¬ξεων δεν ξεπερνούσαν τους ογδόντα. Σύντομα ο αριθμός τους αυξήθηκε και η έλλειψη χώρου ήταν εμφανής. Τότε αγοράσθηκε το μεγάλο οικόπεδο, που βρισκόταν στην βόρεια πλευρά του κτηρίου, ανηγέρθη μια αίθουσα διδασκαλίας, ενώ στην δυτική πλευρά προστέθηκε, στον όροφο, η "αίθουσα Ανδρέα Θεμιστο¬κλέους", όπου παραδίδονταν τα μαθήματα φυσικής και χημείας.
Το 1911 η Λεμεσός εορτάζει τα σαραντάχρονα της μεγάλης κοινωνικής προσφοράς του σχολάρχη Ανδρέα Θεμιστοκλέους (Βλέπε φωτογραφία από την εκδήλωση). Στην μεγάλη αίθουσα της λέσχης "Ενωσις", στις δέκα το πρωί της Κυριακής, οι προσκε¬κλημένοι καταλαμβάνουν τις θέσεις τους. Στις δεκάμισι ακριβώς φθάνει ο σχολάρχης, με τον αργυρό σταυρό του Σωτήρος στο στήθος, και γίνεται ενθουσιωδώς δεκτός. Πρώτος παίρνει τον λόγο, εκ μέρους των καθηγητών του (ημι)γυμνασίου, ο γαμπρός του σχολάρχη Αργυρός Δρουσιώτης, ο οποίος αναφέρεται εκτενώς στο έργο και στην προσωπικότητα του. Θ' ακολουθήσουν οι ομιλίες του Μητροπολίτη Μελέτιου, του δημάρχου Χρ. Σώζου, των Σπ. Αραούζου, Ιω. Κυριακίδη, Χρ. Χουρμούζιου, Ν. Κλ. Λανίτη, και του γυμνασιάρχη του Παγκυπρίου Μ. Βολονάκη. Αργότερα, στις δύο το μεσημέρι, ο εορτασμός συνεχίζεται στο γυμναστήριο των "Ολυμπίων", με τις παρελάσεις των Παγκυπριονικών και των μαθητών. Την τελετή, που έγινε στο Γυμνάσιο Λεμεσού, αποτύπωσε και απαθανάτισε με τον φακό του ο I. Π. Φώσκολο. Στην φωτογραφία διακρίνονται γύρω από τον σχολάρχη Ανδρέα Θεμιστοκλέους τα μέλη της σχολικής εφορίας (απουσιάζει ο Χρ. Σώζος και ο Σπ. Αραούζος), Γεω. Ευθύβουλος, ο Γεωργ. Παυλίδης, ο Ευρ. Πηλαβάκης, ο Αγαθοκλής Φραγκούδης, ο Παναγ. Σταυρινίδης, ο Μενέλαος Φραγκούδης, ο Ν. Κλ. Λανίτης, και οι καθηγητές, μεταξύ των οποίων διακρίνονται ο Αργυρός Δρουσιώτης και ο Χρίστος Οικονομίδης.
Πίσω τους προβάλλεται το θαυμάσιο νεοκλασσικό κτή¬ριο του Γυμνασίου Λεμεσού, στο οποίο γαλουχήθηκαν γενεές Λεμεσιανών. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 η ιστορική οικοδομή κατεδαφίστηκε από τον Δήμο Λεμεσού και στην θέση της υπάρχει σήμερα ο γνωστός χώρος στάθμευσης του "παντοπωλείου". Η κατεδάφιση του Γυμνασίου και της παρακείμενης Α' Αστικής, αποτελεί σίγουρα την μελανότερη σελίδα στην ιστορία του Δήμου της πόλης.

(1) Η ίδρυση κτηρίων νεοκλασσικού ρυθμού αποτελούσε τότε πράξη πολιτιστικής αντίδρασης και αντίστασης, αντίθετη με την πολιτική των Άγγλων, να κτίζουν κτήρια "αποικιακού ρυθμού", που τόνιζαν την κυριαρχία τους.

Η φωτογραφία: Ο εορτασμός της σαραντάχρονης προσφοράς του σχολάρχη Ανδρέα Δ. Θεμιστοκλέους, στο Ελληνικό Γυμνάσιο Λεμεσού. Ο σχολάρχης φωτογραφίζεται ανάμεσα σε καθηγητές και μέλη της σχολικής

Από το σημαντικό για την Ιστορία της Λεμεσού βιβλίο του αρχιτέκτονα και ιστορικού ερευνητή Τάσου Ανδρέου «Λεμεσός αναδρομή μνήμης»

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Η Λεμεσός αφετηρία της διακίνησης των καινούργιων ιδεών.

Στη «χρυσή δεκαετία» της Λεμεσού, αυτή του ’20, όπου παράλληλα με την μεγάλη οικονομική, κοινωνική και πολεοδομική της ανάπτυξη, ξεχωρίζει κυρίως η πνευματική της, μια μεγάλη φυσιογνωμία των γραμμάτων και της διανόησης ξεχωρίζει, αυτή του δικηγόρου και λογοτέχνη Γιάγκου Ηλιάδη.
Ο Γ. Ηλιάδης εξέχουσα φυσιογνωμία του κινήματος του δημοτικιστικού της Κύπρου που ξεκίνησε από τη Λεμεσό την δεκαετία του ’10 ηγείται ως ο θεωρητικός και της ομάδας εκείνης -που ξεκίνησε και πάλι από τη Λεμεσό- των διανοούμενων και αστών της πόλης μας για διάδοση των πρώτων σοσιαλιστικών ιδεών στο νησί. Μαζί του ο Πάνος Φασουλιώτης, ο λογοτέχνης Νίκος Νικολαίδης , ο Νίκος Γιαβόπουλος, ο Αντώνης Ιντιάνος, ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, ο Γιάννης Λεύκης, ο Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης, και πολλοί άλλοι.
Από την ομάδα αυτή ξεπετάγεται, δυναμικά και ρηξικέλευθα και η λογοτεχνική εκείνη ομάδα η επονομαζόμενη «Των Δώδεκα», που εκδίδει και το επαναστατικό για την εποχή του λογοτεχνικό περιοδικό «Αβγή» με πρωτεργάτες τους πιο πάνω και άλλους.
Θα μπορούσαμε να αναφερόμαστε για ώρες, χωρίς να εξαντλήσουμε το θέμα, τόσο στη «χρυσή» αυτή δεκαετία όσο και στους πρωτεργάτες της, στα έργα τους και ιδιαίτερα σε αυτά του Γιάγκου Ηλιάδη.
Αφορμή για να ξαναθυμηθούμε όλα αυτά είναι η είδηση που βρήκαμε δημοσιευμένη στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού στις 16 Απριλίου 1923 και αφορούσε μια διάλεξη του Γιάγκου Ηλιάδη.
Ο Γιάγκος Ηλιάδης (1895-1973) γεννήθηκε στην Πάφο αλλά έζησε και έδρασε σε όλη του τη ζωή στη Λεμεσό. Γόνος αστικής οικογένειας, ανιψιός μάλιστα από την μητέρα του Κλειώ, του μεγαλέμπορου και μεγαλοαστού της Λεμεσού Ν. Π. Λανίτη, από τα νεανικά του κιόλας χρόνια, σπουδάζοντας στη Αθήνα νομικά γαλουχήθηκε στις νέες τότε σοσιαλιστικές ιδέες μεταφέροντας τις έτσι και στη Λεμεσό ως ο κατ’ εξοχήν όπως είπαμε θεωρητικός του σοσιαλιστικού κινήματος της Κύπρου. Πρωτοστάτησε παράλληλα στη δημιουργία των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων πολλών εργατικών τάξεων θέτοντας έτσι και το σπέρμα της δημιουργίας, εδώ στη Λεμεσό και πάλιν, τόσο του συνδικαλιστικού κινήματος της Κύπρου όσο και του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου το 1926. Το δημοσίευμα που ακολουθεί δίνει μια ιδέα της συμβολής του Γιάγκου Ηλιάδη σε όσα σε μεγάλη συντομία αναφέραμε:
«Με πυκνόν πάντοτε ακροατήριον εξακολουθούν ανελλιπώς κατά Κυριακήν αι «Φιλολογικαί Διαλέξεις».Το βήμα κατείχε την περασμένην Κυριακήν ο νεαρός δικηγόρος κ. Γιάγκος Ηλιάδης ο οποίος ωμίλησε περί της «Κοινωνικής εξελίξεως της Τέχνης» υποστηρίξας την συζητουμένην θεωρίαν ότι γενικά η Τέχνη υφίσταται την επίδρασιν της αεννάου συγκρούσεως των κοινωνικών τάξεων και των οικονομικών όρων της ζωής. Υποστήριξε δηλ. ο ρήτωρ με πολλήν άλλως εμβρίθειαν και βαθυτάτην γνώσιν του θέματος την Μαρξικήν θεωρίαν, η οποία θέλει τους ποιητάς, τους συγγραφείς, τους ζωγράφους, τους ανθρώπους εν γένει του Πνεύματος ως ενσυνείδητα όργανα των ρευμάτων της εποχής των και ως δημιουργήματα της εκάστοτε τάσεως των συγκρουομένων αστικών, φεουδαρχικών, βιομηχανικών και εργατικών τάξεων.
Μετά την ανάπτυξιν του κυρίου θέματος ο Ομιλητής ανέλυσε το ποιητικόν έργον του Λάμπρου Πορφύρα και απήγγειλε μερικά των ποιημάτων του τρυφερού Ποιητού.
Την προσεχή Κυριακή θα ομιλήση ο κ. Ν. Κλ. Λανίτης «περί της επιδράσεως του αρχαίου πνεύματος επί των νεωτέρων θρησκευτικών αντιλήψεων, θρύλλων και παραδόσεων».

ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΓΚΟΙ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ *

*Εισήγηση του ερευνητή Λούκα Γρηγοριάδη που έγινε στην ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΛΕΜΕΣΟΣ-ΧΙΟΣ
Στα πλαίσια του Διασυνοριακού Προγράμματος INTERREG για ανάδειξη της Ναυτικής Παράδοσης της Χίου και της Κύπρου και διασύνδεση της με τον Τουρισμό στις 26 και 27 Ιουνίου 2008 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δήμου Λεμεσού.
Διοργανωτές ήταν ο Δήμος Λεμεσού και Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χίου το Παττίχειο Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο και Κέντρο Μελετών Δήμου Λεμεσού και με την επιστημονική συνεργασία του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου και του Πανεπιστημίου του Αιγαίου

-------------------------------------------------------------------------------------------------

«Την σκύλα, μάστρε Τάσο. Τον μακκαρά. Βίρα τον αρκάτη, το κουφοσμίλι, το ξυγυριστάρι, τον κινάτσο μάστρε Γιάννη, την στέλλα, την αλούπα, τον καταρράκτη». Η γλώσσα τους η μυστική. Λέξεις που κοινός θνητός δεν καταλαβαίνει.
«Ήμουν δώδεκα χρονών», μου έλεγε ο μάστρε Τάσος, όταν μπήκα το 1949 για να μάθω την τέχνη του καραβομαραγκού κοντά στον μάστρε Γιάννη Μοράρη τον Συμιακό με μισθό ένα σελίνι κάθε δεκαπέντε μέρες. Εκεί στο παλιό καρνάγιο απέναντι από τον κήπο της Λεμεσού με το καφενείο του Μερκή, που ξαπόσταζαν οι καραβομαραγκοί για λίγο πίνοντας τον καφέ τους. Μέχρι το 1968 που μετακόμισε το καρνάγιο στην σημερινή του θέση.
Την αγαπούσα πολύ την θάλασσα. Ο πατέρας μου ήταν ψαράς. Σαν με ρώτησε, τι ήθελα να γίνω απάντησα αμέσως: Καραβομαραγκός.
Ένα χρόνο έμεινα κοντά στον μάστρε Γιάννη. Θυμάμαι μερικές μέρες μετά που έπιασα δουλειά, μου ζήτησε να του φέρω τη σκύλλα. Τι είναι πάλι αυτό; είπα από μέσα μου. Μήπως κανένα σκυλί; Τελικά κάποιος άλλος από τα κοπέλλια του μου εξήγησε τι ήταν η σκύλλα: ένα περίεργο εργαλείο που βοηθούσε στο κάρφωμα των μαδεριών.
Τα μυστικά της τέχνης του, όπως και όλοι οι μάστορες, δεν τα φανέρωναν στους μαθητευόμενους. Φοβόντουσαν τον συναγωνισμό. Έπρεπε να βλέπεις και να μαθαίνεις μόνος σου παρατηρώντας κι αν είσαι καλός να προχωράς. Ο μόνος ξυλοναυπηγός που φανέρωνε μυστικά ήταν ο ξάδερφος του μάστρε Γιάννη ο Νίκος Μοράρης».
Κάπως έτσι ξεκίνησε η πορεία του Τάσου Σάββα του καραβομαραγκού, που η μοίρα τον έταξε να συνεχίσει την πανάρχαια τέχνη του ναυπηγού. Να συνεχίσει την παράδοση αιώνων που άρχισε με τους Κύπριους ναυπηγούς της αρχαιότητας.
«Όλες οι δουλειές μας στο χέρι γίνονταν, θυμάται, με χειροκίνητα εργαλεία. Κόψιμο, πριόνισμα, κάρφωμα, ροκάνισμα, τρίψιμο, βάψιμο. Φαντάσου ότι η κατασκευή μιας μαούνας μας έπαιρνε ενάμισι με δύο χρόνια. Τα ηλεκτρικά εργαλεία ήρθαν πολύ αργότερα.
Στον χρόνο φύγαμε και πήγαμε, μάστορας και μαθητευόμενοι, στην εταιρεία του Στέλιου Μιχαηλίδη, που είχε δικό του στόλο από μαούνες και βαποράκια και έκανε φορτοεκφορτώσεις. Στην νέα μας δουλειά διαφέντευε ο Κώστας Φυτός, ο αρχιπρωτομάστορας καραβομαραγκός, που μαθήτεψε στην Ελλάδα.
Άρχισα με βδομαδιάτικο μισθό έξι σελίνια, ένα σελίνι δηλαδή την ημέρα, διότι δουλεύαμε και το Σάββατο ολομερής. Και δώστου από τις έξι - εφτά το πρωί ως τις έξι - εφτά το βράδυ, να φτιάχνουμε και να επισκευάζουμε μαούνες και βαποράκια για τις εμπορομεταφορές του Στέλιου Μιχαηλίδη».
Όπως στα αρχαία τα χρόνια, μάστρε Τάσο. Πλεούμενα για το εμπόριο, που κουβαλούσαν οι Κέρκουροι, τα ξακουστά κυπριακά πλοία γεμάτα με τον χαλκό μας, την ξυλεία από τους κέδρους, τα αγγεία μας, το στάρι και το κρασί μας, το λάδι και το κριθάρι μας. Μέχρι την Φοινίκη, την Ασσυρία και την Αίγυπτο, την Αφρική, το Αιγαίο, ως την Μαύρη θάλασσα, στα πέρατα του αρχαίου κόσμου.
«Θυμάμαι σαν νά 'ταν χτες τους παλιούς καραβομαραγκούς, τον μάστρε Λούκα Μοράρη, τον μάστρε Βασίλη, τον μάστρε Νίκο και τους δάσκαλούς μου, τον μάστρε Γιάννη τον Συμιακό και τον μάστρε Κώστα Φυτό». «Μείναμε λίγοι τώρα πια», μου είπε με παράπονο, σχεδόν μονολογώντας ο μάστρε Τάσος. «Εκεί στο καρνάγιο σήμερα, εκτός από μένα, ο μάστρε Γρηγόρης, ο μάστρε Ηρακλής και οι δυο γιοι του κουνιάδου μου, του μακαριστού μάστρε Χαμπή, ο Κωστάκης και ο Μιχαλάκης, που με τα σαρανταδυό του χρόνια είναι ο νεότερος στο επάγγελμα. Άλλος πίσω του δεν υπάρχει».
Εκεί, στο καρνάγιο, δίπλα στο ακρογιάλι της θαλασσοφίλητης Λεμεσού μας, όπου τους έταξε η μοίρα να συνεχίσουν το πανάρχαιο επάγγελμα. Αυτοί, οι τελευταίοι που έμειναν. Εκεί, στο καρνάγιο. Μυρωδιά από ευκάλυπτο, κυπαρίσσι, τρεμιθιά, πεύκο. Ξύλο φρεσκοκομμένο, φρεσκοροκανισμένο, φρεσκομπογιατισμένο. Ανακατεμένο με αρμύρα και υγρασία της θάλασσας και με τις φωνές στην γλώσσα τους την μυστική. «Το ξιγυριστάρι μαστρε Χαμπή. Τον καταρράκτη Μιχαλάκη. Την σκύλλα, μάστρε Τάσο. Τον αρκάτη. Το κουφοσμίλι. Τον κινάτσο».
«Κάποιοι δοκίμαζαν κατά καιρούς να μάθουν την πανάρχαια τέχνη μας» συνεχίζει ο μάστρε Τάσος. Γρήγορα όμως τα παρατούσαν όλοι κι έφευγαν. Κανένας τους δεν έμεινε. Την βρήκαν δύσκολη τη δουλειά και απαιτητική. Θέλει μεράκι πολύ και αγάπη η τέχνη μας, θέληση, και ταλέντο να το κουβαλάς μέσα σου, από γεννησιμιού σου».
Έχεις δίκιο, μάστρε Τάσο. Πώς αλλιώς, χωρίς την αγάπη, το μεράκι και το ταλέντο θα σκέφτονταν να φτιάξουν οι πρόγονοι ναυπηγοί το περιβόητο κυπριακό πλοίο, τον Κέρκουρο; Και πως αλλιώς θα έφτανε η φήμη της τέχνης σας σε όλο τον αρχαίο κόσμο; Και θα ανάγκαζε την ξακουστή βασίλισσα Σεμιράμιδα να σας καλέσει μέχρι την Ασσυρία να τις φτιάξετε πλοία, λυόμενα κιόλας, για να διαβεί τον Ινδό ποταμό;
«Μετεπέμψατο δε Σεμίραμις και ναυπηγούς εκ τε Φοινίκης και Συρίας και Κύπρου και της άλλης της παραθαλαττίου χώρας, οις άφθονον ύλην μεταγαγούσα διεκελεύσατο κατασκευάζειν ποτάμια πλοία διαιρετά».(*)
«Μια παραμονή Χριστουγέννων, θυμάμαι, με βρήκε μέσα στην θάλασσα, απέναντι από την παλιά ΕΤΚΟ. Εννιά η ώρα το βράδυ ήμουν ακόμη χωσμένος μέχρι την μέση στο παγωμένο χειμωνιάτικο νερό. Μερικές μέρες πριν ο άγριος Όστριας, λυσσομανώντας, έκοψε τις άγκυρες των μαούνων μας και τις πέταξε στη στεριά. Κι έπρεπε να τις επισκευάσουμε και να τις ξαναβάλουμε στο νερό γιατί μετά την Γιορτή έπρεπε να φορτωθούν πάλι με εμπορεύματα. Έδενα λοιπόν τις μαούνες και έπαιρνα το σκοινί μέσα στο νερό μέχρι τα βαποράκια, που περίμεναν στ΄ ανοιχτά να τις τραβήξουν πάλι μέσα στην θάλασσα.
Μ' έψαχνε η γυναίκα μου κι ανησύχησε, ώσπου κάποιοι της είπαν που ήμουν και έτρεξε μ' αγωνία να με βρει. Γι' αυτή την υπερωρία πληρώθηκα πέντε σελίνια».
Μας χτύπησε το φάιπερ γκλάς», λέει με παράπονο ο μάστρε Τάσος, «τα έτοιμα, βιομηχανοποιημένα σκάφη. Είναι πιο γρήγορα βλέπεις και πιο φτηνά. Η αγορά ανύπαρκτη. Μονάχα δυο οικογένειες, Κύπριοι ευπατρίδες, επιμένουν ακόμα με πάθος για τα ξύλινα σκάφη. Το κράτος μας ξέχασε εντελώς. Όλοι μας ξέχασαν εκεί στο καρνάγιο».
Δυστυχώς μάστρε Τάσο. Ξέχασαν ότι εσείς κάνατε κάποτε την αρχαία Κύπρο θαλασσοκράτειρα, μέχρι και αποικίες εκτός Κύπρου βοηθήσατε με τα πλοία μας, τους Κέρκουρους, να ιδρύσουμε. Ξέχασαν ότι εσείς φτιάξατε τον στόλο που στείλαμε στον Μεγαλέξαντρο για να πάρει την Τύρο (**) όπως και κείνα τα πλοία για να κουρσέψει ο βασιλιάς μας ο Πέτρος Λουζινιανός την Αλεξάνδρεια και τη Μικρασία. Ξέχασαν πως η φήμη της ναυπηγικής σας τέχνης έφτασε στα πέρατα του κόσμου. Ακόμα, ξέχασαν ότι στην σύγχρονη εποχή, από την αρχή της Αγγλοκρατίας κι έπειτα, με τους στόλους από καΐκια, μαούνες και βαποράκια, που φτιάξατε για να στέλλουμε στις γειτονικές χώρες τα κρασιά και τα χαρούπια μας, κάνατε την Λεμεσό μας πρωτοπόρα σε όλους τους τομείς, στο εμπόριο και την οικονομία στις τέχνες και τον πολιτισμό, Φλωρεντία της κυπριακής Αναγέννησης.
Ελπίζω μάστρε Τάσο απόψε, εδώ, κάτι ν' αλλάξει για σας τους τελευταίους που επιμένετε εκεί στο καρνάγιο να συνεχίζετε για πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια την πανάρχαια τέχνη του. Ελπίζω κάτι να αλλάξει. Προτού σιγήσουν τελειωτικά οι φωνές στην γλώσσα σας την μυστική.
«Την σκύλλα μάστρε Τάσο. Μάστρε Χαμπή το ξυγιριστάρι. Μιχαλάκη τον αρκάτη. Τράβα γερά την αλούπα μαστρε Ηρακλή. Την στέλλα Κωστάκη. Τον καταρράκτη, μάστρε Λούκα, τον μακκαρά, τον αρκάτη, τον κινάτσο».
Υποσημειώσεις:
• *Χατζηιωάννου Κυριάκος: Η Αρχαία Κύπρος εις τας Ελληνικάς Πηγάς, τόμος Α΄, Λευκωσία 1971, σελ. 2. Διόδωρος Σικελιώτης, στο: Bekker I. εκδ., στο: Teubner (= Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana), τόμοι I-III, Leipzig1853 και Oldfather C. H. and Geer Russel M., εκδ., στο LCL (= The Loeb Classical Library), τόμοι I-XII, London (χωρίς χρονολογία έκδοσης)
• **στο ίδιο μέρος, σελ. 200. Αρριανός. Ανάβασις Αλεξάνδρου, στο: Roos A. G., εκδ. στο:Teubner (= Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana) Leipzig 1907
Συνεντεύξεις:
Προσωπική συνέντευξη από τον Λεμεσιανό καραβομαραγκό Τάσο Σάββα στις 20 Ιουνίου 2008
Βιβλιογραφία
1. Χατζηιωάννου Κυριάκος: Η Αρχαία Κύπρος εις τας Ελληνικάς Πηγάς, τόμος Α΄, Λευκωσία 1971.
2. Χριστοφίδης Κωνσταντίνος. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Β, φυλλάδιον 64.



Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Οι πρώτες σοβαρές διακοινοτικές ταραχές στην Κύπρο ανήμερα του Κατακλυσμού του 1912

  Η γιορτή του Κατακλυσμού στην μεγάλη αποβάθρα της Λεμεσού
Ανάμεσα στις πολλές και περιφανείς πρωτιές που κατέχει η Λεμεσός μέσα από την ιστορία του τόπου είναι και κάποιες θλιβερές. Μια από αυτές είναι ότι η Λεμεσός είναι η πόλη της Κύπρου όπου σημειώθηκαν οι πρώτες ουσιαστικά σοβαρές ταραχές ανάμεσα στα δύο μεγάλα σύνοικα στοιχεία του τόπου μας, ελλήνων και τούρκων μετά την Αγγλοκρατία το 1878.
Στις 14 (27 με το νεο ημερολόγιο) Μαΐου του 1912 σημειώθηκαν στη Λεμεσό οι πρώτες μετά την τουρκοκρατία σοβαρές διακοινοτικές ταραχές ανάμεσα σε τούρκους και έλληνες με πολλούς νεκρούς και τραυματίες και στις δυό πλευρές. Τα ακριβή αίτια που προκάλεσαν τα γεγονότα παραμένουν ασαφή και σκοτεινά, με έντονες τις υποψίες ότι ο πάντα ύποπτος ( γνωστός ως… «διαίρει και βασίλευε») ρόλος των άγγλων στην ιστορία και τη μοίρα αυτού του νησιού δεν ήταν ούτε και σ αυτά τα γεγονότα ασήμαντος. Παρά δε το γεγονός ότι οι άγγλοι αφέντες του νησιού την εποχή εκείνη διόρισαν ανακριτική επιτρο¬πή αποτελούμενη από τον διοικητή Λεμεσού W. Bolton καί τους δικαστές Στ. Σταυρινάκη καί Σαμή Εφ. Γιορκαντζήπαση, ουδέποτε έγινε γνωστό το πόρισμα της. Ίσως όχι τυχαία…
Ας πάρουμε λοιπόν τα πράματα από την αρχή και ας τα δούμε μέσα από το σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Αλήθεια» της Λεμεσού ημερομηνίας 18 (31 με το νέο ημερολόγιο) Μαΐου 1912 :
«Το ήσυχο πανηγύρι του Κατακλυσμού κατέληξε φευ! το απόγευμα της Δευτέρας εις αιματηράν τραγωδίαν, ήτις παρ' ολίγον να είχε τρομακτικά καθαυτό αποτελέσματα, μεταβαλλόμενων των συμπλοκών εις μίαν αγρίαν φυλετικήν σύρραξιν εξοντώσεως των δύο συνοίκων φυλών.
Το αίμα έβαψεν άφθονον το ειρηνικόν έδαφος, οπού διεξήγετο η φαιδρότερα των Πανηγύρεων, και πωληταί και αγορασταί, ανήκοντες εις τας δύο εθνότητας και ζώντες μέχρι της στιγμής εκείνης εν σχετική αρμονία, μετεβλήθησαν εντός ολίγων λεπτών εις αγρίους αντιπάλους, ζητούντας να σφάξουν αλλήλους. Τα φυλετικά ένστικτα επρόβαλαν αμέσως εν όλη τη αγρία μεγαλοπρεπεία των και η λαϊκή ψυχή ορμητική εις τα αισθήματα της, συνεταράχθη βαθύτατα εξεγερθέντος του θρησκευτικού και φυλε¬τικού μίσους το οποίον εκληρονόμησεν από τόσας γενεάς.
Εις τούτο συνέτεινε πάντως και η κατάστασις των πνευμάτων, τα όποια ευρίσκοντο εν εξάψει εκατέρωθεν συνεπεία των τελευταίων πολιτικών γεγονότων και της υπό των Τούρκων επιθέσεως κατά των μαθητών του εν Λευκωσία Γυμνασίου.Η πρώτη συμπλοκή συνέβη εις Τζαμούδαν περί την 4ην μ.μ. η αφορμή δ' εδόθη υπό ομίλου Τούρκων οίτινες τρις διήλθον εφ' αμάξης δια της Τζιαμούδας, επιδεικτικώς προκαλούντες και πειράζοντες τους ημετέρους. Την τρίτην μάλιστα φοράν, κατά πληροφορίας ακριβείς, οι Τούρκοι κατήλθον της αμάξης και εισήλθον εις το Ελληνικόν καφενείον της Τζαμούδας εξηρεθισμένοι ιδίως εκ της θέας της Ελληνικής σημαίας δι ης εκοσμείτο το καφενείον. Εισελθόντες ήλθον εις λόγους προς τινας εν αύτω εκ των ημετέρων, μετ' ου πολύ δε ήλθον και εις χείρας και επλήγωσαν δύο εις τον ώμον, ενώ εδέχοντο και αυτοί κτυπήματα καρεκλών και ξύλων από τους αόπλους οίτινες αμέριμνοι εκάθηντο ησύχως εντός του καφενείου.Μετά το κατόρθωμα τούτο οι Τούρκοι ταραξίαι ετράπησαν εις φυγήν, ενώ οι δικοί μας κατεδίωκον αυτούς,και εκάλουν συγχρόνως εις βοήθειαν και άλλους. Η συνοι¬κία έγεινεν, ως είκός, ανάστατος αμέσως και εις τους ήχους του κρουομένου μετ' ου πολύ κώδωνος προσέτρεξαν εκατοντάδες ανθρώπων, οι οποίοι εξηρεθισμένοι πλέον εζήτουν μεγαλοφώνως να τραπούν προς την Τουρκικήν συνοικίαν. Τούτο πράγματι και εγένετο,μάτην προσπαθούντος του διευθυντού της Αστυνομίας να εμπόδιση το κίνημα. Οι Τζαμουδιώτες εξαγριωμένοι διηυθήνθησαν προς την παρά τον ποταμόν Τουρκικήν συνοικίαν, οπόθεν τέλος δια των συμβουλών τινών εγκρίτων πολιτών επέστρεψαν εν σώματι προς την πόλιν, ήτις ήτο ήδη ανάστατος από εξωγκωμένας ειδήσεις. Η έξαψις ήτο τοιαύτη, ώστε δυ¬στυχώς το κακόν δεν ήτο ανθρω¬πίνως δυνατόν να προληφθεί. Οι εκ της Τζαμούδας εισελθόντες εν σώματι εις την πόλιν συνηντήθησαν προς τινάς Οθωμανούς παρά την οδόν Βικτωρίας και η σύρραξις αγρία και γενική πλέον επήλθε μοιραίως. Ο σπινθήρ μετεδόθη εις όλην την πόλιν και ιδίως εις τον δρόμον τον φέροντα προς το Διοικητήριον, όπου ήτο το μέγα πλήθος των πανηγυριστών. Τι ηπηκολούθησεν δεν είνε βεβαίως εύκολον να περιγραφή. Αλλ' η φήμη περί συγκρούσεως εις την Τζαμούδαν μετέδωκε κατ' αρχάς τον πανικόν εις τον γυναικείον και παιδικόν κόσμον, όστις ηρξατο φεύγων με
θόρυβον και φωνάς και τρεχάματα. ΄Επειτα η συμπλοκή εγενίκευθη ταχύτατα και το πανηγύρι μετε¬τράπη εις λυσσαλέον πόλεμον, εις τον οποίον κάθε Έλλην εκτύπα αδιακρίτως κάθε Τούρκονκαι ο Τούρκος κάθε ΄Ελληνα.Κάμαι εξήστραψαν, ρόπαλα ανυψούντο και κατέπιπτον και όλα εκεί κάτω, τραπέζια, καρέκλαι, έπιπλα μετεβλήθησαν εις τόσα όργανα φονικά.
Την στιγμήν εκείνην πάντες οι άνδρες της Αστυνομίας εξήλθαν ένοπλοι του Καταστήματος της Αστυνομίας με την λόγχην εφ όπλου τούτο δ'επέτεινεν την ταραχήν και την σύγχισιν και εγένετο αφορμή να συμβούν τα περισσότερα δυστυχήματα, διότι οι διευθύνοντες την αστυνομικήν δύναμιν χωρίς λόγον ισχυρόν και χωρίς να αναμετρήσουν τας συνεπείας, έδωκαν διαταγήν εις τους ζαπτιέδες εξ ών οι πλείστοι σημειωτέον ότι ήσαν Τούρκοι, να μεταχειρισθούν τάς λόγχας των και να πυροβολήσουν μάλιστα κατά του πλήθους. Λέγουν δ' άνευ λόγου καθαυτό, διότι την στιγμήν εκείνην εις την πλατείαν του Διοικητηρίου και τα πέριξ δεν υπήρχον παρά μόνον Έλληνες, διότι οι ολίγοι Τούρκοι είχον απωθηθή εντός των καφενείων των, ενώ άλλοι είχον καταφύγει εντός αυτής της Αστυνομίας. Δεν υ¬πήρχε λοιπόν λόγος να διαταχθή πυρ κατά του κόσμου ο οποίος επί τέλους ούτε ένοπλος ήτο, άλλ' ούτε κατά της εξουσίας εστρέφετο. Δεν ευρίσκομεν δια τούτο λόγους να εκφράσομεν την αγανάκτησιν και την αποδοκιμασίαν ημών κατά του απάνθρωπου μέτρου και απορούμεν πώς εδόθη τοιαύτη εξουσία εις κατώτερα φανατικά όργανα,τα οποία επυροβόλουν από των παραθύρων της Αστυνομίας κατ' αυτής της μάζης του κόσμου και χωρίς να αποβλέπωσιν εις συμπλεκομένους ή μη άλλ' αδιακρί¬τως κατά παντός όστις έτυχε να ευρεθή εις την πανήγυριν του Κατακλυσμού.
Υπό τοιούτους ορούς και με τοιαύτην αντίληψιν της εκπληρώσεως των αστυνομικών
καθηκόντων, άπορον δεν είνε πώς είχομεν τόσα θύματα και δη τόσας θανατη¬φόρους πληγάς. Αι αστυνομικαί σφαίραι εσύριζον προς πάσας τας διευθύνσεις, δυστυχώς δε ουχί πάντοτε εις μόνον τον αέρα. Πολλοί υπήρξαν οι οποίοι επληγώθησαν από σφαίρας —πάντες αυτοί ΄Ελλη¬νες κατά παράδοξον αληθινά σύμπτωσιν — δύο δε και εβλήθησαν κατάστηθα και κατέπεσαν δια να μην εγερθώσιν αλοίμονον ποτέ, το εκ Πάχνας παλικκάριν και και ο ατυχής μαθητής του Γυμνασίου Θουκιδίδης Λαμπής ο οποίος εδέχθη την δολοφόνον σφαίραν ριφθείσαν από του παραθύρου της Αστυνομίας ενώ είχεν καταφύγει δια να σωθή εις γειτονικόν εκεί φούρνον.
Ούτω η ατυχής ανάμιξις της Αστυνομίας επεδείνωσεν την κατάστασιν και αν επέφερεν εν τέλει την λήξιν της συμπλοκής, κατώρθωσε τούτο με θυσίαν πολυτίμου και αθώου αίματος, το οποίον πάντως άνευ αυτής δεν θα εχύνετο με τοσαύτην φευ! άφθονίαν.
Αι συμπλοκαί παύουσιν κατ' αυτόν τον τρόπον εδώ, δια να ανανεωθώσι μετ' ολίγον αλλού, κατέπαυσαν τέλος ολοσχερώς κατά την εσπέραν, οπότε οι Τούρκοι είχον συγκεντρωθή απαξάπαντες υπό την προστασίαν της Αστυνομίας εις διάφορα κέντρα, από τα όποια αργότερα μετεφέρθησαν τη συνοδεία ζαπτιέδων εις τα σπίτια των. Ταυτοχρόνως σχεδόν κατέφθανεν από τα Πολεμίδια και ο Λόχος του αγγλικού στρατού, κληθείς εσπευσμένως προς φύλαξιν της πόλεως. Ο στρατός δυνάμει διατάγματος του Μ.Αρμοστού καταλαβών την πόλιν, διεμοιράσθη εις διάφορα κέντρα, οπόθεν ένοπλος φυλάττει την τάξιν. Αλλ' η τάξις βραδύτατα επανέρχεται, διότι ο κόσμος διατελεί εν αναστατώσει αληθινή, την οποίαν δυστυχώς υποθάλπουσι ποικίλας ψευδείς και γελοίαι διαδόσεις.
ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ
Και τώρα ο θλιβερός απολογισμός της ατυχέστατης συρράξεως. Κατά τας πληροφορίας του κυβερνητικού ιατρού 46 τραυματίαι Έλληνες και Τούρκοι διήλθον δια τού Δημοτικού Νοσοκομείου. Εκ τούτων τινές φέρουσιν πληγάς εκ των αστυνομικών όπλων, άλλοι από ρεβόλβερ, και οι περισσότεροι από άλλα αμβλέα όργανα. Είς είνε σοβαρώτερον πληγωμένος και ενδέχεται να αποθάνη. Αλλ’ εις τούτους δέον να προστεθή και εικοσάς τουλάχιστον άλλων τραυματιών, οίτινες νοσηλεύονται εις ιδιωτικά οικήματα και κλινικάς ώστε ο ολικός αριθμός των τραυματιών πρέπει να υπολογισθεί εις 60—70.
 Ο αθλητής
 και πανελληνιονίκης
 Κώστας Γεωργίου
Μεταξύ των βαρέως πληγωμένων συγκαταλέγεται επίσης, δυστυχώς, και ο γνωστός αθλητής και πανελληνιονίκης Κώστας Γεωργίου, όστις εδέχθη τραύμα σοβαρώτατον εις το άνω μέρος του μηρού δια μαχαίρας, ήτις του απέκοψε την αρτηρίαν. Το τραύμα κατηνέχθη ύπο Τούρκου, τον οποίον το ωραίον παλληκάρι έκρατει χαμαί ύπο τους πόδας του. Η κατάστασις του συμπαθέστατου νέου, εμπνέει δυστυχώς ακόμη μεγάλας ανησυχίας. (Σημ. Θα υποκύψει από σηψαιμία λίγες μέρες μετά.)
Ως προς τους νεκρούς ο αριθμός αυτών περιορισθείς κατ' αρχάς εις τρείς ανήλθε δυστυχώς την επαύριον εις πέντε, εξ ων τρείς Έλληνες καί δύο Οθωμανοί, δύο εκ των βαρέως πληγωμένων θανόντων την νύκτα. Οι φονευθέντες εκ των ιδικών μας ( είνε ο Κωστής Τίκκης ράπτης, ο εκ Πάχνας χωρικός και ο πολύκλαυστος μαθητής Θουκυδίδης Λαμπής ο οποίος δεν ηδυνήθη να επιζήσει εις το διαμπερές τραύμα της αστυνομικής σφαίρας, ήτις του διετρύπησε το ήπαρ. Επίσης υπό σφαίρας των αστυνομικών όπλων απέθανε και ο Παχνιώτης χωρικός, ενώ οΤίκκης έπεσε κατά την συμπλοκή υπό καιρίου τραύματος δια μαχαίρα το οποίον του κατήνεγκεν εκ των όπισθεν κάποιος άγνωστος Τούρκος.»
Μέσα λοιπόν από τις γραμμές της εξιστόρησης αυτής των γεγονότων προβάλλει συγκεκαλυμμένος αλλά διάφανος ο ρόλος των Άγγλων. Ρόλος για το οποίον ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου ( και αργότερα διατελέσας Οικουμενικός Πατριάρχης, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μελέτιος Μεταξάκης, διαμαρτυρήθηκε έντονα στον άγγλο διοικητή χαρακτηρίζοντας «δολοφονική» την επίθεση της Αστυνομίας. Διαμαρτυρία την οποίαν ασφαλώς οι Άγγλοι έγραψαν εις τα παλαιότερα των υποδημάτων τους!
Στήν πάνδημη κηδεία του παλληκαριού αθλητή Κώστα Γεωργίου , στην οποία χοροστάτησε ο Μεταξάκης εξεφώνησαν επικήδειους οι Ν. Κλ. Λανίτης, Χριστόδουλος Χουρμούζιος, Αριστόδημος Πηλαβάκης και Μενέλαος Δ. Φραγκούδης. Από τον ωραίο επικήδειο του Μ. Φραγκούδη παραθέτουμε το ακόλουθο συγκινητικό απόσπασμα: «Κοίταξε ειρωνεία! Το μαχαίρι δεν τον πέτυχε κατάστηθα, δεν τούκοψε με μιας παλληκαρίσια της ζωής το νήμα. Τον βρήκε στο πόδι, στο πόδι το γρήγορο, το δυνατό πού τον έφερε θριαμβευτή στο δρόμο της ζωής του. Τον έριξε σ’ ένα κρεβάτι πόνου με μια ασήμαντη ελπίδα να ζήσει μια πανάθλια ζωή, σακάτης για πάντα. Ειρωνεία! Ο Κώστας ο φτεροπόδαρος με δεκανίκια! Αλλ’ όχι, ή Μοίρα δεν θέλησε σπλαχνικά να τον ποτίσει καί το ύστερο αυτό φαρμάκι».
Ο Κώστας Πιλάβάκης γράφει στο βιβλίο του «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς»:
«Η ψυχρότητα ανάμεσα στις δύο φυλές κράτησε για ένα χρόνο περίπου. Ελάχιστοι Τούρκοι παρουσιάσθηκαν τον επόμενο χρόνο στη γιορτή του Κατακλυσμού. Οι συναλλαγές όμως γρήγορα επανελήφθησαν και η επικοινωνία των δυο συνοίκων στοιχείων δεν άργησε να γίνει στενή όπως και πριν από τις ταραχές. Σ' αυτό συνετέλεσε και η στάση του Μητροπολίτου Μεταξάκη που εξέδωσε εγκύκλιο «δι' ειρήνευσιν προς τους Μωαμεθανούς συμπολίτας η μάλλον συνδούλους ημών έχοντας τόσα κοινά συμφέροντα κοινωνικά, πολιτικά και προσωπικών σχέσεων».
Για λίγα όμως μόνο χρόνια . Για να ακολουθήσουν κι άλλες διακοινοτικές ταραχές κι άλλες κι άλλες… Με τους Άγγλους να παίζουν πάντα τον αφανή αλλά και αδιαφανή και πρωτεύοντα ρόλο τους στα γεγονότα.

 Η εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού
στην πρωτοσέλιδη είδηση
της για τα γεγονότα του 1912.

Το Κυπριακό έθιμο του Κατακλυσμού και η Κύπριδα Θεά Αφροδίτη

Η φιλόλογος και ερευνήτρια Άννα Νεοφύτου σε συνέντευξη της πρός το Κορνήλιο Χατζηκώστα της Κυπριακής εφημερίδας “Η Σημερινή”, ξεναγεί τον αναγνώστη στα νάματα της Κυπριακής λαϊκής παράδοσης τόσο για τη γιορτή του Κατακλυσμού όσο και του Ψυχοσάββατου και της Κυριακής της Πεντηκοστής, οι οποίες γιορτές έλκουν επίσης τις ρίζες τους από την αρχαία Ελληνική παράδοση και είναι σχετικές μεταξύ τους..

Το έθιμο του Κατακλυσμού πηγάζει από τη λατρεία της Κύπριδας Θεάς Αφροδίτης και του Άδωνη που γιόρταζαν οι αρχαίοι Κύπριοι στην Πάφο, και την Αμαθούντα, όπου υπήρχαν βωμοί της Αφροδίτης και του Άδωνη.
H Αφροδίτη της Κύπρου, μαρμάρινο άγαλμα που χρονολογείται γύρω στον 1ο αιώνα π.Χ., και αναπαριστά την Θεά Αφροδίτη γυμνή. Το άγαλμα αυτό γνωστό και ως η Αφροδίτη των Σόλων, βρέθηκε στην ομώνυμη αρχαιολογική περιοχή των Σόλων της Κύπρου [από το 1974 βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή], κατά την διάρκεια καλλιέργειας ιδιωτικής γης. Το άγαλμα βρέθηκε χωρίς χέρια μέχρι τους ώμους, και τα κάτω μέρη των ποδιών από τα γόνατα και κάτω. Ο κατασκευαστής του είναι άγνωστος, σήμερα βρίσκεται και κοσμεί το Κυπριακό Μουσείο στη Λευκωσία, και θεωρείται σήμα κατατεθέν της Κύπρου.
Πώς έχει καθιερωθεί η γιορτή του Κατακλυσμού στην Κύπρο? Η Ορθοδοξία βιώνει σήμερα την τριλογία της Πεντηκοστής με πολλή κατάνυξη και συγκίνηση. Το Ψυχοσάββατο, την Κυριακή της Πεντηκοστής ή όπως την αποκαλεί ο λαός μας “του Γονατιστού” και τέλος τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος ή του Κατακλυσμού.
Σύμφωνα με τη Χριστιανική παράδοση, όταν ο Χριστός θανατώθηκε πάνω στο Σταυρό κατήλθε μέχρις Άδου ταμείων, για να φέρει το λυτρωτικό Του μήνυμα και στους νεκρούς του άχαρου και σκοτεινού κάτω κόσμου. Λυπήθηκε τον φυλακισμένο άνθρωπο και με την Ανάσταση του απελευθέρωσε τις ψυχές από τον αραχνιασμένο κι αγέλαστο κόσμο της φθοράς, επιτρέποντας τους να κινούνται στον πάνω κόσμο, ανάμεσα στους ζωντανούς, στα ηλιόχαρα πλάσματα του Θεού. Για πενήντα μέρες είναι ελεύθερες οι ψυχές, την πεντηκοστή όμως μέρα από την Ανάσταση του Χριστού οι ψυχές ξαναγυρίζουν στη φυλακή τους, στον μαύρο και σκοτεινό κόσμο των νεκρών.
Οι αντιλήψεις αυτές μας συνδέουν με τον κόσμο του Ομήρου, στη συγκλονιστική ραψωδία Λ, όπου ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη για να βρει το δρόμο του γυρισμού στην πατρίδα. Συγκλονισμένος συναντά τη μητέρα του, που πέθανε μέσα στα χρόνια της ατέλειωτης αναμονής του γιου της, και ακούει τα λόγια της: “Γύρεψε, παιδί μου, όσο πιο γρήγορα μπορείς το φως του ήλιου, ξαναγύρνα στον κόσμο των ζώντων…”. Κι ο Αχιλλέας ομολογεί “καλύτερα δούλος και να βλέπω το φως του ήλιου, παρά Βασιλιάς των νεκρών στον Άδη”. Αυτή η αγάπη για τη ζωή και το φως διαπερνά ολόκληρη την αρχαία Ελληνική σκέψη.
Και επηρεάζει και το Χριστιανισμό? Ακόμα και μετά το μπόλιασμα των ανθρώπων με το Χριστιανισμό, ο Ελληνικός κόσμος έμεινε πιστός στις αρχαίες αυτές Ελληνικές αντιλήψεις, ριζωμένες τόσο στο δημοτικό τραγούδι όσο και στη Χριστιανική Ορθόδοξη τελετουργία σε όλον τον Ορθόδοξο κόσμο. Ο αποχωρισμός γεμίζει την ψυχή με μια γλυκιά λύπη. Τα αποχαιρετιστήρια δείπνα με τα κόλλυβα ετοιμάζονται από την Παρασκευή για τις ψυχές των νεκρών τους. Οι εκκλησίες παλιά γέμιζαν με πιάτα από κόλλυβα, με ένα κερί αναμμένο, που θα ευλογούσε ο ιερέας.
Την Κυριακή της Πεντηκοστής, “του Γονατιστού” όπως τη λέμε, οι ιερείς γονυκλινείς αναπέμπουν δεήσεις για τις ψυχές των νεκρών προς τον Πατέρα και τον Υιόν, διά του Αγίου Πνεύματος, να οδηγηθούν οι ψυχές στο φως της αλήθειας, της μετάνοιας, της σωτηρίας. Όλοι, ιερείς και εκκλησίασμα, πέφτουν στα γόνατα, προσεύχονται για τους δικούς τους νεκρούς να πορευτούν στο δρόμο τον κατηφορικό προς τον σκοτεινό κόσμο, έχοντας οδηγό το Άγιο Πνεύμα, που φωτίζει και αγιάζει όλους και όλα. Τα κεριά που ανάβονται στην εκκλησία είναι το σύμβολο του Αγίου Πνεύματος, στο οποίο επαφίεται η ασφαλής πορεία του ανθρώπου. Η τελευταία μέρα της τριλογίας είναι η γιορτή του Αγίου Πνεύματος, η Σύναξη του Αγίου Πνεύματος, η οποία ονομάζεται Κατακλυσμός.
Σε όλην την Κύπρο υπάρχει η συνήθεια να κατακλύζονται, ιδιαίτερα οι νέοι και οι νέες, να εκτοξεύουν νερό ο ένας στον άλλο να φύγει κάθε κακό από κοντά τους, όπως στην Ορά της επαρχίας Λάρνακας: “Τα κοπέλια, οι κοπέλλες εγεμώνναν τες σύκλες νερόν, έλουννεν ο ένας τον άλλον. Να κατακλυστούσιν να πάει το πάσα κακόν. Εκάμναμεν πιτσικλήστρες με τα καννιά [καλάμια]“.
Ποιος είναι ο συμβολισμός της ταύτισης της γιορτής του Κατακλυσμού με τη γιορτή του Αγίου Πνεύματος? Στις παράλιες πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, οι κάτοικοι ξεχύνονταν στις ακρογιαλιές παίζοντας, βουτώντας στη θάλασσα ή ρίχνοντας θαλασσινό νερό, που καθαρίζει τους ρύπους, σωματικούς και ψυχικούς. Σε πολλές περιοχές οι κάτοικοι επιβιβάζονταν σε βάρκες και ανοίγονταν στο πέλαγος με τη συνοδεία βιολιών και τραγουδιών [για παράδειγμα στο χωριό Ξυλοφάγου]. Αλλού περνούσαν τη μέρα στο ακροθαλάσσι και ύστερα επέστρεφαν στην κοντινή κωμόπολη μέσα σε ατμόσφαιρα πανηγυριού, για να καθίσουν στα καφενεία, να διασκεδάσουν με φαγητό, ποτό, χορό και τραγούδι.
Αμαθούντα (Παλιά Λεμεσός)
Το έθιμο του Κατακλυσμού θεωρείται στη ρίζα του ειδωλολατρικό, δηλαδή πηγάζει από τη λατρεία της Θεάς Αφροδίτης και του Άδωνη που γιόρταζαν οι αρχαίοι Κύπριοι στην Πάφο, την Αμαθούντα(Παλιά Λεμεσο΄) και όπου υπήρχαν βωμοί της Αφροδίτης και του Άδωνη. Προσκυνητές κατέβαιναν από τα διάφορα χωριά της περιοχής. Τη λατρεία της θεάς συνόδευαν λουτρά καθαρμού και αθλητικοί αγώνες, τραγούδια και χοροί, ποιητικοί και μουσικοί αγώνες. Κρίνοντας από το περιεχόμενο των τελετών του Κατακλυσμού σήμερα διαπιστώνουμε την ομοιότητα με τις εκδηλώσεις της αρχαίας λατρείας της Αφροδίτης και του Άδωνη. Ο καθαρμός διά του ζώντος ύδατος σήμερα, το φως του Αγίου Πνεύματος που κατακλύζει την ψυχή του ανθρώπου.
Οι καθιερωμένες γιορτές του Κατακλυσμού στις διάφορες πόλεις της Κύπρου πόσο χρονολογούνται? Παρόμοιες οι τελετές στις άλλες πόλεις, στη Λάρνακα, τη Λεμεσό, την Πάφο, τη Λάμπουσα στον Καραβά, στην Αμμόχωστο [στην περιοχή Γλώσσα], την Κώμα του Γιαλού, στην Πεντάγυια, στην περιοχή Μόρφου. Από τις γύρω κοινότητες συνέρρεαν πλήθος άνθρωποι, που έρχονταν για να θαυμάσουν τους αθλητές, να θαυμάσουν τα ινδάλματά τους, που στήριζαν τη νίκη τους στην προσωπική τους αξία, την εντατική προετοιμασία, την αγάπη τους για το άθλημα και μόνο. Η σχέση του ανθρώπου με το νερό συμβολίζει μέσα από τους αιώνες την αναγέννηση της γης, τη γονιμότητα, την καρποφορία. Τα έθιμα είναι πανάρχαια στη ρίζα τους, που όμως μεταλλάχτηκαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου με τις διαφορετικές συνθήκες ζωής, με τις καινούργιες εμπειρίες των ανθρώπων του τόπου μας.
Υπάρχουν τοπικές ιδιαιτερότητες στα έθιμα της γιορτής αυτής? Τι συμβολίζουν? Τα έθιμα του Κατακλυσμού είναι μοναδικά για την Κύπρο, από τα τέλη του 19ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει γραπτή μαρτυρία ότι οργανώνονται αγώνες στη θάλασσα καθώς και μουσικοί, χορευτικοί, ποιητικοί αγώνες και διαγωνισμοί με τσιαττιστά [ρίμες]. Οι ποιητικοί αγώνες και πάλι μας συνδέουν με τους αγώνες στην αρχαιότητα. Η κάθε περιοχή έχει τις ιδιαιτερότητές της.
Στην Κερύνεια, το πρώτο αγώνισμα ήταν ο ολισθηρός ιστός. Ένας στύλος της Ηλεκτρικής [σ.σ. της παλαιάς εταιρείας παροχής ηλεκτρισμού, σήμερα Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου-ΑΗΚ] πάνω στην ξύλινη αποβάθρα δενόταν με σχοινιά. Μέσα από μια βάρκα από κάτω άλειφαν τον ιστό με λίπος, και τον περιέχυναν με θαλασσινό νερό, για να γίνεται πολύ πιο γλιστερός. Ο διαγωνιζόμενος προσπαθούσε να περπατήσει πάνω στο κατάρτι μέχρι την άκρη του και να πιάσει μια μικρή Ελληνική σημαία και μετά να πέσει στη θάλασσα. Μόνο πολύ εξασκημένοι κολυμβητές μπορούσαν να κερδίσουν. Έπειτα ακολουθούσαν αθλήματα όπως η κωπηλασία, ιστιοπλοία, αθλητικοί αγώνες, κολύμβηση μικρών και μεγάλων αποστάσεων. Το κυνήγι της πάπιας, η εύρεση του σημαδεμένου μήλου [το μήλο μας παραπέμπει στους αγώνες ομορφιάς, στη λατρεία της Αφροδίτης], η εύρεση μιας μπουκάλας που άφηναν με τρόπο να πέσει από τη βάρκα στο βυθό.
Το βράδυ γίνονταν οι μουσικοί αγώνες, οι ποιητικοί αγώνες, οι χορευτικοί αγώνες, και οι κριτές να στέκουν προσεκτικοί να μην αδικήσουν κανέναν. Σπουδαίοι χορευτές στην Κερύνεια ο Γιαννακός από το Δίκωμο, που άφησε εποχή, ο Κυριάκος ο Ξύστρας από τον Άγιο Επίκτητο, ο Θεοχάρης Σάββα από την Κερύνεια και ο ανεπανάληπτος χορευτής του δρεπανιού Κούντουρος. Οι επιδέξιοι τσιαττιστές, ειδικοί και στο ερωτικό τραγούδι, όπως ο Μιχαήλ Πέσιογγες, ο Βασίλης Χαπέσιης, που τα ποιήματά τους, όσα διασώζονται, διατηρούν τη δροσιά και την επικαιρότητά τους.
Κάθε περιοχή έχει διαφορετικά έθιμα στη λεπτομέρειά τους, σε γενικές όμως γραμμές όλα είναι αγώνες που θα αναδείξουν τον τέλειο στο σώμα και το πνεύμα άνθρωπο, το καλόν και αγαθόν μιας εποχής γεμάτης αθωότητα, ευπρέπεια και ήθος.



Σάββατο 15 Μαΐου 2010

"Ιφ! μωρέ και σ έφαγα!"

Λένε ( και σωστά ίσως) πως η νεολαία κάθε εποχής είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας της. Σήμερα κατηγορούμε και προπηλακίζουμε τους νέους και την συμπεριφορά τους, νοσταλγώντας οι παλιότεροι, τις εποχές που οι νέοι "ήταν υπόδειγμα χρηστής συμπεριφοράς και σεβασμού στους θεσμούς και της κοινωνικής ηθικής". Ιδού όμως ένα αδιάψευστο δημοσίευμα της εφημερίδας "Παρατηρητής" ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου 1930 που έρχεται να διαψεύσει τα δεδομένα αυτά! Όχι λοιπόν!  Η νεολαία σήμερα δεν είναι ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη άλλων εποχών.Απλώς οι νέοι είναι νέοι, με τα καλά και τα κακά τους, παραμένοντας πάντα καθρέφτης δικός μας,  εμάς τον μεγαλύτερων...

Οι οικονομικές κρίσεις είναι διαχρονικές, η αντιμετώπιση τους...;

Οικονομικές κρίσεις γνώρισε ( και θα γνωρίσει ακόμα) ουκ ολίγες αυτός ο τόπος δια μέσου των χρόνων. Το 1931 ήταν ένας από αυτούς τους χρόνους που η Κύπρος και η Λεμεσός γνώριζε μια από τις μεγαλύτερες στην ιστορία της. Κρίση που ακολούθησε την εθνική και κοινωνική εξέγερση  με κορύφωση τα περιβόητα "οχτωβριανά του ΄31 " και την καταστολή τους με επιβολή της πολύχρονης σκληρής δικτατορίας γνωστής ως "Παλμεροκρατίας", από το όνομα του τότε κυβερνήτη Πάλμερ.
Ο εμπορικός οίκος όμως Ν.Π.Λανίτης είχε το ... "αντίδοτο" της κρίσης αυτής και ιδού πως το προτείνει στη διαφήμιση του τον Δεκέμβρη του 1931...

Ειδικές εκπτώσεις δια φιλανθρωπικούς σκοπούς!

Ήταν εποχές( όχι και πολύ μακρινές) που τα καμπαρέ της πόλης δεν ήταν μόνο χώροι συνεύρεσης των ερωτιδέων λεμεσιανών για ανεύρεση πρόσκαιρου έρωτα αλλά και χώροι οικογενειακής διασκέδασης και "καλλιτεχνικής απόλαυσης", όπως αποδεικνύεται περίτρανα και αδιάψευστα και από την ανωτέρω διαφήμιση στον "Παρατηρητή" ημερομηνίας 7 Ιουλίου 1963 στην οποίαν ο δαιμόνιος επιχειρηματίας του είδους Κώστας Τριανταφυλλίδης,  διαφημίζει όχι μόνο ό,τι καλύτερο είχε να προσφέρει στο φιλοθεάμον κοινό της λεμεσιανής κοινωνίας αλλά και να προσφέρει και ειδικές τιμές για διοργάνωση εσπερίδων από σωματεία αλλά και δια φιλανθρωπικούς σκοπούς βασιζόμενος όπως λέει στην βασική εμπορική αρχή, "εν τη καταναλώσει" το κέρδος...!

Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

Οι καμηλάρηδες και τα καμηλαριά


Γκαμήλες στη Λεωφόρο Μακαρίου της Λεμεσού το 1955. Φωτογραφία Barlow. Αρχείο Τίτου Κολώτα. Της "πομπής" ... ηγείται ο καμηλάρης Αχιλλής Ιακώβου- Τταγκουρής εξ Άρσους

     
Η μεταφορά προϊόντων και υλικών κατά το παρελθόν
Του Γιάννη Βιολάρη, αρχαιολόγου
ΜΕΧΡΙ και την περίοδο του μεσοπολέμου, τη μεταφορά διαφόρων προϊόντων και υλικών από τη μια περιοχή της Κύπρου στην άλλη αναλάμβαναν οι καμηλάρηδες. Τα καραβάνια με τις καμήλες κινούνταν από την κεντρική πεδιάδα του νησιού, τη Μεσαορία, μέχρι τη Λάρνακα και τη Λεμεσό, την Πάφο και τη Λευκωσία και γενικά όπου υπήρχαν αρκετά πλατιοί δρόμοι για να μπορούν να κινούνται οι φορτωμένες καμήλες. Μετέφεραν σιτηρά, χαρούπια, κρασί, λάδι, φρούτα και κηπευτικά, όσπρια, βαμβάκι, κάρβουνα και καυσόξυλα, πέτρες, ασβέστη... ακόμη και αρχαιότητες. Οι καμηλάρηδες δούλευαν είτε ως απλοί μεταφορείς, οπότε πληρώνονταν για τη μεταφορά
(έπαιρναν το λεγόμενο κκιρά, δηλαδή το αγώγιο), είτε αγόραζαν οι ίδιοι γεωργικά προϊόντα ή άλλα υλικά και τα μεταπωλούσαν χονδρικά ή λιανικά με κέρδος. Μετέφεραν το πλεόνασμα μιας περιοχής σε άλλες όπου υπήρχε έλλειψη των συγκεκριμένων προϊόντων ή υλικών. Φρόντιζαν να επιστρέφουν φορτωμένοι με αντίστοιχα εμπορεύματα, τα οποία πωλούσαν σε χωριά που συναντούσαν στο δρόμο της επιστροφής ή τα μετέφεραν στον τελικό προορισμό τους. Σημειώνουμε ότι αναφέρονται και καμηλάρηδες στην υπηρεσία μεγάλων μοναστηριών.
Το επάγγελμα του καμηλάρη ήταν κληρονομικό από πατέρα σε γιο ή από θείο σε ανιψιό. Για να μπορεί κάποιος να διεξάγει μεταφορές έπρεπε να έχει τουλάχιστον ένα καττάριν, δηλαδή έξι καμήλες. Οι καμηλάρηδες ήταν μια ιδιαίτερη επαγγελματική τάξη, που δεν τη ζήλευαν πολύ φαίνεται και γι’ αυτό όταν ήθελαν να υποτιμήσουν κάποιον του έλεγαν, «εσού για καμηλάρης έκαμνες». Στο κεφάλι φορούσαν ένα συγκεκριμένο είδος άσπρου μαντιλιού με κόκκινα πλουμιά και κρόσσια που έπεφταν στο μέτωπο, το λεγόμενο μαντίλι του καμηλάρη. Στο πουκάμισό τους είχαν συνήθως ένα φυλακτό για το φθόνο και το βάσκανο οφθαλμό, ενώ στο λαιμό της κάθε καμήλας κρεμούσαν γαλάζιες χάντρες για τον ίδιο λόγο. Το σαμάρι και τα λουριά της καμήλας ήταν επίσης διακοσμημένα με χρηματιστές κλωστές, κρόσσια και χάντρες.Οι καμήλες προχωρούσαν δεμένες με σχοινί, η μια πίσω από την άλλη, σε ευθεία γραμμή, και αυτό ήταν το λεγόμενο καττάριν. Ο καμηλάρης είτε περπατούσε μπροστά είτε, σε μεγάλα ταξίδια, καβαλούσε την πρώτη καμήλα. Όταν πλησίαζαν σε κάποιο χωριό, ο καμηλάρης φυσούσε την κόρνα του, που ήταν ένα βουκέρατο ή ένα μεγάλο θαλάσσιο κοχύλι, και φρόντιζε να κατεβαίνει από την καμήλα, διότι απαγορευόταν να εισέρχεται και να διασχίζει τα χωριά καβάλα στην καμήλα, για λόγους ηθικής. Λέγεται ότι οι καμηλάρηδες ήταν λιγομίλητοι και ιδιότυποι άνθρωποι, γιατί το επάγγελμά τους απαιτούσε να ταξιδεύουν μέρες και νύχτες μόνοι συνήθως (δεν μετέφεραν επιβάτες), και δεν αναμιγνύονταν παρά μόνο με συναδέλφους.
Στο λαιμό της κάθε καμήλας υπήρχε περασμένο ένα καμπανελλί, με εξαίρεση την τελευταία που είχε ένα μεγαλύτερο, το λεγόμενο καμηλαρίσιμο. Ο ήχος του τελευταίου καθησύχαζε τον μισοκοιμισμένο καμηλάρη που καθόταν, όπως προαναφέρθηκε στην
πρώτη καμήλα του καραβανιού. Έδιναν μεγάλη σημασία στη «φωνή», στον ήχο των καμπανελλιών, διότι ήταν ένα είδος ηχητικής «ταυτότητας» για το κάθε καττάριν, όπως και για τα κοπάδια των βοσκών.
Τα σαμάρια των καμήλων τα κατασκεύαζαν εξειδικευμένοι τεχνίτες στη Μόρφου και στο Βαρώσι, ενώ συχνά οι ίδιοι οι καμηλάρηδες έφτιαχναν τα σχοινιά για το φόρτωμα κλώθοντας και πλέκοντας τις τρίχες από τις καμήλες. Σημειώνεται ότι κούρευαν της καμήλες με ψαλίδι όταν μεγάλωναν οι τρίχες τους και το μαλλί το χρησιμοποιούσαν για να υφαίνουν μάλλινα χειμερινά σεντόνια καφέ χρώματος. Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών περιποιούνταν οι ίδιοι οι καμηλάρηδες τα ζώα τους βουρτσίζοντάς τα με μια ειδική μεταλλική κτένα σε σχήμα Π (το λεγόμενο τασαΐν ή ξυστρίν) και αλείφοντας με ζωικό λίπος τις πληγές που δημιουργούνταν στο σώμα του ζώου από τα φορτία (πολλές καμήλες υπέφεραν και από την ψώρα). Κάτω από τα σαμάρια τοποθετούσαν ψάθες
από φλούδι ή (καλύτερα) χαράρκα, δηλαδή σακιά που υφαίνονταν από τρίχα ζώου και όχι από φυτικό νήμα. Σημειώνεται ότι τα χαράρκα ήταν στην ουσία οι μεγάλοι σάκκοι με τους οποίους φόρτωναν κατά κανόνα τις καμήλες και χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη μεταφορά άχυρου και γενικά προϊόντων που έχουν μεγάλο όγκο και μικρό βάρος.
Ο κάθε καμηλάρης είχε το πόστο του σε περβόλες (δηλαδή ανοικτούς χώρους μέσα στις πόλεις) και σε χάνια των πόλεων και τις υπαίθρου, τα οποία χρησίμευαν ως σταθμοί. Υπάρχουν και διάφορα σχετικά τοπωνύμια, όπως οι «νηστιές τους καμηλάρηδες» στο Δίκωμο, όπου έλεγαν ότι εκεί στάθμευαν τα καραβάνια για φαγητό και ξεκούραση. Στη Λευκωσία αναφέρεται, ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια, περιοχή με το όνομα Καμηλαριόν ή Καμηλαργιόν. Στις πόλεις υπήρχαν, λοιπόν, τα καμηλαρκά για τη στέγαση των καμήλων. Ήταν διαρρυθμισμένα όπως και τα χάνια, οι διαστάσεις τους όμως ήταν προσαρμοσμένες στις ανάγκες των καμήλων: τα υπόστεγα που κάλυπταν τις πάχνες ήταν ψηλότερα, ενώ οι πάχνες, που ήταν καμωμένες από πηλό, ήταν χαμηλότερες διότι οι καμήλες συνηθίζουν να τρώνε και να πίνουν καθισμένες.
Όταν έφταναν στο χάνι ο καμηλάρης έλυνε τις καμήλες και τις έδενε την κάθε μια ξεχωριστά στα παλούκια που υπήρχαν δίπλα από τις πάχνες. Στο κέντρο της αυλή του καμηλαριού υπήρχε συνήθως βρύση με λίθινες γούρνες για το πότισμα των καμήλων.
Υπήρχε επίσης ξενώνας, καφενείο και μαγειρείο για τους καμηλάρηδες.
Αναφέρουμε, τέλος, ότι οι καμήλες εκτοπίστηκαν με τη δημιουργία σύγχρονου οδικού δικτύου και την εμφάνιση των φορτηγών αυτοκινήτων, συνέχισαν να χρησιμοποιούνται σε μέρη όπου δεν υπήρχαν σύγχρονοι δρόμοι.
Πρωτοδημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο ημερομ.  21 Δεκεμβρίου 2008
                       Ο καμηλάρης Αχιλλής Ιακώβου-Τταγκουρής, σήμερα (Φωτογραφία Τ. Κολώτας)

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

ΟΙ ΔΗΜΑΡΧΟΙ ΛΕΜΕΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ

                            Ο ήρωας-Δήμαρχος Χριστόδουλος Σώζος 1908-1912
Τέταρτος στη σειρά Δήμαρχος Λεμεσού (προηγήθηκε σε δεύτερη θητεία ο Ιωάννης Καραγεωργιάδης από 1896 μέχρι 1908), μπορεί δίκαια και για πολλούς λόγους να θεωρηθεί ως ο σημαντικότερος μέχρι σήμερα Δήμαρχος Λεμεσού και έχει χαρακτηρισθεί ως ο Μέγας Αναμορφωτής της.
Όπως επισημαίνει και ο καθηγητής της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Πέτρος Παπαπολυβίου: «Στα τέσσερα χρόνια της Δημαρχίας του Σώζου η Λεμεσός άλλαξε πραγματικά όψη και ο Λεμεσιανός πολιτικός αναδείχθηκε ως ο πρώτος Κύπριος Δήμαρχος με όραμα και σχεδιασμό για την πόλη του, αποδεικνύοντας παράλληλα και αξιοζήλευτες ικανότητες για την επιτυχή εισαγωγή θεαματικών καινοτομιών σε μια περιοχή που μόλις εξερχόταν από την Οθωμανική κυριαρχία.»
Και πράγματι με το όραμα που είχε και πραγματοποίησε σε σημαντικά έργα και καινοτομίες για τα δεδομένα της εποχής στα χρόνια της δημαρχίας του Σώζου η Λεμεσός άλλαξε κυριολεκτικά όψη. Επί των ημερών της δημαρχίας του η Λεμεσός γίνεται μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη.
Μερικά από τα έργα αυτά είναι:
Ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης, πρώτος από τις υπόλοιπες πόλεις της Κύπρου, η έναρξη των έργων για την κατασκευή της προκυμαίας της Λεμεσού, σημαντικά αντιπλημμυρικά έργα που την έσωσαν σε μεγάλο βαθμό από τη μάστιγα των πλημμυρών που την ταλαιπωρούσαν εκατοντάδες χρόνια,
Η κατασκευή νέων δρόμων και επίστρωση όλων των δρόμων της Λεμεσού με άσφαλτο καθώς και η ονομασία όλων των οδών της πόλεως.
Η κατασκευή, ανέγερση καφενείου, δενδροφύτευση και επίπλωση με παγκάκια του Δημοτικού Κήπου που θεωρήθηκε τότε ως ο ωραιότερος της Ανατολής και ο στολισμός του με αγάλματα που εισήγαγε από την Ελλάδα.
Η δημιουργία δημοτικής φιλαρμονικής (1908), υπο την διεύθυνση του Καλλιγέρη, που έδιδε κάθε Κυριακή κονσέρτα μέσα στον Δημ. Κήπο σε ειδικό χώρο που διαμόρφωσε, προσφέροντας ποιοτική ψυχαγωγία τους δημότες του.
Κτίζει επίσης καινούργια αποβάθρα ειδικά για την εξαγωγή οίνων και σταφίδων. Μεριμνά και βάζει αυστηρούς κανονισμούς για την καθαριότητα της πόλης και δημιουργεί σύγχρονο χοιροσφαγείο. Αυστηρός αλλά και δίκαιος, στην εφαρμογή των κανονισμών αυτών και των νόμων δεν δίστασε να οδηγήσει και τον ίδιο τον πατέρα του ακόμα για κάποιο σχετικό παράπτωμα! Επιτυχημένος δικηγόρος και προοδευτικός πολιτευτής διατέλεσε επίσης και βουλευτής αλλά και ρηξικέλευθος επιχειρηματίας. Μαζί με άλλους τρεις προοδευτικούς λεμεσιανούς υπήρξε συνιδρυτής το 1901, της Λαϊκής Τράπεζας Λεμεσού (αρχικά ως Λαϊκό Ταμιευτήριο) και συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία της πρώτης καθαρά κυπριακής πλοιοκτήτριας –ναυτιλιακής εταιρείας, της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Λεμεσού (1905-06). Το 1911 διοργάνωσε την πρώτη Παγκύπρια Γεωργική και Βιομηχανική Έκθεση της Κύπρου. Έβαλε τάξη στα οικονομικά του Δήμου απαιτώντας και επιτυγχάνοντας να χαρισθεί το υπόλοιπο του δανείου για τα αντιπλημμυρικά έργα από την αποικιοκρατική διακυβέρνηση και την ενοποίηση των δανείων του Δήμου. Από τις ευγενέστερες μορφές της Κύπρου, αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ακόμα και από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι αναγνώρισαν τη μεγαλοσύνη του. Σε εκείνο όμως που κυρίως διακρίθηκε ο Χριστόδουλος Σώζος και απέδειξε με τον θάνατο του, ήταν ο φλογερός πατριωτισμός του και η αγάπη του για την Κύπρο και την Ελλάδα. Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων και όντας εν ενεργεία Δήμαρχος, πάει στην Ελλάδα και κατατάσσεται στον ελληνικό στρατό ως εθελοντής. Παρά την πρόταση του Βενιζέλου να τον τοποθετήσει στο Επιτελείο στην Αθήνα, αρνείται και απαιτεί να σταλεί ως απλός στρατιώτης στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Στις μάχες για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων , στο Μπιζάνι, πέφτει ηρωικά μαχόμενος από τούρκικο βόλι και προσφέρει με τη θυσία του άλλη μια υπερήφανη παγκύπρια και πανελλήνια πρωτιά στην αγαπημένη του πόλη τη Λεμεσό: γίνεται ο πρώτος και μόνος Δήμαρχος που πέφτει μαχόμενος σε μάχη ως απλός στρατιώτης. Ο εθνικός μας ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης, εμπνεόμενος από την ηρωική του θυσία γράφει και του αφιερώνει το ακόλουθο ποίημα:
ΕΙΣ ΤΟΝ ΗΡΩΪΚΩΣ ΠΕΣΟΝΤΑ ΧΡ. ΣΩΖΟΝ
Τζαί πκοια μάνα, Χριστόπουλε,
στο μνήμα σων να κλάψη;
πκοια μάνα την καντήλαν σον
εν νάρτη να την άψη;
τζαι πκοια κοπέλλα λίβανον
εν νάρτη να καπνίση,
το μνήμα σου τριαντάφυλλα
τζι αθθούς να το ραντίσει;
Πκοιά λιερή το Σάββατον
στους λας εν να θωρκέται
γονατιστή στο μνήμα σου
να πικρανακαλιέται;
Αχ! Σώζο, επολέμησες
μιάλην να δης Ελλάδαν
η δάφνη έshει μυρωδκιάν
αμμάshει κ'αι πικράδαν.
Έshει παντού η δάφνη σου
τους τόπους μυρισμένους,
αμμά εμάς η πίκρα της
έshει μας ψατζιεμένους.
Συγχώρα μου που άρκησα
τραούδι να σου γράψω
εν ηξέρω το μνήμα σου
νάρτω τζαι τζει να κλάψω.

Το κείμενο που ακολουθεί «αλιεύθηκε» από το διαδίκτυο , είναι αγνώστου προελεύσεως και το αναδημοσιεύω με κάθε επιφύλαξη…
«…Tο 1902 εξεπονήθη, εις ανώτατον επίπεδον, μυστικόν σχέδιον Βρεταννίας και Εβραίων περί εποικισμού της Κύπρου υπό Εβραϊκών οικογενειών, ώστε εντέχνως εξοριζομένων των Ελλήνων κατοίκων της, να καταστεί πατρίς των Εβραίων, εν πρώϊμον Ισραήλ! Και τούτο, ενώ ουδέ ίχνος Εβραίων υπήρχεν εν Κύπρω. Την 23.10.1902 επραγματοποιήθη συνάντησις, εν Λονδίνω, μεταξύ του υπουργού Αποικιών Ιωσήφ Τσάμπερλαιν και του προφήτου του Σιωνισμού Τεοντόρ Χέρτσλ. Συνεζητείτο να δοθεί η Ουγκάντα ή η Κύπρος προς εποικισμόν των Εβραίων. Ο Τσάμπερλαιν –όπως γράφει ο Χέρτσλ- του είπεν ότι αν διέρρεε τοιούτο σχέδιον, θα εξέσπα θύελλα εις την Κύπρον. Ο συνομιλητής του τον καθησύχασεν εβραϊκώ τω τρόπω. Του είπεν ότι δεν κοινοποιούνται όλα εις την πολιτικήν. Και του ανέπτυξε το σχέδιόν του. Θα επεχειρείτο να πεισθούν οι Κύπριοι να ζητήσουν οι ίδιοι τον εποικισμόν, πειθόμενοι δια χρυσών λιρών. Θα απέστελλε δωδεκάδα μυστικών πρακτόρων του δια να τους πείσουν! Και κατέληξε: «Οι Μουσουλμάνοι θα φύγουν και οι Έλληνες θα πωλήσουν προθύμως τας γαίας των, εις καλήν τιμήν, και θα μεταναστεύσουν εις Αθήνας και Κρήτην».
Το σχέδιον δεν υπήρχεν απλώς. Ήρχισε να εφαρμόζεται! Εβραίοι ήρχισαν να αγοράζουν μεγάλας εκτάσεις και να εγκαθίστανται. Πρώτος αντέδρασεν ο Χριστόδουλος Σώζος, δήμαρχος και βουλευτής Λεμεσού, πρώτος δε δικηγόρος. Συνήγειρε τον λαόν. Διοργανώθησαν τότε αντιεβραϊκά συλλαλητήρια, εν Κύπρω και εν Αθήναις και το σχέδιον απετράπη. Εν τούτοις, η προσπάθεια επανελήφθη το 1920. Σώζονται ακόμη αι λιθόκτιστοι οικίαι και αποθήκαι των Εβραίων εις Φασούρι, Πυρόϊ, Τύμπου και αλλαχού.
Ο ανατινάξας το σιωνιστικόν σχέδιον ήτο ο λαμπρός ήρως του Μπιζανίου, ο οποίος έπεσεν την 6.12.1912, η μεγάλη Εθνική μορφή της Κύπρου Χριστόδουλος Σώζος…»





 Αγάλματα στον Κήπο. “Αι εικόνες παριστώσι θέας του εν Λεμεσώ Δημοσίου Κήπου εκ φωτογραφιών ληφθεισών υπό του κυρίου Φωσκόλου”. [Κυπριακή Εφημερίς, Ιούλιος 1909]. Ένα από τα δύο άτομα που εικονίζονται στη φωτογραφία είναι κατά πάσα πιθανότητα (καθήμενος), ο Χρ. Σώζος.

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Ιστορίας ερωτηματικά…

Ο φίλος ερευνητής της ιστορίας της Λεμεσού Τάσος Ανδρέου είχε την ευγενή καλοσύνη να μου παραχωρήσει σε φωτοτυπίες τα δύο έγγραφα που ακολουθούν. Πρόκειται για έκδοση «αγνώστου πατρότητας και λοιπών στοιχείων» της μικρής ανθολογίας σατιρικών ποιημάτων με τίτλο «Τάδε έφη πεννοφόρος» και υπότιτλο «Η κωμωδία της εποχής μας», του 1941, στην οποία σατιρίζει ανάμεσα σε άλλα και τέσσερεις ανώνυμους ( επίσης αγνώστων λοιπών στοιχείων), πολίτες των πόλεων Λευκωσίας, Λεμεσού, Αμμοχώστου και Λάρνακας κάτω από τον τίτλο «Who is who-Ποιος είναι;».
Τόσο ο Τάσος Ανδρέου όσο και ο φίλος ερευνητής και ποιητής Φοίβος Σταυρίδης προβληματίστηκαν αρκετά περί της ταυτότητας του ποιητή αλλά και των σατιριζομένων. Ο Φοίβος Σταυρίδης εικάζει μάλιστα ότι πιθανόν να πρόκειται περί του μεγάλου μας ποιητή Τεύκρου Ανθία, χωρίς όμως να αποδεικνύεται προς το παρόν τουλάχιστον. Τον Τάσο Ανδρέου προβλημάτισε ιδιαίτερα η ταυτότητα του λεμεσιανού στηριζόμενου εικάζοντας ότι πιθανόν να πρόκειται περί του βετεράνου δημοσιογράφου, φανατικού καρναβαλιστή και εκκλησιαστικού επίτροπου της Αγίας Νάπας Γεωργίου Ταλιαδώρου-Τέμπλαρ που το 1944 εξέδωσε μάλιστα και σχετικό πόνημα για τη θητεία του ως επίτροπος. Όλα αυτά τα ερωτήματα παραμένουν να ερευνηθούν περεταίρω και να τεκμηριωθούν, γι αυτό οποιοσδήποτε μπορεί να συμβάλει σ αυτό είναι ευπρόσδεκτος. Εν πάση περιπτώσει όμως το θέμα παραμένει ιστορικά ενδιαφέρον έστω και χωρίς περεταίρω πληροφορίες.