Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Η μεγάλη παράδοση και συμβολή της Λεμεσού στον πολιτισμό της Κύπρου

                                                                            Μέρος πρώτο
Δεν θάταν καθόλου υπερβολή αν έλεγε κάποιος πως η Λεμεσός καθοδηγούσε και ποδηγετούσε την τέχνη και τον πολιτισμό της σύγχρονης ιστορίας του τόπου για πάρα πολλές δεκαετίες. Για του λόγου μου το αληθές, επικαλούμαι δύο από τις πολλές έξωθεν καλές μαρτυρίες. Η πρώτη ανήκει στον μεγάλο και πανελλήνιας εμβέλειας πεζογράφο αλλά και σημαντικό ζωγράφο Νίκο Νικολαΐδη, που αν και λευκωσιάτης, όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1910 αποφάσισε να επανέλθει για να εγκατασταθεί στην Κύπρο, από την κοιτίδα του τότε πανελλήνιου πολιτισμού την Αλεξάνδρεια όπου ζούσε και διέπρεπε, διάλεξε τη Λεμεσό γιατί όπως έγραφε : «Στη Λευκωσία ο κόσμος είναι αδιάφορος για κάθε πνευματική κίνηση και ο χρηματικός παράγων διαφεντεύει τα πάντα»…
Η δεύτερη μαρτυρία, του φίλου μου, καθηγητή της σύγχρονης Ιστορίας της Κύπρου στο Πανεπιστήμιο Κύπρου -λευκωσιάτη και πάλιν- Πέτρου Παπαπολυβίου. Σε μια εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη του για τη Λεμεσό λέει ανάμεσα σε άλλα πως, « …η Λεμεσός θα αποτελεί, μέχρι τουλάχιστο το 1930, το κέντρο της καλλιτεχνικής, θεατρικής και μουσικής κίνησης στην Κύπρο, διαμορφώνοντας τα ιδιότυπα χαρακτηριστικά της πιο ζωντανής και ανήσυχης πόλης του νησιού». Ενώ πιο κάτω λέει: «Ένας άλλος τομέας όπου, κατά γενική ομολογία, πρωτοπορούσε η Λεμεσός, τουλάχιστον στις πρώτες πέντε δεκαετίες της βρετανικής κατοχής, ήταν ο πνευματικός τομέας. Το μεγάλο εξαγωγικό λιμάνι του νησιού υπήρξε η είσοδος και η θερμή εστία υποδοχής και αποδοχής κάθε επαναστατικής ή εθνικής κίνησης αλλά και των νεωτερισμών στην τέχνη, στα γράμματα και στην πολιτική, σε αντίθεση με τη συντηρητική και υποτονική μέχρι πλήξεως Λευκωσία. Κυρίαρχη μορφή της Λεμεσού στο τελευταία 30 χρόνια του 19ου αιώνα ήταν ο Ανδρέας Δ. Θεμιστοκλέους, γνωστός στην Κύπρο ως «Ανδρέας ο Δάσκαλος» (1843-1918). Ο Θεμιστοκλέους υπήρξε η μεγαλύτερη προσωπικότητα της εποχής του και δίκαια ονομάστηκε ο Κύπριος δάσκαλος του γένους. Παράλληλα με τον Θεμιστοκλέους, στη γυναικεία εκπαίδευση δέσποζε η μορφή της Πολυξένης Λοϊζιάδος (1855-1942), διευθύντριας του Παρθεναγωγείου Λεμεσού από το 1878 μέχρι το 1914, μιας άλλης θρυλικής προσωπικότητας της κυπριακής ιστορίας της εκπαίδευσης, που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή της στα ελληνικά γράμματα.»
Να σημειώσουμε εδώ ότι η Λοϊζιάς υπήρξε ακόμα και η πρωτοπόρος φεμινίστρια της Κύπρου που συνέβαλε όσο καμιά άλλη, στην γυναικεία χειραφέτηση και απελευθέρωση. Με πρωτοβουλία της δημιουργήθηκε το 1897 και το πρώτο γυναικείο Σωματείο στο νησί « 'Ενωσις Ελληνίδων». Ανάμεσα και σε άλλα σπουδαία έργα της ίδρυσε, το 1897, το πρώτο γυναικείο γυμναστήριο «Το Παλλάδιον» και εισήγαγε την γυναικεία άθληση στα σχολεία. Από το 1912 μέχρι το 1920 εκδίδει την πρώτη στην Κύπρο γυναικεία περιοδική έκδοση «Η Κυπριακή Κυψέλη».
Επειδή θέμα είναι σχεδόν ανεξάντλητο και ατελείωτο, θα φροντίσουμε «να περάσουν χρόνοι πολλοί μέσα σε λίγη ώρα» καθώς λέει κι ο ποιητής.
Θα δούμε στο πρώτο μέρος μερικές πτυχές του και θα συνεχίσουμε στις επόμενες εκδόσεις να το καλύψουμε κατά το δυνατό πληρέστερα.
Θα κάνουμε μάλιστα απλώς περιληπτικές , σύντομες αναφορές γεγονότων και ονομάτων ενδεικτικά και να μου συγχωρεθούν οι -μη σκόπιμες- παραλήψεις , επικεντρωνόμενοι κυρίως σε πρωτιές της Λεμεσού στον πολιτισμό κατηγοριοποιώντας θεματικά και όχι κατ ανάγκην χρονικά τις αναφορές.
                                                               ΠΡΩΤΙΕΣ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Οι πρώτες θεατρικές παραστάσεις στην Κύπρο εδώ πραγματοποιήθηκαν. Σύμφωνα με τον μελετητή της ιστορίας του θεάτρου Γιάννη Κατσούρη, «το 1860 το Ελληνικό Υποπροξενείο Λεμεσού απασχόλησαν οι καταγγελίες εναντίον του Έλληνα υπηκόου Μιχαήλ Ευθυβούλου, ο οποίος στη Λεμεσό, τη νύχτα της 12ης προς την 13η Φεβρουαρίου, δημιούργησε επεισόδιο έξω από την οικία του Αβραάμ Χαραλάμπους στην οποία τη νύχτα εκείνη παιζόταν η τραγωδία Ορέστης». Ενώ για μια παράσταση του 1870 ο Κώστας Πιλαβάκης λέει ανάμεσα σε άλλα για την παράσταση «Ο Λεωνίδας»:
«Τόσος ανταγωνισμός παρατηρήθηκε για το πρόσωπο του Λεωνίδα, ώστε, ως διηγούνται οι παλαιότεροι, σε μιαν περίπτωση δημιουργήθηκε γι' αυτό ζωηρή διαίρεση του θιάσου, η δε αντιπολίτευση με τύμπανα και ζορνέδες απ' έξω από το θέατρο εματαίωσε την παράσταση».
Η πρώτη στην Κύπρο και ίσως και πανελληνίως παράσταση αρχαίας τραγωδίας στη δημοτική γλώσσα, ο «Οιδίπους Τύραννος» σε μετάφραση Νίκου Θ. Αντωνιάδη φιλόλογου καθηγητή στο Γυμνάσιο Λεμεσού και σκηνοθεσία Αρ. Ζήνωνος πραγματοποιήθηκε τον Μάιο1917.
Το πρώτο κυπριακό θεατρικό έργο το δράμα «Η Κύπρος και οι Ναΐται» γράφτηκε από τον Γεώργιο Σιβιτανίδη το 1869, ενώ λεμεσιανή επίσης είναι και η πρώτη γυναίκα θεατρική συγγραφέας με το δραματικό ειδύλλιο της «Η Δούλη Κύπρος» το 1890 η σπουδαία όπως είπαμε Πολυξένη Λοϊζιάς.
Πρώτος κύπριος ηθοποιός θεωρείται ο Αριστείδης Ζήνων (1882-1919) που έδρασε και στην Ελλάδα όπου υπήρξε μύστης στη Ν. Σκηνή του Χρηστομάνου, ενώ πρώτη γυναίκα ηθοποιός ήταν η αρσακειάδα Μαρία Ελευθερίου Γκαφιέρο που σπούδασε και θέατρο στη Δραματική Σχολή Αθηνών με καθηγήτρια την Μαρίκα Κοτοπούλη και έπαιξε θέατρο στην Αθήνα και τη Λεμεσό. Υπήρξε πνευματική αδελφή του Κωστή Παλαμά με τον οποίον διατηρούσε αλληλογραφία για πολλά χρόνια, ενώ κάποιοι μιλούσαν και για ένα μεγάλο μεταξύ τους έρωτα.
Να αναφέρουμε εδώ και τον παγκόσμιας φήμης λεμεσιανό σκηνοθέτη του θεάτρου και του κινηματογράφου (ίσως ο γνωστότερος παγκόσμια κύπριος όλων των εποχών), Μιχάλη Κακογιάννη και τον επίσης λεμεσιανό, πανελλήνια γνωστό ηθοποιό Σωτήρη Μουστάκα.
Να σταματήσουμε εδώ για να συνεχίσουμε στις επόμενες όπως είπαμε εκδόσεις κλείνοντας με το θέατρο και αγγίζοντας και τις άλλες πτυχές του πολιτισμού.
Φωτογραφίες:
1 Νίκος Νικολαΐδης (προτομή στο Δημ. Κήπο Λεμεσού)
2 Ανδρέας Θεμιστοκλέους
3 Η Πολυξένη Λοϊζιάς ανάμεσα σε μαθήτριες της το 1901
4  ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΧΩ
5  ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ
6  Αριστείδης Ζήνων
7  Μαρία Ελευθερίου Γκαφιέρρο

Δημοσιεύεται στην "Ηχώ της Λεμεσού" που κυκλοφορεί σήμερα 18 Ιουνίου 2010








Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Λουκία Νικολαϊδου - Βασιλείου (1909-1994) Η ΠΡΩΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Από τη Νέα Εποχή, 1993, 223-223, σσ 7

Στις αρχές του 1994 έκλεισε σε βαθιά γεράματα τα μάτια της στην Αγγλία, όπου ζούσε από το 1937, η πρώτη γυναικά ζωγράφος της Κύπρου, η Λούκια Νικολαΐδου- Βασιλείου.Γεννημένη στη Λεμεσό προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του αιώνα, η Λουκία Νικολαΐδου έδειξε από τα νεαρά της χρόνια μια ασυνήθιστη έφεση στην τέχνη της ζωγραφικής. Μεταξύ 1929 και 1933 φοιτά στο εργαστήρι του Λουσιέν Σιμόν στο Παρίσι, όπου αφομοιώνει τα μυστικά των νέων ευρωπαϊκών εικαστικών ρευμάτων. Με την κάθοδο της στην Κύπρο εμπλουτίζει με την τέχνη της την φτωχή, τότε, εικαστική κίνηση του νησιού. Οι εκθέσεις στις οποίες συμμετέχει προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον, που κρατά, ωστόσο, όσο και η παρουσία της ζωγράφου στον κυπριακό χώρο. Με τη φυγή της στην Αγγλία σταδιακά απομακρύνεται από τη ζωγραφική. Όμως το έργο που πρόλαβε να δημιουργήσει δεν στάθηκε ευκαταφρόνητο για τα κυπριακά εικαστικά πράγματα.
Την τελευταία δεκαετία του αιώνα μας η Κύπρος ανακάλυψε εκ νέου τη ζωγράφο Λουκία Νικολαΐδου- Βασιλείου και ο καθένας μας είχε τη χαρά να επανεκτιμήσει την προσφορά της στην κυπριακή τέχνη μέσα από την αναδρομική έκθεση έργων της που οργάνωσε η Μορφωτική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας.
Το περιοδικό μας, εκτιμώντας αυτή την προσφορά της πρωτοπόρου ζωγράφου, έκανε, στο πρώτο τεύχος του 1992, ευρύ αφιέρωμα σ' αυτήν. Από εκείνο το αφιέρωμα μπορεί ο αναγνώστης να σχηματίσει μια τεκμηριωμένη αντίληψη για το πολύ αξιόλογο έργο που η Λουκία Νικολαΐδου- Βασιλείου έχει κληροδοτήσει στην ιστορία της κυπριακής τέχνης.


Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΟΥ ΡΙΖΕΣ



Κυκλοφόρησε πριν μερικούς μήνες με την ευκαιρία και των εγκαινίων του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης στην Αθήνα, η αυτοβιογραφία του μεγάλου μας συμπολίτη, με τίτλο «Μιχάλης Κακογιάννης-Σε πρώτο πλάνο», καταγραμμένη από τον δημοσιογράφο Χρήστο Σιάφκο. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ο Μ Κακογιάννης ξετυλίγει τις παιδικές και νεανικές του αναμνήσεις από τα πρώτα κιόλας του χρόνια στη Λεμεσό, την πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέχρι που έφυγε για την Αγγλία για να δημιουργήσει την μεγάλη διεθνή καριέρα στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ας δούμε λοιπόν μερικές από αυτές για να σχολιάσουμε στη συνέχεια κάποια πράγματα: «Κι έτσι, για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, γεννήθηκα στη Λεμεσό στις 11 Ιουνίου 1922. Ο πατέρας μου λεγόταν Παναγιώτης και η μητέρα μου Αγγελική. Ήμουν το δεύτερο παιδί τους. Πριν από εμένα γεννήθηκε η


Στέλλα, μετέπειτα Σουλιώτη, η Γιαννούλα, μετέπειτα Γουέικφιλντ, και ο Γιώργος, που τον φωνάζαμε χαϊδευτικά «Γώγο». Ζούσαμε τότε στον πάνω όροφο μιας διπλοκατοικίας. Μέναμε συνέχεια σε νοικιασμένα σπίτια, ώσπου επέστρεψα από την Αγγλία δικηγόρος με δίπλωμα και τότε χτίσαμε το μεγάλο οικογενειακό σπίτι στου οποίου τα σχέδια συνέβαλα κι εγώ. Η τάση μου για τη σκηνοθεσία είχε αρχίσει από πολύ νωρίς. Ήδη από εκείνα τα πρώιμα χρόνια. Στο σπίτι μας, από την τραπεζαρία βγαίναμε σ’ ένα ταρατσάκι. αυτό ήταν η τέλεια σκηνή και επέμενα στις παραστάσεις μου να συμβάλλουν και τα αδέλφια μου. Όχι τόσο ο μικρός αλλά σίγουρα η Στέλλα και η Γιαννούλα. Ανεβάζαμε έργα που έγραφα εγώ. Ας πούμε, η κυρία τάδε που περιμένει το παιδί της να γυρίσει, κι αυτό αργεί, και την καταλαμβάνει πανικός, και κλαίει και οδύρεται. Τέτοια πράγματα…. …Η μάνα μου αντιμετώπιζε τις θεατρικές μου απόπειρες με χαμόγελο, διασκεδάζοντας. Ο πατέρας μου ήταν λίγο ανήσυχος ως προς τις καλλιτεχνικές μου τάσεις, τις οποίες δεν ενεθάρρυνε καθόλου. Άλλωστε, δεν είχαμε και ιστορικό ηθοποιών στην οικογένεια, εκτός πια κι αν δεν το ξέραμε. Πήγαινα και


κινηματογράφο, σ’ ένα χειμερινό, το Μαξίμ. Μια από τις πρώτες ταινίες που είχα δει ήταν γαλλική, περί έρωτος. Υπήρχε ένα «amour» στον τίτλο και ήταν ομιλούσα, parlant. Ο ήχος όμως ήταν αίσχος, δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Έτσι, όταν κάποια στιγμή ένας από τους ηθοποιούς είπε «bonjour», μια λέξη επιτέλους διακριτή, σύσσωμο το κοινό απάντησε επίσης με ένα ηχηρό «bonjour». Την ίδια εποχή, γύρω στο 1930, είχα δει και το Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο.» Να πούμε κατ αρχάς πως το ενοικιαζόμενο σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε βρισκόταν στην οδό ΄Οθωνος και Αμαλίας, πίσω ακριβώς από το σημερινό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης. Από το μπαλκόνι του σπιτιού αυτού ο μικρός Μιχάλης είχε τη δυνατότητα να βλέπει κρυφά τα βράδια, σινεμά από το καλοκαιρινό Θέατρο- Αίθουσα Ψυχαγωγίας «Διονύσια», που βρισκόταν ακριβώς απέναντι . Είναι δε παράξενο πως δεν αναφέρεται στο βιβλίο, αφού είναι σίγουρο ότι του σημάδεψε από πολύ νωρίς τη ζωή και την μετέπειτα τάση του για καλλιτεχνική και κινηματογραφική καριέρα και το θυμάται ακόμα πολύ χαρακτηριστικά.
Όσον αφορά στις πρώτες του κινηματογραφικές αναμνήσεις , θα εννοεί βέβαια ο Μ.Κ. όχι το «Μαξίμ», ( όπως πολύ μετέπειτα μετονομάστηκε) αλλά το «Θέατρο Χατζηπαύλου» στην οδό Αγίου Ανδρέου, λίγα μέτρα από το σπίτι του, όπου έδινε παραστάσεις ο κινηματογράφος «Πανόραμα» των αδελφών Χρυσοχού οι οποίοι προμηθεύονταν όντως γαλλικές ταινίες από την εταιρείες παραγωγών Πατέ και Γκωμόν της Γαλλίας. Η πρώτη μάλιστα ομιλουσα ταινία , αρχές του 1932, ήταν το «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικόν Μέτωπον», αφού το «Πανόραμα» προμηθεύτηκε μηχανήματα ομιλούντα κινηματογράφου πρώτο όχι μόνο στη Λεμεσό αλλά παγκύπρια.
Να έλθουμε τώρα στο πιο ενδιαφέρον νομίζουμε σχόλιο μας επί των λεγομένων του Μ.Κ. σχετικά με τις ανησυχίες του πατέρα του για τις καλλιτεχνικές του τάσεις που καθόλου δεν τις ενεθάρρυνε (ίσως να τις καταπίεζε κιόλας, γνωστού όντως του δεσποτικού του χαρακτήρα και που ο Μιχάλης τον αποκαλούσε «τύρρανο»).
Λέει ο Μ.Κ.: «Άλλωστε, δεν είχαμε και ιστορικό ηθοποιών στην οικογένεια, εκτός πια κι αν δεν το ξέραμε.»
Αγνοούμε αν όντως δεν το ήξερε η για κάποιο λόγο το παρασιωπά, όμως τέτοιες τάσεις είχε όντως και ο πατέρας του. Διότι ο Παναγιώτης Κακογιάννης πήρε μέρος σε δυο τουλάχιστον (ερασιτεχνικές βέβαια) θεατρικές παραστάσεις. Η πρώτη -που είναι και γνωστή- ήταν τον Φεβρουάριο του 1938 , όταν ο Μιχάλης ήταν 16 χρόνων και πριν αναχωρήσει για σπουδές στην Αγγλία, το φθινόπωρο του ίδιου έτους και επομένως θα έπρεπε να το θυμάται. Στην επιθεώρηση αυτή που ονομαζόταν σύμφωνα με τη σχετική αφίσα «Εσπερίς των Δικηγόρων», την σκηνοθεσία έκανε ο άγγλος πρόεδρος των δικαστηρίων Ντυμπρέ και πήραν μέρος όλοι οι γνωστοί την εποχή εκείνη μεγαλοδικηγόροι της πόλης ανάμεσα τους και ο Π. Κακογιάννης.
Η άλλη παράσταση έγινε το 1915, με ένα πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα μουσικής και θεάτρου, πριν βέβαια ο Μιχάλης γεννηθεί και πιθανόν όντως να μην το πληροφορήθηκε ποτέ. Δόθηκε στο Θέατρο Χατζηπαύλου υπέρ του Σώματος Προσκόπων Λεμεσού. Στο ένα από τα δύο μονόπρακτα, το «Δνις Τζάκσον» του Ι. Δεληκατρίνη έπαιζε και ο Π. Κακογιάννης το ρόλο του «Δημητράκου, Αθηναίου λιμοκοντόρου»…!
Επειδή λοιπόν τίποτα στη ζωή δεν είναι τυχαίο αλλά όλα εξηγούνται, ίσως η αντίθεση του πατέρα προς τις καλλιτεχνικές τάσεις του γιου να αποτελούσε απωθημένο κρυφής και ανικανοποίητης επιθυμίας του να κάνει ο ίδιος καλλιτεχνική καριέρα!
ΛΕΖΑΝΤΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ:

ΦΩΤΟ 1 Οι γονείς του Μιχάλη Κακογιάννη Αγγελική και Παναγιώτης
ΦΩΤΟ 2 Το σπίτι που γεννήθηκε στην Όθωνος και Αμαλίας όπως είναι σήμερα
ΦΩΤΟ 3 Μιχάλης, Γιαννούλα και Στέλλα (Σουλιώτου)
ΦΩΤΟ 4 Το Θέατρο Χατζηπαύλου στην οδό Αγίου Ανδρέου όπου η Λεμεσός , η Κύπρος και ο μικρός Μιχάλης είδαν για πρώτη φορά ομιλούντα κινηματογράφο
ΦΩΤΟ 5 Η αφίσα της «Εσπερίδας των Δικηγόρων»
ΦΩΤΟ 6 Το πρόγραμμα της γιορτής υπέρ των προσκόπων του 1915



Περιώνυμοι και αριστοκράτες αλλά … λήσταρχοι αρχαιοκάπηλοι

Της Άννας Μαραγκού
Με αφορμή το άνοιγμα των καινούργιων κυπριακών αιθουσών του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης με τα νέα εκθέματα προϊόν κλοπής από την Κύπρο του περιβόητου αμερικανού «διπλωμάτη» και αρχαιοκαπήλου Τσεσνόλα κατά τα έτη 1865-1876 τα εγκαίνια των οποίων τέλεσε ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, πολλά γράφτηκαν για πράγματα που λέχθηκαν από επίσημα χείλη ... διαφόρων βαθμίδων. Μερικά διαψεύσθηκαν ως αποτέλεσμα «παρεξήγησης». Μερικά μάλιστα πιθανόν να δημιουργούν και ευρύτερες συνέπειες και επιπτώσεις, ακόμα και στις σχέσεις μας με την Ελλάδα που διεκδικεί την επιστροφή των μαρμάρων της Ακρόπολης στην Ελλάδα.
΄Ο,τι και να συμβαίνει, απάντηση για την όλη ιστορία δίδει το ακόλουθο δημοσίευμα της εφημερίδας «Ευαγόρας» ημερ. 4 Μαίου 1902 με τον τίτλο «ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ» το οποίο είναι απόσπασμα εκτενούς συζήτησης που γινόταν τις μέρες εκείνες στο Νομοθετικό Συμβούλιο της Κύπρου σχετικά με τις κυπριακές αρχαιότητες.
Το ανάστημα και η λεβεντιά που όρθωσε ο γηραιός πολιτευτής της Λεμεσού Σωκράτης Φραγκούδης απέναντι στους άγγλους αποικιοκράτες, θάπρεπε να αποτελεί παράδειγμα για τους σημερινούς μας ηγέτες αν διάβαζαν κάπου κάπου και λίγο την Ιστορία αυτού του τόπου...
« Κατά την συζήτησιν της 18ης παραγράφου ο διευθυντής του Κτηματολογίου παρακαλεί το Συμβούλιον όπως η παράγραφος αύτη διατυπωθεί μετά ηπιωτέρου ύφους. Η λέξις λήστευσις δεν είνε, λέγει, κατάλληλος, διότι οι αρχαιότητες δεν ανήκουσιν εις μόνον τον τόπον της ανευρέσεως των αλλ’ εις ολόκληρον τον κόσμον και εφόσον η Κύπρος δεν έχει ικανά χρηματικά μέσα προς ανασκαφήν και διατήρησιν των αρχαιοτήτων, δικαιούνται τα μουσεία Λονδίνου, του Βερολίνου, των Παρισίων κ.α. να ενεργώσιν ανασκαφάς και τας ανευρισκομένας αρχαιότητας εκθέτωσιν εις την μελέτην του κόσμου εν ταις προθήκαις τούτων.
«Γνωρίζω τας διαθέσεις των εντ. Μελών ότι δεν επιθυμούσι να εξάγωνται της νήσου αι αρχαιότητες ειμή τα διπλά μόνον και προς την επιθυμίαν ταύτην προσπαθεί να συμμορφωθή η Α. Εξοχότης δια νομοσχεδίου, ούτινος ποιείται μνείαν εν τω εναρκτηρίω λόγω.»
Κατά των παραδόξων τούτων θεωριών του κ. Διευθυντού του Κτηματολογίου αντεπεξελθών ο γηραιός βουλευτής της Λεμησσού-Πάφου κ. Σ. Φραγκούδης είπε τα εξής:« Κύριε Πρόεδρε, η λέξις λήστευσις πρέπει να μείνει ως έχει διότι πράγματι λήστευσις ενεργείται κατά των αρχαιοτήτων της νήσου και υπεύθυνος επί ταύτη είνε η Κυβέρνησις. Αφήσωμεν τον περιλάλητον Σεσνόλαν όστις ίδρυσεν ολόκληρον Μουσείον εν Ν.Υόρκη δια των αρχαιοτήτων ας εσύλησεν εν Κύπρω, το έργον όμως τούτου εξηκολούθησεν και η αγγλική Κυβέρνησις άμα τη κατοχή της Κύπρου. Εάν η αγγλική κατοχή εγίνετο δέκα πρότερον έτη και η αγγλική Κυβέρνησις περιεφρούρει τας αρχαιότητας εν Μουσείω, θα είχομεν αρχαιολογικόν θησαυρόν σήμερον ισάξιον προς την αξίαν απάσης της νήσου.
Ως ο Σεσνόλας ηθέλησε να πλουτίσει την νέαν του πατρίδα Αμερικήν – διότι αυτός είνε Ιταλός- δι’ αρχαιοτήτων τής Κύπρου, ούτω και η αγγλική Κυβέρνησις φιλοτιμείται να πλουτίση το βρεττανικόν Μουσείον δια των αρχαιολογικών θησαυρών της νήσου μας. Είδον ιδίοις όμμασιν ανασκαπτομένας αρχαιότητας εν Αμαθούντι, συσκευαζομένας είτα εν κιβωτίοις μεταφερομένας εις το τελωνείον Λεμησσού ίνα εκείθεν αποσταλώσιν εις Λονδίνον.
Ο έντιμος προλαλίσας εξέφρασε θεωρίαν ότι οι αρχαιότητες δεν ανήκουσιν εις τον τόπον τούτον, αλλ’ εις όλον τον κόσμον και τούτο βεβαίως όπως δικαιολογήσει την ενεργουμένην σύλησιν. Ώστε πας άνθρωπος, κατά την θεωρίαν ταύτην, δικαιούται να κατέρχηται εις Κύπρον ως εις χώραν αδέσποτον και ν’ απάγη τας ανασκαπτομένας η οπωσδήποτε ευρισκομένας αρχαιότητας. Αλλά δεν είνε καλύτερον να παραμένωσιν αύται εν τω τόπω και να προσέρχονται οι αρχαιολόγοι και οι άλλοι άνθρωποι των επιστημών και των γραμμάτων να μελετώσι ταύτας εν ω τόπω εγένοντο και ανευρέθησαν;
Όσα έθνη ή λαοί εγένοντο κύριοι, οπωσδήποτε, της τύχης αυτών προυνόησαν και περιεφρούρησαν τας αρχαιότητας της χώρας των και επιτρέπουσι μεν εις τους ξένους αρχαιολόγους την ενέργειαν ανασκαφών, αλλ’ αι αρχαιότητες παραμένουσιν εν τω τόπω και επιτρέπεται μόνον η εξαγωγή διπλών και τινες προνομίαι ως προς τας δημοσιευομένας περί τούτων παραγματείας.
Από πολλού το Συμβούλιον προέτεινεν εις την Κυβέρνησιν να προταθή πίστωσις χρηματική, ίνα ενεργώνται ανασκαφαί και συντηρήται ευπρεπώς το Κυπριακόν Μουσείον, η πίστωσις δε αύτη δεν θα υπερέβαινε τας 1000 λίρας, ώστε να μην είνε μέγα βάρος εις τον προϋπολογισμόν. Εφόσον η Κυβέρνησις δεν πράττει τούτο και επιτρέπει διαρπαγήν των αρχαιοτήτων, θα επιμένωμεν αποκαλούντες ταύτην λήστευσιν και τι χείρον.»

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Γιάννης Λέφκης Παπαγγέλου ο αγωνιστής, ο λογοτέχνης

Του Πανίκου Παιονίδη Από τη Νέα Εποχή, 1983, Τεύχος 159,
Στην Αγίας Φυλάξεως 40, στην Λεμεσό, στέκει πνιγμένο ανάμεσα στα θεόρατα κτίρια ένα σεμνό, χαμηλό σπίτι, απομεινάρι των παλιών καιρών προτού να καταβροχθιστεί η πόλη από τις πολυκατοικίες και τα μπετόν. Μπαίνοντας σ' αυτό το σπίτι, αριστερά βρίσκεται το γραφείο, ένα γραφείο πνιγμένο μέσα στα βιβλία, βιβλία ίσα με πάνω στο ταβάνι, φάϊλς, στοίβες ολόκληρες από χαρτί, εφημερίδες. Ο ένοικος του σπιτιού δεν είναι απλώς ένας βιβλιογράφος ή ένας πολυγράφος συγγραφέας, αλλά κι ένας εργάτης του πνεύματος που έχει ένα ιδιαίτερο πάθος να συγκεντρώνει, να ταξινομεί, να αποθηκεύει τα πάντα που έχουν κάποια σχέση με τα ενδιαφέροντα του. Στα φάϊλς υπάρχουν επιστολές με ημερομηνίες, που πάνε πίσω στη δεκαετία του 20, υπάρχουν αποκόμματα εφημερίδων, φωτοτυπίες άρθρων, υπάρχουν όλα όσα χρειάζεται ένας μελετητής, που θέλει να βυθιστεί μέσα στην πολυκύμαντη ιστορία αυτού του τόπου των χρόνων κυρίως που οι νέες, σοσιαλιστικές ιδέες έπαιρναν πρακτική έκφραση κι έδεναν με το νεαρό, αλλά μαχητικό, εργατικό κίνημα. Πάνω απ' όλα όμως εδώ βρίσκεται η ζωντανή ιστορία εκείνων των ανήσυχων χρόνων ο Γιάννης Λέφκης Παπαγγέλου, ο βετεράνος αγωνιστής συγγραφέας που όλη του τη ζωή — είναι σήμερα 84 χρόνων — την πέρασε σε μια ηθελημένη απόσταση από τον πολύ θόρυβο, τους πολλούς ανθρώπους, την δημοσιότητα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Γ.Λ.Π. γεννήθηκε στις 13 του Οχτώβρη του 1899 στην Λάρνακα από πατέρα μάστορα, τεχνίτη — σκαρπάρη, πούχε χρεοκοπήσει και καταλήξει νυκτοφύλακας κι εργάτης σε μικροφάμπρικα.
Ο παππούς, ο Αντώνης, που πέθανε σε πολύ βαθειά γεράματα, είχε πάει στην Ελλάδα το 1821, πήρε μέρος στην Επανάσταση κι ανακηρύχθηκε μάλιστα δημότης του Ναυπλίου. Είχε άλλα έξη αδέλφια ο Γιάννης. Ο ίδιος τέλειωσε μέσα από χίλιες στερήσεις το κοινοτικό σχολείο της Μητρόπολης και πιο ύστερα το Εμπορικό Λύκειο.
Από τα εφηβικά ακόμα χρόνια ο Γιάννης παρουσιάζει μια παθολογική αγάπη για το βιβλίο, για τη γνώση. Από τα 13 του χρόνια αρχίζει να γράφει ποιήματα. Σ' ένα από τα ποιήματα εκείνων των μαθητικών χρόνων έλεγε: «Η γνώση ας κυβερνάει τον κόσμο». Κι αλλού: «Αστείρευτη της γνώσης βρυσομάνα το βιβλίο στου λαού τη γλώσσα».
Το καλλιτεχνικό ταλέντο δεν αργούν να το επισημάνουν και οι καθηγητές. Ο τότε Λυκειάρχης Νίκος Σαρρής υπογράμμισε απ' αφορμή έκθεση του Γιάννη, την δύναμη του ύφους του, την διαύγεια του. Στα 17 του τελειώνει με άριστα το Λύκειο, τ' όνειρο όμως για υποτροφία και σπουδές δεν υλοποιείται.
Δεν τα βάζει όμως κάτω. Με το πάθος της νιότης, αλλά και με κείνο το ιδιαίτερο νεύρο πούχει όταν τον κυριεύουν τα ιδανικά, προσπαθεί ν' ανοίξει κάποιους δρόμους. Στα 18 του εκδίδει τη φιλολογική εφημερίδα «Μούσα», πούταν μια πρόκληση προς το αποστεωμένο πνευματικό κατεστημένο. Γι' αυτό και χτυπήθηκε άγρια και συκοφαντήθηκε. Η εφημερίδα πρόβαλε την ανάγκη να ξυπνήσει ο τόπος, να δοθεί στο λαό εκλεκτή πνευματική τροφή. Εδώ για πρώτη φορά χρησιμοποιεί ο νεαρός λογοτέχνης το ψευδώνυμο Λέφκης και μάλιστα με φ υπογραμμίζοντας έτσι το προχωρημένο του ριζοσπαστισμού του στα χρόνια εκείνα γύρω από το γλωσσικό ζήτημα, που πρέπει να το πούμε, συνιστούσε κοινωνικό πρόβλημα πρώτου μεγέθους. Η αντίδραση πέρα απ' όλα τ' άλλα ταμπουρωνόταν και πίσω από την καθαρεύουσα, αυτή την πλαστή γλώσσα, πούβαζε φραγμούς στην μόρφωση του λαού.
Πολύ σύντομα, ύστερα από τέσσερις εκδόσεις, θα κλείσει η «Μούσα» κι ο Γιάννης Λέφκης θα μετοικήσει στη Λεμεσό, όπου βρήκε δουλειά σε γραφείο που πρακτόρευε πλοία. Αυτή η δουλειά με τα πλοία και η επαφή με τους ναυτικούς θα μπάσει τον διψασμένο για γνώσεις Γιάννη Λέφκη στον κύκλο των κοινωνικών θεμάτων. Ένα από τα πλοία, πούδεναν την Κύπρο με τον έξω κόσμο ήταν και το Γαλλικό «Μεσσατζερί» απ όπου ο Γ.Λ. έπαιρνε την «Ουματινέ» όργανο του ΚΚ της Γαλλίας. Ήταν οι κοσμοϊστορικές μέρες της Μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, που όσο απομονωμένο από τον έξω κόσμο και νάταν το νησί μας — και λόγω του πολέμου — δεν μπορούσε παρά να φτάσει σαν μήνυμα και σε μας.
Στην Λεμεσό υπήρχαν ήδη σπέρματα των σοσιαλιστικών ιδεών. Με μια τέτοια ομάδα στην οποία βρίσκουνταν ο Γιάγκος Ηλιάδης, φοιτητής τότε στην Αθήνα κι ο Πάνος Φασουλιώτης έσμιξε ο Γιάννης Λέφκης. Μετάφραζαν κείμενα από την «Ουμανιτέ», κυκλοφορούσαν φυλλάδια.
Σε λίγο οι μονάδες αυτές των ξύπνιων διανοουμένων, που κινούνταν ακόμη σκόρπια κι ασυντόνιστα θάνιωθαν την ανάγκη πιο οργανωμένης δράσης. Παράλληλα είχαν αρχίσει να φυτρώνουν εργατικά σωματεία. Οι συνθήκες ζωής και δουλειάς των εργαζομένων ήταν περισσότερο από άθλιες. Οι έμποροι από την άλλη κι οι τοκογλύφοι οργίαζαν στην πλάτη του λαού. Και πάνω απ' όλα η στυγνή βρεττανική αποικιοκρατία. Φυλακή τότε η Κύπρος! Ήταν οι καταστάσεις λοιπόν ώριμες για το πάντρεμα των σοσιαλιστικών ιδεών με το αυθόρμητο εργατικό κίνημα, που δημιουργούνταν σαν αντίδραση στην ανελέητη εκμετάλλευση και στην αποστεωμένη εθνικοφροσύνη.
Ο Γιάννης Λέφκης εντάσσεται σένα από τους μυστικούς κομμουνιστικούς πυρήνες. Λειτουργούσαν τότε, σύμφωνα με μαρτυρία του Λέφκη, μια σειρά πυρήνες. Ένας απ' αυτούς τους πυρήνες, του δημιουργήθηκε το 1922, είχε, σύμφωνα με το βετεράνο Κομμουνιστή Λεωνίδα Στίγγο επτά μέλη με εκλεγμένο γραμματέα.
Ο Γιάννης Λέφκης γνωρίζει αυτή την περίοδο τον μαρξισμό μέσω του «Κεφαλαίου», του Μανιφέστου και μιας σειράς άλλων βιβλίων όπως ήταν το «Αλφάβητο του Κομμουνισμού», κι η δράση του ξεδιπλώνεται πιο έντονη στον δημοσιογραφικό, δημοσιολογικό τομέα.
Το 1923 με πρωτοβουλία του Γιάννη Λεύκη και του Αιμίλιου Χουρμούζιου καθιερώνεται τακτική, βδομαδιάτικη φιλολογική σελίδα στην λεμεσιανή «Σάλπιγγα». Ήταν μια τολμηρή ενέργεια, που πήγαινε οπωσδήποτε πιο πέρα από την «Μούσα» της Λάρνακας και προετοίμαζε το έδαφος για το επόμενο, αποφασιστικό βήμα στον πνευματικό χώρο, το περιοδικό «Αργή», το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό της Κύπρου, που η έκδοση του υπήρξε αναμφισβήτητα σταθμός. Πρωτεργάτης και πάλι κι εμπνευστής του περιοδικού αυτού, που έζησε ένα χρόνο, από τον Απρίλη του 24 μέχρι τον Μάρτη του 25, πραγματοποιώντας 12 λαμπρές επιδόσεις ήταν και πάλι ο Γιάννης Λέφκης μαζί με τον Αιμίλιο Χουρμόζιο. Στα σημειώματα, που εγκαινίαζαν την έκδοση και που γράφτηκαν από τον Γιάνη Λέφκη, τονίζοντας ότι την φωτιά του ενθουσιασμού δεν μπορούσε να την σβήσει το στενοκέφαλο πείσμα και η τυφλή άρνηση.
Γύρω από την «Αβγή» είχε συγκεντρωθεί ότι πιο προοδευτικό και άξιο στο χώρο της λογοτεχνίας. Εδώ πέρα από τα προοδευτικά λογοτεχνικά κείμενα υπήρχε πολύ αξιόλογη κριτική, που ασκούνταν σε αρκετές περιπτώσεις από μαρξιστικές θέσεις. Για πρώτη φορά προβάλλουνταν στον κυπριακό πνευματικό χώρο αντιλήψεις γύρω από τα θέματα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, που βρίσκουνταν σε διαμετρική αντίθεση με τις καθιερωμένες, ιδεαλιστικές δοξασίες. Κι αυτό εκνεύριζε τους ταγούς της εθνικοφροσύνης, που κτύπησαν την «Αβγή». Κι όταν ένας από τους συνεργάτες της ο Χρ. Χριστοδουλίδης αποτόλμησε να αποκαλύψει σ ένα του κριτικό σημείωμα ότι ήταν κομμουνιστής ρίχτηκαν επάνω του με τις υστερικές κραυγές ότι ο «Κομμουνισμός δεν έχει σχέση με την Τέχνη»!!
Η μάχη όμως, δόθηκε και τίποτε πια δεν μπορούσε ν αναχαιτήσει τις καινούργιες ιδέες.
Την 1η του Γεννάρη του 1925 εκδίδεται ο «Νέος Άνθρωπος» όργανο του ΚΚΚ με υπεύθυνο τον αξέχαστο Χαράλαμπο Σολωμονίδη. Ο ρόλος του Γιάννη Λέφκη στη συγγραφή της εφημερίδας ήταν ουσιαστικός.
Μετά την εξορία του γιατρού Νίκου Γαβόπουλου (5 Ιουλίου 1925)• που ήταν γραμματέας του Εργατικού Κέντρου και με τον οποίο διατηρούσε επαφή, η σύνδεση του Γιάννη Λέφκη με το κόμμα και την όλη δράση του γίνεται πιο άμεση και οργανική. Του δίνεται τότε το ψευδώνυμο Νέαρχος.
Στο πρώτο φύλλο του «Νέου Ανθρώπου» μετά την απέλαση δημοσιεύτηκε άρθρο του Γιάννη Λέφκη με τον τίτλο «να το ξέρουνε», όπου τονίζουνταν ότι αν νομίζανε πως με την εξορία του Γιαβόπουλου θα διαλύουνταν το Κόμμα «το νόμισμα τους βγήκε κάλπικο». «Ας το ξέρουνε πως οι φανατικοί από μας γίνανε πιο φανατικοί, ακόμα και όσοι ταλαντεύουνταν ήρθανε οριστικά με το μέρος μας». Και συνέχιζε: «Οι αγώνες χρειάζονται θυσίες κι έχουνε θύματα. Κι ο αγώνας ο δικός μας είχε το πρώτο του θύμα. Δεν μας ενδιαφέρει πόσα θα ακολουθήσουνε. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το ξύπνημα του εργάτη κι η λύτρωση του από τα χέρια των αφεντάδων και των εκμεταλλευτών».
Αρχίζει έτσι μια περίοδος κατά την οποία ο Λεύκης αναμιγνύεται ενεργά στο κίνημα.
Γύρω σ αυτή την περίοδο το 1929 ο Γιάννης Λέφκης θα γράψει και θα κυκλοφορήσει σε λιγοστά, δακτυλογραφημένα αντίτυπα μια σοβαρή μελέτη με τον τίτλο «Οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην Κύπρο», που δυστυχώς δεν διασώθηκε. Χάθηκε μέσα στα χρόνια της παρανομίας, όπως ολόκληρο το αρχείο της Κ.Ε., που κατασχέθηκε από την αποικιοκρατία τον Οχτώβρη του 1931.
Αρχίζει η δεκαετία της Παλμεροκρατίας, χρόνια τρομερά δύσκολα για το Κόμμα, που είναι τώρα πια παράνομο και οι λιγοστοί τολμηροί κομμουνιστές γίνονται αντικείμενο άγριων διώξεων, προπηλακισμών και φυλακίσεων. Ο αγώνας όμως συνεχίζεται σε πολλά, ταυτόχρονα, μέτωπα.
Το 1935 ο Γιάννης Λέφκης εκδίδει την ποιητική του συλλογή «Στεναγμοί και Πόθοι», που θα χαιρετιστεί σαν μια κατάκτηση της κυπριακής ποίησης, σαν ένα έργο που προμηνύει μια αναγέννηση σαν «μια όαση σε μια Σαχάρα», όπως έγραψε κάποιος κριτικός. Επισημαίνεται ο αρρενωπός λυρισμός της ποίησης του Λέφκη, η δύναμη του αισθήματος του, η έκταση της απελπισίας και του πόνου, που την διαπερνά, και που οδηγεί στο μίσος, η πρωτογονική αλήθεια, η κραυγή ωδύνης.
Ο Τεύκρος Ανθίας, πούχε επιστρέψει από την Αθήνα εκείνη την περίοδο με το πάθος του κομμουνιστή κι ήταν μέλος του παράνομου Κόμματος, είχε επισημάνει την διαύγεια, την ωριμότητα, την φιλοσοφικότητα και το πολύπτυχο της ποίησης του Λέφκη, όπως επίσης και το ότι εξέφραζε μια ακριβοπληρωμένη και οδυνηρή γνώση της ζωής. Δυο χρόνια πιο ύστερα, το 1937, από την πέννα του Γ. Λέφκη βγαίνει μελέτη για τον Βασίλη Μιχαηλίδη, τον ποιητή της Κύπρου.
Επρόκειτο, όπως τονίστηκε τότε, γιο μια επιστημονική μελέτη, πούχε την ιδιαίτερη σημασία της γιατί βγαίνοντας στα χρόνια της παλμεροκρατίας και του σκοταδισμού μιλούσε για την αγάπη, για την λευτεριά. Η προβολή και ανάλυση του έργου του ποιητή της 9ης του Ιούλη ήταν μια μάχη, που δίνουνταν στο χώρο των ιδεών και της τέχνης από ένα κομμουνιστή διανοούμενο.
Ταυτόχρονα όμως ο Γιάννης Λέφκης έδινε τη μάχη του και σε πολλούς άλλους τομείς. Σκηνοθετούσε με μεγάλη επιτυχία αρχαίες τραγωδίες στην Ιδιωτική Σχολή Λεμεσού, συνεργαζόταν με τα περιοδικά «Πάφος» και «Κυπριακά γράμματα», δημοσίευε ποιήματα («Το τραγούδι των σκλάβων»), μελέτες («Πως να μελετηθεί η νεώτερη κυπριακή λογοτεχνία»), άρθρα γενικότερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος, για την ανάγκη οργάνωσης δημοτικής βιβλιοθήκης στη Λεμεσό, για την ανάγκη δημιουργίας Μουσείου Λαϊκής Τέχνης κλπ.
Το 1963 ο Γιάννης Λέφκης θα εκδώσει μια καινούργια συλλογή ποιημάτων, «Το τραγούδι των ξυπνημένων ανθρώπων», πούχε την τύχη να φακελωθεί στην Ελλάδα, γεγονός που το θεωρεί ο ποιητής τίτλο τιμής. Ο Θοδόσης Πιερίδης χαιρέτισε την ποίηση αυτή, την πλημμυρισμένη με μίσος για την αδικία και πίστη προς την δικαιοσύνη γράφοντας: «Σε μια εποχή με φυγές κι εγκαταλείψεις δροσίζεται πάντα η καρδιά μου σαν ανακαλύψω ένα αδέλφι».
Ο Θοδόσης Πιερίδης θα χαιρετίσει και την επόμενη συλλογή, την «Τριλογία της ζωής και του θανάτου» (1967) τονίζοντας πως τον είχε συνταράξει η ποίηση του Λέφκη γιατί είχε περάσει κι ο ίδιος, όπως τόνιζε, μέσα από όμοιες εμπειρίες. Ας σημειωθεί ότι την δεκαετία του 1960 η συντρόφισσα του Γ.Λ. είχε περάσει μέσα από μια πολύ βαρεία αρρώστια, πούχε τσακίσει κυριολεχτικά και τους δυο κι η ποίηση εκείνη ανάδινε αυτήν ακριβώς την ατμόσφαιρα. Ο Θοδόσης Πιερίδης από την άλλη μόλις είχε χάσει τη δική του καλή συντρόφισσα, την Αλεξάνδρα.
Ας σημειωθεί ότι η λογοτεχνική προσφορά του Γιάννη Λέφκη επεκτείνεται και στην μετάφραση ποιητικών κειμένων. Εκεί, στο γραφείο του, μέσα στις στοίβες του χαρτιού υπάρχουν τετράδια με ανέκδοτη ποιητική και άλλη δουλειά. Ανάμεσα στ ανέκδοτα είναι ο «Διθύραμβος του ανθρώπου», μια μεγαλόπνοη, ποιητική σύνθεση, όπου προβάλλει η ασάλευτη πίστη του ποιητή προς το μέλλον, υπάρχουν κείμενα κάτω από τον γενικό τίτλο «Όταν ρίχναμε τους σπόρους», κείμενα πάνω σε πνευματικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά ζητήματα. Εκεί βρίσκονται και τρεις δερμάτινες θήκες στο μέγεθος τετραδίου, όπου προσεκτικά είναι περασμένες μέσα οι σελίδες του έργου της ζωής του Γιάννη Λέφκη οι «Ρίζες». Γύρω στις 750 χειρόγραφες σελίδες, φορτισμένες με όλα εκείνα τα συγκλονιστικά της δεκαετίας του 1920—30. Κάτω από τον τίτλο ο ποιητής παραθέτει πολύ εύστοχα ένα μικρό απόσπασμα από ποίημα του Ρίτσου.
«Οι ρίζες βέβαια δεν φαίνονται
όμως το ξέρεις
σ αυτές κρατιέται το δέντρο
Για νάσαι δίκαιος
σκέψου τις ρίζες».
Για νάμαστε δίκαιοι πρέπει πράγματι να σκεφτόμαστε τις ρίζες απ όπου κρατιέται το δέντρο.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Το σπίτι του Γιάννη Λέφκη στην Αγίας Φυλάξεως 40 όπως είναι σήμερα (φωτο Τ.Κολώτας) κατάκλειστο από τού  θάνατου τού ποιητή γεμάτο αναμνήσεις αλλά και πολύτιμα βιβλία και ακόμα πιό πολύτιμα για την ιστορία της Λεμεσού και του τόπου έγγραφα, περιμένει τους μελετητές της Ιστορίας να τα αξιοποιήσουν και αναδείξουν...(Τ.Κ.)










Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Παλαιστές στη Λεμεσό, τότε που η πάλη σήμαινε λεβεντιά, φιλότιμο και εθνική αξιοπρέπεια.

Εισήγηση του Τίτου Κολώτα στο Τέταρτο Επιστημονικό Συμπόσιο Προφορικής Ιστορίας που πραγματοποιήθηκε στις 22 και 23 Νοεμβρίου 2008 στην αίθουσα τελετών του Τσιρείου Σταδίου από το Παττίχειο Αρχείο και Κέντρο Μελετών του Δήμου Λεμεσού σε συνεργασία με τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού και τον Γυμναστικό Σύλλογο Ολύμπια με θέμα την Αθλητική Ιστορία της Λεμεσού.
 ===================================================================
Aπό αρχαιοτάτων χρόνων στην ιστορία ο ελληνισμός ανήγαγε την πάλη ως το ύψιστο άθλημα ρώμης και λεβεντιάς. Οι αρχαίοι έλληνες εκτιμούσαν ιδιαίτερα τους παλαιστές γιατί το αγώνισμα απαιτούσε δύναμη, τέχνη και εξυπνάδα. Ο λαός λάτρευε τους μεγάλους πρωταθλητές της πάλης ως ημίθεους.
Στη λαμπρή περίοδο του κλασσικού Ελληνικού πολιτισμού οι Έλληνες εκπαιδεύονται μαζικά στο Παγκράτιο ως αθλητική δραστηριότητα αλλά και ως πολεμική τέχνη ταυτόχρονα. «Κλασθέντων αυτοίς ξιφών τε και δοράτων, πολλά ταις χέρσι γυμναίς έπραξαν…πάλη δε και Παγκράτιον ως ες το πρόσφορον τω πολέμω εύρηται» λέει ο Φιλάστρατος.
Το Παγκράτιο υμνήθηκε πάρα πολύ και έφτασε να γίνει «των εν Ολυμπία το κάλλιστον» σύμφωνα πάντα με τον Φιλόστρατο. Η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξη του Παγκρατίου Αθλήματος υπάρχει στο στίχο 586 των «Αργοναυτικών» που περιέχουν πληροφορίες μέχρι και τη δωδέκατη χιλιετία π.Χ. Το όνομα του προέρχεται από το παν-κράτος που δηλώνει αυτόν που κατέχει την εξουσία, αυτόν που νικά με την απόλυτη δύναμη-γνώση.
Κατά τον Πλούταρχο ευρέτης του Παγκρατίου είναι ο Θησεύς, ο οποίος με το Παγκράτιο νίκησε τον Μινώταυρο και κατά τον Παυσανία ο Ηρακλής.
Σημαντικές είναι οι πληροφορίες μας παρέχει και ο Ρήγας Φεραίος σε έργο του με τον τίτλο «Ολυμπία» από το πρωτότυπο έργο του Ιταλού Μεταστάσιου, όπου αναφέρει ότι το Παγκράτιο μαζί με τα άλλα αρχαιοελληνικά αγωνίσματα υπάρχει, «…μέχρι της σήμερον εις την Θεσσαλίαν αλλά και εις όλην την Ελλάδαν».
«Τοις κείνων ρήμασι» λοιπόν «πειθόμενοι» και ως συνέχεια της ιστορίας του ελληνικού πνεύματος, ο λαός μας συντηρεί την ύψιστη αυτή αθλητική αλλά και πολεμική και λεβέντικη παράδοση δια μέσου των αιώνων και την μεταφέρει στην σύγχρονη εποχή μέσα από την τουρκοκρατία και την αγγλοκρατία.
Η πάλη και ιδιαίτερα το παγκράτιον αποτελούσε ένα αγαπημένο λαϊκό άθλημα και θέαμα που όμως έδινε ταυτόχρονα και την ευκαιρία στον υπόδουλο λαό να εκφράσει δια μέσου του συναισθήματα πατριωτικά και αλυτρωτικά.
Ο Γεώργιος Φραγκούδης, το επιφανέστατο αυτό τέκνο της Λεμεσού στο πρώτο του ουσιαστικά βιβλίο από τα πολλά που έγγραψε στη συνέχεια πάνω σε δεκάδες θέματα, το «Κύπρις 1890» που συνέγραψε παρακαλώ, σε ηλικία 19 χρονών λέει :
«Κατά δε τους γάμους των πλουσίων, τας εορτάς και τας πανη¬γύρεις, τα παλληκάρια του χωρκού επιδίδονται εις διαφόρους ασκή¬σεις, λείψανα των μεγάλων των αρχαίων αγώνων.
Η πάλη είναι η συνηθεστέρα και κυριωτέρα των ασκήσεων τούτων, διεξάγεται δε πεισματωδέστατα. Έκαστη κώμη, καθώς έχει τους τραγουδιστάς αυτής, έχει και τους παλαιστάς της, οίτινες ηττώμενοι υπό ξένων προσάπτουσιν όνειδος εις την γενέτειραν, ενώ τουναντίον νικώντες, τιμήν και κλέος• ούτως ωρισμένα χωρία φημίζονται σήμερον διά τους παλαιστάς των, οίτινες ηυτύχησαν να τιμήσωσι την Πατρίδα εν ταις παλαίστραις των εορτών και πανηγύρεων. Υπό τον ήχον των οργάνων συμπλέκονται πολλάκις ημίγυμνοι οι παλαισταί, και μανιωδώς παλαίουσι μέχρις εξαντλήσεως, ο δε νικητής ανευφημείται πανηγυρικώτατα, και η ταχύπτερος φήμη διαλαλεί εις τα πέ¬ριξ το ένδοξον όνομα του. Όσοι δ’ εκ, τούτων διακρίνονται δι υπερβάλλουσαν ρώμην, απολαύουσι παγκυπρίου φήμης, θεωρούνται πρό¬σωπα σεβαστά και κατά τας πανηγύρεις προσκαλούνται πολλάκις, όπως λαμπρύνωσιν αυτάς, παλαίοντες προς αλλήλους. Σχηματίζεται τότε (μέγας εκ θεατών κύκλος, καθαίρεται η παλαίστρα και το¬ποθετούνται γύρωθεν αυτοσχέδιοι ευταξίαι. Συγκίνησις και σιγή επικρατεί, ψιθυρισμοί δε μόνον υποδέχονται τους παλαιστάς σιωπη¬λούς βαίνοντας προς αλλήλους εξ αντιθέτου διευθύνσεως. Γυμνοί σχεδόν και ασάνδαλοι, ελαίω ηλειμμένοι, επιδεικνύουσιν εις το πλή¬θος τους ισχυρούς των μυς και μειδιώντες ποιούσι στροφάς τινας, κτυπούσι τας χείρας επί του εδάφους, και τείνοντες αυτάς προς αλ¬λήλους, συμπλέκονται. Τότε δύναται τις να θαυμάση ου μόνον την ρώμην, αλλά και την τέχνην περί την πάλην, ήτις πολλάκις διαρ¬κεί επί πολύ και επαναλαμβάνεται, εάν ουδείς ανεδείχθη νικητής, ενίοτε δε και αποβαίνει επικίνδυνος δια τον ηττώμενον. Όταν ο είς των αντιπάλων ήναι ΄Ελλην και ο έτερος Τούρκος, η πάλη προσ¬λαμβάνει εθνικόν χαρακτήρα και οι θεαταί διαιρούνται εις δύω αντίθετα στρατόπεδα. Ο νικητής απολαύει μεγάλων τιμών, λαμ¬βάνει χρηματικά δώρα,το δε νικήσαν στρατόπεδον ονειδίζει τους ηττηθέντας.
Εσχάτως προσεκλήθησαν εις πάλην εν Λεμησσώ είς Έλλην και είς Τούρκος. Κόσμος πολύς συνέρρευσεν εις το θέαμα και φανατισμός μέγας ανεπτύχθη εκατέρωθεν παρά προσδοκίαν ενίκησεν ο Τούρκος, οι δε Τούρκοι εξήλθον εις μεγάλην ανά την συνοικίαν των, νικητήριον διαδήλωσιν κατόπιν συνέβη το εναντίον και οι Έλληνες ανταπέδωκαν τα ίσα. Εκ τούτου μικρού δείν συνέβαινε ρήξις.
Η ρώμη τόσον εκπλήσσει τον λαόν, τόσον επιβάλλεται εις το πλήθος, ώστε οι παλαιωτάδες ούτοι περιβάλλονται υπό μυθολογι¬κής τίνος αίγλης, ως ο αρχαίος Ηρακλής και ο μεσαιωνικός Ακρί¬τας, οι δημώδεις ποιηταί κρούουσιν υπέρ αυτών τας χορδάς της λύρας των, και ο λαός αποδίδει την μεγάλην αυτών ισχύν εις μικράν τίνα ουράν, ην φαντάζεται, ότι ούτοι φέρουσιν όπισθεν. Μεγαλοποιούσι πάν ό,τι ακούσωσι και υπό το πρίσμα της νηπιώδους αυτών φαντασίας φαντάζονται αυτούς μετακινούντας τοίχους, φέροντας επ' ώμων ογκώδεις λίθους, και διάφορα άλλα υπερφυσικά περί αυτών διηγούνται. Κατά τον Ησύχιον, την Κυπρίαν πάλην εκάλουν τινές μεν πάμμαχον, άλλοι δε άγροικον καί απάλαιστρον, διότι ατέχνως επάλαιον οι Κύπριοι. Ό Ησύχιος, λέγων πάμμαχον πάλην, εννοεί βεβαίως το παγκράτιον, όπερ και σήμερον παίζεται εν Κύπρω μετά λακτισμάτων (πάτσος, κλώτσος)».
Ο σημαντικός καταγραφέας γεγονότων και τόπων της Λεμεσού του 19ου αιώνα Ευστάθιος Παρασκευάς περιγράφοντας τις παιδικές του αναμνήσεις στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού το 1937 για συμβάντα στη πόλη κατά το έτος 1871 λέει: «Εις το 1871 εκτίσθη το πρώτο προς την θάλασσαν καφενείον στηριζόμενον επάνω σε κολόνες ιδιοκτήτης του κτήματος ήτο ό αείμνηστος Δημήτριος Νικολαΐδης. Εις αυτό ήρχετο ο καλός κόσμος και εις αυτό έγεινεν ή γνωριμία δύο δυνατών παλαιστών, του Αβράμη από του Μόρφου και του Ισμαήλ Αράπη από την Αύδήμου, ηγνωριμία αυτή κατέληξεν εις συνεννόησιν μεταξύ των όπως παλαίσουν. Όταν έγεινε γνωστόν, ο δρόμος και το καφενείον εγέμισ«ν από Χριστιανούς και Τούρκους. Όλος αυτός ο κόσμος συνώδευσε τους παλαιστάς ως το Κονάκι (το σπίτι όπου σήμερον είνε η αστυνομία) όπου επήγαν δια να ζητήσουν την άδειαν του Καϊμακάμη Σιεκερζατέ. Ανέβηκαν επάνω και κατόπιν ο κόσμος τους είδε εις το Κιόσκι, όπου ό διοικητής τους ωμίλησεν. Τους λέγει, βλέπετε αυτό το πλήθος από Χριστιανούς και Τούρκους; Νομίζετε ότι εάν νικήσει ο Χριστιανός θα το ανεχθούν οι Τούρκοι; Ή εάν νικήση οΤούρκος θα το ανεχθούν οι Χριστιανοί; Θα γείνουν καυγάδες και πόλεμος μεταξύ των και έτσι θα αναστατωθή ή πόλις. Δεν σας δίδω άδειαν και να χωρισθήτε με φιλίαν και να υπάγετε στην δουλειάν σας. Έτσι δεν έγεινεν η πάλη και ο κόσμος έχασεν έναν θέαμαν που τόσον εσπάνιζε την έποχήν εκείνην. Ίσως να είχε δίκαιον ο Καϊμακάμης.
Και οι δύο ήσαν καλά παλληκάρια αλλά ο Ισμαήλ ήτο πελώριος. Δεν έχω συναντήσει μέχρι σήμερον τοιούτον άνθρωπον ήτο πελάτης του πατέρα μου και ήρχετο συχνά το σπίτι μας, δεν μπορούσε να καθίσει σε κοινόν κάθισμα, ήτο πολύ μικρόν γι' αυτόν, διά τούτο εκάθητο επάνω στο ψαθί όπου εβάλλαμεν και μαξιλάρια δια να ακουμβά. Εντούτοις με όλον αυτόν τον όγκο του, έτρεχε πολύ περισσότερον από μίαν αίγα εις απόστασιν δύο μιλίων.
Ο Αβράμης γνωστός τότε με το όνομα «Μορφίτης» ήτο υψηλού αναστήματος μετρίου πάχους. Είχε παλαίσει με άλλους Χριστιανούς και Τούρκους εις άλλα μέρη και τους είχε νικήση όλους• ήτο ο Τζιμ Λόντος της εποχής του.»
Μια παρόμοια περιγραφή έχουμε και από τον λεμεσιανό ιστορικό και εξέχοντα λαογράφο, τον Ξενοφώντα Φαρμακίδη, στην ίδια εφημερίδα το 1935 που λέει:
«Απέναντι της αλευρομηχανής του μακαρίτου Αριστοκλή Πηλαβάκη νυν μηχανή κ. Πολ. Ευθυμιάδη και απέναντι της οικίας του κ. Σωτήρη Κοντοπούλου, εκεί όπου υψούται ευμεγέθης ιτέα, ήτο ανεμόμυλος εξ ού έλαβε και το όνομα η μικρά ολιγάριθμος τότε συνοικία. Απέναντι αυτού εξετείνετο ευρύ οικόπεδον, όπου τώρα ευρίσκονται αι οικίαι Γιακουμή Ιακωβίδη και Ιακ. Χατζηλοΐζου και τινές νεόδμητοι.
Εις το οικόπεδον τούτο κατά η περί το έτος 1890, διεξήχθη, κατόπιν αδείας της αστυνομίας, πάλη μεταξύ ξένου, τούρκου αιθίοπος, συστηματικού παλαιστού, όστις περιήρχετο τας πόλεις της Ανατολής, επιδεικνύων την έκτακτον ρώμην του και του Χριστιανού Αβράμη Μορφίτη, ως εκ Μόρφου καταγομένου, αρκετά ρωμαλέου, χαίροντος παγκυπρίου φήμης. ΄Ητο ο Κουταλιανός της Κύπρου. Δια το θέαμα της πάλης αυτής, ήτις προσέλαβε χαρακτήρα εθνικού ενδιαφέροντος, συνέρρευσεν άπασα η πόλις. Ο Αβράμης συνείθιζε να διεξάγει την πάλην γονατιστός. Εισήλθον αμφότεροι γυμνοί εις την κονίστραν και ο μεν οθωμανός ήτο αλειμμένος με γλοιώδη ουσίαν, ο δε Αβράμης ουχί. Αφού εχαιρετίσθησαν, μετά 2-3 γύρους συνεπλάκησαν. Ο Αβράμης κατά το σύνηθες εγονάτισε και εζήτησε να συλλάβη τον αντίπαλον του από τας κνήμας, ούτος δε επιδεξίως απέφυγε τούτον και δια μιάς ωθήσεως τον ξήπλωσε κατά γης. Τι δε συνέβη τότε ήτο αφάνταστον.
Οι Οθωμανοί ύψωσαν τον νικητήν επ ώμων και τον περιέφερον εν θριάμβω ανά πάσας τας οδούς της πόλεως μετ’ αλαλαγμών και μουσικών οργάνων. Οι Χριστιανοί εξ εντροπής διεσκορπίσθηαν περίλυποι εις τας οικίας των.
Ελέχθη, υποστηρίχθη, εβεβαιώθη βραδύτερον, ότι η ήττα του Αβράμη ωφείλετο εις δωροδοκίαν. Ότι δε τούτο ήτο αληθές απεδείχθη από τον πρόωρον θάνατον του, όστις λέγεται επήλθε εκ της λύπης και των τύψεων της συνειδήσεως του.
Οι χριστιανοί βαρέως έφερον την αισχύνην αυτήν και έπρεπε να την απαλύνωσι. Κατά του οθωμανού παλαιστού αντέταξαν τον Χριστοφήν Κολλούφην εκ του χωρίου Μονής, όστις τον αντίπαλον του κατέρριψεν, ως «δέμα χόρτου». Η πάλη αύτη διεξήχθη 15 μέρες μετά την πρώτην εις το ίδιον οικόπεδον. Οι χριστιανοί περιέφεραν τον νικητήν εν θριάμβω ανά τας χριστιανικάς συνοικίας πρωτοστατούντος και προεξάρχοντος του τότε γνωστού αρχιλεμβούχου Παπαηλία, όστις συνήθροισε δι’ εράνων ικανόν ποσόν χρημάτων εις αμοιβήν του νικητού»
Πρωτοπαλλήκαρα της πάλης και της άρσης βαρών στα χρόνια που ακολούθησαν ήταν ο Μιχάηλ Φούρναρης, ο Μιχαήλ Φυτός και ο Ιωάννης Μαρνέρος «γνωστός» κατά τα γραφόμενα του Χριστάκη Σαββίδη « Πανελλη¬νιονίκης στην ελευθέρα πάλη του οποίου τα χέρια ως τα βαθειά του γηρατειά διατηρούσαν την δύναμη την νεανική, τα χέρια του έσφιγγαν όπως την «τανάλια» στη χειραψία του. Κέρδισε χρυσούν μετάλλιο στην Ελληνορωμαϊκή Πάλη 79 κιλών στην Αθήνα το 1935.»
Για τον Μιχαήλ Φούρναρη εξ άλλου ο ίδιος λέει:
«Στα παλιά χρόνια ο Μιχάλης Φούρναρης έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και θαυμασμού για την ρωμαλεότητα του από τους Λεμεσιανούς. Διεκρίνετο δια την σωμα¬τική του δύναμη. Με μεγάλη ευκολία μπορούσε στο αγώνισμα του "διτζίιμη" στις γιορτές του Πάσχα, να ση¬κώσει πάνω από τους ώμους του το διτζίμη - μια μεγάλη πέτρα - βάρους τριάκοντα οκάδων. Επίσης συμμετείχε σαν αθλητής του Γ.Σ.Ο. στους Παγκύπριους αγώνες στίβου στα αγωνίσματα "άρσης βαρών δι' ενός χεριού και δια δύο χεριών", όπου εξήρχετο νι¬κητής. Δύο φορές αναδείχθηκε παγκυπριονίκης στο αγώνισμα άρσης βαρών το 1899 και το 1900. Ο Μι¬χαήλ Φούρναρης διεκρίνετο και στο αγώνισμα της πάλης και ουδέποτε ηττήθηκε.
Το 1900 στους Παγκύπριους αγώνες πάλης αγωνίσθηκε με το ισά¬ξιο του παλικάρι Μ. Κωνσταντά και ύστερα από αγώνα πάλης, που κρά¬τησε μια ώρα η οργανωτική επιτρο¬πή ανακήρυξε και τους δύο ισόπαλους. Οι παλιοί Λεμεσιανοί ενθυμούνται τον Μιχαήλ Φούρναρη σαν πρωτοπαλίκαρο του Συναχωριού και τον Πελλόγιαννο σαν πρωτοπαλίκαρο της Τζαμούδας. Αυτοί οι δύο έλυσαν τις δια¬φορές των Συναχωριωτών και Τζαμουλιωτών, όταν εδημιουργούντο επεισόδια μεταξύ των σε ταβέρνες, πάνω στο μεθύσι τους.»
Ανοίγοντας εδώ μια μικρή παρένθεση να επισημάνω πως οι λεμεσιανοί συνεχίζοντας και εδώ την ελληνική παράδοση κατά το σπαρτιάτικο ρητό ««άμμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες» που ερμηνεύεται ως : «εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροι σας»..., δεν παρέλειπαν με κάθε ευκαιρία να διχάζονται και να διαπληκτίζονται: τζαμουλιώτες και καθολιτζιάτες, κυρηναϊκοί και κιτιακοί, ενωτικοί και ανθενωτικοί, ενδοτικοί και ανένδοτοι, δεξιοί και αριστεροί, εθνικόφρονες και αγγλόφιλοι, μακαριακοί και γριβικοί και δε συμμαζεύεται! Αναλάμβαναν λοιπόν τότε οι παλαιστές και τα πρωτοπαλίκαρα των γειτονιών να καθαρίσουν για την πάρτη τους!
Κάνοντας όμως τώρα ένα άλμα στο χρόνο λόγω… χρόνου ερχόμαστε στο 1931
Μια πολύ δύσκολη χρονιά, από τις πιο δύσκολες θάλεγα, στη σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου. Μέσα από την οικονομική ανέχεια, με την ανεργία και τους εξοντωτικούς φορομπηχτικούς και δασμολογικούς νόμους, την πολιτική και κοινωνική αποικιοκρατική καταπίεση με ανελεύθερους νόμους που θεσμοθετεί το αγγλικό καθεστώς και την ποδηγέτηση της ελληνικής παιδείας των Κυπρίων, που θα οδηγήσουν τελικά στο ξέσπασμα του κοινωνικού και εθνικού κινήματος γνωστού ως «τα οκτωβριανά» τον Οκτώβρη του ιδίου έτους, οι κύπριοι ψάχνουν στηρίγματα και εθνικά ερείσματα να αντέξουν και να αντισταθούν.
Οι διεθνείς νίκες και τα κατορθώματα ενός έλληνα παλληκαριού που θριαμβεύει την εποχή εκείνη στις ΗΠΑ και γίνεται γνωστός ανά το παγκόσμιο ως πρότυπο για την ελληνική λεβεντιά και παλληκαριά του, ο πρωτοπαλαιστής Τζιμ Λόντος και οι αρετές του αυτές αποτελούν και τα πρότυπα και κάποια από τα ερείσματα του κυπριακού λαού.
Οι νίκες και τα κατορθώματα του καταλάμβαναν ολόκληρα πρωτοσέλιδα στις λεμεσιανές εφημερίδες και αποτελεί πλέον ένα μεγάλο εθνικό ίνδαλμα. Έτσι που όταν τον Ιούνιο του 1937 μέσα στη σκοτεινή περίοδο της παλμερικής δικτατορίας, έρχεται για επίσκεψη στην Κύπρο, ο λαός της Λεμεσού τον υποδέχεται σχεδόν παραληρώντας από ενθουσιασμό και εθνική υπερηφάνεια.
Σύμφωνα με τον Χριστάκη Σαββίδη και πάλιν : « Κατά την επίσκεψη του Τζίμ Λόντου στη Λεμεσό το 1937 ολόκληρος ο λαός της Λεμεσού του επεφύλαξεν αποθεωτική υποδοχή. Τα σχολεία και τα καταστήματα έκλεισαν και όλοι συναθροίστηκαν στο τελωνείο και με επικεφαλής τη φιλαρμονική και τας Αρχάς της πόλης εν παρελάσει πορεύθηκαν στο Στάδιο Γ.Σ.Ο. όπου τον προσεφώνησεν ο δήμαρχος της πόλης.»
Για τον γυναικόκοσμο της Λεμεσού αποτελούσε μάλιστα επιπλέον και ίνδαλμα και πρότυπο του απόλυτου αρσενικού, ενώ τα ζαχαροπλαστεία της πόλης κατασκεύασαν τούρτες και πάστες δίδοντας τους το όνομα του που οι λεμεσιανές τις έκανα ανάρπαστες!
Αυτά λοιπόν και πολλά άλλα συνέβαιναν στη μικρή μας πόλη τότε που η πάλη δεν ήταν απλώς ένα άθλημα σαν όλα τα άλλα.

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟΥ


Ένα από τα σημαντικότερα κτήρια στην πόλη ήταν το "Θέ¬ατρο Χατζηπαύλου". Βρισκόταν στην οδό Αγίου Ανδρέου, πολύ κοντά στον ναό της Αγίας Τριάδος. Οικοδομήθηκε το 1913 από τους αδελφούς Χατζηπαύλου, μετά από προτροπές του Ελλαδίτη ηθοποιού Λεπενιώτη. Ήταν ο πρώτος θεατρικός χώρος, που σχεδιάστηκε από την αρχή ως θέατρο. Η διάρθρωση των όψεων δεν μαρτυρούσε την λειτουργία του εσωτερικού του χώρου. Εξωτερικά το κτήριο έδινε την εντύπωση ενός συνηθισμένου τριώροφου, με τα χαρακτηριστικά του μπαλκόνια και τις κορινθιακές παραστάδες. Στον τελευταίο όροφο, στον οποίο οδηγούσε μια εξωτερική πέτρινη σκάλα, βρισκόταν η κατοικία του Αντώνη Χατζηπαύλου και της συζύγου του Θεοδώρας (της επιλεγόμενης "αυτοκράτειρας"). Στο εσωτερικό του κτηρίου κυριαρχούσε η υπερυψωμένη σκηνή και από κάτω, όπως στα λυρικά θέατρα, η θέση της ορχήστρας. Εντύπωση προκαλούσαν ο εξώστης και το υπερώο, που διέθεταν και τ' απαραίτητα θεωρεία των "εκλεκτών".
Μια κορυφαία στιγμή στην ιστορία του θεάτρου ήταν το πέρασμα, στα 1927, του θιάσου της μεγάλης Μαρίκας Κοτοπούλη, που την συνόδευαν ο Αιμίλιος Βεάκης και ο ανεπανάληπτος Βασίλης Λογοθετίδης. Το οικοδόμημα λειτουργούσε παράλληλα και ως κινηματογράφος, προβάλλοντας ταινίες της Gaumont.
Στα χρόνια του Μεσοπολέμου το Θέατρο Χατζηπαύλου μετατράπηκε, χωρίς σοβαρές αλλοιώσεις, σε κοσμικό νυκτερινό κέντρο, το περίφημο "Μαξίμ", που άφησε εποχή.
Σήμερα, με την τάση αναβίωσης των παλαιών θεατρικών και κινηματογραφικών χώρων, η οικοδομή θα μπορούσε να γινόταν το επίκεντρο της πολιτιστικής κίνησης της πόλης. Δυστυχώς κατεδαφίστηκε το 1978. Το πολυώροφο κτήριο, που θα το αντικαθιστούσε, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Στην θέση του υπάρχουν κάποια καταστήματα και από πίσω προβάλλει το παραθαλάσσιο τείχος των πολυκατοικιών. Το Θέατρο Χατζηπαύλου, το θρυλικό "Μαξίμ", διεκδικεί τα σκήπτρα του πιο αδικοχαμένου κτηρίου στο ιστορικό κέντρο της πόλης.

Φωτογραφία: Πρόβα του θεατρικού έργου "0 δικηγόρος" του νομικού και λογοτέχνη Ευγενίου Ζήνωνος. Στο κέντρο της φωτογραφίας διακρίνεται ο συγγραφέας ανάμεσα στους ηθοποιούς στην σκηνή του Θεάτρου Χατζηπαύλου, το 1926.

Από το σημαντικό για την Ιστορία της Λεμεσού βιβλίο του αρχιτέκτονα και ιστορικού ερευνητή Τάσου Ανδρέου «Λεμεσός αναδρομή μνήμης»

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ


Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ο νεαρός συμπο¬λίτης μας, που κάθιδρος προσπαθεί να σταθμεύσει το αυτοκίνητο του στον χώρο σταθμεύσεως, κοντά στην Δημοτική Αγορά, ότι εκεί υπήρχε παλαιότερα το Γυμνάσιο της πόλης. Το 1906 η παλαιά "Ελληνική Σχολή", που μέχρι το 1896 στεγαζόταν σ' ένα κτήριο στον περίβολο της Αγίας Νάπας, αναγνωρίστηκε από την Κυβέρνηση της Ελλάδος ως πεντατάξιο ημιγυμνάσιο. Αργότερα, στην σχολική χρονιά 1915-16, προστέθηκε και η έκτη τάξη, έτσι το Γυμνάσιο Λεμεσού αναγνωρίσθηκε πλήρως ισοδύναμο με τα Γυμνάσια του Ελλαδικού χώρου. Η οικοδόμηση του Γυμνασίου ολοκληρώθηκε το 1900. Το κτήριο ήταν νεοκλασσικού ρυθμού (1), παρόμοιο με την προγενέστερη οικοδομή τικ, Α' Αστικής, που βρισκόταν στην ανατολική του πλευρά, η οποία κτίστη κ ι το 1898, με δωρεά του Χατζηλοϊζη Μιχαηλίδη, βάσει σχεδίων του νομομηχανικού Αττικής, Καλλία.
Την πρώτη χρονιά της λειτουργίας του, όπως αναφέρει ο Αριστόδημος Πηλαβάκης, οι μαθητές όλων των τά¬ξεων δεν ξεπερνούσαν τους ογδόντα. Σύντομα ο αριθμός τους αυξήθηκε και η έλλειψη χώρου ήταν εμφανής. Τότε αγοράσθηκε το μεγάλο οικόπεδο, που βρισκόταν στην βόρεια πλευρά του κτηρίου, ανηγέρθη μια αίθουσα διδασκαλίας, ενώ στην δυτική πλευρά προστέθηκε, στον όροφο, η "αίθουσα Ανδρέα Θεμιστο¬κλέους", όπου παραδίδονταν τα μαθήματα φυσικής και χημείας.
Το 1911 η Λεμεσός εορτάζει τα σαραντάχρονα της μεγάλης κοινωνικής προσφοράς του σχολάρχη Ανδρέα Θεμιστοκλέους (Βλέπε φωτογραφία από την εκδήλωση). Στην μεγάλη αίθουσα της λέσχης "Ενωσις", στις δέκα το πρωί της Κυριακής, οι προσκε¬κλημένοι καταλαμβάνουν τις θέσεις τους. Στις δεκάμισι ακριβώς φθάνει ο σχολάρχης, με τον αργυρό σταυρό του Σωτήρος στο στήθος, και γίνεται ενθουσιωδώς δεκτός. Πρώτος παίρνει τον λόγο, εκ μέρους των καθηγητών του (ημι)γυμνασίου, ο γαμπρός του σχολάρχη Αργυρός Δρουσιώτης, ο οποίος αναφέρεται εκτενώς στο έργο και στην προσωπικότητα του. Θ' ακολουθήσουν οι ομιλίες του Μητροπολίτη Μελέτιου, του δημάρχου Χρ. Σώζου, των Σπ. Αραούζου, Ιω. Κυριακίδη, Χρ. Χουρμούζιου, Ν. Κλ. Λανίτη, και του γυμνασιάρχη του Παγκυπρίου Μ. Βολονάκη. Αργότερα, στις δύο το μεσημέρι, ο εορτασμός συνεχίζεται στο γυμναστήριο των "Ολυμπίων", με τις παρελάσεις των Παγκυπριονικών και των μαθητών. Την τελετή, που έγινε στο Γυμνάσιο Λεμεσού, αποτύπωσε και απαθανάτισε με τον φακό του ο I. Π. Φώσκολο. Στην φωτογραφία διακρίνονται γύρω από τον σχολάρχη Ανδρέα Θεμιστοκλέους τα μέλη της σχολικής εφορίας (απουσιάζει ο Χρ. Σώζος και ο Σπ. Αραούζος), Γεω. Ευθύβουλος, ο Γεωργ. Παυλίδης, ο Ευρ. Πηλαβάκης, ο Αγαθοκλής Φραγκούδης, ο Παναγ. Σταυρινίδης, ο Μενέλαος Φραγκούδης, ο Ν. Κλ. Λανίτης, και οι καθηγητές, μεταξύ των οποίων διακρίνονται ο Αργυρός Δρουσιώτης και ο Χρίστος Οικονομίδης.
Πίσω τους προβάλλεται το θαυμάσιο νεοκλασσικό κτή¬ριο του Γυμνασίου Λεμεσού, στο οποίο γαλουχήθηκαν γενεές Λεμεσιανών. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 η ιστορική οικοδομή κατεδαφίστηκε από τον Δήμο Λεμεσού και στην θέση της υπάρχει σήμερα ο γνωστός χώρος στάθμευσης του "παντοπωλείου". Η κατεδάφιση του Γυμνασίου και της παρακείμενης Α' Αστικής, αποτελεί σίγουρα την μελανότερη σελίδα στην ιστορία του Δήμου της πόλης.

(1) Η ίδρυση κτηρίων νεοκλασσικού ρυθμού αποτελούσε τότε πράξη πολιτιστικής αντίδρασης και αντίστασης, αντίθετη με την πολιτική των Άγγλων, να κτίζουν κτήρια "αποικιακού ρυθμού", που τόνιζαν την κυριαρχία τους.

Η φωτογραφία: Ο εορτασμός της σαραντάχρονης προσφοράς του σχολάρχη Ανδρέα Δ. Θεμιστοκλέους, στο Ελληνικό Γυμνάσιο Λεμεσού. Ο σχολάρχης φωτογραφίζεται ανάμεσα σε καθηγητές και μέλη της σχολικής

Από το σημαντικό για την Ιστορία της Λεμεσού βιβλίο του αρχιτέκτονα και ιστορικού ερευνητή Τάσου Ανδρέου «Λεμεσός αναδρομή μνήμης»

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Η Λεμεσός αφετηρία της διακίνησης των καινούργιων ιδεών.

Στη «χρυσή δεκαετία» της Λεμεσού, αυτή του ’20, όπου παράλληλα με την μεγάλη οικονομική, κοινωνική και πολεοδομική της ανάπτυξη, ξεχωρίζει κυρίως η πνευματική της, μια μεγάλη φυσιογνωμία των γραμμάτων και της διανόησης ξεχωρίζει, αυτή του δικηγόρου και λογοτέχνη Γιάγκου Ηλιάδη.
Ο Γ. Ηλιάδης εξέχουσα φυσιογνωμία του κινήματος του δημοτικιστικού της Κύπρου που ξεκίνησε από τη Λεμεσό την δεκαετία του ’10 ηγείται ως ο θεωρητικός και της ομάδας εκείνης -που ξεκίνησε και πάλι από τη Λεμεσό- των διανοούμενων και αστών της πόλης μας για διάδοση των πρώτων σοσιαλιστικών ιδεών στο νησί. Μαζί του ο Πάνος Φασουλιώτης, ο λογοτέχνης Νίκος Νικολαίδης , ο Νίκος Γιαβόπουλος, ο Αντώνης Ιντιάνος, ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, ο Γιάννης Λεύκης, ο Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης, και πολλοί άλλοι.
Από την ομάδα αυτή ξεπετάγεται, δυναμικά και ρηξικέλευθα και η λογοτεχνική εκείνη ομάδα η επονομαζόμενη «Των Δώδεκα», που εκδίδει και το επαναστατικό για την εποχή του λογοτεχνικό περιοδικό «Αβγή» με πρωτεργάτες τους πιο πάνω και άλλους.
Θα μπορούσαμε να αναφερόμαστε για ώρες, χωρίς να εξαντλήσουμε το θέμα, τόσο στη «χρυσή» αυτή δεκαετία όσο και στους πρωτεργάτες της, στα έργα τους και ιδιαίτερα σε αυτά του Γιάγκου Ηλιάδη.
Αφορμή για να ξαναθυμηθούμε όλα αυτά είναι η είδηση που βρήκαμε δημοσιευμένη στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού στις 16 Απριλίου 1923 και αφορούσε μια διάλεξη του Γιάγκου Ηλιάδη.
Ο Γιάγκος Ηλιάδης (1895-1973) γεννήθηκε στην Πάφο αλλά έζησε και έδρασε σε όλη του τη ζωή στη Λεμεσό. Γόνος αστικής οικογένειας, ανιψιός μάλιστα από την μητέρα του Κλειώ, του μεγαλέμπορου και μεγαλοαστού της Λεμεσού Ν. Π. Λανίτη, από τα νεανικά του κιόλας χρόνια, σπουδάζοντας στη Αθήνα νομικά γαλουχήθηκε στις νέες τότε σοσιαλιστικές ιδέες μεταφέροντας τις έτσι και στη Λεμεσό ως ο κατ’ εξοχήν όπως είπαμε θεωρητικός του σοσιαλιστικού κινήματος της Κύπρου. Πρωτοστάτησε παράλληλα στη δημιουργία των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων πολλών εργατικών τάξεων θέτοντας έτσι και το σπέρμα της δημιουργίας, εδώ στη Λεμεσό και πάλιν, τόσο του συνδικαλιστικού κινήματος της Κύπρου όσο και του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου το 1926. Το δημοσίευμα που ακολουθεί δίνει μια ιδέα της συμβολής του Γιάγκου Ηλιάδη σε όσα σε μεγάλη συντομία αναφέραμε:
«Με πυκνόν πάντοτε ακροατήριον εξακολουθούν ανελλιπώς κατά Κυριακήν αι «Φιλολογικαί Διαλέξεις».Το βήμα κατείχε την περασμένην Κυριακήν ο νεαρός δικηγόρος κ. Γιάγκος Ηλιάδης ο οποίος ωμίλησε περί της «Κοινωνικής εξελίξεως της Τέχνης» υποστηρίξας την συζητουμένην θεωρίαν ότι γενικά η Τέχνη υφίσταται την επίδρασιν της αεννάου συγκρούσεως των κοινωνικών τάξεων και των οικονομικών όρων της ζωής. Υποστήριξε δηλ. ο ρήτωρ με πολλήν άλλως εμβρίθειαν και βαθυτάτην γνώσιν του θέματος την Μαρξικήν θεωρίαν, η οποία θέλει τους ποιητάς, τους συγγραφείς, τους ζωγράφους, τους ανθρώπους εν γένει του Πνεύματος ως ενσυνείδητα όργανα των ρευμάτων της εποχής των και ως δημιουργήματα της εκάστοτε τάσεως των συγκρουομένων αστικών, φεουδαρχικών, βιομηχανικών και εργατικών τάξεων.
Μετά την ανάπτυξιν του κυρίου θέματος ο Ομιλητής ανέλυσε το ποιητικόν έργον του Λάμπρου Πορφύρα και απήγγειλε μερικά των ποιημάτων του τρυφερού Ποιητού.
Την προσεχή Κυριακή θα ομιλήση ο κ. Ν. Κλ. Λανίτης «περί της επιδράσεως του αρχαίου πνεύματος επί των νεωτέρων θρησκευτικών αντιλήψεων, θρύλλων και παραδόσεων».

ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΓΚΟΙ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ *

*Εισήγηση του ερευνητή Λούκα Γρηγοριάδη που έγινε στην ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΛΕΜΕΣΟΣ-ΧΙΟΣ
Στα πλαίσια του Διασυνοριακού Προγράμματος INTERREG για ανάδειξη της Ναυτικής Παράδοσης της Χίου και της Κύπρου και διασύνδεση της με τον Τουρισμό στις 26 και 27 Ιουνίου 2008 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δήμου Λεμεσού.
Διοργανωτές ήταν ο Δήμος Λεμεσού και Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χίου το Παττίχειο Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο και Κέντρο Μελετών Δήμου Λεμεσού και με την επιστημονική συνεργασία του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου και του Πανεπιστημίου του Αιγαίου

-------------------------------------------------------------------------------------------------

«Την σκύλα, μάστρε Τάσο. Τον μακκαρά. Βίρα τον αρκάτη, το κουφοσμίλι, το ξυγυριστάρι, τον κινάτσο μάστρε Γιάννη, την στέλλα, την αλούπα, τον καταρράκτη». Η γλώσσα τους η μυστική. Λέξεις που κοινός θνητός δεν καταλαβαίνει.
«Ήμουν δώδεκα χρονών», μου έλεγε ο μάστρε Τάσος, όταν μπήκα το 1949 για να μάθω την τέχνη του καραβομαραγκού κοντά στον μάστρε Γιάννη Μοράρη τον Συμιακό με μισθό ένα σελίνι κάθε δεκαπέντε μέρες. Εκεί στο παλιό καρνάγιο απέναντι από τον κήπο της Λεμεσού με το καφενείο του Μερκή, που ξαπόσταζαν οι καραβομαραγκοί για λίγο πίνοντας τον καφέ τους. Μέχρι το 1968 που μετακόμισε το καρνάγιο στην σημερινή του θέση.
Την αγαπούσα πολύ την θάλασσα. Ο πατέρας μου ήταν ψαράς. Σαν με ρώτησε, τι ήθελα να γίνω απάντησα αμέσως: Καραβομαραγκός.
Ένα χρόνο έμεινα κοντά στον μάστρε Γιάννη. Θυμάμαι μερικές μέρες μετά που έπιασα δουλειά, μου ζήτησε να του φέρω τη σκύλλα. Τι είναι πάλι αυτό; είπα από μέσα μου. Μήπως κανένα σκυλί; Τελικά κάποιος άλλος από τα κοπέλλια του μου εξήγησε τι ήταν η σκύλλα: ένα περίεργο εργαλείο που βοηθούσε στο κάρφωμα των μαδεριών.
Τα μυστικά της τέχνης του, όπως και όλοι οι μάστορες, δεν τα φανέρωναν στους μαθητευόμενους. Φοβόντουσαν τον συναγωνισμό. Έπρεπε να βλέπεις και να μαθαίνεις μόνος σου παρατηρώντας κι αν είσαι καλός να προχωράς. Ο μόνος ξυλοναυπηγός που φανέρωνε μυστικά ήταν ο ξάδερφος του μάστρε Γιάννη ο Νίκος Μοράρης».
Κάπως έτσι ξεκίνησε η πορεία του Τάσου Σάββα του καραβομαραγκού, που η μοίρα τον έταξε να συνεχίσει την πανάρχαια τέχνη του ναυπηγού. Να συνεχίσει την παράδοση αιώνων που άρχισε με τους Κύπριους ναυπηγούς της αρχαιότητας.
«Όλες οι δουλειές μας στο χέρι γίνονταν, θυμάται, με χειροκίνητα εργαλεία. Κόψιμο, πριόνισμα, κάρφωμα, ροκάνισμα, τρίψιμο, βάψιμο. Φαντάσου ότι η κατασκευή μιας μαούνας μας έπαιρνε ενάμισι με δύο χρόνια. Τα ηλεκτρικά εργαλεία ήρθαν πολύ αργότερα.
Στον χρόνο φύγαμε και πήγαμε, μάστορας και μαθητευόμενοι, στην εταιρεία του Στέλιου Μιχαηλίδη, που είχε δικό του στόλο από μαούνες και βαποράκια και έκανε φορτοεκφορτώσεις. Στην νέα μας δουλειά διαφέντευε ο Κώστας Φυτός, ο αρχιπρωτομάστορας καραβομαραγκός, που μαθήτεψε στην Ελλάδα.
Άρχισα με βδομαδιάτικο μισθό έξι σελίνια, ένα σελίνι δηλαδή την ημέρα, διότι δουλεύαμε και το Σάββατο ολομερής. Και δώστου από τις έξι - εφτά το πρωί ως τις έξι - εφτά το βράδυ, να φτιάχνουμε και να επισκευάζουμε μαούνες και βαποράκια για τις εμπορομεταφορές του Στέλιου Μιχαηλίδη».
Όπως στα αρχαία τα χρόνια, μάστρε Τάσο. Πλεούμενα για το εμπόριο, που κουβαλούσαν οι Κέρκουροι, τα ξακουστά κυπριακά πλοία γεμάτα με τον χαλκό μας, την ξυλεία από τους κέδρους, τα αγγεία μας, το στάρι και το κρασί μας, το λάδι και το κριθάρι μας. Μέχρι την Φοινίκη, την Ασσυρία και την Αίγυπτο, την Αφρική, το Αιγαίο, ως την Μαύρη θάλασσα, στα πέρατα του αρχαίου κόσμου.
«Θυμάμαι σαν νά 'ταν χτες τους παλιούς καραβομαραγκούς, τον μάστρε Λούκα Μοράρη, τον μάστρε Βασίλη, τον μάστρε Νίκο και τους δάσκαλούς μου, τον μάστρε Γιάννη τον Συμιακό και τον μάστρε Κώστα Φυτό». «Μείναμε λίγοι τώρα πια», μου είπε με παράπονο, σχεδόν μονολογώντας ο μάστρε Τάσος. «Εκεί στο καρνάγιο σήμερα, εκτός από μένα, ο μάστρε Γρηγόρης, ο μάστρε Ηρακλής και οι δυο γιοι του κουνιάδου μου, του μακαριστού μάστρε Χαμπή, ο Κωστάκης και ο Μιχαλάκης, που με τα σαρανταδυό του χρόνια είναι ο νεότερος στο επάγγελμα. Άλλος πίσω του δεν υπάρχει».
Εκεί, στο καρνάγιο, δίπλα στο ακρογιάλι της θαλασσοφίλητης Λεμεσού μας, όπου τους έταξε η μοίρα να συνεχίσουν το πανάρχαιο επάγγελμα. Αυτοί, οι τελευταίοι που έμειναν. Εκεί, στο καρνάγιο. Μυρωδιά από ευκάλυπτο, κυπαρίσσι, τρεμιθιά, πεύκο. Ξύλο φρεσκοκομμένο, φρεσκοροκανισμένο, φρεσκομπογιατισμένο. Ανακατεμένο με αρμύρα και υγρασία της θάλασσας και με τις φωνές στην γλώσσα τους την μυστική. «Το ξιγυριστάρι μαστρε Χαμπή. Τον καταρράκτη Μιχαλάκη. Την σκύλλα, μάστρε Τάσο. Τον αρκάτη. Το κουφοσμίλι. Τον κινάτσο».
«Κάποιοι δοκίμαζαν κατά καιρούς να μάθουν την πανάρχαια τέχνη μας» συνεχίζει ο μάστρε Τάσος. Γρήγορα όμως τα παρατούσαν όλοι κι έφευγαν. Κανένας τους δεν έμεινε. Την βρήκαν δύσκολη τη δουλειά και απαιτητική. Θέλει μεράκι πολύ και αγάπη η τέχνη μας, θέληση, και ταλέντο να το κουβαλάς μέσα σου, από γεννησιμιού σου».
Έχεις δίκιο, μάστρε Τάσο. Πώς αλλιώς, χωρίς την αγάπη, το μεράκι και το ταλέντο θα σκέφτονταν να φτιάξουν οι πρόγονοι ναυπηγοί το περιβόητο κυπριακό πλοίο, τον Κέρκουρο; Και πως αλλιώς θα έφτανε η φήμη της τέχνης σας σε όλο τον αρχαίο κόσμο; Και θα ανάγκαζε την ξακουστή βασίλισσα Σεμιράμιδα να σας καλέσει μέχρι την Ασσυρία να τις φτιάξετε πλοία, λυόμενα κιόλας, για να διαβεί τον Ινδό ποταμό;
«Μετεπέμψατο δε Σεμίραμις και ναυπηγούς εκ τε Φοινίκης και Συρίας και Κύπρου και της άλλης της παραθαλαττίου χώρας, οις άφθονον ύλην μεταγαγούσα διεκελεύσατο κατασκευάζειν ποτάμια πλοία διαιρετά».(*)
«Μια παραμονή Χριστουγέννων, θυμάμαι, με βρήκε μέσα στην θάλασσα, απέναντι από την παλιά ΕΤΚΟ. Εννιά η ώρα το βράδυ ήμουν ακόμη χωσμένος μέχρι την μέση στο παγωμένο χειμωνιάτικο νερό. Μερικές μέρες πριν ο άγριος Όστριας, λυσσομανώντας, έκοψε τις άγκυρες των μαούνων μας και τις πέταξε στη στεριά. Κι έπρεπε να τις επισκευάσουμε και να τις ξαναβάλουμε στο νερό γιατί μετά την Γιορτή έπρεπε να φορτωθούν πάλι με εμπορεύματα. Έδενα λοιπόν τις μαούνες και έπαιρνα το σκοινί μέσα στο νερό μέχρι τα βαποράκια, που περίμεναν στ΄ ανοιχτά να τις τραβήξουν πάλι μέσα στην θάλασσα.
Μ' έψαχνε η γυναίκα μου κι ανησύχησε, ώσπου κάποιοι της είπαν που ήμουν και έτρεξε μ' αγωνία να με βρει. Γι' αυτή την υπερωρία πληρώθηκα πέντε σελίνια».
Μας χτύπησε το φάιπερ γκλάς», λέει με παράπονο ο μάστρε Τάσος, «τα έτοιμα, βιομηχανοποιημένα σκάφη. Είναι πιο γρήγορα βλέπεις και πιο φτηνά. Η αγορά ανύπαρκτη. Μονάχα δυο οικογένειες, Κύπριοι ευπατρίδες, επιμένουν ακόμα με πάθος για τα ξύλινα σκάφη. Το κράτος μας ξέχασε εντελώς. Όλοι μας ξέχασαν εκεί στο καρνάγιο».
Δυστυχώς μάστρε Τάσο. Ξέχασαν ότι εσείς κάνατε κάποτε την αρχαία Κύπρο θαλασσοκράτειρα, μέχρι και αποικίες εκτός Κύπρου βοηθήσατε με τα πλοία μας, τους Κέρκουρους, να ιδρύσουμε. Ξέχασαν ότι εσείς φτιάξατε τον στόλο που στείλαμε στον Μεγαλέξαντρο για να πάρει την Τύρο (**) όπως και κείνα τα πλοία για να κουρσέψει ο βασιλιάς μας ο Πέτρος Λουζινιανός την Αλεξάνδρεια και τη Μικρασία. Ξέχασαν πως η φήμη της ναυπηγικής σας τέχνης έφτασε στα πέρατα του κόσμου. Ακόμα, ξέχασαν ότι στην σύγχρονη εποχή, από την αρχή της Αγγλοκρατίας κι έπειτα, με τους στόλους από καΐκια, μαούνες και βαποράκια, που φτιάξατε για να στέλλουμε στις γειτονικές χώρες τα κρασιά και τα χαρούπια μας, κάνατε την Λεμεσό μας πρωτοπόρα σε όλους τους τομείς, στο εμπόριο και την οικονομία στις τέχνες και τον πολιτισμό, Φλωρεντία της κυπριακής Αναγέννησης.
Ελπίζω μάστρε Τάσο απόψε, εδώ, κάτι ν' αλλάξει για σας τους τελευταίους που επιμένετε εκεί στο καρνάγιο να συνεχίζετε για πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια την πανάρχαια τέχνη του. Ελπίζω κάτι να αλλάξει. Προτού σιγήσουν τελειωτικά οι φωνές στην γλώσσα σας την μυστική.
«Την σκύλλα μάστρε Τάσο. Μάστρε Χαμπή το ξυγιριστάρι. Μιχαλάκη τον αρκάτη. Τράβα γερά την αλούπα μαστρε Ηρακλή. Την στέλλα Κωστάκη. Τον καταρράκτη, μάστρε Λούκα, τον μακκαρά, τον αρκάτη, τον κινάτσο».
Υποσημειώσεις:
• *Χατζηιωάννου Κυριάκος: Η Αρχαία Κύπρος εις τας Ελληνικάς Πηγάς, τόμος Α΄, Λευκωσία 1971, σελ. 2. Διόδωρος Σικελιώτης, στο: Bekker I. εκδ., στο: Teubner (= Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana), τόμοι I-III, Leipzig1853 και Oldfather C. H. and Geer Russel M., εκδ., στο LCL (= The Loeb Classical Library), τόμοι I-XII, London (χωρίς χρονολογία έκδοσης)
• **στο ίδιο μέρος, σελ. 200. Αρριανός. Ανάβασις Αλεξάνδρου, στο: Roos A. G., εκδ. στο:Teubner (= Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana) Leipzig 1907
Συνεντεύξεις:
Προσωπική συνέντευξη από τον Λεμεσιανό καραβομαραγκό Τάσο Σάββα στις 20 Ιουνίου 2008
Βιβλιογραφία
1. Χατζηιωάννου Κυριάκος: Η Αρχαία Κύπρος εις τας Ελληνικάς Πηγάς, τόμος Α΄, Λευκωσία 1971.
2. Χριστοφίδης Κωνσταντίνος. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Β, φυλλάδιον 64.



Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Οι πρώτες σοβαρές διακοινοτικές ταραχές στην Κύπρο ανήμερα του Κατακλυσμού του 1912

  Η γιορτή του Κατακλυσμού στην μεγάλη αποβάθρα της Λεμεσού
Ανάμεσα στις πολλές και περιφανείς πρωτιές που κατέχει η Λεμεσός μέσα από την ιστορία του τόπου είναι και κάποιες θλιβερές. Μια από αυτές είναι ότι η Λεμεσός είναι η πόλη της Κύπρου όπου σημειώθηκαν οι πρώτες ουσιαστικά σοβαρές ταραχές ανάμεσα στα δύο μεγάλα σύνοικα στοιχεία του τόπου μας, ελλήνων και τούρκων μετά την Αγγλοκρατία το 1878.
Στις 14 (27 με το νεο ημερολόγιο) Μαΐου του 1912 σημειώθηκαν στη Λεμεσό οι πρώτες μετά την τουρκοκρατία σοβαρές διακοινοτικές ταραχές ανάμεσα σε τούρκους και έλληνες με πολλούς νεκρούς και τραυματίες και στις δυό πλευρές. Τα ακριβή αίτια που προκάλεσαν τα γεγονότα παραμένουν ασαφή και σκοτεινά, με έντονες τις υποψίες ότι ο πάντα ύποπτος ( γνωστός ως… «διαίρει και βασίλευε») ρόλος των άγγλων στην ιστορία και τη μοίρα αυτού του νησιού δεν ήταν ούτε και σ αυτά τα γεγονότα ασήμαντος. Παρά δε το γεγονός ότι οι άγγλοι αφέντες του νησιού την εποχή εκείνη διόρισαν ανακριτική επιτρο¬πή αποτελούμενη από τον διοικητή Λεμεσού W. Bolton καί τους δικαστές Στ. Σταυρινάκη καί Σαμή Εφ. Γιορκαντζήπαση, ουδέποτε έγινε γνωστό το πόρισμα της. Ίσως όχι τυχαία…
Ας πάρουμε λοιπόν τα πράματα από την αρχή και ας τα δούμε μέσα από το σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Αλήθεια» της Λεμεσού ημερομηνίας 18 (31 με το νέο ημερολόγιο) Μαΐου 1912 :
«Το ήσυχο πανηγύρι του Κατακλυσμού κατέληξε φευ! το απόγευμα της Δευτέρας εις αιματηράν τραγωδίαν, ήτις παρ' ολίγον να είχε τρομακτικά καθαυτό αποτελέσματα, μεταβαλλόμενων των συμπλοκών εις μίαν αγρίαν φυλετικήν σύρραξιν εξοντώσεως των δύο συνοίκων φυλών.
Το αίμα έβαψεν άφθονον το ειρηνικόν έδαφος, οπού διεξήγετο η φαιδρότερα των Πανηγύρεων, και πωληταί και αγορασταί, ανήκοντες εις τας δύο εθνότητας και ζώντες μέχρι της στιγμής εκείνης εν σχετική αρμονία, μετεβλήθησαν εντός ολίγων λεπτών εις αγρίους αντιπάλους, ζητούντας να σφάξουν αλλήλους. Τα φυλετικά ένστικτα επρόβαλαν αμέσως εν όλη τη αγρία μεγαλοπρεπεία των και η λαϊκή ψυχή ορμητική εις τα αισθήματα της, συνεταράχθη βαθύτατα εξεγερθέντος του θρησκευτικού και φυλε¬τικού μίσους το οποίον εκληρονόμησεν από τόσας γενεάς.
Εις τούτο συνέτεινε πάντως και η κατάστασις των πνευμάτων, τα όποια ευρίσκοντο εν εξάψει εκατέρωθεν συνεπεία των τελευταίων πολιτικών γεγονότων και της υπό των Τούρκων επιθέσεως κατά των μαθητών του εν Λευκωσία Γυμνασίου.Η πρώτη συμπλοκή συνέβη εις Τζαμούδαν περί την 4ην μ.μ. η αφορμή δ' εδόθη υπό ομίλου Τούρκων οίτινες τρις διήλθον εφ' αμάξης δια της Τζιαμούδας, επιδεικτικώς προκαλούντες και πειράζοντες τους ημετέρους. Την τρίτην μάλιστα φοράν, κατά πληροφορίας ακριβείς, οι Τούρκοι κατήλθον της αμάξης και εισήλθον εις το Ελληνικόν καφενείον της Τζαμούδας εξηρεθισμένοι ιδίως εκ της θέας της Ελληνικής σημαίας δι ης εκοσμείτο το καφενείον. Εισελθόντες ήλθον εις λόγους προς τινας εν αύτω εκ των ημετέρων, μετ' ου πολύ δε ήλθον και εις χείρας και επλήγωσαν δύο εις τον ώμον, ενώ εδέχοντο και αυτοί κτυπήματα καρεκλών και ξύλων από τους αόπλους οίτινες αμέριμνοι εκάθηντο ησύχως εντός του καφενείου.Μετά το κατόρθωμα τούτο οι Τούρκοι ταραξίαι ετράπησαν εις φυγήν, ενώ οι δικοί μας κατεδίωκον αυτούς,και εκάλουν συγχρόνως εις βοήθειαν και άλλους. Η συνοι¬κία έγεινεν, ως είκός, ανάστατος αμέσως και εις τους ήχους του κρουομένου μετ' ου πολύ κώδωνος προσέτρεξαν εκατοντάδες ανθρώπων, οι οποίοι εξηρεθισμένοι πλέον εζήτουν μεγαλοφώνως να τραπούν προς την Τουρκικήν συνοικίαν. Τούτο πράγματι και εγένετο,μάτην προσπαθούντος του διευθυντού της Αστυνομίας να εμπόδιση το κίνημα. Οι Τζαμουδιώτες εξαγριωμένοι διηυθήνθησαν προς την παρά τον ποταμόν Τουρκικήν συνοικίαν, οπόθεν τέλος δια των συμβουλών τινών εγκρίτων πολιτών επέστρεψαν εν σώματι προς την πόλιν, ήτις ήτο ήδη ανάστατος από εξωγκωμένας ειδήσεις. Η έξαψις ήτο τοιαύτη, ώστε δυ¬στυχώς το κακόν δεν ήτο ανθρω¬πίνως δυνατόν να προληφθεί. Οι εκ της Τζαμούδας εισελθόντες εν σώματι εις την πόλιν συνηντήθησαν προς τινάς Οθωμανούς παρά την οδόν Βικτωρίας και η σύρραξις αγρία και γενική πλέον επήλθε μοιραίως. Ο σπινθήρ μετεδόθη εις όλην την πόλιν και ιδίως εις τον δρόμον τον φέροντα προς το Διοικητήριον, όπου ήτο το μέγα πλήθος των πανηγυριστών. Τι ηπηκολούθησεν δεν είνε βεβαίως εύκολον να περιγραφή. Αλλ' η φήμη περί συγκρούσεως εις την Τζαμούδαν μετέδωκε κατ' αρχάς τον πανικόν εις τον γυναικείον και παιδικόν κόσμον, όστις ηρξατο φεύγων με
θόρυβον και φωνάς και τρεχάματα. ΄Επειτα η συμπλοκή εγενίκευθη ταχύτατα και το πανηγύρι μετε¬τράπη εις λυσσαλέον πόλεμον, εις τον οποίον κάθε Έλλην εκτύπα αδιακρίτως κάθε Τούρκονκαι ο Τούρκος κάθε ΄Ελληνα.Κάμαι εξήστραψαν, ρόπαλα ανυψούντο και κατέπιπτον και όλα εκεί κάτω, τραπέζια, καρέκλαι, έπιπλα μετεβλήθησαν εις τόσα όργανα φονικά.
Την στιγμήν εκείνην πάντες οι άνδρες της Αστυνομίας εξήλθαν ένοπλοι του Καταστήματος της Αστυνομίας με την λόγχην εφ όπλου τούτο δ'επέτεινεν την ταραχήν και την σύγχισιν και εγένετο αφορμή να συμβούν τα περισσότερα δυστυχήματα, διότι οι διευθύνοντες την αστυνομικήν δύναμιν χωρίς λόγον ισχυρόν και χωρίς να αναμετρήσουν τας συνεπείας, έδωκαν διαταγήν εις τους ζαπτιέδες εξ ών οι πλείστοι σημειωτέον ότι ήσαν Τούρκοι, να μεταχειρισθούν τάς λόγχας των και να πυροβολήσουν μάλιστα κατά του πλήθους. Λέγουν δ' άνευ λόγου καθαυτό, διότι την στιγμήν εκείνην εις την πλατείαν του Διοικητηρίου και τα πέριξ δεν υπήρχον παρά μόνον Έλληνες, διότι οι ολίγοι Τούρκοι είχον απωθηθή εντός των καφενείων των, ενώ άλλοι είχον καταφύγει εντός αυτής της Αστυνομίας. Δεν υ¬πήρχε λοιπόν λόγος να διαταχθή πυρ κατά του κόσμου ο οποίος επί τέλους ούτε ένοπλος ήτο, άλλ' ούτε κατά της εξουσίας εστρέφετο. Δεν ευρίσκομεν δια τούτο λόγους να εκφράσομεν την αγανάκτησιν και την αποδοκιμασίαν ημών κατά του απάνθρωπου μέτρου και απορούμεν πώς εδόθη τοιαύτη εξουσία εις κατώτερα φανατικά όργανα,τα οποία επυροβόλουν από των παραθύρων της Αστυνομίας κατ' αυτής της μάζης του κόσμου και χωρίς να αποβλέπωσιν εις συμπλεκομένους ή μη άλλ' αδιακρί¬τως κατά παντός όστις έτυχε να ευρεθή εις την πανήγυριν του Κατακλυσμού.
Υπό τοιούτους ορούς και με τοιαύτην αντίληψιν της εκπληρώσεως των αστυνομικών
καθηκόντων, άπορον δεν είνε πώς είχομεν τόσα θύματα και δη τόσας θανατη¬φόρους πληγάς. Αι αστυνομικαί σφαίραι εσύριζον προς πάσας τας διευθύνσεις, δυστυχώς δε ουχί πάντοτε εις μόνον τον αέρα. Πολλοί υπήρξαν οι οποίοι επληγώθησαν από σφαίρας —πάντες αυτοί ΄Ελλη¬νες κατά παράδοξον αληθινά σύμπτωσιν — δύο δε και εβλήθησαν κατάστηθα και κατέπεσαν δια να μην εγερθώσιν αλοίμονον ποτέ, το εκ Πάχνας παλικκάριν και και ο ατυχής μαθητής του Γυμνασίου Θουκιδίδης Λαμπής ο οποίος εδέχθη την δολοφόνον σφαίραν ριφθείσαν από του παραθύρου της Αστυνομίας ενώ είχεν καταφύγει δια να σωθή εις γειτονικόν εκεί φούρνον.
Ούτω η ατυχής ανάμιξις της Αστυνομίας επεδείνωσεν την κατάστασιν και αν επέφερεν εν τέλει την λήξιν της συμπλοκής, κατώρθωσε τούτο με θυσίαν πολυτίμου και αθώου αίματος, το οποίον πάντως άνευ αυτής δεν θα εχύνετο με τοσαύτην φευ! άφθονίαν.
Αι συμπλοκαί παύουσιν κατ' αυτόν τον τρόπον εδώ, δια να ανανεωθώσι μετ' ολίγον αλλού, κατέπαυσαν τέλος ολοσχερώς κατά την εσπέραν, οπότε οι Τούρκοι είχον συγκεντρωθή απαξάπαντες υπό την προστασίαν της Αστυνομίας εις διάφορα κέντρα, από τα όποια αργότερα μετεφέρθησαν τη συνοδεία ζαπτιέδων εις τα σπίτια των. Ταυτοχρόνως σχεδόν κατέφθανεν από τα Πολεμίδια και ο Λόχος του αγγλικού στρατού, κληθείς εσπευσμένως προς φύλαξιν της πόλεως. Ο στρατός δυνάμει διατάγματος του Μ.Αρμοστού καταλαβών την πόλιν, διεμοιράσθη εις διάφορα κέντρα, οπόθεν ένοπλος φυλάττει την τάξιν. Αλλ' η τάξις βραδύτατα επανέρχεται, διότι ο κόσμος διατελεί εν αναστατώσει αληθινή, την οποίαν δυστυχώς υποθάλπουσι ποικίλας ψευδείς και γελοίαι διαδόσεις.
ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ
Και τώρα ο θλιβερός απολογισμός της ατυχέστατης συρράξεως. Κατά τας πληροφορίας του κυβερνητικού ιατρού 46 τραυματίαι Έλληνες και Τούρκοι διήλθον δια τού Δημοτικού Νοσοκομείου. Εκ τούτων τινές φέρουσιν πληγάς εκ των αστυνομικών όπλων, άλλοι από ρεβόλβερ, και οι περισσότεροι από άλλα αμβλέα όργανα. Είς είνε σοβαρώτερον πληγωμένος και ενδέχεται να αποθάνη. Αλλ’ εις τούτους δέον να προστεθή και εικοσάς τουλάχιστον άλλων τραυματιών, οίτινες νοσηλεύονται εις ιδιωτικά οικήματα και κλινικάς ώστε ο ολικός αριθμός των τραυματιών πρέπει να υπολογισθεί εις 60—70.
 Ο αθλητής
 και πανελληνιονίκης
 Κώστας Γεωργίου
Μεταξύ των βαρέως πληγωμένων συγκαταλέγεται επίσης, δυστυχώς, και ο γνωστός αθλητής και πανελληνιονίκης Κώστας Γεωργίου, όστις εδέχθη τραύμα σοβαρώτατον εις το άνω μέρος του μηρού δια μαχαίρας, ήτις του απέκοψε την αρτηρίαν. Το τραύμα κατηνέχθη ύπο Τούρκου, τον οποίον το ωραίον παλληκάρι έκρατει χαμαί ύπο τους πόδας του. Η κατάστασις του συμπαθέστατου νέου, εμπνέει δυστυχώς ακόμη μεγάλας ανησυχίας. (Σημ. Θα υποκύψει από σηψαιμία λίγες μέρες μετά.)
Ως προς τους νεκρούς ο αριθμός αυτών περιορισθείς κατ' αρχάς εις τρείς ανήλθε δυστυχώς την επαύριον εις πέντε, εξ ων τρείς Έλληνες καί δύο Οθωμανοί, δύο εκ των βαρέως πληγωμένων θανόντων την νύκτα. Οι φονευθέντες εκ των ιδικών μας ( είνε ο Κωστής Τίκκης ράπτης, ο εκ Πάχνας χωρικός και ο πολύκλαυστος μαθητής Θουκυδίδης Λαμπής ο οποίος δεν ηδυνήθη να επιζήσει εις το διαμπερές τραύμα της αστυνομικής σφαίρας, ήτις του διετρύπησε το ήπαρ. Επίσης υπό σφαίρας των αστυνομικών όπλων απέθανε και ο Παχνιώτης χωρικός, ενώ οΤίκκης έπεσε κατά την συμπλοκή υπό καιρίου τραύματος δια μαχαίρα το οποίον του κατήνεγκεν εκ των όπισθεν κάποιος άγνωστος Τούρκος.»
Μέσα λοιπόν από τις γραμμές της εξιστόρησης αυτής των γεγονότων προβάλλει συγκεκαλυμμένος αλλά διάφανος ο ρόλος των Άγγλων. Ρόλος για το οποίον ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου ( και αργότερα διατελέσας Οικουμενικός Πατριάρχης, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μελέτιος Μεταξάκης, διαμαρτυρήθηκε έντονα στον άγγλο διοικητή χαρακτηρίζοντας «δολοφονική» την επίθεση της Αστυνομίας. Διαμαρτυρία την οποίαν ασφαλώς οι Άγγλοι έγραψαν εις τα παλαιότερα των υποδημάτων τους!
Στήν πάνδημη κηδεία του παλληκαριού αθλητή Κώστα Γεωργίου , στην οποία χοροστάτησε ο Μεταξάκης εξεφώνησαν επικήδειους οι Ν. Κλ. Λανίτης, Χριστόδουλος Χουρμούζιος, Αριστόδημος Πηλαβάκης και Μενέλαος Δ. Φραγκούδης. Από τον ωραίο επικήδειο του Μ. Φραγκούδη παραθέτουμε το ακόλουθο συγκινητικό απόσπασμα: «Κοίταξε ειρωνεία! Το μαχαίρι δεν τον πέτυχε κατάστηθα, δεν τούκοψε με μιας παλληκαρίσια της ζωής το νήμα. Τον βρήκε στο πόδι, στο πόδι το γρήγορο, το δυνατό πού τον έφερε θριαμβευτή στο δρόμο της ζωής του. Τον έριξε σ’ ένα κρεβάτι πόνου με μια ασήμαντη ελπίδα να ζήσει μια πανάθλια ζωή, σακάτης για πάντα. Ειρωνεία! Ο Κώστας ο φτεροπόδαρος με δεκανίκια! Αλλ’ όχι, ή Μοίρα δεν θέλησε σπλαχνικά να τον ποτίσει καί το ύστερο αυτό φαρμάκι».
Ο Κώστας Πιλάβάκης γράφει στο βιβλίο του «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς»:
«Η ψυχρότητα ανάμεσα στις δύο φυλές κράτησε για ένα χρόνο περίπου. Ελάχιστοι Τούρκοι παρουσιάσθηκαν τον επόμενο χρόνο στη γιορτή του Κατακλυσμού. Οι συναλλαγές όμως γρήγορα επανελήφθησαν και η επικοινωνία των δυο συνοίκων στοιχείων δεν άργησε να γίνει στενή όπως και πριν από τις ταραχές. Σ' αυτό συνετέλεσε και η στάση του Μητροπολίτου Μεταξάκη που εξέδωσε εγκύκλιο «δι' ειρήνευσιν προς τους Μωαμεθανούς συμπολίτας η μάλλον συνδούλους ημών έχοντας τόσα κοινά συμφέροντα κοινωνικά, πολιτικά και προσωπικών σχέσεων».
Για λίγα όμως μόνο χρόνια . Για να ακολουθήσουν κι άλλες διακοινοτικές ταραχές κι άλλες κι άλλες… Με τους Άγγλους να παίζουν πάντα τον αφανή αλλά και αδιαφανή και πρωτεύοντα ρόλο τους στα γεγονότα.

 Η εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού
στην πρωτοσέλιδη είδηση
της για τα γεγονότα του 1912.