Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Λεμεσιανά αφηγήματα-Παλιά κτίρια με ιστορία

        
                                Μέρος τέταρτο (τελευταίο)
Το τέταρτο και τελευταίο μέρος από μια σειρά δημοσιευμάτων που ο Πάνος Φασουλιώτης δημοσίευσε σε συνέχειες  στην εφημερίδα του, Παρατηρητής από τις 26 Νοεμβρίου μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 1959 υπό τον τίτλο «Λεμεσιανά αφηγήματα-παληά κτίρια με ιστορία» ξετυλίγεται η ιστορία αυτού του δρόμου αλλά και άλλες σημαντικές πληροφορίες για τη Λεμεσό, Θα τα δούμε λοιπόν κι εμείς σε συνέχειες, διατηρώντας το ύφος γραφής και την ορθογραφία τους και θα σχολιάζουμε εκεί και όπου αν χρειάζεται:
Από την επίσκεψη
του Νίκου Καζαντζάκη
στην Κύπρο το 1926.
Στο Τρόοδος με τον
λεμεσιανό διανοούμενο
φίλον του Ευγένιο Ζήνωνος 
«Η σημερινή οδός Δημήτρη Μητρόπουλου, παλιότερα «οδός Αγοράς», είναι από τις αρχαιότερες οδούς της Λεμεσού, γνωστή παλιότερα και ως «ο δρόμος με τις καμάρες»  που κατέληγε στην «Πλατεία της Κουνναπιάς». Η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων φθάνοντας μέχρι τον μεσαίωνα. Ο δρόμος αυτός με την τόσο βαριά ιστορία και σημασία για την πόλη επιλέγηκε πρόσφατα να φιλοξενήσει μιας αμφιβόλου αξίας και σοβαρότητας «τουριστική ατραξιόν, τον…  «δρόμο της δόξας».
Καταλήγει λοιπόν ο Φασουλιώτης:
«Σ’ ένα από τα καφενε­δάκια της Κουνναπιάς υπη­ρετούσε ένα ωρίμου ηλι­κίας γκαρσόνι που τον θεω­ρούσε η πελατεία που σύ­χναζε και που η πλειονότητα της ήταν κάτοικοι της Λεμεσού, βιοτέχνες, τε­χνίτες και μικροκαταστηματάρχες, περίεργο τύπο.
Και άλλοτε, παλαιότερα, σε προηγούμενο σημείω­μα μου ως πολλοί εκ των αναγνωστών τού Παρατηρητού θα θυμούνται, περί την επίσκεψι Καζαντζάκη στην Κύπρο, αναφέρθηκα στην ιδιοτυπία ενός γκαρσονιού που διέτασσε το κάμωμα τού κα­φέ να γίνεται, όχι όπως ο κάθε πελάτης τον ήθελε αλλά όπως αυτός έκρινε να ταιριάζη στην φάτσα του. Όταν λ. χ. ο πελάτης ζητούσε γλυκύ, τον παράγγελνε σκόπιμα μέτριον τον δε μέτριο, μπορούσε να τον κάμη γλυκύ ή σκέττο.
«Ο Ανδρέας Θε­μιστοκλέους
ο μέγας Δι­δάσκαλος
και Σχολάρχης τής Λεμεσού»

Η παραγγελία κανονιζόταν σύμφωνα με το δικό του κριτήριο και την ατομική του, για τον χαρακτήρα και το ύφος τού πελάτη, αντίληψι, την ο­ποίαν πάλι εξαρτούσε από την φάτσα τού παραγγέλ­λοντος. Κάποιος που επανειλημμένα διαμαρτυρόταν ότι ο καφές που παράγ­γειλε δεν ήταν όπως τον συνήθιζε δηλ. γλυκύς, αλλά μέτριος, ο πλαϊνός του τούπε: «μην περιμένης να γίνη αυτό που θέλεις, γιατί κατά την γνώμη τού Μήτσου, η φάτσα σου είναι για μέτριο και όχι για γλυκύ. Εσύ δεν άκουσες που είπε, μόλις τού έκαμες την παρατήρησι πως  δεν σου έφερε ό,τι παράγγειλες: «Είναι τούτα μούτρα για γλυκύ»; Ο Κα­ζαντζάκης, που έτυχε να τού αναφέρω τον τύπο τού Μήτσου, μου εξέφρασε την επιθυμία να τον γνωρίση. «Ψυχανάλυσι δια τού καφέ.  Θάθελα μούπε να δω τι καφές μού ταιριάζει».
Στους Μέρικους, μεταξύ άλλων επίλεκτων πολιτών που καθημερινά σύχναζαν στο καφενεδάκι Ριαλά, ήταν και ο Ανδρέας Θε­μιστοκλέους ο μέγας Δι­δάσκαλος και Σχολάρχης τής Λεμεσού. Αφού εκτε­λούσε τα πρωινά του κα­θήκοντα ως καλός σπιτονοικοκύρης, με την μετάβασι στο παντοπωλείο και την αποστολή των ψωνίων με τον καλαθά  στο σπίτι, ο ίδιος περνούσε, πριν πάει στο Σχολείο που στεγαζόταν κατά τα πρώ­τα, ως το 1896, χρόνια στο ανώγειο Άγ. Νάπας, από τους Μέρικους και για καμιά ώρα καθόταν διηγούμενος, διδάσκων και αναπτύσσων διάφορα θέματα προς όλους που τον προσήγγιζαν για να τον ακούσουν.
Ο συγγραφέας των άρθρων,
 επιφανής δημοσιογράφος,
Πάνος Φασουλιώτης
Στο πρώτο αυτό Σχο­λείο, το καλούμενο ελλη­νικό, πούταν συνέχεια προηγουμένου πούχε ιδρυθεί το 1819, ο Ανδρέας διαδέχθηκε το 1870 τον Δημήτριον Βενετοκλήν -υπήρχαν μόνον τρεις τάξεις και ο Θεμιστοκλέους ήταν ο μόνος χωρίς κανένα βοηθό δάσκαλος. Αργότε­ρα το έκαμε ο ίδιος πεντατάξιο και προσέλαβε τότε και βοηθούς.  Ο Ανδρέας δεν δίδασκε  μόνον εις το σχολείο του τους μαθητές που ενεγράφοντο κατ’ έτος σ’ αυτό, αλλά γινό­ταν ως γνωστό δάσκαλος και εθναπόστολος σ’ όλα τα κέντρα και καφενεία που σύχναζε και που πάντα περιστοιχιζόταν από παλαιούς μαθητές και φίλους.
Η αγάπη, η θερμουργός προς την πατρίδα αγάπη, και ο θαυμασμός του προς το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και την λατρεία για την σοφία των προγόνων μας, ήτο απερίγραπτη. Ήταν ο πρώτος που τόλμησε, κα­τά τα πρώτα χρόνια της Βρεττανικής Κατοχής, να ύψωση  την Ελληνική σημαία στον αυλόγυρο της Αγίας Νάπας. Αργότερα, πολύ αργότερα απετόλμησαν, επί Καταλάνου θαρρώ, να υψώσουν και στην Λευκωσία την γαλα­νόλευκη.
Στες διηγήσεις, επί δια­φόρων θεμάτων που έκαμνε, πρωτεύουσαν  θέσι είχε πάντα ο  Όμηρος, η Ιλιάδα και Οδύσσεια, τα κατορθώματα και μεγαλουργήματα των ομηρικών ηρώων και ένδοξων προγόνων.
Μια μέρα ένα έγκριτο μέλος της  Λεμεσιανής κοινωνίας, μεγαλέμπορος των χαρουπιών, απ’ εκείνους που έκαμναν εξαγωγές στο Τριέστι, όπως συνήθιζε ο λαός να λέγη την Τεργέστη, και που συχνά άκουε τον Ανδρέα να αναφέρη τον Όμηρο τον ρώτησε: «Δεν μου λες Δάσκαλε ποιος είναι αυτός ο Όμηρος;». Ο Δάσκαλος που θώρησε βλασφημία την ερώτησι, με πρωτοφανή αγανάκτησι που ένας Έλληνας αγνοούσε τον μεγαλήτερο ποιητή των αιώνων του απάντησε: «Χαρουπέμπορος εις το Τριέστι». Και ο μεγαλέμπορος κατάπληκτος διερωτάται, «Περίεργο και δεν τον ξέρω». «Και όμως εκείνος θα σε ξέρη», του λέγει ο Ανδρέας και προσθέτει: «Γράψε του με καμιάν προσφοράν χαρουπιών».
«Δεν μου λες Δάσκαλε
ποιος είναι αυτός
ο Όμηρος;».
Μιαν άλλη φορά, στους Μέρικους πάλι, που η συνδιάλεξι επεξετάθη επί πολλές ώρες, γιατί είχε σχολική αργία και μπορούσε να παραμείνη  περισσότερον καιρόν ιστορούσε, ως μου αφηγήθη­κε, εκλιπών τελευταίως προσφιλής μαθητής και συνεργάτης του κατόπιν στο πεντατάξιο Ελληνικό Σχολείο, παλαιές δόξες τού Κυπριακού λαού κατά ξένων κατακτητών και ιδιαιτέρως την ναυμαχία που είχε γίνει στον πλη­σίον τής Επισκοπής όρμο  τής Λεμεσού, μεταξύ τού Κυπριακού στόλου τού Αντιβασιλέως τής Νήσου Ιωάννου Ιβελίνου και ολοκλήρου τού Γερμανικού υπό τον στρατηγόν Φίλιγγερ, ο οποίος και κατατροπώθηκε από το Κυπρ. ναυτικό και τον στρατό.
Ολόκληρη ή Φραγκιά, είπε ο δάσκαλος, πέρασε ως κατακτητής απ’ εδώ και εξαφανίστηκε. Έφυγε και ο Τούρκος και θα φύγη, ετόνισε για δεύτερη φορά και ο Εγ­γλέζος και μόνον εμείς, οι μικροί και ανίσχυ­ροι ανθέξαμε στον όγ­κο τής δυνάμεως των με­γάλων κατακτητών. Παραμένομεν, όπως και τα δένδρα μας εις τα εδάφη μας και θα καταστούμεν, τέλεψε προφητεύων, μια μέρα, ενωμένοι με την Ελλάδα, κυρίαρχοι του τό­που μας.»

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Λεμεσιανά αφηγήματα-Παλιά κτίρια με ιστορία

Το τρίτο μέρος από μια σειρά δημοσιεύματων που ο Πάνος Φασουλιώτης δημοσίευσε σε συνέχειες  στην εφημερίδα του, Παρατηρητής από τις 26 Νοεμβρίου μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 1959 υπό τον τίτλο «Λεμεσιανά αφηγήματα-παληά κτίρια με ιστορία» ξετυλίγεται η ιστορία αυτού του δρόμου αλλά και άλλες σημαντικές πληροφορίες για τη Λεμεσό, Θα τα δούμε λοιπόν κι εμείς σε συνέχειες, διατηρώντας το ύφος γραφής και την ορθογραφία τους και θα σχολιάζουμε εκεί και όπου χρειάζεται:
Η σημερινή οδός Δημήτρη Μητρόπουλου, παλιότερα «οδός Αγοράς», είναι από τις αρχαιότερες οδούς της Λεμεσού, γνωστή παλιότερα και ως «ο δρόμος με τις καμάρες»  που κατέληγε στην «Πλατεία της Κουνναπιάς». Η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων φθάνοντας μέχρι τον μεσαίωνα. Ο δρόμος αυτός με την τόσο βαριά ιστορία και σημασία για την πόλη επιλέγηκε πρόσφατα να φιλοξενήσει μιας αμφιβόλου αξίας και σοβαρότητας «τουριστική ατραξιόν, τον…  «δρόμο της δόξας».

                                                            Μέρος τρίτο

«Η δευτέρα αγορά, που με την δημιουργία της,
επί δημαρχείας
  Χατζηπαύλου,
κατέστρεψε την
αρ­χαία ιστορική πλατεία της κουναπιάς »
 Η δευτέρα αγορά, που με την δημιουργία της, επί δημαρχείας  Χατζηπαύλου, κατέστρεψε την αρ­χαία ιστορική πλατεία της κουναπιάς θα μπορούσε κάλλιστα να γίνη πέραν της οδού Γλάδστωνος, βορεινήν πλευρά, προς την οποίαν επεκτεινόταν και επεκτείνεται η πόλις. Αλλ’ η ατομικιστική  αντίληψι της τότε Δημοτ. Αρχής ενήργησε καθ’ ολοκληρία αντίθετα προς την θέλησι των Δημοτών.
Στον περίβολο της Αγ. Νάπας εθάπτοντο πριν γίνη το άνω νεκροταφείο, οι νεκροί.
Ως τώρα υπάρχουν ταφόπλακες που με­ρικές αναγράφουν ονόματα σημαινόντων προσώ­πων, ως του Δαυίδ που η προσωπικότης και δράσι του αναφέρεται σε ιστορικές σελίδες σημειωθεισών καταδιώξεων, υπό των Τουρκικών Αρχών, ομογενών κατά το 1821. Το ωραίον επίσης γλυπτόν ομοίωμα αετού πούναι κοντά στο αδιέξοδο της οικείας Ηρακλή Μιχαηλίδη πίσω στην Αγ. Τράπεζα τής κατεδαφισθείσης, με την ανοικοδόμησι του σημερινού περικαλλούς Καθεδρ. Ναού, παληάς εκκλησίτσας όπου σήμερα υψώνεται η Στήλη των πεσόντων με εγχάρακτα τα ονόματα τών κατά τους Βαλκανικούς πολέμους πε­σόντων Λεμεσιανών εθε­λοντών. Κάτω από τον αετό βρίσκεται ο τάφος ενός επίλεκτου μέλους της αρχαίας οικογενείας Ια­σωνίδη αδελφού τού εκ μητρός πάππου τής οικογενείας Θ. Περιστιάνη της πόλεώς μας. Αυτός ήτο και ο πρώτος που εισήγαγε και εγκατέστησε ευρωπαϊκό διυλιστήριο στην Κύπρο: Το είχε
τοποθετήσει εις Λεμεσό και κατασκεύασε το πρώτο κονιάκ. Ο Χριστόδουλος Χατζηπαύλου, πάππος των διευθυντών του σημερινού αρχαίου και μεγάλου Οινοπνευματοβιομηχανικού Οίκου της πόλεως μας διετέλεσε μέλος τού τεχνικού προσωπικού του άνω βιομηχανικού οίκου Ιασωνίδη, ο οποίος ήτο και ο τελευταίος που ετάφη εις τον περίβολο 'Αγ. Νάπας.
«κτίριο που στεγαζόνταν όλα τα Κυβερνητικά
 όπως περιγράψαμε, Γραφεία και παράπλευρα
 το ισκερό δασύλλιο της 
 πλατείας των Μέρικων.»
Κατά την ταφήν του, η οποία σκοπίμως, ως θα εξηγήσω παρά κάτω, είχε γίνει κατά τας αυγινάς  ώρας, έλαβεν χώραν διαπληκτισμός δύο αντιτιθεμένων μερίδων της πόλεως. Το επεισόδιο, ως μου το αφηγήθηκαν παλαιότεροι, συνέβη υπό τις ακόλουθες συνθήκες και είχεν αφορμή την επιμονή  της οικογενείας, των φίλων και εκτιμητών του θανόντος να ταφή εις τον περίβολο του ναού και ουχί εις το νέο πρωτοδημιουργηθέν νεκροταφείο. Ως τότε  κανένας της καλής ευπορούσης  τάξεως δεν είχε αποθάνει και τα μέλη της γνωστής διακεκριμένης αυτής οικογενείας δεν ευνοούσαν απομάκρυνσι ενός επιλέκτου μέλους της εκ των οικογενειακών των τάφων.
Η ομάδα που είχε την πρωτοβουλία δημιουργίας ενοριακού νεκροταφείου, επέμενε εις την άποψιν της  περί σεβασμού της ληφθείσης αποφάσεως και συμμορφωσι όλων των ενοριτών χωρίς εξαίρεσι να σταματήση η ενταφίασι  εις τον περίβολο της Εκκλησίας, που την τριγύρισαν κατοικίες και κατέστη το σημαντικώτερο κέντρο τής πόλεως.
Οι περί την οικογένειαν του αποθανόντος επέμεναν στην ταφήν του στην Αγ.Νάπα και προς αποφυγήν της ματαιώσεώς της, μετέφεραν και τοποθέτησαν, μετά την αυγινήν νεκρώσιμον τελετήν, τον νεκρόν εις τον εν βία ανοιγέντα τάφον ο οποίος ήτο ως μου αφηγήθηκε πρόσωπο που παρέστη στην ταφή, σε μήκος μικρότερος τού σώματος τού νεκρού.
 .Tούρκικο καφενείο (γύρω στα 1915-1925)
στην
  είσοδο της  οδού Αγοράς.
Στο άκρον δεξιά διακρίνονται οι κάμαρες 
Οι αντιτιθέμενοι, που μόλις το πληροφορήθηκαν έσπευσαν να παρεμποδί­σουν την ταφήν, δοκίμασαν να ματαιώσουν αυτήν αλλά δεν το κατώρθωσαν, γιατί εν τω μεταξύ έφθασε η Αστυνομία η οποία διά­λυσε την συγκέντρωσιν. Ο νεκρός λόγω τού στενού τάφου τοποθετήθηκε με σκευρωμένα τα σκέλη.
Ο διακεκριμένος αυτός συμπολίτης μας ήτο και ο τελευταίος κάτοικος Λεμεσού που το κοσμικό υλι­κό του περίβλημα καλύφθηκε από τα χώματα του περιβόλου τού σημερινού Καθεδρικού μας Ναού.
«Στην πλατεία τής Κουνναπιάς,
με το γειτονικό τζαμί,
πούταν τον καιρό τής καταλήψεως
τής Κύπρου από τον Τούρκον
επιδρομέα Ορθόδοξος,
όπως λένε ναός εις μνήμην
 της Αγίας Παρασκευής,
διεξάγοντο αγοραπωλησίες. »
 Όπως εις την αρχαίαν εποχήν oι Έλληνες και κατόπιν κατ’ απομίμησί των οι  Ρωμαίοι, τες Αγορές των, τών παραθαλάσσιων πόλεων, συνήθιζαν να τες ανεγείρουν εις τες προκυμαίες, έτσι και η Αγορά τής Λεμεσού, η μόνη στο είδος της σ’ ολόκληρη την νήσο, άρχιζε από την πλα­τεία της Κουναπιάς, που την ιστορήσαμε στα προηγούμενα και επεκτεινομέ­νη δια των Καμάρων (αψίδων), πούταν μια στοά μήκους 130 περίπου ποδών, έφτανε στην προκυμαία. Εκεί ήταν από τότε η σημερινή   αποβά­θρα με το τελευταίως πυρποληθέν, νεόκτιστο τότε, κτίριο που στεγαζόνταν όλα τα Κυβερνητικά όπως περιγράψαμε, Γραφεία και παράπλευρα το ισκερό δασύλλιο της  πλατείας των Μέρικων.
Στην πλατεία τής Κουνναπιάς, με το γειτονικό τζαμί, πούταν τον καιρό τής καταλήψεως τής Κύπρου από τον Τούρκον επιδρομέα Ορθόδοξος, όπως λένε ναός εις μνήμην της Αγίας Παρασκευής, διεξάγοντο αγοραπωλησίες.
Εκεί βρισκόταν, όπως έχουμε πει και το μεγάλο Παντοπωλείο (Α' Δημοτ. Αγορά) από το οποίο τα δύο σχεδόν τρίτα του πληθυσμού της Λεμεσού προμηθευόνταν τα ψώνια των.
Οι χωρικοί εκεί κατέβαιναν και σύχναζαν στα καφενεδάκια και μαγειριά της πλατείας που η κίνησι και ζωηρότητα της, ιδίως κατά τες πρωινές ώρες ως το μεσημέρι, ήταν κατά την αρχαία έκφρασι «πλήθουσα».
Στην Κουνναπιά με τα καφενεδάκια και κέντρο της οι χωρικοί και εκ της μεσαίας και λαϊκής τάξεως κάτοικοι της πό­λεως, αντάλλασσαν σκέ­ψεις και συζητούσαν επί
επικαίρων θεμάτων και ζητημάτων που αφορού­σαν τες επαγγελματικές των ασχολείες και άλλες υποθέσεις.
Στους Μέρικους, μέλη τής ευπορούσης τάξεως, μεγα­λέμποροι, επιστήμονες, δάσκαλοι και διανοούμενοι, έκαμναν το ίδιο. Μετά την επίσκεψι των στο παντοπωλείο και αφού απέστελ­λαν τα ψώνια με τους καλαθάδες, μια επαγγελ­ματική τάξι που υπήρχε ως τελευταία και που έχει ήδη ολότελα εκλείψει, στα σπίτια των και που η αμοιβή για την μεταφορά δεν υπερέβαινε το μισό γρόσι, διόμισυ δηλ. σημερινά  μίλς, μετέβαιναν στους Μέρικους για να πά­ρουν τον πρωινό τους καφέ. Η τιμή τού καφέ ήταν εις την κουναπιά και τα λαϊκά γενικά κέντρα μια δεκάρα, δηλ. μ’ ένα γρόσι καλυπτόταν η αξία τεσσάρων καφέδων, εις τους Μέρικους, πλατεία Δικαστηρίων, τρεις εις το γρόσι. Το ίδιο και στο Ακταίο και τους άλλους παραλιακούς καφενέδες, ως ήτο ο καφενές τού Μιχά­λη Φούρναρη απέναντι τού σημερινού καταστήμα­τος Παύλου Λοΐζου και πούχε πόντε  μικρότερο τού Ακταίου, εντός της θαλάσσης. Εις τες Λέσχες, ΄Ενωσις και Ισότης, ο καφές ετιμάτο προς μισό γρόσι και τα άλλα ποτά, ως εισαγομένη μπύρα και κονιάκ, ουίσκυ δεν σερβιριζόταν σε κέντρα, εις ανάλογες χαμηλές τιμές. Το ουΐσκυ υπήρχε μόνον στο Αρμοστείο στην Λευ­κωσία και στην Λεμεσό στο σπίτι του Άγγλου Διοικητού και σ’ ένα δυό αρχοντικά της εποχής ε­κείνης σπίτια της Λεμεσού.


                                                               Στο επόμενο το τέταρτο και τελευταίο μέρος


   

  




  



Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Λεμεσιανά αφηγήματα-Παλιά κτίρια με ιστορία


                                
Το δεύτερο μέρος από μια σειρά δημοσιεύματων που ο Πάνος Φασουλιώτης δημοσίευσε σε συνέχειες  στην εφημερίδα του, Παρατηρητής από τις 26 Νοεμβρίου μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 1959 υπό τον τίτλο «Λεμεσιανά αφηγήματα-παληά κτίρια με ιστορία» ξετυλίγεται η ιστορία αυτού του δρόμου αλλά και άλλες σημαντικές πληροφορίες για τη Λεμεσό, Θα τα δούμε λοιπόν κι εμείς σε συνέχειες, διατηρώντας το ύφος γραφής και την ορθογραφία τους και θα σχολιάζουμε εκεί και όπου χρειάζεται:
Η σημερινή οδός Δημήτρη Μητρόπουλου, παλιότερα «οδός Αγοράς», είναι από τις αρχαιότερες οδούς της Λεμεσού, γνωστή παλιότερα και ως «ο δρόμος με τις καμάρες»  που κατέληγε στην «Πλατεία της Κουνναπιάς». Η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων φθάνοντας μέχρι τον μεσαίωνα. Ο δρόμος αυτός με την τόσο βαριά ιστορία και σημασία για την πόλη επιλέγηκε πρόσφατα να φιλοξενήσει μιας αμφιβόλου αξίας και σοβαρότητας «τουριστική ατραξιόν, τον…  «δρόμο της δόξας».

                                           Μέρος δεύτερο

«ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ  ΠΟΥ ΣΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΑΖΕ ΤΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 
 Οι Μέρικοι λοιπόν με το μικρό, γραφικό και σκιερό δασύλλιο και το καφενεδάκι, ήταν το πιο κεντρι­κό, εξ αιτίας των εκεί κυβερνητικών Γραφείων και Διοικητηρίου, μέρος, τής πρωινής ιδίως ζωής της Λεμεσού, μιας πόλεως που κατά μήκος επεκτεινόταν από την Αρναουτογειτονιά και Γέφυραν Τεσσάρων Φαναριών, προς Δυσμάς κ' έφθανε προς Ανατολάς ως την Φραγκοκκλησιά, μ' επίκεντρο την Αγιάναπα. Τα πέραν τής Εκκλησιάς των Κα­θολικών σπίτια ήταν α­ραιά. Κτίστηκε αργότερα το σπίτι τού Αγαθοκλή Φραγκούδη, σημερινό Μαντοβάνη και ο στίβος τού ΓΣΟ. Ο Δημόσιος Κήπος ήταν, προτού τον μεταβάλη ο Σώζος σε ωραίο υγιεινό πνεύμονα, ένας μαζόκαμπος, ιδιοκτησία θαρρώ του Πισκοπιανού μ. Χρυσοστομίδη και πάπ­που του συμπολίτου μας Δημοτικού Συμβούλου κ. Ηρακλή Μιχαηλίδη. Στο κέντρο τού απέραντου αυτού κάμπου και εκεί α­κριβώς πούναι τα φοινικόδενδρα και οι σημερινές θαυμάσιες τεχνητές λιμνίτσες, που τες ομορφαίνουν, με την παρουσία τους, κύκνοι και πάπιες υπήρχε ένα εκτεταμένο έλος, εστία κουνουπιών και πηγή ελωδών  πυρετών.
«Παρακάτω, κοντά στην Τζιαμούδαν
πούναι ο πευκόφυ­τος
Κήπος τού Αλλάχ, υπήρχαν και αραιά
  φτωχόσπιτα.»
Προς βορράν, επεκτει­νόταν ως το Κομισαριάτο, όπου υπήρχαν οι πρώτες με την κατοχή παρράκες πούταν στρατονισμένες, πριν κτισθούν οι καταυλισμοί Πολεμιδίων, οι δύο  και πέραν χιλιάδες Αγγλικού και, Ινδικού στρατού. Σήμερα είναι στην σειρά ομοιό­μορφα σπιτάκια ιδιοκτησία, της Κας Κρυσταλλίας Π. Παυλίδη. Παρακάτω,  κοντά στην Τζιαμούδαν πούναι ο πευκόφυ­τος Κήπος τού Αλλάχ, υπήρχαν και αραιά  φτωχόσπιτα. Πιο πέρα, γύρω στη σημερινή Πλατεία Η­ρώων, ήταν ο Τουρκομαχαλλάς  των καλούμενων Kεσόγληδων. Προς βορράν η περβόλα τού Βοντιτσιάνου, όπου είναι σήμερα ο Εθνικολαϊκός Σύλ­λογος, το θερινό Ριάλτο και που έφθανε ως την οδό Γλάδστωνος όπου βρί­σκεται το θερινό Κινημα­τοθέατρο «Αλάμπρα». Υ­πήρχαν και μερικά σπι­τάκια κοντά στην μικρή εκκλησιά τής Χρυσοροϊα­τίσσης, με συνέχεια το περβόλι τού Παπουή.
Ας επανέλθουμε όμως στην περιγραφή τής περιφερείας των Μέρικων τού παραλιακού αυτού κέντρου με την μεγάλη πρωινή κίνηση. Πέρα από το εν λόγω κέντρον και βορεινά των Κυβερνητ. Γραφείων, ήταν οι καμάρες με τες επί Τουρκοκρατίας στρατιωτικές εκεί αποθήκες και την βάσι  ενός κανονιού  που η Τουρ­κική Κυβέρνησι το έστησε για άμυνα τής πόλεως από πειρατικές επιθέσεις. Τον καιρό τής Ελληνικής επανάστασης του 1821 όπως και εις άλλην προ ολίγου καιρού, αφήγησι μου έγραψα, ένα εξοπλισμένο ελληνικό μπρίκι που τυχαία περνούσε από την παραλία μας, με μια δυό κανονιές το κατάστρεψε σκοτώνοντας μαζί και ένα μαύρο φημισμένο τούρκο κανονιέρη.
Στην θέσι πούναι σήμερα η Β΄ Δημοτική Αγορά ήταν η πλατεία τής Κουνναπιάς. Το όνομα αυτό το πήρε από ένα θεώρατο δένδρο- κουνναπιά- που υψωνόταν στο κέντρο τής πλατείας και που κάτω στην παχειά του σκιά και τα γύ­ρω πεζοδρομία βρίσκονταν τραπεζάκια  λαϊκών καφε­νείων. Εκεί, πούναι σή­μερα σιδεράδικα, άρχιζε το περιτοίχισμα τής μεγάλης Δημοτικής αγοράς.
 «Πιο πέρα, γύρω στη σημερινή Πλατεία Η­ρώων, ήταν ο Τουρκομαχαλλάς  των καλούμενων Kεσόγληδων.» Σκίτσο (1932) της περιοχής των Κεσόγληδων, του λεμεσιανού γλύπτη Χρυσόστομου Περδίου.
Υπήρχε και δευτέρα πολύ μικρότερη. Αυτή βρισκόταν στην οδό Αγίου Ανδρέου. Εκεί πούναι τώρα το μπακάλικο Μιχαηλίδη (Μεσανοήτη) ήταν η μια είσοδος της και η άλλη στην οδό Ουώλτερ Σένταλ, σημερινό κατάστημα Καλογήρου. Ο μέσα χώρος ήταν πρατήρια λαχανοπωλών και φρουτοπωλών, ως και κρεοπωλών.
Το μεγάλο παντοπωλείο, πούταν εις έκτασι τριπλάσιο τού μικρού, είχε επί­σης δυό εισόδους. Μιαν προς την πλατεία Κουνναπιάς,  πούταν και η κεντρι­κή, και μιαν άλλη προς την οδό Βικτωρίας πούναι σήμερα κομοδρομιά. Σε μια μεριά, προς την νότια πλευρά της πλατείας υπάρχει ένα, με Τούρκο ιδιοκτήτη, καφενείο και απάνωθέ του ένα ημιερειπωμένο μικρό ανωγάκι. Ολόκληρο το άνω και κάτω μέρος, με τον συνεχόμενο ως την καμάρα χώρο, χρησιμοποιείτο τα πρώτα χρόνια της Βρετ. Κατοχής, ως καταυλισμός ενός Σκωτικού Συντάγμα­τος. Στην άνω βορεινήν
 «… και μιαν άλλη προς την
οδό Βικτωρίας πούναι σήμερα
κομοδρομιά»,(σήμερα Ειρήνης).
πλευρά τού ανωγειού και κοντά σ΄ ένα μπαλκονάκι, σωζόνταν ως τελευταία εγχάρακτες  εις σκωτικήν, οι λέξεις: «GUIDHIN RICH». Τες έγραψε κάποιος στρατιώτης και σημαίνουν «God Save the Queen». «Ό Θεός Σώζοι τη Βασίλισσα».
Η μεγάλη αυτή Δημοτι­κή Αγορά εξυπηρετούσε τους κατοίκους των δύο τρίτων και πέραν τής πό­λεως, η δε μικρή τους περί την συνοικίαν Αγίας Τριάδος, Συναχώρι και Παμπούλα, όπως έως τώρα είναι με το όνομα αυτό γνωστή η βορειοανατολι­κή αυτή μεριά τής Λεμεσού. Στην Παμπούλα, σ’ ένα μέρος της  οδού Γλάδστωνος βρέθηκαν πριν 8 χρόνια από εκσκαφή αυλακιού που είχε κάμει το Δημαρχείο  για τοποθέτησι υδροσωλήνων, ειδω­λολατρικής περιόδου τάφοι με ανθρώπινους σκελετούς και χριστιανικής επίσης περιόδου, που ση­μαίνει ότι η αρχαία πόλις της Λεμεσού άρχιζε, όπως κ' ένα παλαιό χρονικό αναφέρει, από την οδό Γλάδστωνος και επε­κτεινόταν προς βορράν ως το σημερινό προάστειο Μέσα Γειτονιά, που την παληά εποχή η τοποθεσία αυτή αποτελούσε συ­νοικία της Λεμεσού. Γι’ αυτό παρέμεινε και το όνομα Μέσα Γειτονιά.
Η συνοικία του Αγίου Νικολάου δημιουργήθηκε κατά τα τελευταία χρόνια. Εκεί ήταν το Νεκροταφείο της πόλεως, που ανηγέρθη  επί Τουρκοκρα­τίας και ανήκε εις την ενορία  Αγ. Νάπας, όπως το κατοπινό, επί Αγγλικής Κατοχής, δημιουργηθέν  τής  Αγ. Ζώνης, α­νήκε στην ενορία Καθο­λικής.
Συνοικία Αγίου Νικο­λάου δεν υπήρχε. Μονάχα στον δρόμο αριστερά πριν φθάσουμε στο Νεκροταφείο βρισκόταν ένα σπήλαιο με μικρό πλάι στην είσοδο του τενεκεδένιό σπιτάκι, πούταν η κατοικία μιας φτωχής συμπαθούς γυναικός. 
Η τότε Λεμεσός με 7 έως 8 χιλ. κατοίκους είχε δυό Δημοτικές αγορές και δυό νεκροταφεία και η σημε­ρινή με 40 έως 45 χιλιά­δες μιάν αγοράν, ένα μι­κρό ομοίωμα αγοράς εις το μέρος  τής πλατείας και ένα νεκροταφείο, Οι  Αγιονικολήτες και Σιναχωρήτες αναγκάζονται καθη­μερινά να διανύουν απόστασι τριών και πέραν μιλίων για να προμηθευθούν τα ψώνια των και τέσσερα μίλια οι Αγιανναπήτες για να κηδεύσουν τους νεκρούς των.
 
«Στην θέσι πούναι σήμερα η Β΄ Δημοτική Αγορά ήταν η πλατεία τής Κουνναπιάς».
Στην γκραβουρα αυτή του 1897, δεξιά η μεγάλη κουνναπιά.
                                                                   Έπεται το τρίτο μέρος



  





  


Λεμεσιανά αφηγήματα-Παλιά κτίρια με ιστορία

Τα κυβερνητικά κτίρια και η γύρω περιοχή όπως περιγράφονται από τον Φασουλιώτη. Τα δένδρα που φαίνονται  είναι οι «Μέρικοι» με την ομώνυμη πλατεία που θα δούμε στη συνεχεία των δημοσιευμάτων.
Η σημερινή οδός Δημήτρη Μητρόπουλου, παλιότερα «οδός Αγοράς» είναι από τις αρχαιότερες οδούς της Λεμεσού, γνωστή παλιότερα και ως ο δρόμος με τις καμάρες. Η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων φθάνοντας μέχρι τον μεσαίωνα. Ο δρόμος αυτός με την τόσο βαριά ιστορία και σημασία για την πόλη επιλέγηκε πρόσφατα να φιλοξενήσει μιας αμφιβόλου αξίας και σοβαρότητας «τουριστική ατραξιόν, τον…  «δρόμο της δόξας».
Μέσα από μια σειρά δημοσιεύματα που ο Πάνος Φασουλιώτης δημοσίευσε σε συνέχειες  στην εφημερίδα του, Παρατηρητής από τις 26 Νοεμβρίου μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 1959 υπό τον τίτλο «Λεμεσιανά αφηγήματα-παληά κτίρια με ιστορία» ξετυλίγεται η ιστορία αυτού του δρόμου αλλά και άλλες σημαντικές πληροφορίες για τη Λεμεσό, Θα τα δούμε λοιπόν κι εμείς σε συνέχειες, διατηρώντας το ύφος γραφής και την ορθογραφία τους και θα σχολιάζουμε εκεί και όπου χρειάζεται:

                                           Μέρος πρώτο

«ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ  ΠΟΥ ΣΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΑΖΕ ΤΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 

Το κτίριο, τελωνειακό μέγαρο, κοντά στην μεγάλη  και γηραλαία μας απο­βάθρα, που απετέφρωσε πριν λίγο καιρό η πυρκαϊά και παραμένει τώρα ημιερειπωμένο, έχει κι αυτό, όπως και πολλά άλλα, που τον παληό καιρό βρίσκον­ταν στήν σειρά του κατά μήκος της παραλίας και που το πνεύμα τής προό­δου, και εξελίξεως εξάλει­ψε, την ιστορία του. Κτίστηκε τα δύο πρώτα, μετά την Βρεττανική Κατοχή, χρόνο για την στέγασι όλων γενικά των υπαρ­χόντων τώρα κυβερνητικών τμημάτων. Στον πρώτο και μοναδικό όροφο του, στεγαζόταν το Διοικητήριο, με διοικητήν  τον Μίτσιελ, που παρόμοιον εις μόρφωσι – διπλωματούχος της φιλοσοφίας τού  πανεπιστημίου της  Οξφόρδης και διδάσκαλος των νεαρωτέρων παιδιών της Βασιλίσσης Βικτωρίας με πνευματικήν  καλλιέργεια, αληθινήν  ευγένεια και πραγματικές  διοικητικές ικανότητες, δεν ξανάστειλε  τα κατοπινά χρόνια το υπουργείον Αποικιών στην Κύπρο.
 Χριστόδουλος Χουρμούζιος
Παράπλευρα, στον ίδιο όροφο, ήταν το Κτηματο­λόγιο, το Γραφείο Γεωρ­γίας, που  συχνά το επι­σκεπτόταν και παρέμενε σ αυτό επί αρκετές μέρες ο τότε, κατά τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, διευ­θυντής τής Γεωργίας διά­σημος και διεθνούς φήμης  Έλλην γεωπόνος Γεννά­διος. Οι κατά τα πρώτα χρόνια της Κατοχής Βρεττανικές Κυβερνήσεις επιδεί­κνυαν, ως φαίνεται, προς την νέαν των αποικία, την μικράν νήσον μας, κάποιο είδος στοργής κ' ένα ειλι­κρινές ενδιαφέρον για την ανάπτυξι και πρόοδο της,  παρά κατά τα τελευταία αυτά χρόνια. Παρετήρησαν οι επί Ντισραέλυ και Γλάστωνα κυβερνώντες ότι ο τόπος ήταν γεωργικός και ο λαός, στην μεγάλη του πλειονότητα, ελληνι­κός και με ελληνικήν συνείδησι. Ζήτησαν γι αυτό και πέτυχαν από την  Ελ­λάδα την αποστολή στην Κύπρο και τον διορισμό εις θέσιν τμηματαρχών τής Γεωργίας, διασήμων Ελ­λήνων επιστημόνων, ως ήτο ο Γεννάδιος, ο διαδεχθείς αυτόν Φούμης και κατόπιν θαρρώ ο Σαρακωμένος αμφότεροι εξ ίσου διακεκριμένοι επιστήμονες. Αργότερα, σαν από σχε­δίου, αποφασίστηκε η σκόπιμα, από γεωργικής απόψεως, προγραμματι­σμένη πισωδρόμησι του τόπου, με τον διορισμό, σ ένα τόσον μεγάλης και ζωτικής σημασίας κρατικόν τμήμα, βρεττανών αδαών και ανεπιστημόνων τες περισσότερες φορές.
Ας κλείσω όμως την παρένθεσι που άνοιξα, για να περικλείσω θλιβερά ι­στορικά γεγονότα μιας πε­ριόδου, που όπως όλοι ελπίζω και εύχομαι να τερματι­σθή προ της λήξεως του παρόντος χρόνου και ας συνεχίσω την περί του κατεδαφισθέντος κτιρίου αφήγησι μου.
Στο κατώγειο, στεγάζον­ταν οι αίθουσες του Δικαστηρίου, του Ταχυδρομείου και Τελωνείου. Οι παλαιοί θα θυμούνται τον τρόπο πού γινόταν η δια­νομή των επιστολών. Τό­τε, στην εποχή που αναφέρομαι, ιδιαίτερα ταχυδρομικά  κιβώτια δεν υπήρχαν. Ο διευθυντής, που ήταν πάντα άγγλος και στην τοτινή δική μας εποχή  ήτο κάποιος κύριος Σμίθ πούχε μάθει καλά τα ελληνικά, με το προ­σωπικό του, φώναζαν με­γαλόφωνα τα αναγραφό­μενα επί των επιστολών ονόματα και ο ενδιαφερό­μενος αφού απαντούσε: Ε­δώ, του διδόταν το γράμ­μα. Ο πληθυσμός ήτο πο­λύ ολίγος, 7   έως 8 χιλιά­δες και όλα  σχεδόν τα ολίγα πρόσωπα πούχαν εξωτερική  και εσωτερικήν ταχυδρομικήν αλληλογρα­φία, γνωστά στους υπαλ­λήλους. Εάν κανένας από την επαρχία τύχανε να έχη γράμμα στο όνομα του, πράγμα σπανιώτατο, του υπεβάλλοντο, πριν του παραδοθή, σχετικές ερευ­νητικές ερωτήσεις ή του εζητείτο η παρουσία γνω­στού προσώπου που θα διεπίστωνε την ταυτότητα του.
Παράπλευρα τού εν λό­γω κτιρίου όπου είναι τώ­ρα οι τελωνειακές αποθή­κες, πριν κτισθούν, υπήρ­χε ένα δασωμένο σκιερό μέρος. Το επιλεγέν για φύτευσι στόν τόπο αυτό δένδρο ήταν το γνωστό με το όνομα Μέρικοι. Ένα είδος που ευδοκιμεί κον­τά στην θάλασσα και αναζωογονείται από την αρ­μύρα και την πνοή της. Κάτω από την παχειά σκιά των υπήρχαν τραπεζάκια και καρέκλες τού μοναδι­κού εκεί  καφενείου Ριαλά. Στην άλλη, την ανατολι­κή πλευρά του δασυλ­λίου, ήταν σε απλά χαμη­λά πλινθόκτιστα δωμάτια, στεγασμένα τα δικηγορι­κά γραφεία. Παράπλευρα σχεδόν τού καφενείου, Ρια­λά, ήταν το γραφείο του αειμνήστου Χριστόδουλου Σώζου, τού ήρωα Δημάρ­χου Λεμεσού και πιο πέ­ρα, πίσω ακριβώς  σ΄ ένα ανώγειο, που επί Τουρκοκρατίας  χρησίμευε ως Διοι­κητήριο, το ναυτιλιακό γρα­φείο τού αειμν. Σπύρου Αραούζου, κατοπινού επί­σης Δημάρχου Λεμεσού. Πιο πέρα, αντικρύ  στο
Η οδός Κουμανδαρίας
μέρος που η οδός. Κουμανδαρίας βγαίνει  στην παραλιακή οδό Σπύρου Αραούζου, υπήρχε ένα χα­μηλό ανωγάκι κτισμένο άνωθε μεγάλης καμάρας που  κάτωθε της ήταν αμ­μουδιά και τες τρικυμι­σμένες μέρος τα. κύματα την πλημμύριζαν φθάνον­τας εις τον δρόμο. Στο ανωγάκι αυτό στεγάσθη­κε η πρώτη Κυπριακή Ατ­μοπλοϊκή Εταιρεία, που διάθετε δυό ατμόπλοια που έκαμναν το εβδομαδιαίο τακτικό τους εις Αίγυπτο δρομολόγιο, με  τακτικές προσεγγίσεις εις  Πόρτ-Σάΐδ και Αλεξάνδρεια. Πλοίαρχος τού ενός εξ αυτών, θαρρώ τής «Κύπρου», ήτο ο εκ της νήσου Κά­σος καταγόμενος καπετάν Μιχάλης; Πρώην πλοίαρ­χος ιδιοκτήτου ιστιοφόρου και αδελφός τού δημοφιλέστατου,  τήν εποχή εκείνη στην πόλι και επαρχία μας; Διακεκριμένου  γιατρού και ποιητού Διαγκουση, πατρός της συμπολίτιδος μας Κας Θάλειας Γαλανίδη, διευθυντού τής Εταιρείας Κομβίων. Ο γραμματέας τής πρώτης και τελευταίας αυτής Λεμεσιανής Ναυτιλιακής επιχειρήσεως, ήτο ο κ. Χριστόδουλος Χουρμούζιος, δευτερότοκος υιός τού  Άρχοντος Πρωτοψάλτου αειμν. Στυλιανού Χουρμουζίου. Μετά την διάλυσι τής εν λόγω εταιρείας, ο Χουρμούζιος ανέλαβε την διεύθυνσι τής εφημε­ρίδος τού πατρός του «Σάλπιγγας». Ο Χριστόδουλος Χουρμούζιος είναι από πολλών τώρα ετών εγκατεστημένος εις Λονδίνο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα υπηρέτησε ως Γραμματεύς τής εκεί Ελ­ληνικής Πρεσβείας. Τού­τον διαδέχθηκε, στην διεύθυνσι τής αρχαιότατης ι­στορικής αυτής Εφημερί­δος τής Λεμεσού, ο νεώ­τερος αδελφός του κ. Ευ­ριπίδης Χουρμούζιος, πα­τέρας τού σημερινού διευθυντού τής εγκρίτου Α­θηναϊκής εφημερίδος «Καθημερινή» κ. Αιμιλίου Χουρμουζίου διακεκριμένου δια­νοουμένου.»

Έπεται το δεύτερο μέρος





  





Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

«Αναμνήσεις από την περασμένην πνευματικήν Λεμεσόν»


Μέρος δεύτερο

 Δεύτερο (και τελευταίο) μέρος που ο Νικόλαος Κλ. Λανίτης (1872-1958) δημοσίευσε, στο τεύχος ΙΕ  του 1950, στο κυπριακό λογοτεχνικό περιοδικό  «ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» το οποίο  εκδιδόταν από το 1934 μέχρι το 1956. Ένα σημαντικό όπως είπαμε για τη Λεμεσό και τους πνευματικούς της ανθρώπους, άρθρο του επιφανούς πνευματικού αυτού τέκνου της.
Πολυσχιδής και πολυσύνθετη προσωπικότητα, όπως γράψαμε και στο πρώτο μέρος, μια από τις μεγαλύτερες του 20ου αιώνα σ αυτή την πόλη, έζησε τη σύγχρονη ιστορία της και συνέβαλε δραστικά στη περήφανη διαμόρφωση της.
Επιφανής δικηγόρος, δημοτικός σύμβουλος, βουλευτής, εθνικός αγωνιστής, εθελοντής στους βαλκανικούς πολέμους, αθλητοπατέρας κυριολεκτικά και μεταφορικά,( υπήρξε από τους ιδρυτές του ΓΣΟ και πρόεδρος του για πολλά χρόνια, πατέρας της μεγαλύτερης κυπρίας αθλήτριας Δομνίτσας  Λανίτου), εκ των πρωτεργατών της λαϊκής εξέγερσης των Οκτωβριανών του 1931, εκτοπίστηκε στην επαρχία και εξορίστηκε στη συνέχεια στην Ελλάδα. Συγγραφέας πολλών επιστημονικών και ιστορικών βιβλίων για την Κύπρο και τη Λεμεσό.
Στο κείμενο του στα  «Κυπριακά Γράμματα» περιγράφει με γλαφυρότητα και μεγάλη συντομία αλλά  και χιούμορ, την πνευματική ζωή της Λεμεσού  από την Αγγλοκρατία μέχρι  τις πρώτες δεκαετίες του  20ου αιώνα, όπως την έζησε και ο ίδιος αλλά και συνέβαλε όπως είπαμε στη διαμόρφωση της:

«Διακεκριμένοι άνθρωποι του πνεύματος της παλαιάς Λεμεσιανής εποχής ήσαν οι Φραγκούδηδες. Ο Ευρυβιάδης Φραγκούδης εθεωρείτο στυλίστ της ε­ποχής εκείνης.  Ήταν ανταποκριτής της «Κλειούς» και κατόπιν της «Ημέρας» της Τεργέστης, θαυμάσιος χειριστής της παλαιάς καθαρευούσης. Είχαν επιδρά­σει επί του ύφους του οι Βυζάντιοι, ο Αλέξανδρος και ο Αναστάσιος. Είχαν τότε δι’ αυτού ακουσθή αι πρώται κραυγαί κατά της Αγγλικής διοικήσεως. Εξέδωκε και δίτομον εγχειρίδιον Ιστορίας και Χωρογραφίας της Κύπρου. Απέθανεν άγαμος εις την Αίγυπτον.
Αδελφός του Ευρυβιάδου ήταν ο άλλος θαυμάσιος τύπος της εποχής, γλωσσομαθής και λόγιος, ο Σωκράτης Φραγκούδης, βουλευτής Λεμεσού, του οποίου  ωραία ανέκδοτα εδημοσίευσα εις την «Έλλην. Δημιουργίαν» της 15ης Νοεμβρίου. Πατήρ του αξιομνήστου συγγραφέως, μαχητικού δημοσιογράφου, πολιτευόμενου και λογίου, ιδρυτού της Παντείου Σχολής, Γεωργίου Σ. Φραγκούδη.
Ιωάννης Καραγεωργιάδης

-Μεταξύ του πνευματικού κόσμου της παλαιάς Λεμεσού ήταν και ο Βασίλης Μιχαηλίδης, ο εθνικός ποιητής της Κύπρου. Έχουν πολλά γραφή δια τον εμπνευσμένον εθνικόν βάρδον.  Αξία λόγου είναι η περί αυτού μελέτη σημερινού λογίου της Λεμεσού, του κ. Παπαγγέλου, και δημοσιεύματα και μελέται του κ. Ιντιάνου και άλλων. Και πρέπει ακόμη να μελετηθή. Πολλαί του εμπνεύσεις, τας οποίας είχε πίνων κρασί εις το καφενείον του Καπαρά, είναι άξιαι μεγά­λων ποιητών. Αληθινά ποιητικά αριστουργήματα.
Μέσα στους παλαιούς Λεμεσιανούς λογίους ενθυμούμαι τον πρώτον μου δασκαλόν, τον Γεώργιον Μαληκίδην, χρηματίσαντα και αυτόν βουλευτήν Λε­μεσού. Εξεπροσώπει δια της γλώσσης τον βραδύν ρυθμόν της εποχής. Καλο-κτενισμένη καθαρεύουσα με μακροσκελείς ατέλειωτους προτάσεις. Ενάρετος άνθρωπος. Ήτο συλλογόπληκτος. Ο ιδρυτής της γηραιάς «Ισότητος», εις την οποίαν με σεβασμόν ατενίζω την εικόνα του. Και πόσα δεν ενθυμούμαι επει­σόδια των νεανικών μου χρόνων συνδεόμενα με την πολυλογίαν του και την λεπτολόγον εξονύχισιν των πάντων. Έζη τότε εις την Λεμεσόν μια ευφυής φυσιογνωμία της εποχής, την οποίαν οι νεώτεροι απελαμβάναμεν. Σπινθηρο­βόλος χιουμοριστής, ο Γεώργιος Μορίδης, πατήρ του ηθοποιού και
  Γεώργιος Μορίδης
πενθερός του επιφανούς συνθέτου Σόλωνος Μιχαηλίδου. Ό Μαληκίδης είχε καλέσει γενικήν συνέλευσιν προς «τροποποίησιν άρθρων τινών του καταστατικού χάρτου της Ισότητος». Είμεθα με τον Μενάρδον και είδαμεν τον Μορίδην μεταξύ του ακροατηρίου. «Προοιωνίζομαι τα βέλτιστα», μου λέγει ο Μενάρδος, και έτσι επήγαμεν και ημείς. «Κύριοι, λέγει μεταξύ άλλων ο Μαληκίδης, το άρθρον πρέπει να τροποποιηθή. Το άρθρον λέγει ότι ο προσφέρων λίρας πέντε είναι δωρητής, ο προσφέρων λίρας δέκα ευεργέτης και ο προσφέρων λίρας είκοσι μέγας ευεργέτης της « Ισότητος». Αλλά τότε πώς θα ωνομάζετο εκείνος που θα προσέφερε λίρας 100 ή500, ή και 1000;»
Και ο Μορίδης εγειρόμενος της θέσεως του, υπό τα περίεργα βλέμματα των παρεστώτων, φωνάζει με την βαρειάν του φωνήν: «Μέγας παράφρων, κύριε πρόεδρε». Δεν ήτο δυνατόν να προχώρηση η συνέλευσις και διελύθη.
 Ανδρέας Θεμιστοκλέους
Ήταν ευρύς ο κύκλος των λογίων της Λεμεσού της περασμένης γενεάς. Μεταξύ αυτών δύο διακεκριμένοι ιατροί. Ο Γεώργιος Διαγκούσης και ο Ιωάννης Καραγεωργιάδης. Ο πρώτος εδημοσίευσεν εκλεκτά ποιήματα εις την δημοτικήν.  Ένα, το ποίημα εις το παιδί του, που πέθανε φοιτητής στας Αθήνας, είχε εξαιρετικόν λυρισμόν και εδημοσιεύθη και ανεδημοσιεύθη. Και ως γλώσσα και ως ρυθμός και ως περιεχόμενον δεν ήτο καθόλου σύνηθες. Ο Καραγεωργιάδης εξέδωκε και ποιήματα και ειδύλλια εις υπερκαθαρεύουσαν. Ιατρός και επί έτη δήμαρχος Λεμεσού άφινε τας εργασίας του, εκλείετο εις το φαρμακείον του και έγραφε στίχους. Μόνον το γεγονός τούτο ήτο χαρακτηριστικόν της τότε πνευματικής κινήσεως. Φυσιογνωμία της παλαιάς πνευματικής Λεμεσού ήταν η Πολυξένη Λοϊζιάς. Μαθήτρια της Σαπφούς Λεοντιάδος (Λεοντιάς, εξ ού και το Λοϊζιάς) της Κων­σταντινουπόλεως: ήταν ίσως η πρώτη πνευματική γυναίκα της νεωτέρας Κύ­πρου.  Έγραψεν, εξέδωκεν, εδημοσίευσεν, απήγγειλε πολλά: Ποιήματα, θού­ρια, ειδύλλια. Μερικά ποιήματα έχουν εμπνεύσεις, όπως το προς την Μαρίαν την Συγκλητικήν.  Ένα ποίημα προς τον «Ναύαρχον Μιαούλην» το πολεμικόν σκάφος, είναι ενθουσιώδες και απηγγέλλετο τότε εδώ. Ως προς τα ειδύλλια, τα χαρακτηρίζει ένας λόγος του Μενάρδου: «Φράσιν δεν βρήκα τραγικήν εν­τός του ειδυλλίου, παρά μονάχα αυτήν εδώ: «Τιμάται σελινίου».
Πάντως η Πολυξένη Λοϊζιάς εδίδαξε καρποφόρως ως διευθύντρια του Παρθεναγωγείου δύο γενεάς Λεμεσιανών γυναικών.
Επί κεφαλής όλης της πνευματικής και πολιτικής ζωής της παλαιάς Λε­μεσού ήταν η αδρά εκείνη φυσιογνωμία του διδασκάλου του γένους Ανδρέου Θεμιστοκλέους, που εδίδαξε δύο Κυπριακάς γενεάς τα
Πολυξένη Λοϊζιάς
Ελληνικά γράμματα και την Ελληνικήν αρετήν. Την ώραν αυτήν την ιστορικήν, που η Ελλάδα αυτή εδώ του Νότου καλείται να σταθή απάνω στο βάθρον των εθνικών της δι­καίων για να πη εις τους σκληρούς ξένους και τον κόσμον ολόκληρον ότι μισεί την δουλείαν και απαιτεί να ζήση ελεύθερη, η σκέψις όλων μας ας στραφή ευγνώμων προς ένα των κυριοτέρων θεμελιωτών του βάθρου αυτού, τον Ανδρέαν Θεμιστοκλέους. Καταθέτω εις την ιεράν του μνήμην τα βαθύτατα σέβη μου.

 Έτσι έγραψα προχείρως όσα ήλθαν στον νουν μου από την περασμένην Λεμεσόν. Σκόρπια φύλλα απάνω στην περασμένη ζωή.  Αν ο θεός μου χαρίση ακόμη λίγα χρόνια, ίσως να μπορέσω ν' ασχοληθώ περισσότερον με τον πνευματικόν κόσμον της γενεθλίου μου πόλεως και να παρουσιάσω την περα­σμένην πνευματικήν και πολιτικήν της ζωήν ως ζηλευτόν παράδειγμα μιμή­σεως. Η παράδοσις που μας έσωσε χιλιάδες τώρα χρόνια ας καθοδηγή και τώρα τα βήματα μας μέσα στον δρόμον των πεπρωμένων μας, που τον φωτίζει άσβεστον το αθάνατον Ελληνικόν πνεύμα.»



    
  
  
    









 «Φράσιν δεν βρήκα τραγικήν εν­τός του ειδυλλίου, παρά μονάχα αυτήν εδώ: «Τιμάται σελινίου».


«Αναμνήσεις από την περασμένην πνευματικήν Λεμεσόν»


Μέρος πρώτο
 Ο Ν.Κλ. Λανίτης εθελοντής
στους Βαλκανικούς Πολέμους
Μέσα από τις στήλες του κυπριακού λογοτεχνικού περιοδικού «ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» που εκδιδόταν από το 1934 μέχρι το 1956, σταχυολογούμε, στο τεύχος ΙΕ  του 1950,  ένα σημαντικό για τη Λεμεσό και τους πνευματικούς της ανθρώπους, άρθρο του επιφανούς πνευματικού τέκνου της, Νικόλαου Κλ. Λανίτη(1872-1958).
Πολυσχιδής και πολυσύνθετη προσωπικότητα, μια από τις μεγαλύτερες του 20ου αιώνα σ αυτή την πόλη, έζησε τη σύγχρονη ιστορία της και συνέβαλε δραστικά στη περήφανη διαμόρφωση της.
Επιφανής δικηγόρος, δημοτικός σύμβουλος, βουλευτής, εθνικός αγωνιστής, εθελοντής στους βαλκανικούς πολέμους, αθλητοπατέρας κυριολεκτικά και μεταφορικά,( υπήρξε από τους ιδρυτές του ΓΣΟ και πρόεδρος του για πολλά χρόνια, πατέρας της μεγαλύτερης κυπρίας αθλήτριας Δομνίτσας  Λανίτου), εκ των πρωτεργατών της λαϊκής εξέγερσης των Οκτωβριανών του 1931, εκτοπίστηκε στην επαρχία και εξορίστηκε στη συνέχεια στην Ελλάδα. Συγγραφέας πολλών επιστημονικών και ιστορικών βιβλίων για την Κύπρο και τη Λεμεσό.
Στο κείμενο του στα  «Κυπριακά Γράμματα» που ακολουθεί περιγράφει με γλαφυρότητα και μεγάλη συντομία αλλά και με γλαφυρότητα -και χιούμορ ενίοτε- την πνευματική ζωή της Λεμεσού  από την Αγγλοκρατία μέχρι  τις πρώτες δεκαετίες του  20ου αιώνα, όπως την έζησε και ο ίδιος αλλά και συνέβαλε όπως είπαμε στη διαμόρφωση της:
«Ζητούν την συμβολήν μου τα «Κυπριακά Γράμματα» και ο τόσο καλός και ευγενικός διευθυντής των δια να  με διευκολύνη μου υποδεικνύει και το θέμα: «Αναμνήσεις»! Αλλοίμονον! Είναι μια υπόμνησις του γήρατος και εγώ θέλω να πιστεύω πως ζω ακόμη την περασμένην ζωήν και πως έχω να προσθέσω ακόμη κάποιες σελίδες σ' αυτήν. Και όμως είναι τόσον θελκτικόν εις αυτήν την ηλικίαν να στρέψη κανείς τον νουν του προς τα περασμένα, τα μάκρυνα περασμένα, που αφήνω ευχάριστα την σκέψιν μου να στραφή εξήντα και πλέον χρόνια πίσω.
Τον Ιούλιον του 1887 επήγαινα για πρώτη φορά, παιδί 14 χρόνων, στας Αθήνας, δια να καταταχθώ στο Γυμνάσιον, το Βαρβάκειον. Δυο στενοί συγγε­νείς μου και αχώριστοι παιδικοί φίλοι άνοιξαν τα πρώτα βήματα της ζωής μου, ο Γιώργος Φραγκούδης και ο Σίμος Μενάρδος. Ο πρώτος, δυνατός πεζοπό­ρος, φίλος του υπαίθρου και της γυμναστικής, ο δεύτερος συνεχιστής των Ελ­ληνικών παραδόσεων εις τον δρόμον του πνεύματος και
της επιστήμης. Εμείναμεν αχώριστοι εις όλην μας την ζωήν.  Όταν ο Σίμος, αριστούχος δύο επιστημών, της φιλολογίας και της νομικής, ήλθε στην Λεμεσόν, ανοίξαμε μαζί συνεταιρικόν «Δικηγορικόν Γραφείον Λανίτη και Μενάρδου». Εμοιράσαμεν την εργασίαν. Ό Σίμος επήρεν «εκ προθέσεως» τα λεγόμενα «πολιτικά», δηλ. χωραφοδουλειές, όπως έλεγαν οι πρακτικοί δικηγόροι της εποχής. Και διεξήγοντο συχνά οι έξης διάλογοι μεταξύ πελάτου και δικηγόρου, ειδικού, βλέπετε, δια τές χωραφοδουλειές:
—«Το χωράφι μου είναι στην τοποθεσίαν Βούππα».
—«Πώς το είπες; Βούππα; Μια στιγμή».
Ό Μενάρδος έπαιρνε το δευτεράκι του, εσημείωνε και άφηρείτο αναζη­τών την ετυμολογίαν. Αλλ' ο πελάτης εβιάζετο.
—«Βούππα, αφεντικό, που πάνω που την Άλασαν». —«΄Αλασα. Μια στιγμή.  Άλασα, Αλασία». —« Όχι αφεντικό.  Αλασία,  Άλασα».
Ό Μενάρδος εσηκώνετο, επερπατουσε εις το ευρύχωρον γραφείον, πα­ραπλεύρως της αστυνομίας, και ο χωρικός διέκοπτε τον ειρμόν των σκέψεων του.
—«΄Ιντα δκιαλοΐζεσαι, αφεντικό, η δουλειά εν κερδισμένη» !
Μετά 2—3 χρόνια ο συνεταιρισμός διελύθη. Ο Μενάρδος, βαδίζων δια της Βούππας και της  ΄Αλασας, ανήλθεν εις τας υψηλοτέρας πνευματικάς θέσεις των Πανεπιστημίων της Οξφόρδης και των Αθηνών. Εγράφαμε μαζύ εις την «'Αλήθειαν» του
Δημήτριος Νικολαΐδης-Λανίτης
Αριστοτέλους Παλαιολόγου, και κατόπιν του Μενελάου Φραγκούδη, ιδίως το «Δελτίον» υπό το όνομα «Δελτιογράφος». Είμεθα κατά τον Μποερικόν Πόλεμον υπέρ των Μποέρων.  Ένα δελτίον του δια τον «Τραπεζορήτορα της Βιρμιγχάμης», τον Ιωσήφ Τσάμπερλαιν, έμεινε ιστορικόν.
Είχαμε ευρύν φιλολογικόν κύκλον τότε εις την Λεμεσόν, η οποία είχεν παλαιοτέρας παραδόσεις. ΄Ητο τότε η Λεμεσός και το πολιτικόν και το πνευ­ματικόν κέντρον της νήσου. Ενθυμούμαι με συγκίνησιν τους λογίους των παι­δικών μου χρόνων. Ενθυμούμαι την εντύπωσιν από τας πρώτας ομιλίας της εποχής εκείνης. Εξαιρετικός ομιλητής ήταν ο Δημήτριος Νικολαΐδης Λανίτης, μαθητής του Κωνσταντίνου Ασωπίου. Μετά τον θάνατον εξεδόθησαν οι λό­γοι του. Πύρινοι λόγοι εις αμιγή καθαρεύουσαν.  Ήταν ο πρώτος διευθυντής της  Ανωτέρας Ελληνικής Σχολής Λεμεσού. Οι λόγοι του ήσαν αι κραυγαί του Σόλωνος προς του 'Αθηναίους, του Τυρταίου ήσαν οι στίχοι, του Φερραίου τα θούρια. Ο Δημήτριος, ο δάσκαλος βουλευτής Λεμεσού, έπεσεν επί των επάλξεων. Μεταβαίνων εις Λευκωσίαν διά το Νομοθετικόν ησθένησε καθ' οδόν και απέθανεν εν Λάρνακι.  Ήμην τότε μαθητής του Βαρβακείου εις τας Αθήνας.  Όταν μετά την μακράν απουσίαν μου επανήλθον εις Κύπρον ανεδίφησα παλαιά χαρτιά. Ευρήκα ένα γράμμα μου προς τους γονείς μου. ΄Ηρχιζεν έτσι: «Τεθλιμμένοι γονείς μου. Εκομισάμην την υμετέραν επιστολήν δι' ής μοι ανεκοινούτο, ότι το δρέπανον του θανάτου αφήρπασε τον θείον μου...»
 
 «Ονούφριος Ιασωνίδης,
 λόγιος απεριορίστου
 εκκεντρικότητος»
Ήτο η δευτέρα θλίψις που μου επροξένησε, μετά 69 χρόνια, ο θάνατος του θείου μου, η γλώσσα αυτής της επιστολής.
Περιέργους τύπους λογίων και μορφωμένων ανθρώπων είχε τότε η Λε­μεσός. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Ονούφριος Ιασωνίδης, λόγιος απεριορίστου εκκεντρικότητος. Είχε σπουδάσει εις την Οξφόρδην και προσεπάθει ν' αποδώση τα σονέτα του Σαίξπηρ εις αμιγή καθαρεύουσαν. Όταν μια φορά εδιάβασε τας μεταφράσεις του, εις τον Παρνασσόν, ο μακαρίτης ο Νίκος Λάσκα­ρης, εις των ευφυέστερων Ελλήνων της εποχής, μ' επλησίασε με σοβαρότητα και μου είπε: «Δεν μου λες, Λανίτη, τί του έκαμεν ο κακομοίρης ο Σαίξπηρ του Ιασωνίδη;»  Έκαμεν  ένα είδος πύργου στην Λεμεσόν και έμεινε μόνος μέχρι του θανάτου του. Κατεγίνετο και εις την ζωγραφικήν. Ο Εσταυρωμένος της Αγίας Νάπας είναι έργον του.  Όταν ετελείωσεν εκάλεσε τον ανεψιόν του Κλέωνα Περιστιάνην, και εζήτησε την γνώμην του. Και ο Κλέων με σοβαρό­τητα μεγάλου κριτικού του απήντησεν, ατενίζων το έργον: «θείε μου δεν του έφθαναν τόσα παθήματα του Χρίστου, ήταν ανάγκη να του πρόσθεσης και άλλο;». Είχεν επιτύχει μια φορά ως βουλευτής με αντίπαλον τον μακαρίτην Γεώργιον Παυλίδην, τον οποίον υπεστήριζα με πολλούς Λεμεσιανούς. Τον Ιασωνίδην υπεστήριζαν οι αγρόται εξ ευγνωμοσύνης προς την πάλαιαν οικογένειαν, η οποία ηγόραζε τες κουμανδαρίες της Πιτσιλιάς. Ο Ιασωνίδης εξέδωκε νικητήριον προκήρυξιν «Το πνεύμα, κύριοι, ενίκησε την ύλην». Εγώ είχα τότε παρατηρήσει, ότι ήτο τυπογραφικόν λάθος: «Το οινόπνευμα ενίκησε». Διεκόψαμεν τας σχέσεις μέχρι του θανάτου, του. Δεν ξεύρω τί απέγιναν τα χειρόγραφα του. Είχε συλλογάς ποιημάτων ερωτικών, πολιτικών και μετα­φράσεις. Μερικά είχαν δημοσιευθή εις την «Σάλπιγγα» του Χουρμουζίου.
 Στο επόμενο το δεύτερο και τελευταίο μέρος

  


  



Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Μια διάρρηξη στη Λεμεσό του ΄30 αντικείμενο περιέργειας

Το θύμα της διάρρηξης δήμαρχος
Χρ. Χατζηπαύλου
Σε εποχές οικονομικής κρίσης που συνοδεύονται κατά κανόνα και από κοινωνική και κάθε άλλου είδους κρίση, το έγκλημα συνήθως ανθεί και αυξάνεται.
Τις μέρες αυτές είχαμε στη Λεμεσό ληστεία «χολιγουντιανού τύπου», βόμβα, εμπρησμό, διαρρήξεις και άλλα.
Στις δεκαετίες του ΄20  και του ΄30 η Κύπρος και η Λεμεσός ζούσε και πάλιν δύσκολες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες με φτώχεια ανεργία και πείνα με αποκορύφωμα την εθνική άλλα και κοινωνική ταυτόχρονα εξέγερση τον Οκτώβρη του 1931 με τα γεγονότα γνωστά στην ιστορία μας ως «τα οκτωβριανά».
 Παρ΄ όλα αυτά όμως το έγκλημα λιγοστό από ό,τι φαίνεται και συμπεραίνεται, αφού είναι χαρακτηριστικό και το δημοσίευμα της εφημερίδας «Αλήθεια» της Λεμεσού ημερομηνίας 18 Δεκεμβρίου 1931για μια απλή διάρρηξη με θύμα τον τότε δήμαρχο Λεμεσού Χρ. Χατζηπαύλου σε στυλ μάλιστα «ριφιφί» ( τρύπημα της στέγης και κάθοδος με σχοινί), που αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στην πόλη και αξιοπερίεργο θέαμα που έκανε τους του λεμεσιανούς να τρέξουν να το δουν από κοντά.
 Αστυνομικοί της Λεμεσού
με τα αυστραλέζικα καπέλα
που αντικατέστησαν
το τούρκικο φέσι στις αρχές του ‘30
Κάτω λοιπόν από τον τίτλο «ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΚΛΕΠΤΗΣ» και υπότιτλο «ΑΝΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΝΑ KPYΠTH ΚΛΟΠΗ ΕΙΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ», διαβάζουμε :
«Έχομεν καιρόν να ακούσωμεν κλοπήν εκτάκτου επιτηδειότητος εις το κεντρον της πόλεώς μας. Και μάλι­στα εις εποχήν που ουδείς ουχί μόνον μπορεί vu ξεμυτήση από την οικίαν του μετά τας 8 μ. μ. ένεκεν της κυ­βερνητικής διαταγής, αλλά και ένεκεν του Κέρφιου δεν μπορεί να έχη φώτα να φαίνωνται από τα παράθυρα του και τας θύρας του. Και εντούτοις την παρελθούσαν Τρίτην ενώ ο κ. Χριστ. Χατζηπαύλου, δήμαρχος μας, ανοίξας το εισόγειον γραφείον του εισηλθεν, ευρέθη πρό ενός ασυ­νήθους φωτισμού εντός αυτού προ­ερχομένου εκ της οροφής εκ της οποίας ένα σχοινίον με κόμβους εκρεμάτο προς τα κάτω και προ μιας ακαταστασίας των εν αυτώ αντικείμε­νων, την οποίαν κυρίως επρόδιδε το ανοικτόν συρτάριον του γραφείου του. Επρόκειτο πλέον περί καθαράς κλο­πής. Ο κλέπτης ανελθών εκ της όπι­σθεν ερήμου αυλής επί της οροφής με σχετικά εργαλεία, απέσπασε τα κεραμίδια, ήνοιξεν μιαν οπήν και κα­τήλθε δια σχοινίου εντός του γρα­φείου. Φαίνεται ότι απεπειράθη να ανοίξη το χρηματοκιβώτιον αλλά δεν το κατόρθωσε και τότε εστράφη προς το συρτάρι το οποίον εύκολα ήνοιξεν. ως καλός νοικοκύρης παρέλαβεν εξ αυτού ό,τι πολύτιμον και μη και ανενόχλητος απήλθεν.
 Όταν πλησίαζε 5 ο κόσμος
έτρεχε να κλειστεί στο σπίτι του
Ό κ. Χατζηπαύλου εξετάσας το συρτάρι εύρεν ότι είχον κλαπή λ.12 χάρτιναι, 500 δραχμαί εις χαρτί και άργυρον, έναν ωρολόγιον χρυσούν και άλλα μη πολύτιμα αντικείμενα. Ο διαρρήκτης έκλεψεν και ένα ζεύγος διόπτρων.
Η αστυνομία αμέσως ειδοποιήθη, τα λαγωνικά της ετέθησαν εις ενέργειαν και προ πάντων ο φοβερός δεκανεύς Τζυπρής αρ. 4710 με συμβοηθόν τον ζαπτιέν Τζεμάλ αρ.4046.
Ο πρώτος δεν εδίστασε να εννοήση ποίος ήτο ο δράστης. Έτρεξεν εις την οικίαν όπου έμενε και τον εζήτησεν. Τον πληροφόρησαν ότι ανεχώρησεν εις Λάρνακα. Εντός αυτο­κινήτου έτρεξαν προς συνάντησίν του. Τον συνάντησαν παρά την Τόχνην. Τον συνέλαβον, του είπον τί τρέχει και ο Κώστας Δημήτρη, καταγόμενος εξ Αγ. Ιωάννου, Πιτσιλλιάς αλλά από πολλού εργαζόμενος ως εργάτης εις Λεμεσόν, υποκείμενον γνωστόν δια την διαγωγήν του,   δεν είχεν καμμίαν συγκίνησιν, κανένα φόβον, αμέσως ωμολόγησεν. Τα κλαπέντα έφερεν μεθ’ εαυτού και τα παρέλαβον οι αστυνομικοί. «Το έκαμα πράγματι», είπε «εις τας 8 1/2 εισήλθον εις το γραφείον και εις τας 9 παρά τέταρτον είχα τελειώσει την δουλειάν μου. Εγνώριζα ότι είχεν εις το συρτάρι χρήματα διότι κατά την ημέραν της Δευτέρας εισήλθον και εζήτησα από τον κ. Χατζηπαύλον εργασίαν. Μου είπεν ότι δεν έχει αλλά ταυτοχρόνως τον είδον να βάζη χρήματα εντός του συρταρίου.»
Η κλοπή έκαμε μεγάλην αίσθησιν εις την πόλιν μας, ο κόσμος δε προσήρχετο επι τόπου δια να λύση την περιέργειαν του
Φαίνεται λοιπόν ότι σε διαφορετικές εποχές, διαφορετικά και τα ήθη ακόμα και η ηθική του εγκλήματος. Ίσως σ αυτό να συνέβαλλε και η σκληρή αγγλική διακυβέρνηση με τα αυστηρά αστυνομικά μέτρα που δεν άφηναν και πολλά περιθώρια για εγκλήματα.

Σημείωση: Τα σκίτσα όλα ανήκουν στον Γεώργιο Φασουλιώτη και είναι από τη σατιρική εφημερίδα «Το Γέλιο» που εξέδιδε την δεκαετία του ’30.

 «Και μάλι­στα εις εποχήν που ουδείς
ουχί μόνον μπορεί να ξεμυτίση
από την οικίαν του μετά τας 8 μ. μ.
ένεκεν της κυ­βερνητικής διαταγής»