Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

Η Ρόζα και ο δυστυχής λανίτης

  Το «Βικώρια» (γνωστό και ως «Το μπαρ του Σκυριανίδη»)
και το «Ακταίον» 
Στα δυο προηγούμενα δημοσιεύματα μας ασχοληθήκαμε  με μεγάλη συντομία σε κάποιες πτυχές της πορνείας στη Λεμεσό σε άλλες εποχές.
Στο απόσπασμα  από τις παλαιές αναμνήσεις του Ευστάθιο Παρασκευά  με τίτλο «Αγγλική κατοχή και μπυραρίες», αναφερόταν ως υπότιτλος «Η Ρόζα και ο δυστυχής λανιτης», που όμως λόγω χώρου παραλείψαμε τα περί  του δυστυχούς λανίτη.
Αναγνώστες  μας ζήτησαν να μάθουν τι συνέβηκε με αυτόν τον «δυστυχη».
 Δημοσιεύουμε λοιπόν ολόκληρο το κεφάλαιο, αφού προτάξουμε και ένα σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο της Αγνής Μιχαηλίδου «Λεμεσός η παλιά πολιτεία» ως εισαγωγή στο θεμα.
Γράφει η Μιχαηλίδου:
 … «Μετά την αλλαγή κατακτητή στα 1878 άρχισε κι ο κόσμος, δειλά στην αρχή, να αλλάζει συνήθειες και να επιζητεί διαφορετικές ψυχαγωγίες. Στα υπάρχοντα καφενεία προστέθηκαν κι άλλα, για να εξυπηρετήσουν τις απαιτήσεις της εποχής και του αγγλικού στρατού. Στους ντόπιους επιχειρηματίες προστέθηκαν και μερικοί ξένοι, όπως η Ρόζα και ο σύζυγος της, που άνοιξαν μια μπυραρία, πράγμα άγνωστο ως τότε, όπου σύχναζαν, έκτος από τους στρατιώτες, και πολλοί νέοι της πόλεως. Η Ρόζα, όμορφη και πανέξυπνη, με τα φυσικά θέλγητρα και τις ελευθεριότητες της κατέκτησε την άπειρη νεολαία. Μια άλλη μπυραρία κατά τον ίδιο καιρό ήταν του Μαλτέζου Φελίτσε και της γυναίκας του
Ο Ηρακλής Σκυριανίδης,
ιδιοκτήτης του «Βικτώρια»
και πρώτος θεατρώνης της Κύπρου
Αμαλίας.  Άλλα καφενεία ήταν η «Κρή
νη», όπου επαιάνιζε ο «Μουσικός Θίασος Γερμανίδων», το καφενείο «Βικτώρια», γνωστό σαν «Μπαρ Σκυριανίδη», στην προκυμαία, όπου επίσης συχνά επαιάνιζε μουσική, το «Άκταίον», όπου ωραίες ξένες χορεύτριες χόρευαν εντυπωσιακούς χορούς και έκαναν ακροβατικά νούμερα. Η φήμη των νεαρών καλλιτέχνιδων έφθασε και στη Λάρνα­κα, από όπου γοητευμένοι από τις διηγήσεις πολλοί νέοι πήγαιναν ποδηλατώντας στη Λεμεσό, για να απολαύσουν το σπάνιο και ωραίο θέαμα.»
Λέει λοιπόν ο Παλαίμαχος («Ευστάθιου Παρασκευά –Παλαιμάχου, Παλαιαί αναμνήσεις. Η Λεμεσός κατά τον 19ον αιώνα».) 
«Η ΡΟΖΑ ΚΑΙ Ο ΔΥΣΤΥΧΗΣ ΛΑΝΙΤΗΣ.
Προ ολίγου χρόνου εδημοσιεύθη εις τον «Ν. Κυπρ. Φύλακα» της πρωτευούσης περιγραφή της Λευκωσίας την εποχήν της κατοχής της Αγγλίας εις την οποίαν μεταξύ άλλων έγραφε δια τες Μπυραρίες και γυναίκες μέσα σ' αυτές, έκαμε δε ειδικήν μνείαν για μιαν Ρόζαν και τα σαγηνευτικά κατορθώματα της. Η περιγραφή αυτή μου φέρει εις την μνήμην τον ρόλον που έπαιξεν η Ρόζα αυτή εις την Λεμεσόν κατά την εποχήν εκείνην, διότι μετά την Λευκωσίαν επεσκέφθη και την πόλιν μας και άνοιξε μπυραρίαν.
Την ενθυμούμαι. Ήτο ώμορφη, έξυπνη και είξευρε καλά την δουλειάν της να παρασύρη τους νέους εις το κέντρον της για να ξοδεύουν αλύπητα. Ενθυμούμαι ότι κατάφε­ρε μερικούς μεσήλικας και νέους  Έλληνας και Τούρκους να πηγαίνουν κάθε νύκτα στην Μπυραρίαν της και εξοδεύουν 2 και 3 λίρας την ημέραν.  Όταν εμυρίζετο κανένα πως είχε χρήματα τον ετραβούσε σαν σειρήνα μέχρις ότου τον έκαμνεν απένταρον οπότε τον έδιωχνε.
Θα διηγηθώ μιαν τοιαύτην περίπτωσιν.
Τότε κάποιος νέος Ανάστασης από την Λάνιαν επούλησε την πατρικήν κληρονομίαν του κινητά και ακίνητα και εισέπραξεν εις μετρητά και γραμμάτια 1300 λίρες, ως έλεγαν. Κατέβη εις την Λεμεσόν και ως νέος απεφάσισε να υπάγη να διασκέδαση εις κάποιαν μπυραρίαν. Κατά σύμπτωσιν εμπήκε στην μπυραρίαν της Ρόζας. Η γυναίκα αυτή φαίνεται τον εμυρίσθηκε ότι είχε χρήματα και τον κατάφερε να εξοδεύση περί τας 5 λίρας. Θα ήτο βέβαια ευτυχής εάν εκαταλάμβανε ότι είχε κακήν πείραν από την πρώτην επίσκεψίν του εις της Ρόζας και δεν ξαναπατούσε. Αλλά δυστυχώς όχι μόνον δεν επήγε πάλιν αλλά έφυγεν απ' εκεί από την πρώτην φοράν άσχημα ερωτευμένος με την Κίρκην αυτήν. Και δεν έλειπε από το πλευρό της. Κάθε νύκτα ξώδευε αλογάριαστα εις το μαγαζί της και δια να της κάμνει φορέματα συχνά. Έλεγαν ότι κάθε εβδομά­δα της έκαμνε και ένα φουστάνι και έδωκε διαταγήν εις τον Σοφοκλήν τον Καπάρα που είχε εστιατόριον εκεί κοντά να δίδει φαγητά πρωΐ, μεσημέρι  και βράδυ γι' αυτήν και για το προσωπικόν της Μπυραρίας.
Η τοιαύτη τρέλλα του νέου αυτού εκίνησε τον οίκτον πολλών συμπολιτών μας. Βλέπετε ήτο άλλη εποχή άλλα ήθη. Οι άνθρωποι την εποχήν εκείνην είχαν καλλίτερα αισθήματα από τους σημερινούς. Ήσαν πρόθυμοι και εύκολοι να τρέξουν για κανένα καλό δημόσιο ή ιδιωτικό. Δια τούτο μερικοί άρχισαν να λυπούνται τον Άναστάσην και ήθελαν να τον εμποδίσουν από το κατρακύλισμα που τον έσερνε το πάθος του προς την κοινήν αυτήν γυναίκα. Μερικοί από τους προύχοντες τον επλησίασαν τον εσυμβούλευσαν, του υπέδειξαν ποία θα είνε τα αποτελέσματα της τρέλλας του αυτής. Αυτός άκουε, παρεδέχετο και έδιδε υπόσχεσιν ότι δεν θα ξαναπήγαινε πλέον. Πράγματι ο νέος έκαμνε προσπάθειες να μείνει μακράν, αλλά η Ρόζα και ο Βήτας, ο σύζυγος της, ως έλεγε  ότι ήτο, έτρεχαν να τον αναζητήσουν. Όταν ή Ρόζα τον συναντούσε μαζί με τα παράπονα της έχυνεν άφθονα - κροκοδείλια ήθελε να πω - δάκρυα και έτσι ο ανόητος εραστής λησμονώντας την υπόσχεσιν του ανανέωνε τας σχέσεις και την ελα­φρότητα του βαλαντίου του.
Ενθυμούμαι μιαν ημέραν ο μακαρίτης Γιάγκος Άραούζος μ' έφώναξεν εις το γραφείον του και με ερώτησεν εάν γνωρίζω τον νέον αυτόν. Μόλις του απήντησα ότι τον είδα άλλα δεν έχω τας σχέσεις του, ο Ανάστασης επέρνα απ’ έξω. Του τον έδειξα και αμέσως του φωνάζει και έρχεται μέσα στο γραφείο. Εκεί ο καλός άνθρωπος άρχισε να τον συμβουλεύη. Του παράστηνε που θα καταντήση εάν εξακολουθεί αυτήν την άσωτην ζωήν. Ο νέος έδωκεν υπόσχεσιν ότι δεν θα ξαναπήγαινε, άλλα γρήγορα την ξέχασε διότι το ίδιο βράδυ πάλιν επήγε στο μαγαζί της Ρόζας και αυτήν την φοράν περισσότερον ερωτευμένος μαζί της.  Όταν ετσακώνουνταν έφευγε αυτός και επήγαινεν εις την μπυραρίαν της Αμαλίας και ξώδευεν αλύπητα δια να κάμη την Ρόζαν να σκάση.
… «ωραίες ξένες χορεύτριες  
χόρευαν εντυπωσιακούς χορούς 
και έκαναν ακροβατικά νούμερα».
 Έτσι σε λίγον καιρόν ο Δον Ζουάν αυτός κατέφαγεν όλα τα μετρητά και άρχισε να πουλή τα γραμμάτια που του είχαν δώσει οι αγοραστές των κτημάτων του. Όταν έγεινε γνωστό με πλησιάζει μιαν ημέραν ο μακαρίτης Γεώργιος Αποστολίδης και με παρακαλεί να δω τον Ανάσταση και να του προτείνω να του πουλήσει ένα γραμμάτιο αντί 30 λίρες. Ήτο οφειλέτης κάποιος Κολοσιάτης ο όποιος άμα έμαθε τες ασωτίες του δανειστού του ήθελε να επωφεληθή και να πλήρωση λιγώτερα. Επήγα και του επρότεινα 30 λίρες αλλά εκείνος δεν ήθελε να κατέβη κάτω από τές 50 λίρες, εχάριζε μόνον τους τόκους.  Έτσι αιματαιώθηκεν η αγορά αλλά το γραμμάτιον την άλλην ημέ­ραν επουλήθη δια 20 λίρας εις ένα Τούρκον ο οποίος είχε δήθεν το ρολόι της Ρόζας ενέχυρον.
Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ζωής το φαντάζεσθε, έμεινεν όχι μόνον απένταρος αλλά και εις τους δρόμους, κατάντησε της «εσχάτης υποστάθμης». Έπεινούσε κυριολεκτικώς και έκαμνεν ατιμίες δια να ζήση.  Όταν η Κυβέρνησις έγραφεν ανθρώπους δια να συνοδεύουν τα μουλάρια που τα έστελλαν στην Αλεξάνδρειαν, ο μακαρίτης ο Παπά Ηλίας εφρόντισε και έγραψαν και αυτόν, επήγεν στην Αλεξάνδρειαν και έκτο­τε δεν εστράφη στην Κύπρο.»


Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Η πορνεία σε άλλους καιρούς



Μέρος πρώτο

Σε καιρούς κρίσης, κάθε είδους, κοινωνικής, οικονομικής ηθικής, πολιτισμικής και άλλης, παρατηρείται ταυτόχρονα και έξαρση της πορνείας.
 Με αφορμή πρόσφατα συμβαίνοντα στον τόπο μας και φαινόμενα που παρατηρούνται στη χαλάρωση των ηθών και της κάθε λογίς πορνείας, θα πάμε πολλά χρόνια πίσω για να δούμε κάποιες πτυχές του θέματος στη Λεμεσό από την αγγλοκρατία και μετά μέσα από κάποιους ιστορικούς αλλά και δημοσιεύματα του τύπου της πόλης. Το θέμα είναι βέβαια μεγάλο και σχεδόν ανεξάντλητο αλλά λόγω χώρου θα περιοριστούμε σε μερικά από αυτά.
Ο λεμεσιανός Γεώργιος Φραγκούδης λέει ανάμεσα σε άλλα για τη Λεμεσό, στο βιβλίο του «Κύπρις» το 1890: «Ηθική μεγίστη επικρατεί εν τη πόλει από της εποχής όμως της Αγγλίας συμβαίνει ενταύθα, ως και εν ταις άλλαις δύο πόλεσι της Κύπρου, το εξής άτοπον, το οποίον δέον ταχέως να διορθωθή. Επί τη αγγελία της εις Κύπρον ελεύσεως των  Άγγλων προσέδραμον απανταχόθεν πασών των εθνικοτήτων διεφθαρμέναι γυναίκες, αίτινες ηνέωξαν εν ταις κεντρικωτέραις οδοίς διάφορα καταστήματα, ένθα πρόδηλος η διαφθορά και ζημία εις πόλεις τόσω μικράς και πτωχάς. Οι  Άγγλοι χάριν του στρατού υποστηρίζουσι τα καταστήματα ταύτα, άτινα όμως δια τούτο ηδύναντο να τα ιδρύσωσιν εν τω αγγλικώ στρατόπεδο και ουχί παρά τας οικίας φιλήσυχων και εντίμων πολιτών».
Ο «sanitary commissioner» της αγγλικής διοίκησης Dr. Barry γράφει στην έκθεση του το 1880 σχετικά:

«H Λεμεσός είναι ακόμη η μόνη πόλις της Νήσου, η οποία ίδρυσε τοιούτο (Αφροδισίων) Νοσοκομείον. Το ίδρυμα ανήκει τελείως εις τον Δήμον, της Κυβερνήσεως χορηγούσης μόνον φάρμακα και ιατρικήν περίθαλψιν. Από τα βιβλία φαίνεται ότι μόνον αι αραπίνες ιερόδουλοι επωφελούντο του ιδρύματος, και εξ αυτών 34 επεσκέπτοντο τον σταθμόν και εξητάζοντο υπό του ιατρού. Εκ τούτων οκτώ ήσαν εκ Κ)πόλεως, επτά εκ Βηρυτού, μία εκ Θεσσαλονίκης, μία εξ Αλεξανδρείας, δεκατρείς εκ Λεμεσού και τέσσαρες εκ Λευκωσίας. Δέκα οκτώ ήσαν ύπανδροι και δέκα εξ άγαμοι.»
Ο Κώστας Πιλαβάκης στο βιβλίο του «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς» αναφέρει για το θέμα:
«Φτωχούς, ζητιάνους και πόρνες είχαν βέβαια κι' οι άλλες πόλεις της Κύπρου  και στην πρωτεύουσα ανθούσε η επαιτεία και η πορνεία. Η Λεμεσός όμως δεχόταν διαρκώς φτωχούς όχι μόνο από την επαρχία της αλλά και από την επαρχία Πάφου. Όσο για τις πόρνες εξηγήσαμε προηγουμένως πώς αυξανόταν ο αριθμός τους με την «επιστράτευση» που γινόταν όταν κατέφθαναν Αγγλικά πολεμικά. Μερικές απ' αυτές έμεναν συνήθως και όταν τελείωνε το «πανηγύρι». Λεμεσιανές πόρνες, έκτος από τις φτωχές Τουρκάλες που κατοικούσαν σε χαμόσπιτα στην κοίτη του Γαρύλλη ή κοντά σ' αυτή — οι γυναίκες του Ποταμού, όπως τις έλεγαν — και πουλούσαν το κορμί τους για ασήμαντα πράγματα, ήταν ελάχιστες. Οι περισσότερες προέρχουνταν από το εξωτερικό ή από άλλες πόλεις και χωριά της Κύπρου. Δυο τρεις ήταν «τραβηγμένες» (παλλακίδες), όπως η Λίζα, η ΑDΑ και η Χρισταλλένη.  Από τις άλλες, τις «κοινές», ονομαστές ήταν η Ασπασία, η Φροσκού, η Φάνη, η Μαρίκα (από την Πόλη,) η Αναστασία η Κολοσσιατού, η  Άννα η Καρπασιτού, οι αδελφές Δέσποινα και Μυριάνθη από τη Σκάλα και μερικές Τουρκάλες - η Λαϊκκά, η Κεζιμπά. κ.ά. Επίσκεψη σ' αυτές πληρωνόταν από τρία ως πέντε σελίνια.

Οι περισσότερες κατοικούσαν στην πλατεία Κκεσογλουδιών (σήμερα πλατεία Ηρώων), υπήρχε όμως και οίκος ανοχής στην οδόν Γλάδστωνος (όπου σήμερα ο θερινός κινηματογράφος ΕΛΛΑΣ) σχεδόν έξω από την πόλη τότε — γνωστός ως «Κκερχανές του Κκέλη».
Η παρουσία ιεροδούλων στις γειτονιές πολύ ενωρίς άρχισε να θεωρείται ενοχλητική και προσβλητική. Τούρκικες οικογένειες σε αναφορά τους το 1881 προς τη Δημοτική επιτροπή ζητούσαν να μεταφερθή άλλου πορνείο στη γειτονιά τους. Ανησυχία εκφράζουν επανειλημμένα σημειώματα στην «Αλήθεια». Ήδη το 1911 (11 Μάρτ.) ζητείται «να ληφθούν μέτρα προς απομάκρυνσιν εκ των κεντρικωτέρων μερών της πόλεως γυναίκες ελευθέ­ρων ηθών — ειδεχθές θέαμα ηθικής εκλύσεως και προσβολής κατά της δη­μοσίας σεμνότητας». Και η «Αλήθεια» επανέρχεται —19 Αύγ. 1922 —για να επιστήσει την προσοχή του Δημάρχου και της Αστυνομίας για «τα γύναια τα εγκατασταθέντα εις πάσας τας συνοικίας της πόλεως αναιδώς εξηπλωμένα επί των καθισμάτων έξωθεν των κατοικιών των καπνίζοντα, βωμολοχούντα, περιφερόμενα δε εις τους δρόμους είτε πεζή είτε εφ' αμάξης και ραπίζοντα δια της θρασείας αναίδειας των την σεμνότητα και στην συστολήν…»
Γράφει ό Γ. Λουκάς,  στο βιβλίο του Τριακονταετής (1878-1908) Αγγλική Κατοχή, «Από της Κατοχής τα μεν καφφεία επολλαπλασιάσθησαν και εκαλλωπίσθησαν κατά μίμησιν των εν τω εξωτερικω, αλλά και αι χαμαιτύπαι της Αιγύπτου συνεισεπήδησαν όρμητικώς μετά του Αγγλικού στρατού εις την νήσον. . . .εν ταις πόλεσι δε και ταις κώμαις στίγματα ανεξάλειπτα κατέλιπον αύται και βλάβας ηθικάς τε και υλικάς ανεπανόρθωτους, ένεκεν της προς τα τοιαύτα ήττονος γνώσεως των νησιωτών, προς δε και της ιατρικής ελλείψεως και κηδεμονίας και προστασίας των Δημαρχείων, ην ο τότε Δήμαρχος Λεμησσού Καρύδης, εφήρμοσεν επί τίνα χρόνον, κατανοήσας την προβάλλουσαν φθοράν της Κύπριας νεότητας, άλλ' αποτυχών επί τέλους, μη τυχών υποστηρίξεως.»
Στην εφημερίδα ΣΑΛΠΙΓΞ  13 Ιουνίου 1914 διαβάζουμε :
«Ο κήπος μας κάθε απόγευμα γεμάτος, αλλά και τας νύκτας. Από θιασώτας και θιασώτιδας. Οι οποίοι σπεύδουν ν απολαύσουν  των ωραίων θελγήτρων του Κήπου. Προχθές όμως το απόγευμα, παρόλην την απαγόρεψη, κατά τους φίλους τους δημοτικιστάς, του ρέκτου επιμελητή του κήπου, διέσχισε την κεντρικήν αρτηρία του Κήπου και μία ιερόδουλος. Ο φύλαξ του κήπου μάταιον υπέδειξεν το τολμηρόν γύναιον ότι δεν επετρέπετο να διέλθη. Το γύναιον απήντησε ζιεμανφού ! Και διήλθεν. Και επέρασεν αφού εφιλοδώρησε με αρκετάς καπηλικάς  ύβρεις τον φύλακα, ο οποίος εζήτησε να της εμποδίση την διάβασιν. Και  ταύτα εις επήκοον κυριών και δεσποινίδων. Κύριε Γκρήνουτ, δεν νομίζετε ότι απαγορεύει ο νόμος την υπέρμετρον αυτήν ελευθεριότητα των πορνικών αυτών γυναίων τα οποία προσβάλλουν  κατά τοιούτον τρόπον  τα δημόσια ήθη; Ή θέλετε να χειροδηκήσουν οι πολίται
Και στην ίδια εφημερίδα στις 21 Αυγούστου 1914 :  
«Μετ' ευχαριστήσεως πληροφορούμε­θα, ότι η Αστυνομία μας ήρχισε να καταβάλλη ενεργείας προς εκδίωξιν εκ του Κέντρου της πόλεως μας, των γνωστών γυναίων, άτινα με τόσην περιφρόνησαν προς την κοινωνίαν έ­πηζαν τους Αφροδισίους ναούς των εντός του Κέντρου της Λεμεσού.
Ελπίζομεν όμως ότι θα περιστείλη η Αστυνομία μας και το κακόν τού ελευθέρου περιπάτου των τοιού­των ιεροδούλων εις μέρη ένθα συχνάζονται υπό εντίμων οικογενειών και μάλιστα τη συνοδεία νεαρών δανδήδων.».
Θα συνεχίσουμε στο επόμενο.



Φωτογραφίες αρχείου : :Κυπρίες ιερόδουλες άλλων εποχών

«Εαριναί Ιπποδρομίαι»

Τα πρώτα Ιπποδρόμια στην Κύπρο. Γκραβούρα, περιοδικό  “The Graphic” του Λονδίνου 2 Μαΐου 1879.


Με τον ερχομό των άγγλων στην Κύπρο ένα από τα πρώτα πράγματα που έφεραν στο νησί ήταν και οι ιπποδρομίες.
Σε μια γκραβούρα του 1879 που δημοσιεύθηκε στο αγγλικό περιοδικό  του Λονδίνου «The Graphic”, με τον τίτλο «introduction of British sports in Cyprus”  απεικονίζονται οι πρώτες ιπποδρομίες στη Κύπρο  και πιστώνονται από μελετητές ως πραγματοποιούμενες  στη Λάρνακα. Εντούτοις άλλες
γραπτές μαρτυρίες αναφέρουν ότι οι άγγλοι με την άφιξη τους στη Κύπρο το 1878 διοργάνωναν στο δρόμο του Ζακακιού τις πρώτες  ιπποδρομίες. Σύμφωνα με τον Ευστάθιο Παρασκευά-Παλαιμαχο : … «τόν χρόνον αυτόν έγειναν αι πρώται ιπποδρομίαι εις τον δρόμον του Ζακακιού με αφετηρίαν το άκρον του χωραφιού Μπεναρτή και τέρμα το σημερινόν Όθωμ. Νεκροταφείον.» (Ευστάθιου Παρασκευά-Παλαίμαχου «Παλαιαί αναμνήσεις-η Λεμεσός κατά τον 19
 έγειναν αι πρώται ιπποδρομίαι εις τον δρόμον του Ζακακιού με αφετηρίαν το άκρον του χωραφιού Μπεναρτή και τέρμα το σημερινόν Όθωμ. Νεκροταφείον.» (Ευστάθιου Παρασκευά-Παλαίμαχου «Παλαιαί αναμνήσεις-η Λεμεσός κατά τον 19ον αιώνα» έκδοση, επιμέλεια και εισαγωγή είχε ο γράφων και  το εξέδωσε το Κανάλι6 το 1996.)
Στην σημερινή δηλαδη Φραγκλίνου Ρούσβελτ απέναντι από τα εργοστάσια της ΚΕΟ και του παλιού κεραμείου.
Το 1880 οι λεμεσιανοί σε συνεργασία με τους άγγλους δημιουργούν τον ιππόδρομο κατά μήκος της κοίτης του ποταμού Γαρύλλη στο δρόμο των Πολεμιδιών. Το 1912  μάλιστα ιδρύεται και η πρώτη «Ιππική Εταιρεία Λεμεσού». Κατά τη διάρκεια των εαρινών και φθινοπωρινών ιπποδρομιών που εθεωρούντο σε όλη την Κύπρο και ως μέγα κοσμικό και όχι μόνο αθλητικό γεγονός έρχονται από όλες τις πόλεις μεγαλοαστοί και κοσμικοί που παίρνουν μέρος σε λαμπρές βεγγέρες, «σουαρέ ντανσάν» και πολυτελή δείπνα στα ξενοδοχεία και τις χορευτικές αίθουσες της εποχής  και σε άλλα κοσμικά  παρόμοια. 
Βέβαια με την τροπή που πείρε στη συνέχεια ο ιππόδρομος τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας ως κατεξοχή χώρος διεξαγωγής τζόγου και μορφών παρανομίας, θα μπορούσε να πει κάποιος «να μας λείπει». Ο ιππόδρομος, όταν πρωτοεμφανίστηκε στη Λεμεσό και συνέχιζε να υπάρχει για πολλές δεκαετίες, είχε μια άλλη εντελώς διαφορετική μορφή από αυτή που ξέρουμε σήμερα σ’ αυτόν της Λευκωσίας.
Ήταν ο λεμεσιανός ιππόδρομος ευκαιρία όπως είπαμε για μια κοσμική και ψυχαγωγική εκτός από καθαρά αθλητική, έκφραση ζωής, με  λαμπρές χοροεσπερίδες, «σουαρέ», «βεγγέρες», μεγαλοπρεπείς  δεξιώσεις και άλλες συναφείς εκδηλώσεις που προσέλκυαν νέους και κοσμικούς όχι μόνο της Λεμεσού αλλά όλης της Κύπρου.   

 Το 1912 ιδρύεται εξάλλου και  η «Ιππική Εταιρία Λεμεσού» και στα 1922 ο «Όμιλος Φιλίππων».
Γνωστοί πολιτικοί, κοινωνικοί και κοσμικοί παράγοντες της πόλης μετέχουν ενεργά στις εκδηλώσεις των ιπποδρομίων είτε ως διοργανωτές, είτε ως ιδιοκτήτες ίππων είτε ως απλοί αλλά φανατικοί φιλοθεάμονες και σύσσωμη η λεμεσιανή καλή κοινωνία της εποχής συμβάλλει στην επιτυχία των σχετικών εκδηλώσεων που τον συνοδεύουν. Όλα αυτά  μαρτυρεί και το δημοσίευμα μας από τον λεμεσιανό τύπο άλλων εποχών. Είναι από την εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού  9 Δεκεμβρίου 1910 όπου κάτω από τον τίτλο «Εαριναί Ιπποδρομίαι» λέει:
«Η επί των Ιπποδρομιών Επιτροπή συνελθούσα χθες απεφάσισε να προκηρύξη Εαρινάς Ιπποδρομίας, αι οποίαι θα λάβωσι χώραν εδώ την Δευτέραν και Τετάρτην της Διακαινησίμου, ήτοι 11/24 και 13/26 Απριλίου.
Η σχετική προκήρυξις μετά των κανονισμών υπό τους οποίους θα διεξαχθώσιν αι Ιπποδρομίαι θα δημοσιευθεί και θα αποσταλή εις τους ενδιαφερόμενους λίαν προσεχώς.
Ούτω οι Παγκύπριοι, οι Σκοπευτικοί Αγώνες και η ΄Εκθεσις τελούμενα εντός της αυτής εβδομάδος θα αποτελέσωσι μίαν σειράν εορτών και πανηγύρεων κοσμικών, αι οποίαι θα προσελκύσωσι βεβαίως θεατάς εξ απάσης της Νήσου.»
 Κατά παράδοξο λόγο, φωτογραφικό υλικό δεν βρέθηκε, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, από τις ιπποδρομίες αυτές, Ένα σπάνιο όμως κινηματογραφικό ντοκουμέντο κατέγραψε από τις ιπποδρομίες ένας ρηξικέλευθος λεμεσιανός. Πρόκειται για την ταινία που γυρισεο Αντώνης Πηλαβάκης με την πρώτη κινηματογραφική μηχανή  που ήρθε στην Κύπρο από ιδιώτη κινηματογραφιστή το 1917. Από την ταινία αυτή απομονώσαμε κάποια πλάνα και τα μεταφέραμε εδώ και παρ' όλη την κακή ποιότητα τους δεν παύουν εντούτοις να είναι σπάνια και μοναδικά μέχρι στιγμής  ιστορικά φωτογραφικά ντοκουμέντα.






Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Περί του κινηματογράφου στη Λεμεσό του ΄30

Μέρος δεύτερο


 . Το θέατρο Χατζηπαύλου στην οδό Αγίου Ανδρέου
Συνέχεια και πάλι για την χρυσή εποχή του κινηματογράφου στη Λεμεσό κατά την οποία όπως είδαμε από τα πρώτα κιόλας χρόνια του ΄30 αποκτά δυο λαμπρές για την εποχή αίθουσες, το Γιορδαμλή (1931) και το Ριάλτο ( 1933) ενώ το 1930 το θέατρο Χατζηπαύλου ανακαινίζεται  εκ βάθρων, μεγαλώνει η αίθουσα του και εκεί οι επιχειρηματίες του κινηματογράφου «Πανόραμα» Α/φοί Χρυσοχού φέρνουν αρχές του 1932 πρώτοι σε όλη την Κύπρο τον ομιλούντα κινηματογράφο.
Τις αναμνήσεις τους από την εποχή αυτή δυο επιφανών λεμεσιανών της τέχνης και ένα σχετικό δημοσιογραφικό κείμενο  θα δούμε στη συνέχεια.
Μιχάλης Κακογιάννης
Ο διεθνούς φήμης συμπολίτης μας σκηνοθέτης Μιχάλης Κακογιάννης  λέει ανάμεσα σε άλλα σχετικά με τις πρώτες εφηβικές κινηματογραφικές του συγκινήσεις :
 «Πήγαινα και κινηματογράφο, σ’ ένα χειμερινό, το Μαξίμ. Μια από τις πρώτες ταινίες που είχα δει ήταν γαλλική, περί έρωτος. Υπήρχε ένα «amour» στον τίτλο και ήταν ομιλούσα, parlant. Ο ήχος όμως ήταν αίσχος, δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Έτσι, όταν κάποια στιγμή ένας από τους ηθοποιούς είπε «bonjour», μια λέξη επιτέλους διακριτή, σύσσωμο το κοινό απάντησε επίσης με ένα ηχηρό «bonjour».                                                                                                                                       Την ίδια εποχή, γύρω στο 1930, είχα δει και το «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο.»
Να σημειώσουμε ότι αναφέρεται στο «Μαξίμ» το οποίο όμως την εποχή εκείνη ήταν «Θέατρο Χατζηπαύλου» και εκεί έκαναν προβολές ταινιών του κινηματογράφου τους  «Πανόραμα» όπως είπαμε. Πολύ μετά μετονομάστηκε σε «Μαξίμ» όπου μάλιστα ήταν ανάμεσα σε άλλα και οικογενειακό καμπαρέ,  και αφού εντωμεταξύ οι αδελφοί Χρυσοχού μεταφέρθηκαν στο ιδιόκτητο τους «Ριάλτο».  
 
Μιχάλης Πιτσιλλίδης
Στις δικές του νεανικές αναμνήσεις, ο λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας Μιχάλης Πιτσιλλίδης αναφέρει:
«Ένα επίμονο κουδούνισμα έδωσε το σύνθημα πως σε λίγο θ' αρχίσει η παράσταση, που κα­λύφθηκε από το βουητό του ενθουσιασμού μας. Με το δεύτερο κουδούνισμα, οι φωνές μας τράνταξαν το θέατρο, ενώ ο πιανίστας πήρε τη θέση του κι άνοιγε την παρτιτούρα του πάνω στο αναλόγιο. Το τρίτο κουδούνισμα χτύπησε μέσα σε σκοτάδι κι εμείς σχεδόν φοβισμένοι τρεμάμενοι από συγκίνηση μεί­ναμε μουλωχτοί, μη μπορώντας να δούμε τα δυο μας νύχια. Ξαφνικά μια δέσμη φωτεινές αχτίδες τοξεύτηκαν από αντίκρυ πάνω στον φρεσκοβαμμένο τοίχο κι εμείς καθαυτό κρα­τούσαμε την αναπνοή μας από τη λαχτάρα μας, ενώ ο πιανίστας άρχισε να πασπατεύει παιγνιδιάρικα τα πλήχτρα του πιάνου με τα δά­χτυλα του. Κάποια εγγλέζικα γράμματα πα­ρουσιάστηκαν πάνω στο φωτισμένο τοίχο κι ύστερα, ω του θαύματος! Άμαξες, άνθρω­ποι, ζώα, να κινούνται μέσα σε δρόμους, σπί­τια, όλα εκεί μπροστά μας, πάνω στον τοίχο του θεάτρου Χατζηπαύλου.  Ένας άνθρωπος άδραξε μια κολώνα την ταρακούνησε με μα­νία μέχρι που την γκρέμισε, άρπαξε άλλη την γκρέμισε κι αυτή, παρ' το ανάχτορο κάτω!... Πράματα και θάματα μέσα στου Χατζηπαύλου, τα 'λεγα το βράδυ σ' όλους στο σπίτι κι ο πατέρας μου είπε πως είδαμε το έργο "Σαμψών και Δαλιδά.
 Ύστερα από με­ρικά χρόνια, νέες λαχτάρες στο θέατρο Χατζηπαύλου. Η Λεμεσός γέμισε φυλλάδια πως "Απόψε θα προβληθεί το έργον "Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπο". Ταινία ομι­λούσα και άδουσα. Τρέξατε όλοι να θαυμά­σετε! Ουδεμία υπερτίμησις. Γενική είσοδος γρόσια 2.»
Τέλος σε ενα ενδιαφέρον για την εποχή που γράφτηκε, κείμενο, από την εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού, ημερομηνίας 2 Ιουλίου 1937, του παλιού δημοσιογράφου και ερασιτέχνη θεατράνθρωπου, Μιχάλη Αντωνιάδη που ακολουθεί βγαίνει μέσα από μια αφέλεια ίσως και το κλίμα της εποχής του. Να θυμίσουμε ότι βρισκόμαστε σε εποχή παγκόσμιας πνευματικής παρακμής που διαπνέεται από την επικράτηση του ναζισμού και φασισμού στην Ευρώπη και στα πρόθυρα ενός παγκόσμιου πολέμου. Ο κινηματόγραφος όμως κυρίως του Χόλλυγουντ  αλλά και της Ευρώπης  βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του τη δεκαετία αυτή και δίνει διαχρονικά αριστουργήματα με πρωταγωνιστές και σκηνοθέτες θρύλους..
Με πρόφαση μια «κινηματογραφική κριτική» επιχειρεί και ο ίδιος μια ψυχογραφία των διάφορων εποχών για να καταλήξει στη δική του.
Φέρει τον τίτλο «Η ΧΑΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ» και αξίζει, για πολλούς λόγους, να  παρακολουθήσουμε τι λέει:
«Αν ο καθένας μας ρίξει μια ματιά στα περασμένα μια φωτεινή αχτίνα στα ίχνη των ξεχασμένων πια έργων, ξεκαθαρίζοντας το μονοπάτι που ενώνει τα φιλμ των πρώτων παιδικών μας χρόνων με τα σημερινά, έχει δε πάντοτε υπόψι του και την ανάλογη εποχή είναι φυσικό να ομολογήσει πως: Ο κινηματογράφος δεν υπήρξε μονάχα ένα σχολείο για την ανθρωπότητα μα έγεινεν κι ο ερμηνευτής των μεγάλων ψυχολογικών καταστάσεων της.
Σύμφωνα με τα διάφορα ρεύματα αντιλήψεως του πλήθους, της ψυχικής του κρίσεως, της εγκεφαλικής του ανησυχίας, της εθνολογικής του ταραχής, ο επιχειρηματίας αποδίδει στην οθόνη την αντιπροσωπευτικήν εικόνα της ζωής και των αισθημάτων του κόσμου.
Παραδείγματα άπειρα. Στην εποχή του πλατωνικού έρωτα, ο ντουνιάς πλημμύρισε από ρωμαντικά φιλμ. Η εποχή των ιδεολογιών έβαλε σε άπειρα έργα την στάμπα της. Η αμέσως μεταπολεμική με τον χαρακτηριστικόν αντιμιλιταρισμόν της μας χάρισε εκατοντάδες πολεμικές δημιουργίες του φακού ζωγραφίζοντας με καταπλήσσουσαν  τέχνην ζωγράφου το αποτρόπαιο ανθρωπομακελιό, σ όλο το τρομακτικό μεγαλείο του.
 "Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπο".
 Ταινία ομι­λούσα και άδουσα.
Ακολουθεί η εποχή των αφοπλισμών και της αέναης προσπάθειας «προς τόνωσιν του πατριωτικού φρονήματος».
Σ’ αφτή την εποχή κάνουμε σταθμό εφόσον πρόκειται περί της τωρινής δικής μας εποχής .
Η οθόνη τρόμαξε από τα τραντάγματα  των ετοιμαζομένων πολυβόλων και τους δαιμονισμένους θορύβους των πτητικών μηχανών. Ο φακός βάλτηκε να πνίξει με τις εκάστοτε θάλασσες τις παραγεμισμένες με υποβρύχια και τους ωκεανούς τους παραφορτωμένους από τα αντιτορπιλλικά, καταδρομικά, θωρηκτά αεροπλανοφόρα.
Στην καινούργια τούτη μανταλιτέ των Κινημ. Εταιρειών  οφείλεται η δημιουργία της «Παραμονής της Ναυμαχίας» του Λερμπιέ και η επιτυχία της «Χαραυγής της Δόξας» του ιδίου.
Με τέχνην εξαιρετική πετυχαίνει  ο Λερμπιέ να μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα της ναυτικής ζωής και ειδικά της ζωής των δοκίμων με την ευθυμία τους και την ξεχνιασιά, τα γυμνάσια, τις παρελάσεις, φιλοδοξίες, ερωτισμούς, την αλληλεγγύη και φιλία που αναπτύσσεται ανάμεσα τους. Πολύ ζωντανές και φυσικές οι ψυχολογικές  συγκρούσεις που γεννάει το δράμα της αντιμετώπισης  πατέρα και γυιού που και οι δυό αγαπάνε  την ίδια γυναίκα. Έργο από τα σπάνια όσον αφορά την σκηνοθεσία  που εκτός του μεγαλειώδικου, έχει κάτι ποιητικό, το θεατρικώτατο».




Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Περί του κινηματογράφου στη Λεμεσό του ΄30

Μέρος πρώτο 

Το Γιορδαμλή τέλειωσε
και λειτουργεί το 1931...
Η δεκαετία του 1930 υπήρξε η χρυσή δεκαετία για τον κινηματογράφο της Λεμεσού.  Στις αρχές της δεκαετίας αυτής  η πόλη αποκτά τους  πρώτους δυο λαμπρούς της κινηματόγραφους Γιορδαμλή και Ριάλτο ενώ καταφθάνει στη Λεμεσό πρώτος  από όλες της άλλες πόλεις και ο ομιλών κινηματογράφος.
 Ήταν μόλις Ιούνιος του 1930 που ο αμερικάνικος κινηματογράφος βγαίνοντας από την μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’20  και ψάχνοντας να ανακάμψει έφερνε τον νέο ομιλούντα κινηματογράφο στις αμερικάνικες αίθουσες με ένα κοινό φωνητικό σύστημα αποδεκτό από όλες τις κινηματογραφικές εταιρείες παραγωγής, το «Western Electric sound-on-film format».
Έτσι και στη μικρή  αλλά φιλοπρόοδη Λεμεσό των μόλις 15 χιλιάδων κατοίκων όλες αυτές οι εξελίξεις δεν άργησαν και πολύ να έλθουν.
Την εποχή εκείνη δύο λεμεσιανές κινηματογραφικές επιχειρήσεις  ανταγωνίζονταν φανατικά και επιζητούσαν την κυριαρχία τους στο λεμεσιανό φιλοθεάμων κοινό: αυτές των αδελφών Γιορδαμλή και των αδελφών Χρυσοχού.
Οι πρώτοι, στα μέσα του 1930, άρχισαν να κτίζουν μια μεγαλοπρεπή για την εποχή νέα κινηματογραφική αίθουσα που τέλειωσε στο τέλος του 1931, αφού τα οκτωβριανά γεγονότα της χρονιάς εκείνης, καθυστέρησαν την αποπεράτωση της, ενώ οι δεύτεροι κατάφεραν να φέρουν πρώτοι τον ομιλούντα κινηματογράφο στο «Πανόραμα» τους που έκανε τότε προβολές στο Θέατρο Χατζηπαύλου, τρώγοντας τους «εκκίνηση» στον τομέα  αυτό. Όμως λίγους μήνες μετά άρχισαν και οι αδελφοί Χρυσοχού να κτίζουν τον δικό τους μεγαλοπρεπή κινηματογράφο το γνωστό μας Ριάλτο που τέλειωσε το 1933.
  ...ενώ αρχίζει να ανεγείρεται το Ριάλτο
 που τελειώνει και εγκαινιάζεται
στις 26 Μαρτίου 1933.
Για όλα αυτά θα μπορούσε να μιλά κανείς για ώρες. Ας σταματήσουμε εδώ και να δούμε τι λέει ο «ΧΡΟΝΟΣ» ημερομηνίας 27 Νοεμβρίου 1931:   
 «ΤΟ ΘΕΑΤΡΟΝ ΓΙΟΡΔΑΜΛΗ»
«Μας πληροφορούν και αναγράφομεν μετ’ ευχαριστήσεως ότι εντός ολίγου το κτίριον του νέου Θεάτρου των Αδελφών Γιορδαμλή θα είνε έτοιμον  δια το Λεμεσιανόν κοινόν. Το θέατρον τούτο με τους εξώστας του και τα ευρωπαϊκά θεωρεία θα είνε έν εκ των ωραιοτέρων της Κύπρου κατά τας αρχάς δε  του Δεκεμβρίου θα αρχίση τας κινηματογραφικάς  του παραστάσεις. Δια το σχέδιον του ειργάσθησαν ο κ. Καφιέρος και Ανίς Χούρη, την δε εσωτερικήν διακόσμησιν  ανέλαβεν ο συμπολίτης μας κ.  Μάριος Μαληκίδης. Όσον αφορά τας μελλούσας να προβληθώσι ταινίας αύται ενοικιάσθησαν ήδη από τας μεγαλυτέρας Εταιρείας εκ μέρους του κ. Παπαδοπούλου, όστις ευρίσκεται εισέτι προς τον σκοπόν τούτον εν Αθήναις.
«ΟΜΙΛΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ»
Προσθήκη λεζάντας
«Οι φιλοπρόοδοι εν τη πόλει μας επιχειρηματίαι του κινηματογράφου Αδελφοί Χρυσοχού, μας καθιστούν γνωστόν ότι εντός ενός μηνός περίπου η πόλις μας θα αποκτήση πρώτη ομιλούντα κινηματογράφον, του οποίου τα μηχανήματα παρηγγέλθησαν ήδη εις έν εκ των μεγαλυτέρων εργοστασίων της Ευρώπης. Οι Αδελφοί Χρυσοχού μη φεισθέντες εξόδων και επιθυμούντες να εισαγάγωσι πρώτοι ούτοι εις την πόλιν μας τον ομιλούντα κινηματογράφον, έσπευσαν αμέσως να υποστώσι την δαπάνην μιας τοιαύτης πολυεξόδου εγκαταστάσεως και χάρις εις την αξιέπαινον αυτήν πρωτοβουλίαν των, το Λεμεσιανόν κοινόν θα απολαύση εντός ολίγου την εξαιρετικήν και σπανίαν πράγματι αυτήν ψυχαγωγίαν.»
Ενώ η ίδια εφημερίδα στις 4 Δεκεμβρίου αναγγέλλει τα εξής: «ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΓΙΟΡΔΑΜΛΗ»
«Το νέον  κινηματοθέατρον  Γιορδαμλή  αρχίζει λίαν προσεχώς τας κινηματογραφικάς παραστάσεις του με νέα όλως μηχανήματα και νέους φακούς και με έργα τα οποία θα αφίσωσι πράγματι εποχήν. Ιδού μερικά εξ αυτών: «Γυναίκα της τύχης» με την Νόρμα Σήαρερ, « Άγγελοι του δρόμου» (Σάρλ Φαρέλ),  «Πέπλοι του παρελθόντος» (Λιλή Νταμιτά). «Μοιραία αγάπη» (Γκρέτα Γκάρμπο), «Σύγχρονοι παρθένες» (Ζοάννα Κράουφορντ) και «Λευκαί σκιαί» το ανθρωπιστικό έργο του Βαν Ντιούκ.»
Όντως, σύμφωνα με την εφημερίδα Χρόνος  ημερομηνίας  11Δεκεμβριου 1931: «Επιτέλους την Κυριακή (13 Δεκ.) ανοίγει τα πύλας του! Έναρξη  που θα μείνει αλησμόνητος. Μια αποθεωτική εμφάνισις του Σαρλ Φαρέλ και της Ζαννέτ Γκέϋνορ με την προβολήν του υπερσουπερφίλμ «Άγγελος του δρόμου». Έργο καμωμένο με τα αληθινά δάκρυα των  πρωταγωνιστών του. Θα προβληθή μόνον δια μιαν φοράν την Κυριακήν 5μ.μ. χωρίς να επαναληφθή.»
Αυτά λοιπόν και πολλά άλλα θαυμαστά πρόσφεραν στο φιλοθεάμον κοινό της Λεμεσού της εποχής εκείνης οι νεότευκτοι κινηματογράφοι της Γιορδαμλή και Ριάλτο.


Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Αφετηρία της διακίνησης των καινούργιων ιδεών η Λεμεσός.

  Γιάγκος Ηλιάδης
Στη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου, κυρίως κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και στις πρώτες δεκαετίες της αγιοκρατίας και του εικοστού αιώνα, αφετηρία παραγωγής και διακίνησης καινούργιων ιδεών ήταν η Λεμεσός.
 «Χρυσή δεκαετία» της Λεμεσού, ήταν κυρίως αυτή του 1920, όπου παράλληλα με την μεγάλη οικονομική, κοινωνική και πολεοδομική της ανάπτυξη, ξεχωρίζει  επίσης η πνευματική και καλλιτεχνική. Στη δεκαετία αυτή μια μεγάλη φυσιογνωμία των γραμμάτων και της διανόησης ξεχωρίζει, αυτή του δικηγόρου και λογοτέχνη Γιάγκου Ηλιάδη.
Ο Γ. Ηλιάδης εξέχουσα φυσιογνωμία του δημοτικιστικού κινήματος της Κύπρου που ξεκίνησε από τη Λεμεσό την δεκαετία του ’10, ηγείται και ως ενας από τους θεωρητικούς της ομάδας εκείνης -που ξεκίνησε και πάλι από τη Λεμεσό- των διανοούμενων και αστών της πόλης μας για διάδοση των πρώτων σοσιαλιστικών ιδεών στο νησί. Μαζί του ο δημοσιογράφος και εκδότης Πάνος Φασουλιώτης, ο  λογοτέχνης Νίκος Νικολαΐδης, ο γιατρός και θεωρητικός του σοσιαλισμού Νίκος Γιαβόπουλος  ο Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης o Λεωνίδας  Στρίγκος ( μετέπειτα και υπουργός «των βουνών» κατά την αντίσταση εναντίον των γερμανών και στον εμφύλιο στην Ελλάδα) και πολλοί άλλοι.
Από την ομάδα αυτή ξεπετάγεται, δυναμικά και ρηξικέλευθα και η λογοτεχνική εκείνη ομάδα η
επονομαζόμενη «Των Δώδεκα», που εκδίδει στην δημοτική, πράγμα πανελλήνια πρωτοποριακό, το επαναστατικό για την εποχή του λογοτεχνικό περιοδικό «Αβγή» με πρωτεργάτες τον Αντώνη Ιντιάνο, τον Γλαύκο Αλιθέρση, τον Νίκο Νικολαΐδη, τον Αιμίλιο Χουρμούζιο τον ποιητή Γιάννη Λέφκη  και άλλους.
Θα μπορούσαμε να αναφερόμαστε για ώρες, χωρίς να εξαντλήσουμε το θέμα, τόσο στη «χρυσή»  αυτή δεκαετία όσο και  στους πρωτεργάτες της, στα έργα τους και ιδιαίτερα σε αυτά του Γιάγκου Ηλιάδη.
Αφορμή για να ξαναθυμηθούμε όλα αυτά είναι η είδηση που βρήκαμε δημοσιευμένη στην   εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού ημερομηνίας 16 Απριλίου 1923 και αφορούσε μια διάλεξη του Γιάγκου Ηλιάδη.
Αιμίλιος Χουρμούζιος
και Χρ. Χριστοδουλίδης
Ο Γιάγκος Ηλιάδης (1895-1973) γεννήθηκε στην Πάφο αλλά έζησε και έδρασε σε όλη του τη ζωή στη Λεμεσό. Γόνος αστικής οικογένειας, ανιψιός μάλιστα από την μητέρα του Κλειώ, του μεγαλέμπορου και μεγαλοαστού της Λεμεσού Ν. Π. Λανίτη, από τα νεανικά του κιόλας  χρόνια, σπουδάζοντας στη Αθήνα νομικά γαλουχήθηκε στις νέες τότε σοσιαλιστικές ιδέες μεταφέροντας τες έτσι και στη Λεμεσό ως ο κατ’ εξοχήν όπως είπαμε θεωρητικός του σοσιαλιστικού κινήματος της Κύπρου. Πρωτοστάτησε παράλληλα στη δημιουργία των διαφόρων συνδικαλιστικών οργανώσεων πολλών εργατικών τάξεων θέτοντας έτσι και το σπέρμα της δημιουργίας, εδώ στη Λεμεσό και πάλιν, τόσο του συνδικαλιστικού κινήματος της Κύπρου όσο και του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου το 1926.
Πάνος Φασουλιώτης
Το δημοσίευμα που ακολουθεί δίνει μια ιδέα της συμβολής του Γιάγκου Ηλιάδη σε όσα σε μεγάλη συντομία αναφέραμε:
«Με πυκνόν πάντοτε ακροατήριον εξακολουθούν ανελλιπώς κατά Κυριακήν  αι «Φιλολογικαί Διαλέξεις».Το βήμα κατείχε την περασμένην Κυριακήν ο νεαρός δικηγόρος κ. Γιάγκος Ηλιάδης ο οποίος ωμίλησε περί της «Κοινωνικής εξελίξεως της Τέχνης» υποστηρίξας την συζητουμένην θεωρίαν ότι γενικά η Τέχνη υφίσταται την επίδρασιν της αεννάου συγκρούσεως των κοινωνικών τάξεων και των οικονομικών όρων της ζωής. Υποστήριξε δηλ. ο ρήτωρ με πολλήν άλλως εμβρίθειαν και βαθυτάτην γνώσιν του θέματος την Μαρξικήν θεωρίαν, η οποία θέλει τους ποιητάς, τους συγγραφείς, τους ζωγράφους, τους ανθρώπους εν γένει  του Πνεύματος ως ενσυνείδητα όργανα των ρευμάτων της εποχής των και ως δημιουργήματα της εκάστοτε τάσεως των συγκρουομένων αστικών, φεουδαρχικών, βιομηχανικών και εργατικών τάξεων.
 Νίκος Νικολαΐδης
Μετά την ανάπτυξιν του κυρίου θέματος ο Ομιλητής ανέλυσε το ποιητικόν έργον του Λάμπρου Πορφύρα και απήγγειλε μερικά των ποιημάτων του τρυφερού Ποιητού.
Την προσεχή Κυριακή θα ομιλήση ο κ. Ν. Κλ. Λανίτης «περί της επιδράσεως του αρχαίου πνεύματος επί των νεωτέρων θρησκευτικών αντιλήψεων, θρύλων και παραδόσεων».

 
Λεωνίδας Στρίγκος



Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Αναμνήσεις του παλιού καρναβαλιστή Γεώργιου Τέμπλαρ από το παλιό καρναβάλι της Λεμεσού.



 Τέμπλαρ : «Μπαίνω στο Θέατρο με το κλασσικό μου
 φέσι, και το μο­νόκλ»…
Ένα άγνωστο σχεδόν κείμενο του «πατριάρχη» του παλιού λεμεσιανού καρναβαλιού, αείμνηστου δημοσιογράφου Γεώργιου Ταλιαδώρου- Τέμπλαρ επαναφέρουμε αφου, πρωτοδημοσιεύτηκε στις αρχές του 1959 στο περιοδικό του επίσης δημοσιογράφου αείμνηστου Μιχάλη Αντωνιάδη «Σατιρικό Θέατρο» υπο τον τίτλο «ΠΩΣ ΦΥΤΡΩΣΑΝΕ ΤΑ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΑ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ. τά   καρναβαλια στην Κύπρο γέννημα και θρέμμα της Λεμεσού. Του διαπρεπούς... Καρναβαλοπαράγοντος, Γ. ΤΕΜΠΛΑΡ»
Περιγράφει της αναμνήσεις του από το λεμεσιανό καρναβάλι των δεκαετιών ’20, ’30 και μετέπειτα.:
«Για να ζητά ό αγαπητός μου υπεύθυνος του «ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ» κ. Μιχ. Γ. Αντωνιάδης από μένα μερικά ανέκδοτα και περιπέτειες των Καρναβαλιών της Λεμεσού, θα ήξερε, ασφαλώς, ότι από πολ­λών ετών διεδραμάτιζα, μαζί με άλλους γλεντζέδες συμπολίτας του, σπουδαίους ρόλους στα εκάστοτε καρναβάλια, ότι υπήρ­ξα ένας συντελεστής της διατη­ρήσεως τού θεσμού των καρναβα­λιών.
Οι Λεμεσιανοί γεννήθησαν, είναι και θα πεθάνουν γλεντζέδες. Μόλις νοιώσουν στην τσέπη των έστω και μερικά σελίνια σκέ­πτονται πού και πώς θα τα ξοδεύσουν γλεντώντας.
Γι  αυτό από την Λεμεσόν, την μόνη Κυπριακή πόλιν ξεφύτρω­σαν τα καρναβάλια και διατη­ρούνται μέχρι σήμερον.
ΠΡΟ ΠΕΝΤΙΚΟΝΤΑΕΤΙΑΣ
Πριν πενήντα χρόνια, τα Καρ­ναβάλια γιορτάζοντο σε σπίτια. Μικρό παιδί θυμούμαι, ιδίως την πρώτη και δεύτερη Κυριακή των καρναβαλιών ο μακαρίτης πατέ­ρας μου ετοίμαζε τις μποτίλιες και τα ποτήρια του κρασιού και τα πορτοκκάλια και επερίμενε, ό­πως όλοι σχεδόν οι οικοδεσπότες Λεμεσιανοί, να μας έρθουν οι μά­σκες.
Και πράγματι ήρχοντο και μας επισκέπτοντο οι μάσκες σεμνά, έπερναν τα πατροπαράδοτα κρα­σί και πορτοκκάλια και έφευγαν. Μετά παρέλευσιν χρόνων, άλ­λαξαν τα πράγματα. Από την Πέμπτην, την Τσικνοπέμπτην, το απόγευμα και βράδυ εγέμιζαν οι δρόμοι μασκαράδες και κατέληγαν πάλιν στα διάφορα σπίτια και το τότε καφενείον «Ακταίον».
 ΟΙ ΛΕΜ. ΓΛΕΝΤΖΕΣ: ΠΑΠΙΔΗΣ, «ΦΕΞΗΣ», ΜΠΟΝΗΣ, ΜΑΡΚΟΥΛΗΣ
Από δε της Τετάρτης ημέρας της δευτέρας και τελευταίας εβδομάδος, άλλαζαν τα πράγμα­τα. Εθριάμβευεν η οδός «Σαριπόλου» στην οποίαν κατά σύμπτωσιν κατοικούσαν οι πλέον φι­λόξενοι, ανοιχτόκαρδοι και γλεν­τζέδες τύποι της Λεμεσού, οι Δημοσθένης Παπίδης, Χριστόφο­ρος, χαϊδευτικώς  ονόματι «Φέξης», Γ. Μπόνης πατήρ του γνωστού Γιάγκου Μπόνη πιανίστα, Αν­τώνης Μαρκουλής. Οι τρεις πρώ­τοι απέθανον. Ως τώρα, προ της ενάρξεως των Καρναβαλιών θα μεταβώ εις το κοιμητήριον να τους κάνω τρισάγιο και κατόπιν να ριχτώ στην κραιπάλη των Καρναβαλιών.
Οι ανωτέρω τύποι εκτός που τα φιλόξενα και αρχοντικά των σπίτια είχαν πάντοτε στους ε­κλεκτούς και αγαπητούς των φί­λους, είχαν και τες ήμερες πού εδέχοντο τον εκλεκτόν κόσμο της πόλης μας.
Λόγου χάριν, την Τετάρτην της β΄ εβδομάδος των Καρναβαλιών, εδέχοντο τους μασκαράδες στα σπίτια των αι Δες Κυριακίδου, διδασκά­λισσαι. Την Πέμπτην ο κ. Αντώ­νιος Μαρκουλής. Την Παρασκευήν ο μ. θείος και αγαπητός ολοκλή­ρου της πόλεως μας Φέξης, πα­τήρ των φιλτάτων εμπόρων μας κ. Κλεάνθη, Ζωνιά, Τάκη Χριστόφορου, το Σάββατο ο μ. Δ. Παπίδης, την Κυριακήν ο μ. Γ. Μπόνης, εις τα σπίτια τα φι­λόξενα των δύο τελευταίων έπρεπε να γεννηθή ο ήλιος για να φύγουμε.
 «προ της ενάρξεως των Καρναβαλιών
θα μεταβώ εις το κοιμητήριον
 να τους κάνω τρισάγιο
 και κατόπιν να ριχτώ
 στην κραιπάλη
των Καρναβαλιών»…
ΑΛΛΑΞΑΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ.
Όταν απέθανον οι μ. Παπί­δης Φέξης και Μπόνης, τα πράγ­ματα άλλαξαν. Οι νυχτερινοί χο­ροί εγένοντο και γίνονται μέχρι σήμερον στα διάφορα .μεγάλα κέντρα, ιδίως σε όλα τα Θέατρα πού παύουν να λειτουργούν ως κινηματογράφοι και κέντρα και μεταβάλλονται όλα σε καρναβαλίστικα κέντρα, όπου οι Διευθυν­τά! των. προσφέρουν εις τες καλλίτερες και συμβολικώτερες μάσκες πλούσια δώρα.
Από της ιδρύσεως του θεσμού των καρναβαλιών, εδίδοντο δώρα εις τούς μασκαράδες. Πριν να αναλάβη επισήμως ο Δήμος Λεμεσού την διοργάνωσιν των καρ­ναβαλιών, ιδίως της τελευταίας Κυριακής, που είναι μια μεγάλη πηγή πλούτου, αφού μας επισκέ­πτονται από όλες τες πόλεις της Κύπρου ξένοι, πλούσιοι συμπολίται μας έδιδον ποσά, ίδρυαν Κομιτάτα με κριτικήν επιτροπή και έδιδαν χρηματικά δώρα εις τους επιτυχείς μασκαράδες, ή άρματα που συμβόλιζαν κάτι το ωραίον.
 ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΙΑΛΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΩΝ
Κατά την περίοδον της επανα­στάσεως του 1931 που ο τότε πονηρός Κυβερνήτης ήθελε να νέκρωση τα πάντα και τους πάντας εκόντευαν να νεκρωθούν και διαλυθούν για πάντα τα Καρνα­βάλια.
Είμεθα φίλοι με δυό γλεντζέ­δες αστυνόμους τούς γνωστούς Ιζέτ και Τζεμάλ Εφένδη. Ήξερα την επίδραση πού είχαν αυτοί στους Διοικητάς. Τούς εκαλούσαμε στα καρναβάλια και σχεδόν κάθε νύχτα εγένοντο μάσκες. Έφτασε δε στο σημείο ο Ιζέτ Εφένδης να θεαθή απάνω σε μιαν «αππάραν» και να τον ακολου­θούν άλλοι ζαπτιέδες με ζουρνέδες και ταούλια και πίσω τους χιλιάδων δικών μας και Τούρκων συμπολιτών.
Όταν έμαθα παρασκηνιακώς ότι ο Στόρς επήγαινε να μας κάμει να ξεχάσωμε τα Καρναβάλια, όπως σκοπόν είχε το ίδιο να μας κάμει για την Ελληνικήν μας σημαία, την αναπέταση της οποίας μας απηγόρευσεν επί πολλά έτη, έπιασα τους δυό φίλους του αξιωματικούς της Αστυνομίας Ιζέτ και Τζεμάλ και πήγαμε στο Διοικητήριον προς συνάντησιν του Διοικητού. Εγγυηθήκαμε και οι τρεις ότι τίποτα το κακό, ή επαναστατικό θα συνέβαινε, εκτός του γεγονότος ότι την Δευτέραν της Καθαράς από το γλέντι και το τραγούδι θα ήμαστε όλοι βραχνιασμένοι τον εμυήσαμε και τούτον να γένη μάσκα.
Ο Ιζέτ Εφένδης
ΠΑΡΑΣΥΡΑΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΤΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΛΩΝ
Όλοι γνωρίζουμε την συντηρητικότητα των Άγγλων, των φλεγματικών. Στην Λεμεσόν, στα καρναβάλια παρασύραμε την συντηρητικότητά των και έβλε­πες σχεδόν κάθε νύχτα Εγγλέ­ζους Διοικητάς, Αστυνόμους, Δικαστάς, Τελώνας, Μηχανικούς μετά των γυναικών των και των Ελλήνων τού Κλάπ φίλων των να γλεντοκοπούν και μεθοκοπούν μαζί με τες χιλιάδες των ρωμηών.
Αυτά θέλω να τα μάθη  και ο φίλος μας ο Μίστερ Φούτ.[1]
ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΩΜΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ
Μια χρονιά άλλαξεν ο αστυνό­μος Λεμεσού και μας ήλθεν ο κ. Χάμφρευ. Έμαθα ότι ήτο πολύ αυστηρός και συντηρητικός. Ήλ­θεν τες παραμονές των Καρναβα­λιών. Είπα μέσα μου ότι αυτός ο διάβολος με την αυστηρότητα του θα μας χαλάση τα σχέδια και εκεί που εχορεύαμε και τρα­γουδούσαμε ελεύθεροι στους δρό­μους θα ήμαστε στα κελλιά της αστυνομίας.
Με την ιδίαν παρρησία λόγου που για το καλό τού τόπου μας παρουσιάζομαι στους εκάστοτε Διοικητάς, Αστυνόμους και Κυβερνήτας -μπορείτε να την χα­ρακτηρίσετε και ως αναίδειαν -τού εκατέβηκα τού κυρ αστυνό­μου στο γραφείον του.
—Κύριε αστυνόμε, επειδή εί­σθε νεοφερμένος και δεν ξέρετε την μανταλιτέ της πόλης μας κα­τά την περίοδον αυτήν των Καρ­ναβαλιών έρχομαι να σας τονίσω ότι εξαιρετικά στην Λεμεσόν α­πό την Πέμπτην τής Τσικνοπέφτης, ως την Δεύτεραν τής Κα­θαράς συμπεριλαμβανομένης οι νόμοι περί ανησυχίας και παρε­λάσεων νεκρώνονται και ο κόσμος από τα βυζασταρούδια, μέχρι των γερόντων γινόμαστε μάσκες.
—Μάθε κ. Τέμπλαρ ότι για την ησυχίαν της πόλης κατεβίβασα αστυνομικά όργανα από τα χωριά.
—Μάθε κ. Αστυνόμε ότι αργά ή γρήγορα θα γίνης και συ μά­σκα.
—Δεν σηκώνω εγώ αστεία κ. Τέμπλαρ.
—Κύριε Αστυνόμε. Σήμερα είναι Τρίτη, το πολλύ ως το Σάβ­βατο και συ και η γυναίκα σου θα με συναντήσετε μάσκες στο Θέατρον.
Εφύγαμε υπό τα αυστηρά του αστυνομικά βλέμματα.
Λοιπόν, την Πέμπτην της Τσι­κνοπέμπτης Διοικητής, Δικασταί, Τελώνης,   άλλοι   Άγγλοι μαζί με τους δικούς των ντύ­νονται μάσκες στο Κλάπ υπό τα όμματα του και φεύγουν και τον αφίνουν μόνον με τα γκαρσόνια. Το ίδιον επαναλαμβάνεται και την επαύριον Παρασκευή. Το Σάββατο πρωί επειγόντως εζητούσε ο φίλος  μας ο Χάμφρεϋ ράπτρια να ράψη μασκέ της γυ­ναίκας του. Και τι νομίζετε ότι αντίκρυσα στο Θέατρον Γιορδαμλή;  Την εκπάγλου καλλονής κα Χάμφρεϋ με μια σκανδαλώδη και υπέροχη τουαλέττα κολομπίνας που μόνο τους μαστούς και τα κρύφια του φιλντισένιου κορ­μιού της έκρυβε.
Μπαίνω στο Θέατρο με το κλασσικό μου φέσι, και το μο­νόκλ. Μόλις με αντικρίζει ο κ. Χάμφρεϋ μου φωνάζει και μου λέγει:
—Τέμπλαρ, επαλήθευσαν τα λόγια σου. Έλα να χορεύσης πρώτος την γυναίκα μου.
Έτσι ο φίλος μας κ. Αστυνό­μος με την  γυναίκα του  κάθε νύχτα δεν έλειπαν μαζί με όλην την Αγγλικήν παροικίαν από τους χορούς.
Βλέπετε πώς παρεσύραμε μαζί μας στο ζήτημα των Καρνα­βαλιών και τους ψυχρούς, συντηρητικούς κα φλεγματικούς  Εγγλέζους.
Αν με την βοήθειαν του θεού ησυχάσουν τα πράγματα και γίνουν Καρναβάλια εφέτος, τύχη δε να είναι αιδώ και οι φίλοι μας Μακμίλλαν, Φούτ και Σία θα τους, κάμωμε να χορεύουν Τσιάμικον.
Έχουμε πολλά να διηγούμα­στε για τα Καρναβάλια της Λε­μεσού, που χρειάζονται τόμοι ολόκληροι.Ας τα φυλάξωμε κατόπιν.»
 
Η αστυνομική δύναμη Λεμεσού κατά τη δεκαετία του ΄30. Εικάζουμε ότι ( με  κάποια ιστορική «αυθαιρεσία») ο εικονιζόμενος επικεφαλής του είναι ο αστυνόμος Χάμφρεϋ και πίσω του οι υπαστυνόμοι του Ιζμέτ και  Τζεμάλ Εφένδης.








[1] Ο Τέμπλαρ αναφέρεται στον τελευταίο άγγλο Κυβερνήτη της Κύπρου σερ Χιού Φούτ.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Το παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού και η ιστορία του



 
Το παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα με τα κτήρια να φτάνουν μέχρι τη θάλασσα χωρίς προκυμαία.
«
Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια», που θάλεγε και ο Καβαφης, ότι το παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού, τουλάχιστον προς την πλευρά της θάλασσας είναι από τα ομορφότερα της μεσογειακής λεκάνης.
Έστω κι αν διαφωνούμε με κάποια έργα που έγιναν που, γίνονται η… που θα γίνουν.
Για να φτάσουμε όμως μέχρι εδώ κύλησε πολύ νερό στ αυλάκι.
Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή και να δούμε μερικές πτυχές και  σε πολύ μεγάλη συντομία την εξέλιξη του αυτή με αφορμή ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «Αλήθεια» ημερομηνίας 29 Αυγούστου 1914.
Βγαίνοντας από την τουρκοκρατία και μπαίνοντας στην αγγλοκρατία, το 1878, η Λεμεσός δεν είναι παρά μια μικρή ημικαταστραμμένη πολίχνη που αριθμεί μετά βίας τέσσερις χιλιάδες ψυχές.
Το λιμάνι της υποβαθμισμένο με σχεδόν ανύπαρκτες εμπορικές δραστηριότητες αφού ακόμα και αυτά «τα προικιά της Λεμεσού», κατά τον πρώην Δήμαρχο της Πλουτή  Σέρβα, «ο μαύρος χρυσός» της Κύπρου το κρασί και τα χαρούπια εξάγονται από το πρώτο τότε λιμάνι της Κύπρου τη Λάρνακα.
Από τα πρώτα όμως κιόλας της αγγλοκρατίας η Λεμεσός αρχίζει να παίρνει τα πάνω της και έτσι σύντομα να υπερκεράσει τη Λάρνακα.
  Το εμπορικό κέντρο  απέναντι από τα κυβερνητικά γραφεία όπως τοποθετείται ( με δείκτη) στο απόσπασμα του χάρτη του Κίτσενερ του 1893
Το 1878 αρχίζει να κατασκευάζεται η πρώτη μεγάλη αποβάθρα της Κύπρου για να εγκαινιαστεί το 1881. Το σημαντικό αυτό έργο υποδομής βοηθά τα μέγιστα για να αρχίσει η Λεμεσός να γίνεται το πρώτο εξαγωγικό και εμπορικό κέντρο της Κύπρου και με αυτό να αναπτύσσεται ραγδαία πλέον, οικονομικά, κοινωνικά, πνευματικά, πολιτιστικά και εκπαιδευτικά.
Η πόλη μεγαλώνει τόσο σε πληθυσμό όσο και σε μέγεθος.στην απογραφή του 1891 αριθμεί ήδη 7.500 κατοίκους.
 Το λιμάνι της αρχίζουν να το προσεγγίζουν αυστριακά πλοία και ύστερα πλοία αγγλικών και ελληνικών εταιρειών ενώ παράλληλα αναπτύσσονται και πρώτες κυπριακές, λεμεσιανές, ναυτιλιακές εταιρείες με δικά τους καράβια.
 Σύντομα όμως γεννιέται η ανάγκη για προκυμαίες και  αποθηκευτικούς χώρους και διαμόρφωση της παραλίας έτσι ώστε να έπρεπε να φύγουν τα κτίρια επί της παραλίας που δεν άφηναν ανοίγματα προς τη θάλασσα με εξαίρεση ένα μικρό πλάτωμα μπροστά στο πρώτο διοικητήριο και μετέπειτα τελωνείο της.
  Ένα από τα ελάχιστα ανοίγματα
 επί της παραλίας, παραπλεύρως
 της μεγάλης αποβάθρας
Η εξελισσόμενη αστική δομή δημιουργεί επίσης  πρόσθετες ανάγκες για προστασία από τη διάβρωση και τις φουρτούνες της θάλασσας.
Σταδιακά οι αποθήκες των διαφόρων προϊόντων χαρακτηρίζουν πλέον την παραλιακή περιοχή της πόλης.
Ειδικά κοντά στο τελωνείο αναπτύσσονται αρκετές χαρακτηριστικές αποθήκες οι οποίες προσδίδουν μια ιδιαιτερότητα στο χώρο
Οι συνεχείς ανάγκες για περισσότερο ζωτικό χώρο αυξάνονται και δημιουργούν πιέσεις, αφού και νέα και μεγαλύτερα ατμόπλοια προσεγγίζουν συνεχώς το αγκυροβόλιο.
Το 1912 λοιπόν αφού η Κυβέρνηση αποφάσισε να βοηθήσει χρηματικά το Δήμο, άρχισε να κατασκευάζεται η πρώτη φάση του μόλου της Λεμεσού, της «προκυμαίας».
Ιδού λοιπόν και το δημοσίευμα που αναφέραμε στην αρχή:
«ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑΣ-ΠΙΘΑΝΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΑΥΤΗΣ
Η απόφασις του Δημ. Συμβουλίου.Τα έργα της προκυμαίας Λεμεσού βαίνουν θαυμασίως, εγγίζοντα μάλλον προς το τέλος των. Ούτω ο μεν μώλος κατεσκευάσθη σχεδόν καθ' όλον το μήκος, υπο­λείπεται δ' ή κατεδαφισις των μαγαζειών, ήτις διεξάγεται με κάποιαν βραδύτητα, διότι πολλά τούτων χρησιμοποιούνται ακόμη υπό της Κυβερνήσεως  ως αποθήκαι.
Εκ παραλλήλου γίνεται και η διαπλάτυνσις της μεγάλης αποβάθρας και η πήξις της μικράς. Αμφότερα τα έργα ταύτα ευρίσκονται περί το τέλος των.
Με την προσεχή όμως συμπλήρωσιν των έργων της Προκυ­μαίας γεννάται το ζήτημα, εάν αυτή πρέπει να περιοριστή μέχρι τής οικίας Ούΐτφηλδ, ή αν τουναντίον οφείλει να επεκταθή μέχρι του καφενείου «Ακταίου». οπότε και μόνον δύναται ν' αποτελέση  αληθινήν Προκυμαίαν. Εννοεί­ται ότι καμμία δεν χωρεί επί τού­του διχογνωμία και η πόλις ως είς άνθρωπος, θα ήθελε να ίδη την Προκυμαίαν επεκτεινομένην.
Την γνώμην ταύτην συμμερίζεται, ως είνε επόμενον και το Δημοτικον Συμβούλιον, το όποιον επελήφθη  κατά την προχθεσινήν του σύσκεψιν και του ζητήματος τούτου, και απεφάσισε κατ'  αρ­χήν όπως αναλάβη  την  δαπάνην της εξαγοράς της υπολειπόμενης σειράς κτημάτων, εάν και η Κυβέρνησις ανελάμβανε την δι' ιδίας δαπάνης κατασκευήν της Προκυμαίας  μέχρι του «Ακταίου».     
 Ο παραλιακός μέχρι το Ακταίον πριν γίνει  κατασκευαστεί μόλος την δεκαετία του 30
            
Την πρότασιν ταύτην του Δήμου. υπάρχει ελπίς ότι θα  εγκρίνη η Κυβέρνησις, τοσούτω μάλλον όσω ελαχίστη  σχετικώς θ' απαιτηθή δαπάνη προς  κατασκευήν  του μώλου. Ως  προς δε  το ποσόν των αποζημιώσεων, τάς οποίας  θα πληρώση δια Κυβερνη­τικού δανείου ο Δήμος, τούτο κατά προχείρους  υπολογισμούς  δεν θα υπερβή τας 2 ½ -3 χιλ. λιρών.»
Να διευκρινίσουμε εδώ ότι η οικία Ουίλφιντ που καθορίζεται στο δημοσίευμα ως το όριο του νέου μόλου βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα το Κοντινεντάλ.
Το 1914, απαλλοτριώθηκε και μέρος από τα ερείπια των νοτάδων για να διαμορφωθεί κατάλληλα   ο παραλιακός δρόμος και η προκυμαία,  .
Παράλληλα διαπλατύνεται η μεγάλη αποβάθρα και ανεγείρεται νέα, απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο Κοντινεντάλ, όπου τότε εκεί υπήρχε όπως είπαμε  η οικία Ουίντφιλτ, για να διευκολύνονται οι φορτοεκφορτώσεις από και προς τα πλοία που ελλιμενίζονταν στα ανοικτά.
Οι λεμεσιανοί όμως με το φιλοπρόοδο πνεύμα τους δεν παραμένουν ως εδώ και αρχίζουν να πιέζουν, όπως αναφέρεται και στο δημοσίευμα, για παραπέρα επέκταση της προκυμαίας μέχρι τουλάχιστον το Ακταίο, πράγμα που θα επιτευχθεί αργότερα και θα δώσει τη βάση για ακόμη παραπέρα επεκτάσεις του μόλου, και τέλος την πλήρη κατεδάφιση όλων των παραλιακών κτισμάτων στα δημοτικά όρια, για να καταλήξουμε στη σημερινή ακτή Ολυμπίων.

 
Ο μόλος που δημιουργήθηκε το 1914 και που για μερικά χρόνια ήταν αποθηκευτικός χώρος των εμπορευμάτων για εισαγωγές και εξαγωγές