Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Η Λεμεσός και η Λαϊκή της Τράπεζα


Το πρώτο «σήμα κατατεθέν» της Λαϊκής Τράπεζας
Η ανατολή του 20ου αιώνα βρίσκει  τη Λεμεσό σε πλήρη οικονομική κοινωνική και πολιτιστική άνθηση. Η ανάπτυξη και η άνθηση της Λεμεσού σε κάθε τομέα της ζωής του τόπου υπήρξε θεαματική και λαμπρή ιδιαίτερα στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Πολλά  πρωτόγνωρα και προοδευτικά για την Κύπρο πράγματα συνεχίζουν, από τον προηγούμενο αιώνα, να παρουσιάζονται εδώ στη Λεμεσό, κάνοντας την να διακρίνεται για τις πολλές πρωτιές της απέναντι στις άλλες πόλεις της: ο πρώτος οδικός ηλεκτροφωτισμός στην Κύπρο το 1912, τα πρώτα τηλέφωνα σε ιδιωτικά υποστατικά από το 1914, το πρώτο αυτοκίνητο από ιδιώτη  το 1907 και πολλά άλλα.

Οι λόγοι πολλοί και ποικίλοι. Για να τους δούμε σφαιρικά να πάμε λίγα χρόνια πίσω μπαίνοντας  στα τέλη του 19ου αιώνα, στο 1878 με τη λήξη της τουρκοκρατίας και τον ερχομό της αγγλικής κατοχής στην Κύπρο.

Η μεγάλη σημασία που είχε μέχρι τότε η Λάρνακα στο εμπόριο και τις εξαγωγές  μέχρι την έναρξη της Αγγλοκρατίας αρχίζει να περνά σε δεύτερη μοίρα και η Λεμεσός, με τη δημιουργία από τους άγγλους το 1881 και της πρώτης μεγάλης αποβάθρας της Κύπρου (αυτή που υπάρχει και μέχρι σήμερα), παίρνει τα ηνία. Από εδώ  γίνονται πλέον οι πιο πολλές εισαγωγές αλλά κυρίως εξαγωγές.

Από το 1880 άρχισαν να προσεγγίζουν στη Λεμεσό ατμόπλοια αυστριακών, γαλλικών και ελληνικών εταιρειών, που συνέδεαν το νησί με την Αίγυπτο, τη Συρία, τη Σμύρνη και τον Πειραιά. Τότε ιδρύονται  και οι πρώτες ναυτιλιακές εταιρείες με ιδιόκτητα μεγάλα ιστιοφόρα. Το λιμάνι της  εξελίσσεται σταδιακά ακόμα περισσότερο και γίνεται το πρώτο εξαγωγικό λιμάνι των «μαύρων χρυσών της Κύπρου» των χαρουπιών και των οίνων& οινοπνευμάτων, ξεπερνώντας εκείνο της Λάρνακας που στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ευνοείτο λόγω των πολλών Λατίνων κατοίκων της, εις βάρος των λεμεσιανών ελληνοκυπρίων.

Δημιουργούνται  τότε και οι πρώτες μικρές βιομηχανίες, όπως αλευρόμυλοι, χαρουπόμυλοι, οινοποιεία γυψοποιεία, χυτήρια, σαπουνοποιεία, κεραμεία, μακαρονοποιείον, εργοστάσια τσιγάρων και άλλες και η πόλη αρχίζει έτσι να βιομηχανοποιείται.

Η οικονομική αυτή ανάπτυξη προκαλεί συσσώρευση πλούτου  και ο πλούτος δημιουργεί ανάπτυξη σε όλους τους τομείς.

 Η  Λεμεσός μεγαλώνει σε γοργούς ρυθμούς τόσο σε πληθυσμό όσο και σε μέγεθος.  Στην πρώτη επίσημη απογραφή του 1881 η Λεμεσός αριθμεί 6000 κατοίκους  ενώ το 1891 ο πληθυσμός  φτάνει τις 7500 περίπου ψυχές, με ταυτόχρονη αύξηση της  αστικής και μεσαίας τάξης, ως αποτέλεσμα της εισαγωγής νέων επαγγελμάτων και της μόρφωσης των νέων, καθώς και με την βιομηχανοποίηση της εργατικής τάξης.

Η οικονομική πρόοδος οδηγεί στη μόρφωση και η μόρφωση οδηγεί σε παραπέρα πρόοδο. Η Παιδεία αναπτύσσεται ραγδαία και δημιουργούνται πολλά νέα σχολεία και για τα δύο φύλα. Αρχίζουν έτσι να καταφθάνουν στη Λεμεσό και οι πρώτοι λεμεσιανοί επιστήμονες, καθηγητές, δικηγόροι οικονομολόγοι και γιατροί.

Όλα αυτά  συνέτειναν και στο πνευματικό ξύπνημα και την πολιτιστική καλλιέργεια της κοινωνίας της. 

Με αυτά και πολλά άλλα ακόμα, ο 19ος αιώνα κλείνει  βρίσκοντας τη  Λεμεσό να εξελίσσεται από μια μικρή και ασήμαντη πολίχνη, στην πιο σημαντική πόλη της Κύπρου πρωτοπόρο σε κάθε μορφή προόδου και εξέλιξης στον τόπο.   

 Η ανάπτυξη και η άνθηση της Λεμεσού σε κάθε τομέα της ζωής του τόπου υπήρξε θεαματική και λαμπρή στις τρεις πρώτες ιδιαίτερα δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Κι άλλα  πρωτόγνωρα και προοδευτικά για την Κύπρο πράγματα συνεχίζουν, να παρουσιάζονται εδώ στη Λεμεσό, κάνοντας την να διακρίνεται για τις πολλές πρωτιές της απέναντι στις άλλες πόλεις της:

Ο πρώτος οδικός ηλεκτροφωτισμός στην Κύπρο το 1912, τα πρώτα τηλέφωνα σε ιδιωτικά υποστατικά από το 1914, το πρώτο αυτοκίνητο από ιδιώτη  το 1907,

Αναπτύσσονται επίσης οι εσωτερικές συγκοινωνίες, στην αρχή ανάμεσα στη Λεμεσό και τις άλλες πόλεις με μεγάλες άμαξες και λαντό και από το 1911 με αυτοκίνητα. Παράλληλα αρχίζει η ακτοπλοϊκή σύνδεση της Λεμεσού με τη Λάρνακα.

Όλη αυτή η οικονομική και εμπορική ανάπτυξη και η συσσώρευση πλούτου δημιουργεί όπως είναι φυσικό και την ανάγκη του καταλλήλου χρηματοπιστωτικού συστήματος με τη δημιουργία Τραπεζών. Πρώτα η Αγγλο-αιγυπτιακή, έπειτα η Οθωμανική και αργότερα η Τράπεζα Αθηνών.

Σημαντική και σημαδιακή για τη Λεμεσό και ολόκληρη την Κύπρο στη συνέχεια υπήρξε το 1901 η ίδρυση του Λαϊκού Ταμιευτηρίου Λεμεσού.

 Ιδρυτές του τέσσερεις ρηξικέλευθοι και προοδευτικοί λεμεσιανοί, οι Αγαθοκλής Φραγκούδης, Χριστόδουλος Σώζος, Ιωάννης Κυριακίδης και Νεοκλής Ιωαννίδης με πρώτον διευθυντή του τον Γεώργιο Θ Ρωσσίδη. «Σκοπός τους η ενθάρρυνση της αποταμίευσης ανάμεσα στο κοινό και ιδιαίτερα τους εργαζομένους. Το ταμιευτήριο στεγαζόταν αρχικά σ' ένα σπίτι στη Λεμεσό, σύντομα όμως, με την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη του κοινού, άρχισε να δυναμώνει και απέκτησε το δικό του οίκημα στην οδό Αθηνών. Στα πρώτα 23 χρόνια της λειτουργίας του το Ταμιευτήριο δεχόταν καταθέσεις από "ένα σελίνι και άνω" και χορηγούσε δάνεια σε τρεχούμενους λογαριασμούς και γραμμάτια.» ( Από την Ιστορία της Λαϊκής Τράπεζας).

Από το βιβλίο του Αριστείδη Κουδουνάρη «Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920 σταχυολογούμε κάποια στοιχεία των βιογραφικών τους:

 
 
 
 
 
ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ Αγαθοκλής (1841 – 1916)
Γεννήθηκε στη Λεμεσό όπου και εργάστηκε ως δικηγόρος. Πρύτανης του Δικηγορικού Σώματος Λεμεσού, έφορος και πρόεδρος των Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λεμεσού, δημοτικός σύμβουλος Λεμεσού, αντιδήμαρχος.

 
 
 
 
 
ΣΩΖΟΣ Χριστόδουλος (1872 – 1912)
Γεννήθηκε στη Λεμεσό, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών νομικά. Επέστρεψε στην Κύπρο και εργάστηκε ως δικηγόρος. Μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, μετέβη στο Λονδίνο με δικά του εφόδια και συνεργάστηκε με αγγλικούς πολιτικούς κύκλους, υποστηρίζοντας τα κυπριακά συμφέροντα. Μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου, έφορος των Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λεμεσού και δήμαρχος της Λεμεσού από το 1908 μέχρι το 1912. Εθελοντής στους Βαλκανικούς Πολέμους και έπεσε σε μάχη στις 6 Δεκεμβρίου του 1912. 

 
ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Ιωάννης (1850-1955)
Γεννήθηκε στη Ζωοπηγή Λεμεσού. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως δικηγόρος στην Πάφο και Λεμεσό. Διετέλεσε πρόεδρος του Δικηγορικού Σώματος Λεμεσού, ιδιόκτητης μηχανουργείου και χυτηρίου, δημοτικός σύμβουλος Λεμεσού, μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, έφορος των Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λεμεσού, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου. Εξαιτίας της έντιμης πολιτικής του σταδιοδρομίας, ο Κυριακίδης επονομαζόταν ο «Λευκός Πολιτευτής».

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ Νεοκλής (1859-1938 )
Γεννήθηκε στη Βάσα Κοιλανίου. Υπήρξε έμπορος κρασιών. Δούλεψε αρχικά στην Αίγυπτο και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό. Ήταν ο πατέρας του Γιάννη Ιωαννίδη, ο οποίος διετέλεσε πρώτος Γενικός Διευθυντής της Λαϊκής τράπεζας, καθώς και του ζωγράφου Βίκτωρα Ιωαννίδη.

Ο πρώτος του διευθυντής Γεώργιος Ρωσσίδης (1857-1943) γεννήθηκε στη Λεμεσό και υπήρξε σημαντικός οικονομικός κοινωνικός και πολίτικος παράγων της Κύπρου.

 Γεώργιος Ρωσσίδης
 Σπούδασε στο  Γαλλικό  Κολλέγιο Αντούρας (Λιβάνου) λογιστική και  ξένες γλώσσες. Πρώτος μεγαλοεργολάβος της αγγλικής κυβέρνησης και ένας εκ των πρωτεργατών της λεμεσιανής προόδου, διατέλεσε δημοτικός σύμβουλος και μέλος του Νομοθετικού και Εθνικού Συμβουλίου.

Το Λαϊκό Ταμιευτήριο Λεμεσού μετατρέπεται το 1924 σε πλήρη τράπεζα σύμφωνα με το νόμο Περί Δημόσιων Εταιρειών που είχε θεσπιστεί λίγο νωρίτερα. Έτσι, εγγράφεται η πρώτη δημόσια εταιρεία στην Κύπρο με την ονομασία «Λαϊκή Τράπεζα Λεμεσού Λτδ» και φέρει αύξοντα αριθμό 1. Αυτό το γεγονός επιβεβαιώνει πλήρως τη διορατικότητα των μελών του Συμβουλίου, το οποίο για πρώτη φορά μετατρέπει ίδρυμα σε δημόσια εταιρεία, προσφέροντας στο κοινό την ευκαιρία να την κάνει κτήμα του. Το κοινό έχει πλέον την ευκαιρία όχι μόνο να αποταμιεύει και να καταθέτει, αλλά και να επενδύει σε μετοχές της τράπεζάς του. Η καινοτομία αυτή δίκαια χαρακτηρίστηκε ως το πρώτο έναυσμα για την ίδρυση του Χρηματιστηρίου στην Κύπρο.

 Το 1967 η διοίκηση αποφασίζει την επέκταση των δραστηριοτήτων της σ΄ ολόκληρη την Κύπρο  και τη μετονομασία της σε «Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα» και η έδρα της μεταφέρεται στη Λευκωσία.

Η συνέχεια είναι σε όλους γνωστή και η τραγική της κατάληξη ακόμα πιο γνωστή με όλα δυστυχώς τα συνεπακόλουθα…..



                             Τα κεντρικά γραφεία της Λαϊκής Τράπεζας Λεμεσού στην οδό Αθηνών.


Λεμεσιανές καρναβαλίστικες αναμνήσεις του Γιαννάκη Ποταμίτη


ΜΕΡΟΣ Β
Συνέχεια της σημαντικής μαρτυρίας για το καρναβάλι της Λεμεσού στη δεκαετία του 1930 του αείμνηστου Γιαννάκη Ποταμίτη σε ένα  μοναδικό ανέκδοτο κείμενο του και  στο οποίο μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες . Μιας ταραγμένης όπως είπαμε στην εισαγωγή του πρώτου μέρους, δεκαετίας γεμάτης λαϊκές εξεγέρσεις κατά της αγγλικής κατοχής, φυλακίσεις και εξορίες ηγετών, φτώχεια και ανεργία:

Το Κυρούδι
«Ξεφεύγοντας από τη σάτιρα στις παρελάσεις του Κομιτάτου, θα κάνουμε  αναφορά στη χορευτική καρναβαλίστικη... δραστηριότητα της εποχής.

Αρχή τής 11ήμερης χορευτικής περιόδου γινόταν πάντα με τον χορό, στο θέατρο Γιορδαμλή, την Τσικνοπέμπτη, τού χοροδιδάσκαλου της τότε Λεμεσού, Κύρου ή «Κυρουθκιού», ο οποίος με δέκα σελίνια (το ένα πέμπτο ενός αρχικού υπαλληλικού μισθού) απένεμε δίπλωμα στους μαθητές του στους τρείς χορούς: φοξτρότ, ταγκό και (ουράνιο αποκορύφωμα της τέχνης)  βαλς, ύστερα από το οποίο δικαιούμασταν άφοβα να ριχτούμε στις πίστες των θεάτρων και να .....αγκαζάρουμε ντάμα!

Αξέχαστος παραμένει στη μνήμη μου ένας από τους χορούς του Κύρου (το 1939 η 1940), όπου ο γνωστός σε όλους τους Λεμεσιανούς, εξαίρετος τύπος και φίλος με πολλούς Έλληνες της πόλης, Τούρκος Αστυνόμος Ιζζέτ Εφέντης, με το χαρακτηριστικό μεγάλο μύστακα και τη βαθειά βροντερή φωνή του, μπήκε έφιππος, μεταφιεσμένος σεΐχης, στην αίθουσα Γιορδαμλή, κάτω απο τους ρυθμούς της ορχήστρας Ζιρίγκοβιτς, συνοδευόμενος απο δύο επίσης έφιππους  υπασπιστές (αστυνομικούς),  κηρύσσοντας έτσι την έναρξη του χορού. (Γιατί νάναι, άραγε όνειρο απατηλό η αναβίωση τέτοιας – πραγματικής  προσωπικής- φιλίας ανάμεσα σε Τούρκους και Έλληνες;)

Τον χορό του Κύρου ακολουθούσαν καθενυχτικά άλλοι χοροί, αθλητικών συλλόγων, σωματείων, οργανώσεων, κινηματοθεάτρων  (στου Γιορδαμλή, στο Ριάλτο,στο Μαξίμ/ Θέατρο Χατζηπαύλου), που αποκορυφώνονταν το τελευταίο Σάββατο με τον χορό τού ΑΡΗ, ο οποίος είχεν το μονοπώλιο
της βραδιάς και γινόταν στου Γιορδαμλή, ως τη στιγμή που το αδιαχώρητο του ενός θεάτρου επέβαλε την εξασφάλιση την ίδια νύχτα και τού  Ριάλτο. Μασκαρεμένοι και αμασκάρευτοι διακινούνταν όλο το βράδυ ανάμεσα στα δυο κινηματοθέατρα, γεμίζοντας τους δρόμους της περιοχής, με επίκεντρο την Πλατεία Ηρώων, σε μιαν έξαρση καρναβαλίστικου ξεφαντώματος, πειραγμάτων στις και από τις «μασκούδες» - χωρίς καυγάδες και παρεξηγήσεις- συναπαντημάτων και προσπαθειών ανακάλυψης των κάτω απο τις μάσκες κρυβόμενων κυρίως θηλυκών. Και μια ιδέα του κόστους του τότε γλεντιού; ΄Ενδειξη το γεγονός οτι μέγας πάταγος έγινε, όταν ο Άρης αύξησε την είσοδο στους χορούς του σε ενάμιση ή δυο σελίνια από το ένα που ήταν τον προηγούμενο χρόνο- το 1940 ή 1941 νομίζω. Και τρία γρόσια το «τρατάρισμα» στο μπουφέ του χορού, όπου ο καβαλιέρος ήταν, από ευγένεια υποχρεωμένος, να προσφέρει στη ντάμα του μετά απο κάθε χορό.

  Σχετικό σατιρικό σκίτσο
στο ΓΕΛΙΟ του Γ Φασουλιώτη
 12 Φεβρ. 1934
Δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις, άντρες ντυμένοι γυναίκες να «εξαπατούν» καβαλιέρους, και χορεύοντας  μαζί τους, να τους αποσπούν κεραστικά. Και ιδιαίτερα γνωστή ήταν η περίπτωση μιας πολύ πτυχωμένης «ντάμας» ( άντρα μεταμφιεσμένου), η οποία επι ολόκληρο βράδυ απολάμβανε τα κεραστικά του καβαλιέρου της, στον οποίον τελικα θεώρησε σκόπιμο να αποκαλύψει την ταυτότητα της  (του) καθόσον ήταν φίλοι. Αποτελεσμα: Απειλή από τον αξαπατηθέντα εύσωμο καβαλιέρο προς την μινιόν ντάμα: «΄Η βγάζεις τώρα από το στομάχι σου όσα σου πρόσφερα, η σε ...πνίγω». Ούτε το ένα, βέβαια, ούτε και το άλλο συνέβη. Ξεφούσκωμα του καβαλιέρου, θερμή χειραψία και αποχωρισμός με υπόσχεση για συνάντηση στα...προσεχή καρναβάλια! Αυτό λέει πολλά για την ατμόσφαιρα της εποχής.

Χριστοφορος Μαλακασας
Κάποια χρονιά ανάμεσα στο χορό του Κύρου και των Σωματείων εμφανίστηκε «ο χορός των πέντε», οργανωμένος από τέσσερεις φίλους που εργάζονταν στην εταιρεία Λανίτη  (Σωκράτη Ποταμίτη, Χριστόφορο Μαλακάσα, Άδωνι Σολέα, Θέμη Μικελλίδη) και τον εκ των ιδιοκτητών τού Θεάτρου Γιορδαμλή, Ιούλιο Γιορδαμλή. Ξεκίνησε στις  9 και πέντε , τέλειωσε στις 5 και πέντε το πρωί, είσοδος, κάτι που είχε σχέση με το πέντε (ένα σελίνι και πέντε γρόσια νομίζω), δόθηκαν πέντε βραβεία κ.ο.κ. Την επόμενη χρονιά οι ίδιοι οργάνωσαν τον χορό τής Τρίτης, που συνέχισε για πολλά χρόνια ο αξέχαστος Χριστόφορος Μαλακάσας, που διαχειριζόταν το Ριάλτο.

Ξεκίνησα με αναφορά στη κυρίαρχη μορφή του Γιάγκου Λανίτη. Να τελειώσω με αναφορά σε μιαν άλλη κυρίαρχη μορφή του Λεμεσιανού Καρναβαλιού, εκείνη τού αξέχαστου φίλου δημοσιογράφου Γιώργου Ταλιαδώρου Τέμπλαρ, ο οποίος , αν και Επίτροπος της Αγίας Νάπας, τάβαλε με ορισμένα καθυστερημένα μυαλά της εκκλησίας μας, που ήθελαν να καταργήσουν το καρναβάλι, σαν έργο... διαβόλου και ανήθικο.

Ιούλιος Γιοραμλής
Ο Γιώργος Τέμπλαρ ήταν εκ των εξ ων ουκ άνευ του λεμεσιανού καρναβαλιού: Με το κλασσικό του φέσι, την πρόσθετη μύτη και την άλλη μασκική εξάρτιση του, ήταν το κύριο πρόσωπο στη παρέλαση, που ξεκινούσε απο το Δημοτικό Μέγαρο, πήγαινε ως το Θέατρο Χατζηπαύλου/ Μαξίμ- όπου και το σπίτι Τέμπλαρ- προς  ανατολάς και ως τη διασταύρωση Αγίου Αντρέου με τη τότε οδό Βικτωρίας  (νυν Ειρήνης) προς δυσμάς, σε χορούς, σε καρναβαλίστικες συγκεντρώσεις και διασκεδασεις που οργάνωνε και στο σπίτι του.

Εξ ολοκλήρου από μνήμης οι αναμνήσεις που κατέγραψα. Δικαιολογημένη  έτσι, οποιαδήποτε τυχόν χρονολογική ανακρίβεια. Ελπίδα κι ευχή μου κι άλλοι παλιοί λεμεσιανοί να καταγράφουν τις δικές τους  καρναβαλίστικες  η και άλλες  αναμνησεις,  έτσι που σε κάποια έστω έκταση να ξαναζήσει στις σκέψεις μας η όμορφη παλιά Λεμεσός και ο κόσμος της.»


 

 

  Τσικνοπέμπτη στο σπίτι του Γ. Τέμπλαρ λίγους μήνες πριν πεθάνει, με το χαρακτηριστικό του φέσι. Στο άκρο δεξιά,  η πρώτη βασίλισσα του λεμεσιανού Καρναβαλιού Ισμήνη Ζαχαριάδη.

 

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Λεμεσιανό καρναβάλι «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση»

                                 Λεμεσιανές  καρναβαλίστικες αναμνήσεις του Γιαννάκη Ποταμίτη

ΜΕΡΟΣ Α

Εισαγωγή

Γιαννάκης Ποταμίτης 
Το λεμεσιανό καρναβάλι μέσα από την μακραίωνη ιστορία του γνώρισε μέρες μεγάλης δόξας κάποτε με τα πάνω και τα κάτω του που συμβάδιζαν με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκης που επικρατούσαν τη δεδομένη ιστορική στιγμή.
Η νεότερη ιστορία του ξεκινά με τα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής- στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα- όταν οργανώνεται δημιουργώντας και το πρώτο  κομιτάτου του καρναβαλιού, το 1890.
Η εφημερίδα "Αλήθεια" το 1898  γράφει σχετικά:  «Το επί των μεταμφιεσμένων κομιτάτο βράβευσε τον κύριο Γιάγκο Λανίτη παραστήσαντα επιτυχέστατα το Διογένη με το φανάρι του. Αλλά και τινες  των ηθοποιών παρέστησαν με πολύ γούστο, την Κυβέρνηση και τον δυστυχή λαό. Υπήρξαν δε οι φρονούντες, σ' αυτούς μάλλον θα έπρεπε να δοθεί το βραβείο".
Γιάγκος Λανίτης - Μώμος
Την επόμενη χρονιά 1899, με το κλείσιμο του 19ου αιώνα,  « ο δυστυχής» αυτός  λαός της Λεμεσού περνά δύσκολες μέρες  εξουθενωμένος ηθικά και υλικά από την φτώχεια και τις κακουχίες. Ούτε κομιτάτο, ούτε παρελάσεις, ούτε κέφι για καρναβάλι από τους Λεμεσιανούς. Γιατί όπως γράφει και  η "Αλήθεια" της l8ης Φεβρουαρίου 1899: "Εισερχόμεθα από σήμερον εις το Καρναβάλι. Ουδεμία πλην κίνησι μέχρι τούδε, ούτε ζωηρότης μαρτυρεί τούτο. Άνευ δε του ημερολογίου δεν θα ημπορούσε κανείς να εννοήσει ότι ευρισκόμεθα εις το Καρναβάλι, τας φαιδράς δηλαδή καλάς ημέρας κατά τας οποίας και ο σοβαρότερος ξεχνά προς στιγμή τη σοβαρότητα του και ρίπτεται ακράτητος εις την τρελλήν χαράν της τρελλής αποκριάς. Είναι και τούτο μια ακόμη απόδειξις της οικτράς μας καταστάσεως. Ο κόσμος καταβεβλημένος ηθικώς και υλικώς δεν έχει όρεξιν ούτε για γέλια, ούτε για μασκαράτες".

Στο πρωτοσέλιδο της σατιρικής εφημερίδας «Το Γέλιο», ο Δήμαρχος Λεμεσού στη δεκαετία του ΄30 Χρ. Χατζηπαύλου, καλεί στους κυπρίους «στο αρχαιότερο καρναβάλι της Ανατολής» λέγοντας του, «Προσοχή στις απομιμήσεις»…!
Όμως την επόμενη χρονιά  στην "Αλήθεια" και πάλι, με ημερομηνία 15 Φεβρουαρίου 1900 διαβάζουμε ότι: "Οι αποκριές και ιδία η τελευταία Κυριακή διήλθαν εφέτος εν εκτάκτω ευθυμία και ζωηρότητι. Τα κομφετί άτινα εισήχθησαν οριστικώς και ενταύθα, έστρωνον τον προ των καφενείων και των λεσχών δρόμον και μανιώδης πόλεμος από άνθη, φασόλια και κομφετί διεξήγετο. Κίνησις έκτακτος επεκράτη, αρκεταί δε μασκαράται. Μία τούτων εντός αμάξης, παριστώσα την κάθοδον του Πρίγκηπος εις Κρήτην ( το 1898), ήρεσε πολύ και εχειροκροτήθη". 
Οι επόμενες δεκαετίες το λεμεσιανό καρναβάλι θεριεύει και αναπτύσσεται παρά τις συνεχιζόμενες βαριές φορολογίες και τις κακουχίες του κυπριακού λαού από την αγγλική διακυβέρνηση.
Κάνοντας ένα χρονικό άλμα ερχόμαστε στη δεκαετία του 1930. Η δεκαετία αυτή μια από τις δυσκολότερες για την Κύπρο και τη Λεμεσό από πολλές πλευρές δεν εμποδίζει τους λεμεσιανούς να διασκεδάζει έστω και για τις λίγες μέρες του καρναβαλιού για να ξεχνά τις δυσκολίες και τη φτώχεια του. Χαρακτηριστικό είναι ένα μακροσκελές άρθρο στην εφημερίδα Παρατηρητής , 27 Φεβρουαρίου 1931 που καταλήγει ως εξής:
 Σκίτσο στο «Γέλιο» του 1931 σατιρίζει τις μεταλλάξεις της λεμεσιανής κοινωνιας απο το 1901 στο 1931 και την«ραμομανία» των γυναικών.
«Κάθε καρναβάλι, κάθε χρόνο μια φορά τo έριχναν κι αυτοί έξω.   Φέτος  όμως πως; Πόσος κοσμάκης την Κυριακή  θα κάνη Απόκρεω με εληές και κρεμυδάκια!   Είναι λυπητερό και πραγματικό γιατί έτσι κατάντησε  τον κόσμο ή φετεινή παγκόσμια κρίσις. Χτες είδα άνθρω­πο ντυμένο με ξεσχισμένο παντελόνι, ψαθάκι και ξεθωριασμένη   βελάδα. Μερικά παιδάκια τον πήραν  για μασκαράτα και του έκαμαν πρόγκα. Δεν ήταν παρά ένας δυστυχής ελεηθείς με διαφόρων εποχών καλύμματα για να  σκεπάζη  τη γύμνια του.
Και φέτος καρναβάλια δεν θα έχουμε; Με ξαναρωτά ο φίλος μου;
Τι να πω του ανθρώπου; Κάμνοντας προβλέψεις όπως στις Ιπποδρομίες του απαντώ: Γκανιάν θάναι η καμήλα, πλα­σέ η αρκούδα, απαραίτητες δια χρημα­τισμόν μασκαράτες και μερικά  παιδάκια.  Ας ίδωμεν
Σημ. Και όμως αι προβλέψεις μου δεν επηλήθευσαν. Την περασμένην Κυριακήν είχαμε τα ζωηρότερα καρναβά­λια. Ο τόπος που πεινά είναι ο τόπος που διασκεδάζει και  περισσότερον.» 
Τρία χρόνια αργότερα στην εφημερίδα Χρόνος 5 Φεβρουαρίου 1934 διαβάζουμε επίσης:
«ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ   ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΗ»
«Εισερχόμεθα εις το Τριώδιον και η πόλις μας ετοιμάζεται να υποδεχθή τον καρνάβαλον εν τυμπάνοις και χοροίς. Τα κοστούμια των μασκαράτων ξεσκονίζονται, οι τζάζ-μπάντ χορδίζουν τα όργανα των, ο κοριτσόκοσμος ανυπομονεί και αι αίθουσαι των χορών καθαρίζονται. Επεκράτησε βλέπετε να διασκεδάζωμεν κατά τες Αποκρηές υπό οιασδήποτε συνθήκας. Είτε πλούσιοι είμεθα είτε πτωχοί είνε ανάγκη να κρύψωμεν το πρόσωπον μας υπό το προσωπείον και να γλεντήσωμεν. Εις την ιδικήν μας περίπτωσιν μάλιστα η παροιμία «η φτώχεια θέλει καλοπέραση» εφαρμόζεται πλήρως. Διότι όσο πτωχαίνομε τόσο θέλουμε και να καλοπερνούμε. Και είναι γεγονός ότι μόνον κάτω από μια μάσκα μπορεί κανείς να καλοπεράση και να κρύβει το κενόν του βαλάντιον.»
Στην ταραγμένη λοιπόν αυτή δεκαετία γεμάτη φτώχεια, ανεργία, λαϊκές εξεγέρσεις κατά της αγγλικής κατοχής, φυλακίσεις και εξορίες ηγετών, μια σημαντική μαρτυρία για το καρναβάλι είναι  αυτή του Γιαννάκη Ποταμίτη σε ένα  μοναδικό ανέκδοτο κείμενο του που ακλουθεί και  στο οποίο μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες. Το δημοσιεύουμε με την άδεια της κόρης του Ζωής την οποία και ευχαριστούμε θερμά.
Γράφει λοιπόν ο αείμνηστος Γιαννάκη κάτω από τον τίτλο: «Λεμεσιανές  καρναβαλίστικες αναμνήσεις »:
«Κυρίαρχη μορφή τού Λεμεσιανού Καρναβαλιού στα χρόνια τού 1930, τουλάχιστον στο χώρο του πνεύματος της καρναβαλίστικης σάτιρας,  ήταν ο γνωστότατος στη πόλη Γιαγκος Κλ.  Λανίτης, δάσκαλος των Αγγλικών, αλλά παράλληλα τύπος με σπινθηροβόλο, χιουμοριστικό και σκωπτικό πνεύμα, που το διοχέτευε στις κουβέντες του, στα πειράγματα και στα στιχουργήματα του, τα οποία εμφάνιζε στα διάφορα έντυπα της εποχής με το φιλολογικό Μώμος.

Κάθε καρναβαλίστικη χρονιά, λοιπόν, ο Γιάγκος Λανίτης -Μώμος- επινοούσε και ετοίμαζε σάτιρες, που τις χειροκροτούσε ο κόσμος και που αποσπούσαν πάντα το πρώτο βραβείο, τού τότε λεγόμενου ΚΟΜΙΤΑΤΟΥ τού καρναβαλιού, στην αντίστοιχη ομάδα - και βέβαια ούτε πολυέξοδα, πολυτελή κοστούμια, ούτε πολύπλοκες εντυπωσιακές μεταμφιέσεις- απλώς , απλές μεταλλαγές της καθημερινής εμφάνισης, η αλλαγή... φύλου μέσον ένδυσης!

Ξεκίνησε ο Γιάγκος Λανίτης (απ ό,τι εγώ θυμούμαι) την καρναβαλίστικη εμφάνιση του σαν Διογένης με το φανό του σε αναζήτηση ΑΝΘΡΩΠΟΥ στην τότε Λεμεσό. Λιτός και απλός πάντα στο ντύσιμο του, ξεκάλτσωτος  χειμώνα-καλοκαίρι, λίγο κυρτός στο βάδισμα του, δεν δυσκολεύτηκε να παρουσιάσει ένα απίθανο γενειοφόρο, κουρελή Διογένη, με το φανό του επί της βακτηρίας του - και το πιθάρι κάπου εκεί μαζί!


Χαρακτηριστικό της εποχής του ολοσέλιδο
σκίτσο στην πρώτη σελίδα του Γέλιου του 1934:
Ο κλασικός πιερότος του καρναβαλιού
παρελαύνει διαμέσου του κοινού
που είναι μια στρατιά επαιτών…
Άλλες επιτυχίες που ακλούθησαν: Σάτιρα της μανίας , που είχε καταλάβει τις κυρίες της εποχής για το χαρτοπαιγνίδι ραμί που είχεν εισβάλει τότε στην Κύπρο (1929). Χρησιμοποιώντας τον ανεψιό του, Σωκράτη Ποταμίτη και έξι φίλους (το Ραμί παιζόταν από εφτά), σχημάτισε μια εφταμελή ομάδα ενδεδυμένων γυναικών, που τοποθετημένες κατάλληλα σε άμαξαν, διεξήγαγαν τρομερό χαρτοπαίγνιο ραμί, με τα ανάλογα τσακώματα, ενώ γινόταν ο γύρος  της πόλης , που κάλυψε ακόμα και την οδό Ελευθερίας . Συμμετέχοντες: Νίκος Σιήτας, Γλαύκος Κακογιάννης, Συμεωνάκης Γιωργαντζής, Νίκος Κλεοβούλου , Σωκράτης Ποταμίτης και άλλοι δύο - ας συγχωρέσουν την αμνησία μου... Συμπλήρωμα: ο Γιαννάκης Ποταμίτης δίπλα στον αμαξά ντυμένος με κίτρινα πιεροττικά.

Άλλη χρονιά ο Γ.Λ σατίρισε με  παραστατικότατο τρόπο την ακαταδεξιά των τότε εργαζομένων σε σπίτια της πόλης κοριτσιών του χωριού απένατι στους χωρικούς γονείς τους όταν έρχονταν στη πόλη με τον γαΐδαρο τους για να τα επισκεφτούν: Εξευγενισμενη πια η κόρη ( Σωκράτης Ποταμίτης) με τα ψηλοτάκουνα της, τις λεπτές κάλτσες και το καπελίνο της, δεν ανέχεται τους γονείς της να περπατούν δίπλα της όταν βγαίνουν για να ξεναγηθούν στη πόλη. Προπορεύεται αυτή σε απόσταση και πίσω οι γονιοί σέρνοντας τον γαΐδαρο τους!

Παρά τις απαγορεύσεις της Παλμεροκρατίας και τον αποκλεισμό τής πολιτικής σάτιρας  από την καθημερινή ζωή, ο Γ.Λ. σατίρισε επανειλημμένα αποικιοκρατικές πράξεις και ενέργειες, μέσον τού καρναβαλιού: Σατίρισε την εργοδότηση στη Κύπρο - με ηγεμονικό μισθό – τού ΄Αγγλου ποντικολόγου Κέιλυ, την  ροπή των ΄Αγγλων αξιωματούχων στο τέννις και στις ανέσεις τους ενώ ο λαός υπέφερε από συσσωρεύμενα προβλήματα, και άλλα σχετικά με την αγγλική διακυβέρνηση (εδώ πρέπει να αναφερθεί, το όνομα του αξέχαστου δικηγόρου-πολιτευτή δημοσιογράφου- ποιητή Ευέλθοντος Πιτσιλλίδη-Εύσκιου Πεύκη- σαν του πρώτου σατυρίσαντος, με πολλή τέχνη και εξαίρετο χιούμορ, έμμετρα και επιθεωρησιακά, τα πιο πάνω αναφερόμενα, που χρησιμοποίησεν ο Γ.Λ. στις καρναβαλίστικες σάτιρες του).

Τα μπαλκόνια του Δημοτικού Μεγάρου με τον σχεδιασμό των βρετανικών σημαιών..
Όταν, όμως,  το 1938 ο Γ.Λ σχεδίαζεν να σατιρίσει, κατά κάποιον τρόοπο, τη σκέψη που οδήγησε στο σχεδιασμό βρεττανικών σημαιών στα μαρμάρινα μπαλκόνια του Δημοτικού Μεγάρου, σε συνεργασία με τον αξέχαστο ήρωα μας Ανδρέα Δρουσιώτη, που βρισκόταν τότε στην Κύπρο, ο βρεττανός Διοικητής Λεμεσού απαγόρευσε τη σάτιρα, προφανώς προειδοποιημένος γι αυτήν από το τότε κλιμάκιο της αστυνομίας το επιφορτισμένο κυρίως με την παρακολούθηση των κομμουνιστών, αλλά και των «ενωτικών».
Ο Γ.Λ. δεν μπορούσε παρά να συμμορφωθεί, γιατί δεν διέθετε την πολυτέλεια της φυλάκισης και της κατά συνέπεια επαγγελματικης αδρανοποίησης του.»

                                                      Στο επομενο τεύχος το δεύτερο μέρος.

 
                                                      

 
 

  

 

 

  

 

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

Πρόσωπα και συμβάντα κατά το 1870 εις Λεμεσόν


 
                                                                            Μέρος Β΄

                                 

 Συνέχεια των αναμνήσεων του  Ευστάθιου Παρασκευά όπως μας τις άφησε σε
λεπτομερείς περιγραφές ο παλιός αυτός λεμεσιανός  μέσα από σειρά άρθρων που δημοσίευε με το ψευδώνυμο «Παλαίμαχος», στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού  στη δεκαετία του 1930, με τον γενικό τίτλο «Παλαιαί αναμνήσεις». Αποτελούσαν αναμνήσεις του από το 1869 που δέκα σχεδόν χρονών παιδάκι ήρθε από το Πισσούρι στη Λεμεσό για να φοιτήσει στο τότε «Αλληλοδιδακτικό Γυμνάσιο». Τις αναμνήσεις αυτές ο γράφων τις μάζεψε και μαζί και με κάποια σχετικά άρθρα τού επίσης παλιού λεμεσιανού σημαντικού διανοούμενου λαογράφου  Ξενοφώντος Φαρμακίδη, τις έκανε βιβλίο με δική του επιμέλεια και εκτενή εισαγωγή με τίτλο «Ευστάθιου Παρασκευά –Παλαιμάχου, Παλαιαί Αναμνήσεις. Η Λεμεσός κατά τον 19ον αιώνα».  

Λέει  λοιπόν ο Παλαίμαχος:

« Σήμερον θα δώσω εις τους αναγνώστας μου μερικά από τα κυριώτερα συμβάντα κατά το 1870 το δεύτερον έτος της μαθητείας μου εις Λεμεσόν.

Οι παλαιότεροι θα ενθυμούνται, είτε οι ίδιοι είτε από τους γονείς τους, ότι από το 1870 και τρία χρόνια κατόπιν ήτο η τόσον γνωστή «Αστοχία» που πείνασε ο κόσμος στην Κύπρο, ένεκα της ελλείψεως βροχών.  Έτσι το 1870 ήτο ο πρώτος χρόνος της δυστυχίας.


Η Λεμεσός γύρω στο 1870 φωτογραφημένη από το καμπαναριό της Φραγκοκλησιάς που μόλις είχε τελειώσει τη χρονιά εκείνη.
Κατά τον χρόνον αυτόν ήρχισε το κτίσιμον της Φραγκοκλησιάς το οποίον ετελείωσε την ημέραν του Αγ. Αντωνίου του αυτού χρόνου. Ήτο η ημέρα του κατακλυσμού. Ενθυμούμαι και δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι την ημέραν αυτήν προ μεσημβρίας  έγεινεν ο μεγαλύτερος σεισμός που δεν ξανάγεινε μέχρι σήμερον. Μποτίλιες έπεσαν από τα ράφια και έσπασαν, τζάρες,  δαμιτζάνες ανεποδογυρίσθησαν. Δεν είχαμεν θύματα διότι τότε εις την Λεμεσόν τα πλείστα σπίτια της ήτο από πλινθάρια και έτσι δεν έπεσε κανένα σπίτι. Και αυτός ο μεγάλος σεισμός της 17 Ιουνίου 1896 δεν μπορούσε να συγκριθή με αυτόν του 1870.

Τότε είχε διορισθή δια πρώτην φοράν Σχολάρχης ο αείμνηστος Διδάσκαλος Ανδρέας Θεμιστοκλέους· είχε διδάξει τον χρόνον αυτόν τα μαθήματα της τελευταίας τάξεως του Σχολαρχείου με μαθητάς τους μακαρίτας Λάμπρον Θ. Ρωσσίδη, Γεώργιον Θ. Μορίδην, Ευαγόραν Νικολαΐδη, Κωνσταντίνον Σολωμονίδην, Νικόλαον Δ. Υψαρίδην, Μιλτιάδην ΄Εβερτ (αδελφόν της μακαρίτιδος Ελένης Καραγεωργιάδου ιατρού) και ο Χριστόδουλος του  Έξαρχου. Αυτοί ήσαν οι πρώτοι απόφοιτοι πάντες από το Σχολαρχείον με σχολάρχην τον Αντρέαν.

 

ΜΙΑ ΑΞΕΧΟΥΣΑ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ

 

Την εποχήν αυτήν ύπήρχον εξέχουσαι φυσιογνωμίαι εις την Λεμεσόν για τας οποί­ας ανέφερα εις το προηγούμενον σημείωμα μου του 1869. Αι ίδιαι υπήρχαν και κατά το υπό περιγραφήν έτος, ουδενός αποθανόντος. Ουχ ήττον μία εξέχουσα προσωπικότητα δεν ανέφερα εις το παρελθόν επειδή ήθελα να γράψω λεπτομέρειας περί αυτής και το πράττω σήμερον. Πρόκειται περί του αειμνήστου Χριστοδουλή τού τότε ονομαζόμενου Χριστοδουλή του Χατζηπαυλή του πάππου του σημερινού δημάρχου και αδελφών του και των τέκνων Δημοσθένους Χατζηπαύλου.

Σαν να τον βλέπω μπροστά μου. Ντυμένος με την συνήθη ενδυμασίαν της τότε εποχής δηλ. βράκαν, ζιμπούνι γιλέκο, σάρπα και ποδίνες πάντοτε λουστραρισμένες, ήτο τύπος καλωσύνης και χρηστότητας, δια τούτο εθεωρείτο πολυσέβαστον πρόσωπον από όλους τους συμπολίτας του. Ήτο έμπορος και βιομήχανος ιδρύσας το εργοστάσιον οινοπνευμάτων το οποίον διετήρησαν κατόπιν οι υιοί του Δημοσθένης και Δημήτριος και ήδη οι εγγονοί του Χριστόδουλος, Αντώνιος και Δήμος.  Όσοι ευτύχησαν να εργασθούν εις το κατάστημα και εργοστάσιον του έγειναν κατόπιν με την βοήθειαν του καλοί έμποροι και καλοί πολίτες. Εκρίθη δια τας γενναίας συνδρομάς και δωρεάς του υπέρ Ιερών σκοπών. Τούτο πιστοποιεί και ο φίλος μου κ. Αρ. Πηλαβάκης εις το βιβλίον του «η Λεμεσός και τα Σχολεία της» όπου φαίνεται ότι κατέβαλε το πλείστον των δαπανών της ανεγέρσεως του Ναού Αγ. Ανδρόνικου, που εθεμελιώθη το 1830 και επερατώθη το 1850. Σύζυγος τούτου ήτο η αείμνηστος  Εσθήρ, προστάτις των ορφανών, αδελφή του αείμνηστου Γεωργίου Κακαθύμη του πρώτου εμπόρου των χαρουπιών και εφόρου και ταμία των Σχολείων κατά το έτος τούτο.

Μαζί με τα τόσα προσόντα του ο Χριστοδουλής του Χατζηπαυλή διεκρίθη καί ως άψογος οικογενειάρχης μορφώσας και αποκαταστήσας τα παιδιά του, ήτοι Δημοσθένην, Δημήτριον, Μαριούν μητέρα του ήρωος Χριστοδούλου Σώζου, Αρίστην Θ. Βέρα και την ζώσαν σεβαστήν δέσποινα Πηνελόπην Κ. Ρωσσίδου. Τον θάνατον του έκλαυσεν όλη η πόλις.

 

Ο ΣΑΪΤ ΠΑΣΑΣ ΕΙΣ ΛΕΜΕΣΟΝ

Κατά την εποχήν αυτήν επεσκέφθη την Λεμεσόν ο Διοικητής της Κύπρου Σαΐτ Πασάς. Ό Καϊμακάμης ειδοποίησε τους προεστούς και τους δασκάλους ότι θα φθάσει εις την πόλιν ο Διοικητής και απεφασίσθη να του κάμουν καλήν υποδοχήν. Ο διδά­σκαλος μας Γ. Λουκάς έκαμε και ετόνισε ένα τραγούδι και μας το εδίδαξε να το τραγουδούμεν και την ημέραν της αφίξεως μας ωδήγησεν εκεί όπου είνε σήμερον η παράγκα της κ. Αλεξάνδρας Κίρζη. Προεστοί χριστιανοί και Τούρκοι έφιπποι έτρεξαν εις τον ποταμόν της Γερμασόγειας προς υποδοχήν. ΄Εφεραν λοιπόν τον Πασάν εν συνοδεία απ' έξω δε από το σπίτι του Παναή της Παπαδιάς, νυν οικία κυρίας Πιερή εσταμάτησεν ο επίσημος ξένος και η συνοδεία του και ημείς εψάλαμεν το τραγούδι με επί κεφαλής τον Γεώργιον Ευθύβουλον και Νικόλαν Μαυρομούστακον που ήσαν και μεγαλύτεροι και πιο καλλίφωνοι και κατόπιν η συνοδεία προχώρησε και ημείς διελύθημεν.

Την επαύριον ο Παυλής Πελεντρίδης ο λεγόμενος Παυλή Μπέης έκαμε χορόν εις το σπίτι του όπου και είχεν ετοιμάσει και δωμάτιον δια να κοιμηθή ο Πασάς.  Το σπίτι του ήτο εκεί όπου είνε σήμερον εις την προκυμαίαν τα μαγαζιά και η οικία της άνω ρηθεί­σης κυρίας Αλεξάνδρας Κίρζη. Ήτο μία μεγάλη οικία κατώγειος, προ της εισόδου ήτο μία βεράντα με 5 καμάρες και κατόπιν άλλες δύο κομμένες με γυαλιά. Μέσα είχε Σάλες, σαλόνια και πολλά δωμάτια.

Τότε εγώ ήμουν οικότροφος εις το σπίτι του πατρός του διδασκάλου μου Γ. Λουκά, έμεινε δε εις αυτό και ο ίδιος ο οποίος είχε προσκληθεί εις τον χορόν τον παρεκάλεσα να με πάρει μαζί του, άλλα μου είπεν πως  δεν επιτρέπεται  η μεγάλη μου όμως επιθυ­μία να υπάγω και να ιδώ πρώτην φοράν χορόν με έδωσε την έμπνευσιν να του προτεί­νω να αφήσει το επανωφόρι του να το φέρω εγώ, το όποιον και εδέχθη. Πράγματι ολίγην ώραν επήρα το επανωφόρι και έτσι τα κατάφερα να εισχωρήσω εις το σπίτι.

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΗΜΠΕΗ

Μόλις εμπήκα μέσα εθαύμασα τον πλούτον του σπιτιού του Παυλήμπεη μέσα στο οποίον εδίδετο ο χορός προς τιμήν του διοικητού της Κύπρου Σαΐτ Πασά. Εις την σάλα είδα τον Πασάν εκάθητο εμπρός σε ένα ωραίο τραπέζι μαζί με άλλους. Επάνω εις το τραπέζι αυτό υπήρχαν ωραία ποτήρια και «τζαϊκά» με τα πιατάκια τους και 2-3 μποτίλιες. Τότε ηρώτησα τι πίνουν και μου είπαν ότι είνε η περίφημη μαστίχα της Χίου. Ηρώτησα επίσης και δια τα πράγματα που ήσαν επάνω στο τραπέζι, διότι μου εφάνηκαν ασυνήθιστα και εκατάλαβα ότι ήσαν πολύτιμα. Μου είπαν ότι τα ποτήρια και οι μποτίλιες ήσαν από κρύσταλλον και τα τσαϊκά με τα πιατάκια τους ήσαν «φαρφουρένια. Πρώτην φοράν έβλεπα τέτοια πράγματα και ήκουσα τέτοιαν ονομασίαν. Ο χορός άρχισεν, ήτο όλος ο καλός κόσμος της Λεμεσού με τες ωραίες της εποχής, ο Πασάς δεν εχόρεψε αλλ' έπινε με μερικούς εις το τραπέζι από το οποιον δεν εκινήθη. Εννοείται έπαιρναν και έφερναν διαφόρους μεζέδες που φαντάζομαι πόσον εκλεκτοί θα ήταν.

Αλλ' η περιέργεια μου δεν εσταμάτησεν έως εδώ, δια τούτο ήθελα να δω και να περιεργασθώ και το δωμάτιον όπου θα έμενεν ο Πασάς να κοιμηθεί ύστερα από τον χορόν. Επλησίασα στην πόρτα όπου έβλεπα καλά μέσα. Είδα μίαν μεγάλην «καριόλαν» με «ουμπρέλλαν» και ουρανόν, όπως εσυνηθίζετο τότε εις τα καλά σπίτια. Η ουμπρέλλα ήτο σκεπασμένη με βελούδον κεντημένον από τιρτίρι (κλωστήν) χρυσόν και εις τα άκρα της εκρέμμοντο φλόκοι χρυσοί πάλιν από τιρτίρι. Η χρυσή αυτή κλω­στή ήτο άφθονη και εις τα σκεπάσματα όπου εσχηματίζοντο με αυτήν έβλεπα κλαδιά διαφόρων σχημάτων και σχεδόν το ρούχο των σκεπασμάτων δεν εφαίνετο. Δεν έβλεπες επάνω ει την καριόλαν παρά κεντήματα από χρυσάφι και εις τα άκρα χρυσούς φλόκκους. Τα σινδόνια που μόλις εφαίνοντο ήσαν κεντημένα με «πιπίλαν» επίσης τα μαξιλαροκεντήματα. Το ταπέτο εις το δάπεδον ήτο πολύ ωραίον. Ενθυμούμαι ότι έφυγα με τόσον θαυμασμόν από ό,τι πλούσιον είδα που όταν εκοιμήθηκα έβλεπα είς τον ύπνον μου την μεγαλοπρέπειαν του σπιτιού του Παυλήμπεη.

 

Η ΑΝΥΨΩΣΙΣ ΤΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ

Την επαύριον το μεσημέρι ο Γεώργιος Ακάμας έκαμε του Πασά τραπέζι όπου παρεκάθησαν ο Καϊμακάμης Φεττή Εφένδης και μερικοί άλλοι χριστιανοί και Τούρκοι, ήτο δε τόση η ευχαρίστησις του διοικητού από τας περιποιήσεις που του έκαμαν εις την Λεμεσόν, ώστε οι έξυπνοι τότε προύχοντες να επωφεληθώσι της ψυχολογικής του στιγμής και να ζητήσουν κάτι. Και εζήτησαν ως χάριν όπως επιτρέψει να υψώνεται εις τον ιστόν της εκκλησίας Αγ. Νάπας η σημαία της, η οποία, ως είδομεν εις άλλον σημείωμα είχε απαγορευθή να υψώνεται. Μόλις τούτο έγεινε γνωστόν εις την πόλιν όλοι οι ναυτικοί της πόλεως έτρεξαν και εδιόρθωσαν τον ιστόν και ύψωσαν την σημαίαν προ της αναχωρήσεως του Πασά.

Ο αείμνη­στος Γιάγκος Αραούζος είχε 3 Μπουμπαρτοκάϊκα που εταξείδευαν εις την Αττάλειαν και Μερσίναν
 

ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Κατά το έτος τούτο απέθανεν η Αικατερίνη Φραγκούδη μήτηρ του αειμνήστου Σωκράτη Φραγκούδη και μάμμη του διακεκριμένου συμπολίτου μας κ. Γ. Φραγκούδη. Την αυτήν εποχήν ο περιβόητος Τζεσνόλης πρόξενος της Αμερικής ήρχισε τας ανασκαφάς του εις την Επισκοπήν της επαρχίας μας. Είνε γνωστόν ότι εσύλησε τον τόπον από περίφημα αρχαία αγάλματα και άλλα αντικείμενα.

  Ο αρχαιοκάπηλος Τσεσνόλα
Η συγκοινωνία τότε μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου εγείνετο με ιστιοφόρα εφόρτωναν κρασιά και έπαιρναν και επιβάτες επίσης δε και επιστολάς αφού η συγκοινωνία με το εξωτερικόν ήτο σπανία. Πλοίαρχοι που ήσαν ιδιοκτήται πλοίων ή εδούλευαν με μισθόν, ήσαν  οι Νικόλας Γεωργιάδης, Γεώργιος Λάμπης, Παναγής Λιβέρδος, Δημήτριος Μαρνέρος, Αντώνης Κυρηνιώτης, Μπεναρδής και Γεώργιος Τσαγγαρίδης. Ο αείμνη­στος Γιάγκος Αραούζος είχε 3 Μπουμπαρτοκάϊκα που εταξείδευαν εις την Αττάλειαν και Μερσίναν, είχε δε επίσης και ένα πλοίον μεγάλον συντροφικόν με τον Τρύφωνα Ηλιάδην. Αυτό εταξείδευεν εις την Ευρώπην με πλοίαρχον τον καπετάν Αλέξη. Ενθυμούμαι ότι όταν έφθαναν τα καΐκια του Αραούζου εις το λιμάνι της Λεμεσού ύψωναν την Τουρκικήν σημαίαν και έρριπταν κανονιοβολισμούς, τους οποίους όταν ηκούαμεν ελέγαμεν ότι έφθασε κανένα καΐκι του Αραούζου και έτσι ήτο η διαταγή του ιδιοκτήτου. Μετά παρέλευσιν ολίγου χρόνου ο Αραούζος ηγόρασε μιαν γολέτταν και έβαλε για καπετάνιον της κάποιον Κάσιον Ηλίαν Νουάραν ο οποίος επήρε το καράβι και έφυγε χωρίς ποτέ ο ιδιοκτήτης του να μάθη τι έγεινε και το καράβι και ο καπετά­νιος. Ο Θεός ξεύρει εάν εναυάγησαν ή ο καπετάνιος το επήρε και το εσφετερίσθη. Που να μάθη κανείς τότε με την έλλειψιν μέσων συγκοινωνίας.»

 

«Είχε δε επίσης και ένα πλοίον μεγάλον συντροφικόν με τον Τρύφωνα Ηλιάδην. Αυτό εταξείδευεν εις την Ευρώπην»