Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Ένα μοναδικό και πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο

Το δημοσίευμα στις εφημερίδες της εποχής σχετικά με την προβολή των ταινιών.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης «Λεμεσού μνήμες» που έγινε το Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013 έκπληκτοι και έκθαμβοι, είχαν την τύχη να δουν  για πρώτη φορά ένα σπάνιο κινηματογραφικό ντοκουμέντο.
Και εξηγούμαι:
Το 1917 ένας προοδευτικός και πολυπράγμων λεμεσιανός, ο Αντώνης Πηλαβάκης (1886-1974), γνωστός και από το ομώνυμο επιβλητικό κτήριο, σήμερα βιβλιοθήκη του Δήμου Λεμεσού, φέρνει στη Κύπρο την πρώτη ιδιωτική κινηματογραφική μηχανή λήψης. Αρχίζει αμέσως να κινηματογραφεί τη Λεμεσό και τους παραθερίζοντες στις Πλάτρες και να απαθανατίζει σημαντικά γεγονότα που συνέβαιναν στην πόλη την εποχή εκείνη.


Το πρώτο πλάνο της ταινίας
Τις ταινίες του αυτές τις πρωτοπαρουσιάζει στο Θέατρο Χατζηπαύλου στις 24 Δεκεμβρίου 1917 ( 6 Ιανουαρίου 1918 με το νέο ημερολόγιο).
Στο σχετικό δημοσίευμα στις εφημερίδες της Λεμεσού, που ανάγγελλε την προβολή κάτω από τον τίτλο «ΘΕΑΤΡΟΝ ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟ.ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ » και μας πληροφορεί πόσο σπουδαία πράγματα περιείχαν οι ταινίες αυτές, έλεγε:
«Απόψε Κυριακήν 24/6 Ιανουαρίου 1918.Μεταξύ διαφόρων άλλων εκλεκτών ταινιών: ΑΠΟ ΤΑΣ ΠΡΟΟΔΟΥΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΑΣ.
ΤΑ ΠΑΛΛΕΜΕΣΙΑ ΤΟΥ 1917.Κινηματογραφική ταινία. Ερασιτεχνικώς ληφθείσα και επεξεργασθείσα εν Κύπρω υπό του εν Λεμεσώ καλλιτέχνου κυρίου Αντωνίου Πηλαβάκη ευγενώς παραχωρηθείσα υπό του ιδιοκτήτου.
Η ταινία αρχίζει με την εκ νέου παρέλασιν των γραφικωτέρων και ρωμαντικοτέρων δενδροστοιχιών του Δημοσίου Κήπου Λεμεσού. Εν τω μέσω των υψηλών ευκαλύπτων ξεπροβάλλει σπινθηροβολούσα η προτομή του αθάνατου ΣΩΖΟΥ.



Ο κινηματογραφικός φακός
του Πηλαβάκη απαθανατίζει
 χαριτωμένες κυρίες, κύριους
και παιδιά παραθερίζοντας
στις Πλάτρες.

 
ΠΛΑΤΡΑΙ: Το αριστοκρατικόν μας θέρετρον. Τα Ξενοδοχεία που συγκεντρώνουν την μεγάλην κίνησην. Χαριέστατοι όμιλοι παραθεριζόντων κάμνουν  τον πρωινόν των περίπατον.
ΑΙ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΑΙ του 1917: Τα θεωρεία της Α’ θέσεως πλημμυρίζουν εγκαίρως κόσμον.
Εις την πρώτην γραμμήν διακρίνεται ο Εντιμότατος Διοικητής Λεμεσού και Γεν. Στρατιωτικός Διοκητής της Κύπρου Major ΜΠΟΛΤΩΝ ο οποίος μετ’ εξαιρετικού ενδιαφέροντος παρακολουθεί τας ιπποδρομίας.
Επί της δεξιάς πτέρυγος οι δημοφιλείς βουλευταί κ.κ. ΕΥΓ. ΖΗΝΩΝ και Ν. ΚΛ. ΛΑΝΙΤΗΣ προσέχουν μάλλον εις την κοσμικήν κίνησην παρά το τρέξιμον των αλόγων.
Το ωραίον φύλον ενδιαφερόμενον ζωηρώς εις τ’ αμοιβαία στοιχήματα  εξωτερικεύει την αγωνίαν του με νευρικάς κινήσεις και παταγώδη χειροκροτήματα. Αλλαι αβραί Κυρίαι και Δ/δες παρακολουθούσαι φιλοσοφικώτερον τα ιπποδρόμια αρκούνται να μειδιώσι και χαριεντίζωνται προ του Κινηματογραφικού φακού του κ. Πηλαβάκη.


Το αυτοκίνητο λεμεσιανού με αριθμό εγγραφής LL 025
Η Φιλαρμονική  Λεμεσού υπό την διέυθυνσιν του ρέκτου και εμπνευσμένου μουσικού κ.Γ.Σ.ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΟΥ προσδίδει εις την εορτήν μεγαλητέραν επισημότητα. Η παρέλασις των αλόγων. Οι μεγάλοι δρόμοι.Ο δρόμος μετ’ εμποδίων κ.τ.λ. κ.τ.λ.
ΣΟΥΗΔΙΚΑΙ ΑΣΚΗΣΕΙΣ: Ωραιότατα συμπλέγματα μαθητών.
ΚΑΡΙΚΑΤΟΥΡΑΙ: Το καρικατουριστικόν τάλαντον του κ. ΦΑΣΟΥΛΙΩΤΗ από της οθόνης. Διάφορα σκίτσα γνωστοτάτων φίλων Λεμεσού κ.τ.λ. κ.τ.λ.»






Εκτέλεση διαφόρων χορογραφιών στον Δημόσιο
Κήπο Λεμεσού από χορεύτριες
που σύμφωνα με τον ιστοριοδίφη
Αριστείδη Κουκουνάρη είναι
 οι αδελφές Γεωργία και Ελένη Λοφίτου.

 
Οι ταινίες λοιπόν αυτές μαζί ίσως και με άλλες, έμειναν κλεισμένες ερμητικά για πάρα πολλά χρόνια, κρυμμένες σε ντουλάπια με αποτέλεσμα ο χρόνος από τη μια και η ευαισθησία του υλικού από την άλλη στο πέρασμα του να τις καταστρέψει σχεδόν ολοσχερώς.




 Το κοινό των ιπποδρομιών
Κάποια στιγμή η κόρη του Πιλαβάκη, Ελίζαμπεθ που τις κατείχε, αποφάσισε να τις στείλει στο εξωτερικό για να περισώσει και να συντηρήσει ο,τι μπορούσε να περισωθεί. Αποτέλεσμα συνολικά μονό οκτώ λεπτά προβολής να περισωθούν. Όμως, έστω κι αυτά, πολύ σημαντικά για την μοναδικότητα τους.


Οι νέοι της Λεμεσού εκτελούν
σουηδικές ασκήσεις,προφανώς
στο ΓΣΟ, στα πλαίσια των Πανλεμεσίων.

Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο από τις ταινίες αυτές είναι ότι, επίσης για πρώτη φορά στην Κύπρο, πραγματοποιείται η δημιουργία ταινίας κινουμένων σχεδίων πάνω σε σκίτσα του γνωστού ζωγράφου και σκιτσογράφου Γεωργίου Φασουλιώτη.


 

 


 

 



  
 

 

 




Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Προίκες, προικοσύμφωνα και προικοθήρες.

Ο θεσμός της προίκας είναι διαχρονικός (καθώς επίσης και των προικοθήρων…). Άλλαζε απλώς ανάλογα με τις εποχές μέχρι και σήμερα. Σε παλιότερες εποχές το προικοσύμφωνο ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για ένα μελλοντικό γάμο. Με το τελετουργικό μάλιστα κατάρτισης του λάμβανε και την σχετική νομική του υφή. Καταρτιζότανε κατά την ημέρα του «λογιάσματος» ενός μέλλοντος να τελέσει γάμο ζευγαριού, συνήθως από τον δάσκαλο στην παρουσία του κοινοτάρχη και του ιερέα ο οποίος το παραλάμβανε και το φύλαγε στην εκκλησιά για περίπτωση που θα χρειαζόταν να το επικαλεσθεί στο μέλλον κάποιος από το ζευγάρι. Απόσπασμα από ένα τέτοιο προικοσύμφωνο στη συνέχεια και κάνετε την  σύγκριση σε σχέση με το δημοσίευμα που το ακολουθεί.  

«Προικοσύμφωνον της πρώτης κόρης μας της μεγάλης, θυγατρός εμένα του Κωσταντή της

Μαρικκούς και της μακαρίτισσας της γεναίκας μου της Μαριτσούς, να πάρει νόμιμον άντρα της τον Γιωρκάτζην του Πασκάλη και της καρδιάς μας όλην την ευχήν μας. 4 κονιάματα το πρώτον σε ξύλον ούλον ζάρκα και χοντρόν δκυο δάκτυλα, και τα τρία άλλα σε πευκόξυλον που στάσσει πίσσαν που την μιαν μερκάν την απογιάτιστην. Τρία πουκάμισα τα δκυο μιτσιά και τόναν μεάλον ως χαμαί, δκυο πορεσιανά τέλεια ατρύπητα και ολόγερα, δκυο μεσοφόρκα παοτρικά σαπουνισμένα στον Πιδκιάν ένα ήμισυ ζευγάριν κλάτσες (την άλλην έως να γίνη ο γάμος έχει καιρόν να την πλέξη), έναν φουστάνιν αλατζένον δίμηον και ριωτόν και άλλον ένα που αλατζιάν χρουματιστήν που την εψούμνισα εγιώ ο Κωσταντής της Μαρικκούς πρόπερσι που το παναϋριν της Εληάς, δκυο παννιά (το έναν έχει λίγες τρύπες αλλά ράβκουνται) για το καλορίζικον, δκυό ζευκάρκα παπούτσια (το ένα μισοσολιασμένον εν έχει μήναν), 45πήχες

βρακοζώνιν που φυτίλλιν, τρεις κούβαρους νήμα 167 ½   πήχες, 25 ριάλια, 22 ππαράες και άσπρα, δκυο μαείρισσες καλαωμένες και ένα τηάνιν αγάνωτον, δκυο καντήλες με φκιορούδκια, τέσσερα πιάτα βαθουλά το έναν λλίον ραϊσμένον, έναν μαστραππάν της μακαρίτισσας της στετές μου, έναν φετζιάνιν, έναν κόσσιηνον και μιαν τατσιάν, έναν μιτσίν μαειρισσούιν χωρίς καππάτζιν, έναν χαρτζίξυλον που ξύλον ζωντανόν, έναν λυχνάρι χωματένον,έναν στρώμα με στούππες και τρεις μπακάρηδες για να ράψουν αν θέλουν τζ'άλλον καλλίτερον, ένανκομματούιν χωράφινίσιαμε μιάν κυλίστραν ενός γάρου, 2 όρνιθες μ'έναν πετεινάριν καννάουρον, μισήν οκκάν μακαρολίνια του σιερκού (και αν προφτάσουμεν κάμνουμέν τους τζι'άλλα),2 λίτρες λάιν και 12 ½  δρέμια χαλλούμιν, 40 κλωστές σκόρτους και δκυό βάζους κουτρούβιν.» 



Το δημοσίευμα είναι ένα χρονογράφημα με τίτλο «ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΝΥΜΦΑΙ» στην εφημερίδα «Χρόνος» ημερομηνίας 11 Δεκεμβρίου 1931:   

«Δεν ξέρω αν επροσέξετε αγαπητοί αναγνώσται τις ακόλουθες ειδοποιήσεις, που δημοσιευθήκανε στο περασμένο φύλλο της εφημερίδος μας. Είνε τόσον νό­στιμες ώστε αξίζει να τες σχολιάσουμε σήμερα για λίγο. Λοιπόν: «Νέος ηλικίας 24 ετών, σωφέρ και κάτοχος αυτοκινήτου ζητεί να συνάψη σχέσεις προς τον σκοπόν γάμου μετά νέας 15-20 ετών εχούσης ως προίκα μόνον ένα κλειστόν αυτοκίνητον Σεβρολέ και γνωριζούσης ανάγνωσιν και γραφήν. Αποταθείτε Ν. Χρ. Λοΐζου.» Και παρακά­τω: "Νέος ηλικίας 32 ετών, μικρέμπορος και κάτοχος αρκετής κτηματικής περιου­σίας ζητεί να συνάψη σχέσεις προς τον σκοπόν  γάμου μετά νέας οιασδήποτε ηλι­κίας εγγραμμάτου και εχούσης ως προίκα τουλάχιστον £300.Αι απαντήσεις δέον να γράφωνται ιδιοχείρως. Θα τηρήται δε εχεμύθεια απόλυτος. Απευθυντέον Ε.Δ.Μ.»

Οι   επίδοξοι γαμβροί διαφωνούν, καθ ολοκληρίαν εις μερικά ζητήματα. Ο πρώτος που είνε 24 ετών θέλει την επίδοξον συμβίαν του να είνε μεταξύ 15- 20 ετών ενώ ο άλλος, που είνε 32 ετών και επομένως εγνώρισε περισσότερον την τον νουν και τας καρδίας των ανθρώπων, αδιαφο­ρεί δια την ηλικίαν της   μελλούσης συμ­βίας  του  και  μας δίδει να εννοήσουμε ότι είνε  εις θεσιν να ενώση την τύχην του και με μίαν ογδοηκοντούτιδα δεσποινίδα, αρκεί μόνον να έχη εις το χέρι το κομπόδεμα των 300 στερλινών. Ο πρώτος όμως επίδοξος  είνε πιο πρακτικός και αντί να ζήτηση από την πενθεράν του 40 ομολογίες ή και περισσότερες ζη­τεί ένα  κλειστόν αυτοκίνητον.  Ασφαλώς ελαβεν υπ΄ όψιν του ότι οι ομολογίες του στην σημερινήν εποχήν δεν έχουν   καμιάν αξίαν και  είναι πιθανόν να ξυπνήση ένα πρωί με 40   παλιόχαρτα   στην τσέπην εφ' ώ εις το εξής πρέπει και το σχετι­κο
 
τραγούδι να μεταρρυθμισθή καταλλήλως. Και αντί ο αισθηματίας κανταδό­ρος να τραγουδά

«Κι' αν δεν σου δώσει η μάνα σου σαράντα ομολογίες»…

οφείλει εις το εξής να τραγουδά

«Κι' αν δεν  σου δώση η μάνα σου αυτοκίνητον κλειστόν και μάρκας Σεβρολέ      

θα σε βλέπη να σε χαίρεται σαν Παναγιά στο ράφι.»



Ο δε άλλος, ο οποίος είνε μικρέμπορος και κάτοχος αρκετής κτηματικής περιουσίας μου φαίνεται οι έπεσεν έξω. Έπρεπε να ορίση τουλάχιστον το ανώτατον όριον της ηλικίας της μελλούσης συμβίας του. Διότι έτσι, που το άφισεν απροσδιόριστον είνε πιθανόν ο αριθμός της ηλικίας να συναγωνίζεται τον αριθμόν των στερλινών. Ακόμα δε τον συμβου­λεύω όπως ορίση τας προικοθηρικάς α­παιτήσεις του εις δολλάρια ή φράγκα μή­πως εν τω μεταξύ η λίρα κατρακυλήση και έτσι εκτός της μούντζης του απομείνη και η απροσδιορίστου ηλικίας νύμφη. Το μόνον που μπορεί να σώση την κατάστασιν είνε ότι οι στερλίνες πρέπει να είνε τουλάχιστον 300. Επιδέχονται δηλ. εν ανάγκη οιανδήποτε αύξησιν.

-Καλημέρα σας. Αποδέχομαι τας α­παιτήσεις σας. Η θυγάτηρ μου θα σας δώση την ζητουμένην προίκα.

-Λυπούμαι πολύ. Αλλ' ένεκα του εκ­πεσμού της στερλίνας το ζητηθέν ποσόν δεν με ικανοποιεί πλέον. ΄Εδωσα εντολήν εις την εφημερίδα να προστεθή ένα επί πλέον  μηδενικόν εις το τέλος του ζητουμένου  αριθμού.

Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν δι όσας νύμφας κινδυνεύουν να μείνουν στο ράφι. Ας προμηθευθούν ενα καινουργές κλει­στόν αυτοκίνητον η τριακόσιες λίρες στην τσέπη κι' ας αποταθούν εις τας άνω διευθύνσεις. Θα τηρηθή απόλυτος εχεμύθεια. Ημείς δε δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάμωμεν παρά να ευχηθώμε  όπως γρήγορα ευρεθούν οι νύμφες καθώς και το κλει­στόν αυτοκίνητον και ή τριακόσιες προς χαράν άφατον της τσέπης των επιδόξων γαμβρών.»

 

Απαραίτητη διευκρίνιση: Οι φωτογραφίες των νεόνυμφων είναι από το αρχείο μου και δεν συνδέονται με το σχετικό δημοσίευμα.

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Ο Βασίλης Μιχαηλίδης και ένα ατελείωτο σενάριο.

Ανάμεσα στα δεκάδες εκατοντάδες έργα που μου κληροδότησε ο Δάσκαλος Κωστής Κολώτας βρίσκεται και ένας φάκελος με τον τίτλο «Βασίλης».  Σ αυτόν περιλαμβάνεται ένα ατελείωτο σενάριο για τη ζωή και το έργο του εθνικού μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη που θα μπορούσε να γίνει είτε θεατρικό έργο είτε κινηματογραφικό έργο.

Εξ υιοθεσίας λεμεσιανός  ο ποιητής μας  αφού έζησε τα πιο πολλά χρόνια της ζωής του στην πόλη μας όπου και πέθανε το 1917, με πολλές ταλαιπωρίες πρέπει να ομολογήσουμε.

Εκτός από το σενάριο βρήκα και κάποιες ενδιαφέρουσες σημειώσεις για τη ζωή του που θα αποτελούσαν βάση για την εξέλιξη του σεναρίου. Ανάμεσα σ αυτές  και η πιο κάτω σημείωση, ατέλειωτη κι αυτή, με τον τίτλο «Οι συνθήκες της ζωής του  την περίοδο που έγραφε την ΑΝΕΡΑΔΑΝ», με τη δική της ιστορική αξία, που λέει:


Ευτέρπη Μιχαηλίδη- Αραούζου,
ο ανομολόγητος μεγάλος
και ανικανοποίητος έρωτας
του ποιητή που τον ενέπνευσε
να γράψει την «Ανεράδα». «Δεν είχε καμιά επαγγελματική κατοχύρωση. Ως υπάλληλος του Δήμου Λεμεσού, στο νοσοκομείο της πόλης, συχνά κινδύνευσε να χάσει τη δουλεία του. Βέβαια την εποχή κείνη κανένα σχεδόν επάγγελμα δεν είχε κατοχύρωση. όμως  τα οικονομικά του Δήμου, που ανά  πάσαν στιγμή κινδύνευε να τον αναγκάσουν να κλείσει το νοσοκομείο,  ήταν ένας εφιάλτης για τον ποιητή, που πολλές φορές αναγκαζόταν να σκύβει το κεφάλι, να ταπεινώνεται, να σιωπά, μπροστά στο φάσμα της ανεργίας και της πείνας.


Ο φίλος του Βασίλη,
Μιχαήλ Ηρ.Μιχαηλίδης, (δήμαρχος Λεμεσού 1913-14),
 στο σπίτι του συναντούσε ο ποιητής
την αδελφή του Ευτέρπη.
Το περιβάλλον ήταν πρωτόγονο:  Ένα νοσοκομείο-πτωχοκομείο.  Ένα παλιό κτήριο με  γύρω στα 15 κρεβάτια και που δέχεται πτωχούς ασθενείς για θεραπεία, μάλλον για να τους περιθάλψει στις τελευταίες μέρες του βίου των. Οι περισσότερο εισαγόμενοι δεν έβγαιναν ζωντανοί, κι άλλοι δεν έβγαιναν γιατί δεν είχαν πού να πάνε και πώς να ζήσουν. Ο ποιητή ήταν κι ο ίδιος αναγκασμένος να διαμένει και να ζει σ΄αυτό το νοσοκομείο και σ΄αυτό το περιβάλλον. Ζούσε λοιπόν καθημερινά και όλη μέρα, μέσα στην ανθρώπινη δυστυχία και τον ανθρώπινο πόνο.

Ο πρώτος διορισμός του ποιητή ήταν  “ Βασίλειος νοσοκόμος προσωρινώς και διά την εποπτείαν των σφαγείων”.  Και λίγο αργότερα διαβάζουμε στα ίδια πρακτικά: “Βασίλειος επιστάτης του πτωχοκομείου και επόπτης των εν τω σφαγείω σφαζομένων ζώων. Το συμβούλιο θεωρεί καλόν όπως ούτος ξαναγίνει και εκμάθει την φαρμακοποιίαν”    Και τό ωράριο, όπως διαβάζουμε από τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης “ πάντες οι υπάλληλοι  οφείλουσι να είναι εις τα εργασίας των από των ανατολών του ηλίου μέχρι των 12 μεσημβρινής  και από τας 2 ώρας μ.μ. μέχρι των δυσμών αυτού”
Σπύρος Αραούζος,
 δήμαρχος Λεμεσού 1914-1920,
 σύζυγος της«Ανεράδας»
 Ευτέρπης Αραούζου

Κατά τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Λεμεσό, κάποιοι βιογράφοι του μιλούν για ένα σφοδρό κι αποτυχημένο έρωτα. Λένε, (ο Γιάννης Λέφκης) ότι ερωτεύτηκε παράφορα μια πλουσικόρη της Λεμεσού, αδελφή ενός φίλου του. Να σημειώσουμε εδώ ότι στην μεγάλη προσπάθεια του ποιητή να ανέβει κοινωνικά, έκανε παρέα, όπως και στη Λάρνακα πριν, με «αριστοκράτες» νέους της εποχής.

Ο έρωτας λοιπόν αναπτύχθηκε  γιατί ο ποιητής μπορούσε να πηγαίνει και στο σπίτι της κόρης, πράγμα αδύνατο σε εκείνη την εποχή. Κι ακριβώς για τον έρωτά του αυτό έγραψε κάποια ποιήματά του ο ποιητής κι ανάμεσα τους και η Ανεράδα. Τελικά όμως, όπως συχνά συμβαίνει στην εποχή εκείνη ή συχνά αρέσκονται οι σύγχρονοι να φαντάζονται, η κόρη παντρεύτηκε άντρα της τάξεώς της. Κι έτσι ο ποιητής απογοητευμένος, ζήτησε την παρηγοριά στο ποτό  που θα τον οδηγήσει στον αλκοολισμό.

Βέβαια αυτό είναι πιθανόν, όμως φαίνεται είναι επηρεασμένο από παρόμοιες ρομαντικές ιστορίες και ειδύλλια της εποχής εκείνης.  Ας θυμηθούμε τον ατυχή έρωτα του Αχιλλέα Παράσχου και την επιστροφή των ερωτικών του επιστολών που τον ενέπνευσε να γράψει τον παροιμιώδη στίχο “τον κεραυνόν εις φάκελλον ευώδη κεκλεισμένον”»





Ο Βασίλης Μιχαηλίδης (στο μέσον) με τους τρόφιμους του Πτωχοκομείου Λεμεσού το 1916, λίγο πριν πεθάνει. Στο άκρο δεξιά η διευθύντρια Στυλιανή Πισήρη στα χέρια της οποίας ξεψύχησε ο ποιητής ομολογώντας της τον μεγάλο του έρωτα και ζητώντας της να βάλει στο φέρετρο του ένα ξερό λουλούδι που του έδωσε η Ευτέρπη όταν επισκέφτηκε το Πτωχοκομείο ως πρώτη κυρία Λεμεσού και το έκρυβε σαν ακριβό φυλακτό.

  



Η Ανεράδα όπως την φαντάστηκε
 σε χαρακτικό του ο χαράκτης Χαμπής
    στο ομώνυμο βιβλίο που έκανε
 και το αφιέρωσε στη μνήμη του φίλου
 του Κωστή Κολώτα.






             Δύο αποσπάσματα της Ανεράδας σε χαρακτικά του Χαμπή από το ομώνυμο βιβλίο.

   


Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Ιερόδουλες και πορνεία στη Λεμεσό άλλων καιρών

«Από τες γυναίκες αυτές έπαιρναν, οι Τούρκοι
εις τους γάμους των ως ήτο συνήθεια
δια να τους διασκεδάζουν ολίγας ημέρας.»
Σαν μια κάποια συνέχεια των προηγούμενων δημοσιευμάτων μας αναφορικά με την τουρκοκυπριακή κοινότητα της Λεμεσού αυτό σαν μια  διαφορετική πτυχή ενός «πικάντικου»  θέματος που αφορά τις ιερόδουλες και την πορνεία στη Λεμεσό από τον 19ο αιώνα και την Τουρκοκρατία μέχρι την Ανεξαρτησία. Ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε στο μέλλον σε όλη του την πολύ ενδιαφέρουσα έκταση αφού αποτελεί μια σημαντική αλλά και σημαδιακή πλευρά της κοινωνικής ζωής στη Λεμεσό με πολλές άλλες  προεκτάσεις.
Η «συμβολή» των τουρκοκυπρίων γυναικών στο θέμα  ήταν φαίνεται αρκετά σημαντική αν κρίνουμε από  τα σχετικά κείμενα που θα παραθέσουμε και αφορούν διάφορες εποχές.
Ο Ευστάθιος Παρασκευάς- Παλαίμαχος  στο γνωστό μας πλέον βιβλίο «Παλαιαί Αναμνήσεις» αναφέρει στο κεφάλαιο «Νοοτροπίαι και συνήθειαι άλλοτε εν Κύπρω», την εποχή της τουρκοκρατίας γύρω στο 1870, τα ακόλουθα:

«ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
Συχνά ήκουσα όταν υβρίζοντο γυναίκες του λαού να λέγη ή μια της άλλης. «Βρά γραμμένη της Χώρας». Έμαθα ότι η φράσις εσήμαινε την «πόρνην». Εις την Λευκωσίαν, μου είπαν οι παλαιότεροι, υπήρχε εις την αστυνομίαν βιβλίον μέσα στο οποίον εγράφοντο όσες γυναίκες ήσαν δηλωμένες πόρνες. Το βιβλίον αυτό ελέγετο «γράφτουσα». Από τες γυναίκες αυτές έπαιρναν, οι Τούρκοι εις τους γάμους των ως ήτο συνήθεια δια να τους διασκεδάζουν ολίγας ημέρας. Δηλαδή οι εκτός της Λευκωσίας έγραφον και ήρχοντο τα γύναια αυτά με πληρωμήν, εχόρευαν εις τον γάμον, εις την παρουσίαν βέβαια μόνο των ανδρών, οι οποίοι τες εκάθιζαν εις τα γόνα­τα τους τες «επλούμιζαν», δηλ. τους εκολλούσαν πάνω στο μέτωπόν τους νομίσματα. Η συνήθεια αυτή εκράτησε και μερικά χρόνια, αλλά οι Λεμεσιανοι Τούρκοι δεν είχαν πλέον ανάγκην να προσκαλούν από την Λευκωσίαν τοιαύτας γυναίκας διότι υπήρχαν πλέον εις την πόλιν μας τέτοιες γυναίκες.»
Κάνοντας ένα μεγάλο χρονικό άλμα πάμε στη δεκαετία του 20 όπου σε ένα δημοσίευμα τής 26ης Νοεμβρίου 1921 διαβάζουμε: «Δεν είναι δυνατόν να γείνη ένα έλεος δια τα καφέ-αμάν της πόλεως μας, τα οποία αυξάνονται και πληθύνονται από ημέρας  εις ημέραν; Τα ουρλιάσματα των άτυχων αυτών καλλιτέχνιδων ως επί το πλείστον ενοχλούσι τους κεντρικωτέρους δρόμους. Και σκεφθήτε την εντύπωσιν, την οποίαν προξενούσι εις ένα  ξένον. Μόνον εάν η πόλις εκατοικείτο από Κεμαλικούς θα ήτο δικαιολογημένη τοιαύτη πληθώρα  καφέ αμάν με τόσας τραγουδιστρίας να ψάλλουν απαισίως τα χυδαιότερα Τουρκικά άσματα.»

Η μικρασιάτισσα τουρκάλα
Βικτώρ που θριάμβευε
στα καφέ αμάν της
Λεμεσού τη δεκαετία του ΄20.

Για τα καφέ αυτά «αμάν» που ανθούσαν στην πόλη τη δεκαετία αυτή, βοηθούσης και της μικρασιατικής καταστροφής και του ερχομού πολλών μικρασιατών στην Κύπρο κάνει εκτενή αναφορά και ο Πλουτής Σέρβας , παιδί τότε, στο βιβλίο του «Όταν είμαστε παιδιά»
«Δυο-τρία χρόνια αργότερα, στο καφενείο της καινούργιας δημοτικής αγοράς, άνοιξε το καλοκαίρι ένα καφέ-σιαντάν. Ο επιχειρηματίας έφερνε σιαντέζες, ελληνίδες και αραπίνες από την Αίγυπτο και από τη Σμύρνη, τουρκάλες και Ελληνίδες. Γι­νόταν του Κουτρούλη ο γάμος. Με τη σειρά, μια μια οι σιαντέζες σηκώνονταν από τις καρέκλες τους, που ήταν μπροστά στους μουσικάντες και έλεγαν το τραγουδάκι τους, ή χόρευαν ξεδιάντροπα, πράγμα που άναβε τους θεατές, που παράγγελναν συνεχώς μεθυστικά ποτά, προσκαλώντας τις σιαντέζες να κά­θονται στο τραπέζι. Να χαϊδεύουν τα χέρια και τις γάμπες τους και να τους σκάνε κανένα φιλί. Ο Πελλόγιανος (έτσι ονο­μαζόταν ο ξακουστός ταβερνιάρης) έκανε χρυσές δουλειές.
Εμείς οι πιτσιρικάδες, παρακαλούσαμε τον Πελλόγιαννο να μας αφήνει να καθόμαστε χάμω, μπροστά στο παλκοσένικο. Μας το επέτρεπε, λέγοντας μας να καθόμαστε φρόνιμα, γιατί αν κάναμε φασαρία, θα διέταζε τα γκαρσόνια να μας διώξουν.
Πόσο γλεντάγαμε τα τραγούδια και τους χορούς, ιδιαίτερα όταν καμιά σήκωνε ψηλά τα φουστάνια της. Ήμουνα τότε αρ­κετά μεγάλος και καταλάβαινα πολλά. Πολλές φορές, ψιθύριζα στο διπλανό μου. Αυτές οι σιαντέζες δεν είναι προκομμένες πάνε με τους άντρες.»
Ο Κώστας Πιλαβάκης στο βιβλίο του «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς», αναφέρει ανάμεσα σε άλλα:
«Όσο για τις πόρνες εξηγήσαμε προηγουμένως πώς αυξανόταν ο αριθμός τους με την «επιστράτευση» που γινόταν όταν κατέφθαναν Αγγλικά πολεμικά. Μερικές απ' αυτές έμεναν
Κυπρία γυναίκα ιερόδουλη
συνήθως και όταν τελείωνε το «πανηγύρι». Λεμεσιανές πόρνες, έκτος από τις φτωχές Τουρκάλες πού κατοικούσαν σε χαμόσπιτα στην κοίτη του Γαρύλλη ή κοντά σ' αυτή — οι γυναίκες του Ποταμού, όπως τις έλεγαν — και πουλούσαν το κορμί τους για ασήμαντα πράγματα, ήταν ελάχιστες. Οι περισσότερες προέρχουνταν από το εξωτερικό ή από άλλες πόλεις και χωριά της Κύπρου. Δυο τρεις ήταν «τραβηγμένες» (παλλακίδες), όπως ή Λίζα. ή ΑDΑ και ή Χρισταλλένη.  Από τις άλλες, τις «κοινές», ονομαστές ήταν ή Ασπασία, ή Φροσκού, ή Φάνη, ή Μαρίκα (από την Πόλη,) ή Αναστασία ή Κολοσσιατού, ή  Άννα η Καρπασιτού, οι αδελφές Δέσποινα και Μυριάνθη από τη Σκάλα και μερικές Τουρκάλες - η Λαϊκκά, ή Κεζιμπά. κ.ά. Επίσκεψη σ' αυτές πληρωνόταν από τρία ως πέντε σελίνια.
Οι περισσότερες κατοικούσαν στην πλατεία Κκεσογλουδιών (σήμερα πλατεία Ηρώων ), υπήρχε όμως και οίκος ανοχής στην οδόν Γλάδστωνος (όπου σήμερα ό θερινός κινηματογράφος ΕΛΛΑΣ) σχεδόν έξω από την πόλη τότε — γνωστός ως «Κκερχανές του Κκέλη».
Ή παρουσία ιεροδούλων στις γειτονιές πολύ ενωρίς άρχισε να θεωρείται ενοχλητική και προσβλητική. Τούρκικες οικογένειες σε αναφορά τους το 1881 προς τη Δημοτική επιτροπή ζητούσαν να μεταφερθή αλλού πορνείο στη γειτονιά τους.»
Πλουτής Σέρβας
πρ. Δήμαρχος Λεμεσού
Για την Κεζιπά ο Πλουτής Σέρβας, ως Δήμαρχος πλέον της πόλης, αναφέρει στο βιβλίο του «Τα προικιά της Λεμεσού»:
« Ήταν η πιο ξακουστή ιερόδουλη στη μικρή μας άτακτη πολιτεία. Όταν για πρώτη φορά την συνάντησα με εντυπωσίασε η σεμνότητα και η ευγένεια της, καθώς και η προσπάθεια της στο πως θα παρουσίαζε την προσφορά της. Αμήχανα άνοιξε την τσάντα της. Πήρε ένα φάκελο και ψέλλισε: Αυτά τα χρήματα είναι για τα ορφανά.
Στην ερώτηση μου ποια ορφανά εννοούσε, μου απάντησε:
Για αυτά που θα βάλετε στην Παιδική Στέγη. Δεν είναι πολλά χρήματα. Είναι μόνο είκοσι λίρες. Είναι από τις οικονομίες μου. Έχω ζήσει την ορφάνια. Και έχω ένα παιδί που δεν γνώρισε πατέρα. Όμως μη σας περάσει από το μυαλό ότι προσφέρω αυτά τα χρήματα για να βάλετε και το δικό μου παιδί στο ορφανοτροφείο. Όχι, όχι. Μια χαρά το έχω τακτοποιήσει σε μια φίλη μου, εφ' όσον όπως καταλαβαίνετε δεν μπορώ να το έχω κοντά μου. Κι ελπίζω να το βοηθήσω με τη δουλειά να γίνει άνθρωπος της κοινωνίας.
Βούρκωσαν τα μάτια μου. Είδα και στα δικά της μάτια ένα δάκρυ, που σκούπισε με το δάκτυλο της. Δεν είπε περισσότερα. Ούτε χρειαζόταν να πει. Έσκυψε να φιλήσει το χέρι μου.»

Οι Τουρκοκύπριοι της Λεμεσού


Μέρος δεύτερο


Το Τζαμί Αρναούτ
Στο προηγούμενο τεύχος (της "Φωνής της Λεμεσού")είδαμε μέσα από κάποια κείμενα λεμεσιανών συγγραφέων  μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας της Λεμεσού.
Όπως είδαμε οι κύριες τουρκοκυπριακές συνοικίες ήταν πέντε. Εδώ θα δούμε την περιγραφή δυο από αυτές όπως τις αφηγείται ο Ξενοφών Φαρμακίδης στο βιβλίο του «Ιστορία της Λεμεσού» (έκδοσης του 1942):
« Η Α ρ ν α ο υ τ ο γ ε ι τ ο ν ι ά.
Καλείται και  Αρναουδκιά. Συνοικία ή γειτονία Αρναούτηδων, Αλβανών. Η Τουρκική Κυβέρνησις κατά χρόνον απροσδιόριστον, ίσως, κατά ή περί τό 1700 έστειλεν εις Κύπρον πολλούς Τουρκαλβανούς. ή δια να ιδρυση αποικίαν ή δι  άλλους πολιτικούς σκοπούς. Καθ  ον χρόνον απεβιβάζοντο εκ του πλοίου εις μίαν φορτηγίδα, ήτις θα τους έφερεν εις την παραλίαν, εκ του συνωστισμού και πολλού βάρους ανετρά­πη η φορτηγίς και όλοι επνίγησαν. Εσώθη δε μόνον είς εκ του δυστυχήματος τούτου, ον  οι. ομόθρησκοί του, εβοήθησαν και εφύτευσε μικρόν κήπον δια να πορίζηται τα προς το ζήν αναγκαία και δια της εργασίας του καιώρθωσε και έκτισεν ένα μικρόν και πενιχρόν σπίτι. Σύν τή παρόδφ του χρόνου είχεν ανάπτυξη και οικογένειαν, έ­φερε δε και μερικούς συμπατριώτας του και απετέλεσαν ενα μικρόν συνοικισμόν. Ταύτα κατ΄ αδέσποτον προφορικήν παράδοσιν. Ετέρα παράδοσις φέρουσα ιστορικήν χροιάν είναι η  ακόλουθος:


Τ/κ και Ε/κ λεμεσιανοί απολαμβάνουν αμέριμνοι και αρμόνικα το καφεδάκι τους στο μόλο τη δεκαετία του ’20. Αριστερά ο δικηγόρος,σατιρικός ποιητής και δημοσιογράφος Ευέλθων Πιτσιλλίδης (φωτογραφία από το αρχείο του εγγονού του Στέλιου Θεοφίλου)
Την 12 Μαΐου 1941 επεσκέφθην την Αρναουδκιάν, την οποίαν περιήλθον  και επεκοινώνησα με τους γεροντότερους τούρκους, Μεχμέτ - Ιμπραχίμ και Μουσάν Ραχαήν, ετών 76 και 80, παρ  ών έμαθον, ότι οι Αρναούτ ήλθον εις την Κύπρον  ως πρόσφυγες, ε­πί  της εποχής  του Σουλτάν Μαχμούτ.
Η εποχή της αφίξεώς των δεν δύναται να ορισθή επακριβώς, διότι δύο Σουλτάνοι, φέροντες το όνομα τούτο εκάθησαν επί του θρόνου της οθωμανικής αυ­τοκρατορίας. Μαχμούτ ο Α'. ο βασιλεύσας από του 1730 -1764 και Μαχμούτ ο Β', από του 1808 -1839. Δύναται να βεβαιωθή, ότι επί της εποχής Μαχμούτ του Β'  ότε εγένετο η εξόντωσις και η καταστροφή του τάγματος των Γενιτσάρων κατά το 1826. Πολλοί εξ αυτών φεύγοντες την σφαγήν ήλθον εις την Κύ­προν, αποβιβασθέντες εκ του ακρωτηρίου  Ακάμαντος, όπερ φέρει την  επωνυμίαν   Κάβο-Αρναούτ.

Με «περιπεφραγμένον δασύλλιον με αναβρυτήριον εις το κέντρον»
Υπάρχει δε και γνώμη ιστορική, ότι πολλάκις η τουρκική κυβέρνησις, είτε προς φύλαξιν είτε προς καταστολήν ανταρσίας, έστελλε στρατεύματα, μεταξύ των οποίων ήσαν και  πολλοί αλβανοί, οίτινες  μετά  την επιτέλεσιν του καθήκοντος των έμενον εις την Κύπρον, θεωρούντες αυτήν ευχαρισιοτέραν διαμονήν, από την της  πατρίδος των.
Ετέρα δε ιστορική γνώμη, είναι  ότι κατά τούς χρόνους τής βασιλείας του Γουίδου, ο αγροτικός πλη­θυσμός της Κύπρου διηρέθη εις τεσσάρας τάξεις, εξ ων η μία, η τετάρτη, ήτο οι Αλβανοί. Ήσαν δε ούτοι απόγονοι στρατιωτών, οίτινες είχον κληθή εις Κύ­προν ίνα υπερασπίζωσεν αυτήν από τας επιδρομάς των πειρατών.  Αν και κατώκησαν εις Κύπρον, αν και ενυμφεύθησαν κυπρίας γυναίκας, εξηκολούθουν να φέρωσι μεθ' υπερηφανείας το όνομα των προγόνων των. Ήσαν μισθοφόροι επετρέπετο δέ εις αυτούς, να εί­ναι κάτοχοι κτημοσύνης. Προϊόντος όμως τού χρόνου η τάξις αύτη είχε καταπέση καί αντί στρατιωτών κατήντησαν απλοί καλλιεργηταί της γής και βραδύτερον εστερήθησαν όλων των προνομίων, τα όποια πρότερον κατείχον. (Ιστ. Χάκεττ τ. α'. σελ.102.)
Ίσως πολλοί ή ολίγοι εξ αυτών να μετώκησαν εις Λεμισσόν προς εύρεσιν εργασίας, εγκατασιαθέντες εις το μέρος αυτό τής πόλεως, όπερ ωνομάσθη, ού­τως   υπό των  κατοίκων.
   Το Νέο Τζαμί 
Κείται δε η Αρναουτογειτονιά κατά την οδόν «Πάφου» εις τα Β. Δ. τής Λεμισσού και ολίγον έξωθι αυτής και αποτελεί σχεδόν χωριστόν τμήμα μέ τζαμίον. Αι οικίαι της είναι πλίνθιναι, μικραί, χαμη­λοί και πενιχραί  αί οδοί στεναί και ακανόνιστοι με σχετικήν καθαριότητα. Μια εξ αυτών φέρει επί πινακίδος την επιγραφήν «Cadde Arnaoud». Οι κάτοικοι ως απόγονοι Αλβανών είχον το αρρενωπόν και αγέρωχον, τα χαρακτηριστικά δηλ των προγόνων των, εις μικρότερον όμως βαθμόν, ο οποίος ήδη  εξέλιπεν.
Τα Κκεσουγλούδκια.Τουρκική συνοικία με χαμηλάς,  πλινθίνας οικίας, ανήκουσα κάποτε εις κάποιον πλούσιον   τούρκον και ιερά ήτο αυτή η συνοικία! Εκ των άλλοτε πολλών κατοίκων της, ελάχιστοι νυν απέμειναν. Εις το κέντρον αυτής εφυτεύθη υπό του Δημαρχείου θαυμάσιον  περιπεφραγμένον δασύλλιον με αναβρυτήριον εις  το κέντρον αυτού. Όλα τα παλαιά σπίτια κατερρίφθησαν και  ανηγέρθησαν ευπρεπείς λίθιναι οικίαι, ως το μεγαλοπρεπές κτήριον του θεάτρου «Ριάλτο», Πέριξ δε του δασυλλίου καφενεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, λουτρώνες, οινοπωλεία, χορευτικά κέντρα κ. τ. λ. Κατέστη δε, το κέντρον των διασκεδάσεων της πόλεως, όπου όλη η νυκτερινή κίνησις αυτής.»
Όπως ασφαλώς θα καταλάβατε πρόκειται για τη σημερινή Πλατεία Ηρώων που μετονομάστηκε έτσι μετά την ανέγερση εκεί του γνωστού μνημείου το 1948, μετά δηλαδή την συγγραφή τού βιβλίου του Φαρμακίδη.
Στο βιβλίο που κάναμε αναφορά στο πρώτο μέρος (των δύο τουρκοκύπριων λεμεσιανών αδελφών Ozay και Selcuk Akif «Ηχώ από τα παλιά. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα της Λεμεσού και η κληρονομιά της») αναφέρεται ότι: «είναι δεδομένο, και το αποδέχονται πολλοί ιστορικοί, ότι στα πλείστα μέρη οι κοινωνίες αναπτύχθηκαν κοντά, ή γύρω από τόπους λατρείας. Στη Λεμεσό οι Τουρκοκύπριοι τεχνίτες και έμποροι ήταν συγκεντρωμένοι στην περιοχή ανάμεσα στα τζαμιά Jedit (στη σημερινή οδό Αγκύρας) και Kebir (στο τέλος της σημερινής οδού Ζιγκ-Ζάγκ) και η συνήθεια αυτή συνέχισε για πολλά χρόνια. Η κίνηση στην ενορία Αρναούτ ήταν συγκεντρωμένη γύρω από το Τζαμί Αρναούτ κοντά στη Γέφυρα Τέσσερα Φανάρια, που ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο κέντρο εμπόρων και μαστόρων μετά το Τζαμί Τζετίτ». Παρόλα αυτά, τα Κκεσογλούδια αναπτύχτηκαν ως αμιγώς τ/κ συνοικία χωρίς τζαμί για πάρα πολλά χρόνια.

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Οι Τουρκοκύπριοι της Λεμεσού


Μέρος πρώτο

 
Η εμπορική οδός Αγκύρας
Στα δυο προηγούμενα τεύχη είδαμε κάποια σοβαρά επεισόδια που συνέβησαν το 1912 στη Λεμεσό μεταξύ των δυο κύριων σύνοικων στοιχείων της πόλης. Τα πρώτα σοβαρά ουσιαστικά  στην Κύπρο μετά την τουρκοκρατία. Μια αρνητική πρωτιά της Λεμεσού ανάμεσα στις εκατοντάδες θετικές. Πόσοι όμως ξέρουμε έστω και στοιχειωδώς την ιστορία τής τουρκοκυπριακής κοινότητας σ αυτή την πόλη; Ακόμα και οι παλαιότεροι, που έζησαν τη Λεμεσό πριν το 1974, γιατί για τους νεώτερους δεν το συζητούμε.
Θα επικαλεσθούμε λοιπόν εδώ κυρίως δυο παλιά αλλά σημαντικά βιβλία για την ιστορία της Λεμεσού, το βιβλίο του Κώστα Πιλαβάκη «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς», (έκδοσης του 1977)  και του Ξενοφώντος Φαρμακίδη «Ιστορία της Λεμεσού» (έκδοσης του 1942), ο οποίος ασχολήθηκε κυρίως όσο αφορά σε κάποιες τουρκοκυπριακές συνοικίες για το θέμα μας.
Να διευκρινίσω μόνο ότι κάποιες μόνο πτυχές και πολύ περιληπτικά αγγίζουμε το θέμα και ότι όσοι ενδιαφέρονται για περισσότερα πάνω στο θέμα, εκτός από την άλλη βιβλιογραφία, πως έχει εκδοθεί πρόσφατα ένα αρκετά κατατοπιστικό βιβλίο και με πλούσιο φωτογραφικό υλικό σε τρεις γλώσσες μάλιστα ( ελληνικά τουρκικά και αγγλικά) από δυο τουρκοκύπριους λεμεσιανούς- τους αδελφούς Ozay και Selcuk Akif- με τίτλο «Ηχώ από τα παλιά. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα της Λεμεσού και η κληρονομιά της» και κάποιες πληροφορίες θα αντλήσουμε και από αυτό.

Ο Κώστας Πιλαβάκης γράφει λοιπόν:
«ΟΙ ΤΟΎΡΚΟΙ ΤΗΣΛΕΜΕΣΟΥ
Το ελληνικό στοιχείο ήταν πάντα πολυπληθέστερο στη Λεμεσό. Οι Τούρκοι στην αρχή της Αγγλικής Κατοχής ήταν κάπου 2 χιλ. έναντι 4000 Ελλήνων. Κατοικούσαν στο δυτικό μέρος της πόλης οι περισσότεροι πέρα από την κοίτη του Γαρύλλη σε φτωχόσπιτα τον καλούμενο Τουρκομαχαλλά. Λίγοι βρίσκονταν και σε ελληνικές συνοικίες, τα Κκεσογλούδκια, όπου σήμερα η Πλατεία Ηρώων, ή την Τζαμούδα.
Ο περίφημος Τουρκοκύπριοςμπακλαβατζής Αχμέτ Χαβίζ
κάνει λουκουμάδες στο
πανηγύρι του κατακλυσμού.

Όπως παρατηρούσαν οι ξένοι επισκέπτες οι Τούρκοι από οικονομική άποψη και μόρφωση υστερούσαν των Ελλήνων. Ακολουθούσαν ορισμένα επαγγέλματα, όπως παπλωματάδες, καλλικάδες, πωλητές «γλυκών»-σ'ιάμι-σ'ι, χαλβά, σϊάμαλι-ή γιαουρτιού σε κεσέδες που το περιέφεραν πάνω σε μεγάλο στρογγυλό δίσκο τοποθετημένο στο κεφάλι τους και το διαλαλοϋσαν -«γάλαν όξινον»- στις ελληνικές συνοικίες.
Τούρκοι επίσης είχαν τα λουτρά-χαμάμ το ένα στο κέντρο της πόλης (στην πλατεία των Κκεσογλουδκιών). Στην πάνω αγορά της Κουναπιάς -εκθέτουν και Τούρκοι χασάπηδες και μανάβηδες. Εκεί κοντά-όχι μακριά από το Τελωνείο και την αποβάθρα-είναι και τα τούρκικα μαγέρικα, όπου φτειάχνουν ορεχτικά σουβλάκια και  την περίοδο του Ραμαζανιού, τον ολόγλυκο μπακλαβά, που για να τον γευτούν οι δικοί μας «κάνουν ολόκληρη ουρά», όπως γράφει η Τερέζα Χατζηπαύλου.
Οι Τούρκοι περβολάρηδες στα Τσιφλικούδια ή άλλα περιβόλια παρά­γουν ωραία φρούτα και λαχανικά, που βραβεύονται κάποτε στις Γεωργικές Εκθέσεις (έτος 1905).
Το τούρκικο χαμάμ στο βάθοςτης οδού Λουτρών, στην περιοχή Ζιγκ-Ζαγκ ,το μονό που λειτουργεί
μέχρι σήμερα
Τούρκοι, με την εύνοια της Αγγλικής Κυβέρνησης περισσότερο, παίρ­νουν αρκετές θέσεις κυβερνητικές, ιδίως στην Αστυνομία, οπού υπερτε­ρούν σε αριθμό κατά πολύ των Ελλήνων. (Οι δικοί μας απέφευγαν το ε­πάγγελμα για να μην φορούν φέσι).
Η επικοινωνία των δυο στοιχείων ήταν ελεύθερη. Οι  Έλληνες κυκλο­φορούσαν άφοβα στις τουρκικές συνοικίες, το ίδιο και οι Τούρκοι στις ελ­ληνικές. Οι λίγοι Τούρκοι έμποροι συνεργάζονταν με τους δικούς μας και οικονομικώς οι περισσότεροι ήταν εξαρτημένοι από τους  Έλληνες. Σε λίγες περιπτώσεις Τούρκοι έστελλαν τα παιδιά τους στα σχολεία μας για να μά­θουν Ελληνικά. Και είναι νόστιμη η περίπτωση ενός παιδιού Τούρκου που την Πρωτοχρονιά ευχήθηκε στον πατέρα μου Αριστόδημο Πηλαβάκη, διευθυντή του Δημοτικού, «πάσαν ατομικήν και εθνικήν ευτυχίαν».  Ήταν η Πρωτοχρονιά του έτους 1912 κατά το όποιο έγινε ο ελληνο-τουρκικός πόλεμος.

«Στην πάνω αγορά της Κουναπιάς -εκθέτουν και Τούρκοι χασάπηδες και μανάβηδες».
Από το κοντύλι που ψήφιζε κάθε χρόνο η Δημοτική Επιτροπή έπαιρ­ναν το μερίδιο τους και οι Τούρκοι φτωχοί. Σ αυτούς έδιναν κάποιο βοή­θημα και τη γιορτή του Ραμαζανιού.
Μικροκαβγάδες - κάποτε για γυ­ναίκες - δεν έλειπαν βέβαια μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων δεν ήταν όμως συχνότεροι από τους καβγάδες μεταξύ των ιδίων των Ελλήνων.»
Τουρκοκυπριακές ενορίες της πόλης
Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας (1878-1960) υπήρχαν οι εξής πέντε ενορίες στην Τουρκο­κυπριακή (ΤΚ) περιοχή της Λεμεσού, η κάθε μια με τον μουχτάρη (κοινοτάρχη) της που τον διόριζε ο Έπαρχος Λεμεσού:
1.   Ενορία Djami Jedit (Νέο Τζαμί)
2.   Ενορία Αρναούτ
3.   Ενορία Koseoglu (γνωστή στους Ελληνοκυπρίους - ΕΚ- ως Κεσσουγλούδκια)
4.   Ενορία Chiftlikler (γνωστή ωςΤσιφλικούδια)
5.   Ενορία Ayandon, δηλαδή του Αγίου Αντωνίου (λόγω της ομώνυμης ορθόδοξης εκκλησίας ).
Ο «δρόμος με τες καμάρες» που στην τουρκοκρατία λεγόταν και «τουρκική αγορά», απέναντι από το παλιό λιμάνι και οδηγούσε στο Τζαμί Τζετίτ. Εδώ ήταν και τοπερίφημο εστιατόριο του Αλή Νουρή γνωστού ως Ajjali.

Είναι δεδομένο και το αποδέχονται πολλοί ιστορικοί, ότι στα πλείστα μέρη οι κοινωνίες αναπτύχθηκαν κοντά, ή γύρω από τόπους λατρείας. Στη Λεμεσό οι Τουρκοκύπριοι τεχνίτες και έμποροι ήταν συγκεντρωμένοι στην περιοχή ανάμεσα στα τζαμιά Jedit (στη σημερινή οδό Αγκύρας) και Kebir (Μεγάλο Τζαμί, στο τέλος της σημερινής οδού Ζιγκ-Ζάγκ) και η συνήθεια αυτή συνέχισε για πολλά χρόνια. Η κίνηση στην ενορία Αρναούτ ήταν συγκεντρωμένη γύρω από το Τζαμί Αρναούτ κοντά στη Γέφυρα Τέσσερα Φανάρια, που ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο κέντρο εμπόρων και μαστόρων μετά το Τζαμί Τζετίτ.
                                                                   Έπετει δεύτερο μέρος