Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Το πρώτο οίκημα της ΑΕΛ


Από τις αναμνήσεις του πρώτου κεντρικού κυνηγού της ομάδας Β. Μουστερή

Προς τιμήν της ΑΕΛ, με την ευκαιρία της κατάκτησης του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος  2012,  ξαναφέρνουμε στην επιφάνεια ένα παλιό άρθρο του εκ των πρωτεργατών της ΑΕΛ Βίκτωρα Μουστερή.
Ο Β. Μουστερής υπήρξε εκ των ιδρυτικών μελών της ομάδας αλλά και πρώτος κεντρικός κυνηγός της. Παρόλο που στην ιστορία της ομάδας στην επίσημη ιστοσελίδα τηςΑΕΛ  αναφέρεται ως κεντρικός οπισθοφύλακας, εντούτοις σε δημοσιεύματα των εφημερίδων του 1930-31  όπου περιγράφονται εκτενώς διάφοροι αγώνες της ομάδας από τους πρώτους κιόλας μήνες της δημιουργίας της, ο Μουστερής αναφέρεται ως κεντρικός κυνηγός με σημαντική μάλιστα συμβολή στην επίτευξη σπουδαίων  νικών και αναφέροντας τον ως Μουστερίδη και όχι Μουστερή. Βλέπε για παράδειγμα στην εφημερίδα Χρόνο ημερομηνίας 10 Ιανουαρίου 1931την περιγραφή του αγώνα ΑΕΛ-Πεζοπορικου στη Λάρνακα στον οποίο η ΑΕΛ κατήγαγε συντριπτική νίκη απέναντι σε μια πανίσχυρη ομάδα με 6-1.
Το κείμενο του Μουστερή λέει:
  
« Παρ' όλον ότι το οίκημα βρι­σκόταν στον παραλιακό και κύ­ριο δρόμο, η περιοχή εκεί ήταν ήσυχη χωρίς το θόρυβο και τα καυσαέρια της τροχαίας γιατί τα αυτοκίνητα ήταν λιγοστά και η κυκλοφορία τους πολύ περιο­ρισμένη. Το κοινό μέσο μεταφο­ράς της εποχής ήταν το ποδή­λατο και για τους παραλήδες οι άμαξες, οι λεγόμενες «Βικτωρούδες» και τα «Landau».
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηρι­στικό της περιοχής εκείνης ήταν την εποχή της Άνοιξης, όταν όλη η γύρω περιοχή μοσχοβολούσε κυριολεκτικά από την έντονη και διάχυτη μυρωδιά που σκορπού­σαν τα ανθισμένα λεμονόδεντρα του γειτονικού Δημόσιου Κήπου. Ιδιαίτερα δε τα βράδια με την απόλυτη ησυχία δημιουργείτο μια ατμόσφαιρα ανεπανάληπτη με αρκετή δόση ρομαντισμού.
ΔΥΟ περίπου μήνες μετά την ιστορική συγκέντρωση της 4ης Οκτωβρίου 1930, κατά οποία αποφασίστηκε η ίδρυση της, η ΑΕΛ στεγάστηκε στο ισόγειο της διώροφης κατοικίας του γιατρού Θ. Φράγκου, που βρι­σκόταν στον παραλιακό δρόμο μεταξύ του Γ.Σ.Ο. και του Δημόσιου Κήπου. Μακριά από το κέντρο και τη φασαρία της πόλης, σε μια ήσυχη περιοχή κοντά στη θάλασσα, που γειτ­νίαζε με τα ανατολικά όρια της μικρής τότε σε έκταση Λεμεσού, που είχε πληθυσμό 15,000 περίπου κατοίκους. Ήταν ένα μικρό οίκημα με πέντε δωμάτια που ήταν αρκετά τότε για τις περιορι­σμένες απαιτήσεις και ανάγκες του νεοϊδρυ­θέντος σωματείου, του οποίου τα μέλη μόλις ξεπερνούσαν τα 30.
Στο έμπα ήταν μια σχετικά μεγάλη αίθουσα (σάλα) κατάλληλα επιπλωμένη που χρησίμευε ως καθιστικό. Στη μέση ένα μπιλιάρδο και στους τοίχους ήταν αναρτημένες γυάλινες πινακίδες με μπλε φόντο και κίτρινα γράμματα (τα χρώ­ματα της ΑΕΛ), με διάφορα ρητά, όπως «Νους υγιής εν σώματι υγιή», «Όταν το θάρ­ρος χαθή το πάν εχάθη», «Ο αθλητής πρέ­πει να είναι σεμνός εις την νίκην και γεν­ναίος εις την ήτταν», «Η ευγένεια δεν στοι­χίζει τίποτε και αγοράζει τα πάντα», κ.α.
Στη συνέχεια ήταν ένα μικρό χωλ που οδηγούσε δεξιά στο δωμάτιο επιτραπέζιας αντισφαίρισης και αριστερά στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δ.Σ. Πιο μέσα ήταν το δωμάτιο που χρησίμευε ως αποδυτήρια (το Γ.Σ.Ο. βρισκόταν σε μόνο λίγα μέτρα από­σταση), στο οποίο είχαν τοποθετηθεί μόνο πάγκοι χωρίς τον απαραίτητο εξοπλισμό και ντους, γιατί ο κάθε ποδοσφαιριστής φρό­ντιζε τον εαυτό του και ήταν υπεύθυνος για την ποδοσφαιρική του εξάρτιση, την οποία μάλιστα έπαιρνε σπίτι του και φρόντιζε για το πλύσιμο και τα αναγκαία μπαλώματα. Μπορεί εκείνο το δωμάτιο να μην υπάρχει πια, συνδέθηκε όμως μαζί μας συναισθη­ματικά με αξέχαστες στιγμές και αρκετές αναμνήσεις, καλές και κακές. Γέλια, χαρές και πανηγύρια ύστερα από κάθε νίκη μας, αλλά καταθλιπτική ατμόσφαιρα, νεκρική σιγή μετά την ήττα. Τέτοιο κλίμα επι­κρατούσε στο μικρό εκείνο χώρο ύστερα από κάθε συνάντηση - ανα­μνήσεις που μπορεί στο χρόνο να ξεθωριάζουν, μα δεν παθαίνουν και η θύ­μηση τους πάντα προκαλεί συγκίνηση...

Στο βάθος του οικήματος ήταν ακόμα ένα δωμάτιο, το οποίο αργότερα, περί τα τέ­λη του 1932, χρησίμευε ως υπνοδωμάτιο για τον αφιχθέντα τότε πρώτο Ελλαδίτη προ­πονητή της ΑΕΛ, Αργύρη Γαβαλά.
Απ' έξω ήταν ένα ευ­ρύχωρο στεγασμένο προ­αύλιο με όργανα γυμνα­στικής για όσους ήθελαν να ασκούνται και στο πίσω μέ­ρος μια μεγάλη αυλή, όπου είχε εγκατασταθεί φιλέ της πετόσφαιρας. Τα μέλη κυ­ριευμένα τότε από μεγάλο ενθουσιασμό με την ίδρυ­ση του νέου σωματείου μαζευόταν κάθε μέ­ρα στο οίκημα, το οποίο έσφυζε κυριολε­κτικά από νεανική ζωντάνια. Άλλοι για κα­φέ και κουβέντα και άλλοι για να ασχολη­θούν με τα διάφορα παιχνίδια, μπιλιάρδο, πιγκπογκ και πετόσφαιρα. Αξιοσημείωτο εί­ναι, ότι αμέσως μετά τη στέγαση της ΑΕΛ, η σχολική εφορία Λεμεσού έδωσε σε μας τους μαθητές την άδεια να συμμετέχουμε αγωνιστικά στις διάφορες αθλητικές της ομάδες (ως τότε απαγορευόταν η συμμε­τοχή μαθητών σε εξωσχολικές ομάδες) και επίσης μας επέτρεψε να συχνάζουμε στο οί­κημα του σωματείου. Η άδεια δόθηκε για δύο λόγους, (α) Η ΑΕΛ με την ίδρυση, και τα ιδρυ­τικά της μέλη με τη συμπεριφορά τους έδει­ξαν ότι ήταν ένα σοβαρό αθλητικό σωματείο με καθαρά αθλητικούς σκοπούς, και ήταν ένα άψογο και πολιτισμένο περιβάλλον μέσα στο οίκημα του σωματείου.
(β) Το άψογο και πολιτισμένο περιβάλ­λον μέσα στο οίκημα του σωματείου. Τόσο το Συμβούλιο όσο και τα λι­γοστά τότε μέλη, τα περισ­σότερα ιδρυτικά, ήταν πρό­σωπα μορφωμένα και με ήθος. Αναφέρω μερικά ονό­ματα: Στ. Πίττας, Κρ. Τορναρίτης, Ν. Σολομωνίδης, Λεύ­κιος Ζήνων, Γ. Λιμνατίτης, Ηρακλής, Γιάγκος, Μιχάλης και Ανδρέας Αραούζος, Μιχ. Ιακωβίδης, Μ. Μαληκίδης, Λ. Χρυσοστομίδης κ.ά., όλοι γνωστά και εκλεκτά μέλη της μικρής Λεμεσιανής κοινωνίας που αποτελούσαν την ελίτ της Λεμεσιανής νεολαίας.
Να θυμηθούμε τώρα και μερικά παράξε­να παιχνίδια τα οποία έπαιζαν κυρίως οι πιο νεαροί. Εκτός από τα συνηθισμένα μπι­λιάρδο, πιγκ πογκ και πετόσφαιρα μερικοί χωρισμένοι σε ομάδες και χρησιμοποιώντας το γήπεδο του βόλεϊ έπαιζαν ένα περίεργο παιχνίδι, το Deck Tennis (παιχνίδι που παί­ζεται στα πλοία), στο οποίο οι παίχτες αντί για μπάλα χρησιμοποιούσαν μια μικρή κουλούρα διαμέτρου 15-20 εκ. από καραβόσχοινο. Άλλοι πάλι διασκέδαζαν με ένα αστείο παιχνίδι δικής μας επινόησης που ονομάζαμε «φυσούνι». Παιζόταν στο τρα­πέζι του πιγκ πογκ, χωρίς δίκτυ βέβαια, από δύο άτομα ή ζεύγη που φυσώντας την πλαστική μπαλίτσα προσπαθούσαν να την περάσουν στην αντίπαλη περιοχή. Σ' αυτό το παράξενο παιχνίδι ξεχώριζε για τα δυ­νατά του πνευμόνια, ο νεαρός τότε και αρ­γότερα Υπουργός Εμπορίου, αείμνηστος Ανδρέας Αραούζος.
Δεν έλειπαν όμως και τα φαιδρά. Σε μια τέτοια περίπτωση πρωταγωνιστής ήταν ο Κρίτων Τορναρίτης, τέως Γενικός Εισαγγελέας, ο οποίος ηλικίας τότε 28 χρόνων, βρισκόταν στα πρώτα στάδια της δικηγορι­κής του σταδιοδρομίας. Ήταν μέλος του πρώ­του Δ.Σ. της ΑΕΛ και τακτικός θαμώνας του σωματείου. Ερχόταν πάντα στο οίκημα με την άμαξα και γνωστός για το χιούμορ του, του άρεσε να φέρει συχνά μαζί του ένα από τους γνωστούς γραφικούς τύπους της Λε­μεσού για να "σπάζει πλάκα". Πότε τον Πόαλο, ένα κακορίζικο και ιδιόρρυθμο τύπο, και πότε τον Μαυρόγιαγκο «τον προφήτη», ο οποίος πουλούσε κάρβουνα και παρ' όλον ότι η όραση του δεν τον βοηθούσε να δια­βάζει, έβλεπε οράματα, έκανε προφητείες και του άρεσε να ρητορεύει και να κάνει πο­λιτικές συζητήσεις. Ο Κριτωνής, λοιπόν, όπως χαϊδευτικά συνήθιζαν να τον αποκα­λούν γνωστοί και φίλοι, μεγάλο "πειραχτή­ρι" τους κούρδιζε και εκείνοι αντιδρώντας με αλλοπρόσαλλα ξεσπάσματα δημιουρ­γούσαν μια ατμόσφαιρα ευφορίας και κε­φιού, που την απολάμβαναν ξεκαρδισμέ­νοι στα γέλια όλοι οι παρευρισκόμενοι.
Αυτή ήταν περίπου μια σύντομη περι­γραφή του πρώτου σπιτιού της ΑΕΛ. Σε σύ­ντομο όμως χρονικό διάστημα, όταν τα μέλη αυξήθηκαν και πλήθαιναν οι αθλητι­κές υποχρεώσεις της ΑΕΛ, ένα πιο μεγά­λο οίκημα ήταν αναγκαίο. Έτσι το σωματείο μεταφέρθηκε και στεγάστηκε στο τρίπατο Κακαθύμη που βρισκόταν στην οδό Αγ. Ανδρέου στο κέντρο της πόλης. Εκείνο το οίκημα έχει συνδεθεί με πολλά και σημα­ντικά γεγονότα που σημάδεψαν την ιστο­ρική πορεία της ΑΕΛ



Λεζάντες:

Φώτο1 .      Βίκτωρ Μουστερής
Φώτο 2.        Το πρώτο οίκημα της ΑΕΛ στο αριστερό άκρο της φωτογραφίας, όπως φαίνεται από την αυλή των Δημοτικών Λουτρών που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι από το ΓΣΟ.
Φώτο 3.        Η ταυτότητα με αριθμό 1 ανήκει στον πρώτο τερματοφύλακα της ΑΕΛ Γιώργο Κωνσταντίνου-Πλατσιάρα. Ένα ιστορικό περίεργο προς διερεύνηση: ενώ ως ημερομηνία ίδρυσης της ΑΕΛ θεωρείται ( και επίσημα) η 4η Οκτωβρίου 1930 εντούτοις η ταυτότητα φέρει ημερομηνία 1/7/1930.
Φώτο 4.       Η πρώτη ομάδα της ΑΕΛ το 1930-31
Φώτο 5.       Κρίτων Τορναρίτης  
Φώτο 6.       Σταύρος Πίττας
Φώτο 7.       Λεύκιος Ζήνων
Φώτο 8.       Ανδρέας Αραούζος
Φώτο 9.        Το ιστορικό και εξαιρετικής ομορφιάς τρίπατο Κακαθύμη, που ως το δεύτερο οίκημα της ΑΕΛ την στέγασε για δεκάδες χρόνια, όταν κατεδαφιζόταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέσα στη γενική αδιαφορία…

Ογδόντα μόλις χρόνια πριν, η πρώτη αεροπορική σύνδεση της Κύπρου με το εξωτερικό από τη Λεμεσό





Στις 19  παρελθόντος Απριλίου έκλεισαν αισίως ογδόντα χρόνια από τότε που πραγματοποιήθηκε η πρώτη αεροπορική πτήση που θα σύνδεε την Κύπρο με τον έξω κόσμο. Όμως για αεροδρόμιο βέβαια ούτε λόγος ακόμα να γίνεται! Γι αυτό και μόνη  λύση ήταν ένα … «απέραντο αεροδρόμιο» που λέγεται  θάλασσα και ασφαλώς μόνο μέσο να χρησιμοποιηθεί το αεροδρόμιο αυτό το υδροπλάνο.
Έτσι λοιπόν στις 19 Απριλίου του 1932 το αερόπλοιο της «Αυτοκρατορικής Αεροπλοΐας», ένα δεκαπενταθέσιο υδροπλάνο «της τάξεως Σκιπίωνος»  με τέσσερα άτομα πλήρωμα «περιλαμβάνων τροφοδότην δυνάμενον να παρέχη τροφήν και ποτά κατά τον πλουν», (όπως αναφέρεται στο σχετικό δημοσίευμα της λεμεσιανής εφημερίδας «Παρατηρητής) , προερχόμενον  εξ Αγγλίας, προσέγγιζε για πρώτη φορά στο μόλο της Λεμεσού απέναντι από το ξενοδοχείο Κοντινεντάλ. Και στις 23 Απριλίου ακολούθησε  το αερόπλοιο που έκανε το δρομολόγιο εξ ανατολών προς δυσμάς προερχόμενο εξ Ινδιών.
 Η προοδευτική επομένως τότε, οικονομικά, εμπορικά , βιομηχανικά, πολιτισμικά και όχι μόνο Λεμεσός προσφερόταν ως το ιδανικό μέρος να ξεκινήσει στην Κύπρο η επαναστατική τότε για τα συγκοινωνιακά δεδομένα της εποχής αυτή πρωτιά. Μια ακόμα πρωτιά από τις πολλές της σύγχρονης ιστορίας της Λεμεσού. (Πρώτα τηλέφωνα στα σπίτια, φωτισμός στους δρόμους, κυπριακή ναυσιπλοΐα,  εμπορική έκθεση και δεκάδες άλλες)
Η  εφημερίδα «Παρατηρητής» της Λεμεσού,  σε δύο διαδοχικές εκδόσεις  της, στις 16 που προανάγγελλε και στις 23 Απριλίου 1932 που το περιέγραφε,  κάνει εκτεταμένη αναφορά και με πολύ θαυμασμό  στο πρωτοφανές για την πόλη αλλά και για όλη την Κύπρο γεγονός, γράφοντας ανάμεσα σ άλλα:
«Το εκ Λεμεσού προς δυσμάς ακολουθούμενον  δρομολόγιον είναι Ρόδος, Αθήναι (θα παραμένουν την νύκτα  εις το εν Αθήναις  ξενοδοχείον «Ακρόπολις») και θα φθάνη  εις  Μπρίντιζι δια του αέρος ενωρίς το απόγευμα. Μπρίντιζι εις Παρισίους σιδηροδρομικώς. Παρίσι εις Λονδίνον  δια του αέρος. Το εκ Λεμεσού εις Αθήνας χρονικό διάστημα είναι κατά προσέγγισιν επτά ώραι, εις Μπρίντιζι μία ημέρα και ολίγαι ώραι και εις Λονδίνο 3 ημέραι. Το εκ Λεμεσού προς ανατολάς δρομολόγιον σταθμεύει το πρώτο εις Τιβεριάδα παρά την λίμνην της Γαλιλαίας εν Παλαιστίνη. Εκείθεν αεροπλάνον μεταφέρει επιβάτας και ταχυδρομείον εις Βαγδάτην,  Μπάσραν και Καράσιη. Η άφιξις εις Τιβεριάδα συντελείται εις 2 ½ ώρας και η εκείθεν εις Χάιφα άφιξις εντός βραχέως χρονικού διαστήματος δι’ αυτοκινήτου. Το προς Ανατολάς κατευθυνόμενον   αερόπλοιον θα φθάση εις Λεμεσόν το απόγευμα της Τρίτης και θα φθάση εις Τιβεριάδαν την αυτήν εσπέραν. Οι επιβάται και το ταχυδρομείον φθάνουν εις Βαγδάτην ολίγον τι μετά την μεσηβρίαν την Τετάρτην και εις Μπάσρα την εσπέραν της Τετάρτης. Η άφιξις εις Κρασιή συντελείται Παρασκευήν απόγευμα.»



Τόσο … «σύντομα»  θα έφθανε κανένας δια του υδροπλάνου της «Αυτοκρατορικής Αεροπλοοίας» στο Λονδίνο ή στο Καράτσι των Ινδιών ξεκινώντας από τη Λεμεσό απέναντι από το ξενοδοχείο Κοντινεντάλ! Κι  όμως για τα δεδομένα της εποχής ήταν ένας επαναστατικός χρόνος ρεκόρ αν λάβουμε υπόψη τις εβδομάδες που χρειαζόταν κανείς για  να πάει στη Ευρώπη και στην Ανατολή. Και τις ίδιες εβδομάδες χρειαζόταν ένα γράμμα δια του ταχυδρομείου ( μάλλον «βραδυδρομείου» καλύτερα!). Γι αυτό και πολλοί λεμεσιανοί συλλέκτες και μη, έσπευσαν να σφραγίσουν στους σχετικούς ταχυδρομικούς φακέλους αλληλογραφίας με την σχετική ένδειξη «By air mail-par Avion ».
Ας δούμε όμως  και την  είδηση για την άφιξη του πρώτου αυτού υδροπλάνου στη πόλη μας, σύμφωνα πάντοτε όπως είπαμε με τον « Παρατηρητή»:
«Την περασμένην Τρίτην αφίχθη εν Λεμεσώ, εγκαινιάσαν την πρώτην εν Κύπρω αεροπορικήν ταχυδρομικήν υπηρεσίαν, το μεγάλο υδροπλάνον της «Αυτοκρατορικής Αεροπορικής Γραμμής».
«Εις τας 2.30 ακριβώς προσεθαλασσώθη πλησίον της μεγάλης αποβάθρας και επροχώρησεν  κατόπιν εις την επί τούτω τοποθετηθείσαν σημαδούραν πλησίον της μικράς αποβάθρας και αντικρύ  στο μεγάλο  ξενοδοχείον  Continental. Από ενωρίς  εκατοντάδες κόσμου κατέκλυσαν την προκυμαίαν ατενίζοντας προς Δυσμάς δια να διακρίνουν εις τον ορίζοντα την ιπταμένην μηχανήν. Επί της αποβάθρας ενέμενον ο εντ. Διοικητής Λεμεσού, ο Αρχιτελώνης, ο γεν. Διευθυντής των Ταχυδρομείων, ο Δήμαρχος και αι λιμενικαί αρχαί. Επ’ αυτού επέβαινον 8 επιβάται. Εκ Λεμεσού δε ανεχώρησαν τέσσαρες»
 Θα ήταν αλήθεια ενδιαφέρον να ξέραμε ποιοι ήταν οι τέσσερις αυτοί πρωτοπόροι κύπριοι, (κατά πάσα πιθανότητα λεμεσιανοί), που αναχώρησαν για πρώτη φορά εκ Κύπρου χρησιμοποιώντας το επαναστατικό για την εποχή εκείνη δι αέρος μεταφορικό μέσο, το υδροπλάνο…
Λεζάντες:
 Φώτο 1 Το υδροπλάνο της Αυτοκρατορικής Αεροπλοΐας της τάξεως Σκιπίων στη θαλασσα της Λεμεσού. Μαούνες και λάντσιες για να εξυπηρετήσουν επιβάτες και ταχυδρομείο!
Φώτο 2 Η αποβάθρα του Κοντινεντάλ από όπου γινόταν η επιβίβαση προς το υδροπλάνο.
Φώτο 3 Αυτή την εικόνα αντίκριζαν από το φινιστρίνι τους οι πιλότοι και οι επιβάτες του υδροπλάνου φτάνοντας στη Λεμεσό.
Φώτο 4,5,6,7 Αναμνηστικοί φάκελοι της πρώτης πτήσης από Κύπρο, Ελλάδα και Αγγλία.

Έλλη Μιχαηλίδου η Μαρία Βοναπάρτη της Κύπρου.




Μέρος δεύτερο
«Η Γυναίκα και τα δικαιώματα της στον έρωτα»
 Ας έλθουμε λοιπόν στο θέμα μας  με το σημαντικό και ρηξικέλευθο άρθρο της στην Εφημερίδα «παρατηρητής», αφού στο προηγούμενο πρώτο μέρος γνωρίσαμε την Έλλη Μιχαηλίδου και τη συσχέτιση της με την Μαρία Βοναπάρτη.
 Την εποχή εκείνη στη ραγδαία αναπτυσσόμενη Λεμεσό,  «καθώς πρέπει»  κύριοι της αστικής και μεγαλοαστικής τάξης της πόλης γκαστρώνουν τις δούλες τους ( μιλώ με όρους της εποχής) και στη συνέχεια τις διώχνουν για να διώξουν την ντροπή από το σπίτι τους και να αποκατασταθεί  έτσι και η «καθώς πρέπει»  κοινωνική ηθική τάξη  της εποχής. Εκείνες καταλήγουν συνήθως στα μπουρδέλλα της πόλης και τα «μούλικα» τους στα ορφανοτροφεία ή στη ζητιανιά. Τέτοια κλασική περίπτωση ο γνωστός τύπος της εποχής, ο Αρκοντής. Υπεράνω λοιπόν όλων η ηθική τάξη άρα και η καταπίεση επιθυμιών και παθών της γυναίκας και απόλυτη υποταγή της στον άντρα αφέντη.                                                                                            Μπορεί να παρουσιάζομαι λίγο σκληρός για τη Λεμεσό της εποχής εκείνης όμως την ιστορική αλήθεια δεν έχει κανένας το δικαίωμα να την αποκρύβει  και να την παρασιωπά, πολύ περισσότερο ο ομιλών που υπηρετεί με πάθος την λαμπρή ιστορία της Λεμεσού και την αναδεικνύει  με πολλούς τρόπους σε όλες τις θετικές της εκφάνσεις και πλευρές.                                                                                              Μέσα λοιπόν σ αυτό το υποκριτικό κοινωνικό κλήμα της εποχής,  μια νεαρή  κυρία της πόλης αποφασίζει να σηκώσει από μόνη της το βάρος της αποτίναξης του  ζυγού της καταπίεσης και της ψευδοηθικής και να κάνει κάτι πολύ, μα πολύ επαναστατικό, με τα μέτρα της εποχής της.                                                          Στέλλει  ένα πρώτο άρθρο στην εφημερίδα της Λεμεσού «Παρατηρητής»  στα τέλη του Φεβρουαρίου του  1947 με τίτλο «Η γυναίκα και η εξίσωσης της με τον άντρα» στο οποίο καταγγέλλει ανάμεσα σε πολλά άλλα την υποκριτική κοινωνία που ζει και την ανάγκη να αποτινάξει η σύγχρονη με αυτή γυναίκα το  ζυγό  της ανδρικής και κοινωνικής καταπίεσης.                                                                             
Ενθαρρυμένη από την ευνοϊκή ανταπόκριση που είχε ανάμεσα στις γυναίκες του κύκλου της αλλά και σε πολλούς προοδευτικούς άνδρες, αποφασίζει ένα δεύτερο, μεγαλύτερο άλμα και  δημοσιεύει στην ίδια εφημερίδα έκδοσης 16 Μαρτίου ένα δεύτερο άρθρο με τον επαναστατικό για την εποχή τίτλο «Η Γυναίκα και τα δικαιώματα της στον έρωτα».                                                                                            
Η γλώσσα της τολμηρή, ρηξικέλευθη και «σερνική», μα ταυτόχρονα τρυφερά θηλυκή και ρομαντική. Μια κραυγή διαμαρτυρίας, ακόμα και απελπισίας θα μπορούσαμε να πούμε, μέσα σε ένα  κοινωνικό  όπως είπαμε περίγυρο μιας μικροαστικής Λεμεσού της δεκαετίας του 40 με την υποκριτική ψευδοηθική της.         
Το παραθέτουμε αυτούσιο:                                                                                                                          «Η κοινωνία με τα υποκριτικά ήθη και έθιμα της επιτρέπει στους άνδρες κάθε ελευθερία στον έρωτα και την θεωρεί μάλιστα πολύ φυσική, ενώ απεναντίας επιβάλλει στη γυναίκα μιαν πουριτανική αγνότητα η οποία την εξαναγκάζει να ζη μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα υποκρισίας και φανατισμού.                                                                                                   Και πραγματικά στο σεξουαλικό ζήτημα η γυναίκα υστερεί πολύ από τον άνδρα, δεν υπάρχει καμμιά ελευθερία γι' αυτή. Όλα πρέπει να τ ' απολαύση εγωιστικά ο άνδρας ο οποίος φαντάζεται ότι όλα χωρίς εξαίρεση, είναι στη διάθεση του, όλα καμωμένα για την απόλαυση του.                                                                                                                      Αυτός να γλεντήση, αυτός να διασκέδαση δηλ. να πλανέψη, ν' αδικήση, να καταστρέψη το πάν στο πέρασμα του αρκεί να διασκέδαση εγωιστικά αυτός, μονάχα αυτός.                                                                                                  Ο άνδρας λοιπόν, ο φοβερός αυτός εκμεταλλευτής της γυναίκας, που τόσα χρόνια την είχε υποχείριο του και την μεταχειριζότανε σα σκλάβα του, έχει τον άγριο εγωϊσμό που από μικρό παιδί του φυτέψανε στο μυαλό οι δικοί του, ότι είναι άνδρας κι έτσι αφού είναι άνδρας έχει ελεύθερο πεδίο δράσεως: μπορεί να κάνη ότι θέλει για να γλεντήση τη ζωή του όσο το δυνατό πιο ευχάριστα αδιαφορώντας για τις αδικίες που σκορπά γύρω του, για τις δυστυχισμένες αυτές γυναικείες υπάρξεις τες οποίες αφού μολύνη με τα βρώμικα του χέρια τες πετά στον δρόμο σα κουρέλια για να βρεθή δίχως άλλο πάλι, κανένα άλλο πειναλέο κινάριο να τες παραπλανέση με τη σειρά του και να τες εγκατάλειψη στη τύχη τους όπως κάνανε προηγουμένως οι άλλοι. Και τότε είναι εύκολο να μαντεύση κανείς την τύχη των δυστυχισμένων αυτών γυναικών οι οποίες δεν είναι άλλο παρά θύματα της εγωπάθειας και σαρκολατρείας των ανδρών. Αλοίμονο  σ' αυτές σαν τύχη και παραστρατήσουνε άθελα τους. Θα τους κλείση κατάμουτρα την πόρτα η κοινωνία ολόκληρη. Καμμιά χαρά, καμμιά ευτυχία δεν τες περιμένει πια.                                       
 Παντού περιφρονημένες, παντού καταδιωγμένες αναγκάζονται άθελα τους ν' ακολουθήσουνε τον δρόμο που τους χαράξανε άλλοι. Κι' όπως το θαλασσοδερμένο καράβι που το κτυπούνε απ' όλες τις μεριές τα μανιασμένα στοιχεία της φύσεως χωρίς να κατορθώση να βρή κάποιο απάνεμο ακρογιάλι για ναμπόρεση ν'αράξη έτσι κι' οι δυστυχισμένες αυτές γυναικείες υπάρξεις,  ριγμένες μέσα στην φουρτουνιασμένη αυτή ανθρωποθάλασσα που λέγεται «κοινωνία», βρίσκονται μια μέρα ανυπεράσπιστες στην κτηνώδη διάθεση του ενός και του άλλου χωρίς ποτέ να μπορέσουνε να βρούνε το ειρηνικό λιμάνι της ζωής τους.                                                                                                         Και ποιος είναι ο υπαίτιος γι αυτά όλα; Ποιος άλλος παρά ο τόσον ατομικιστής, ο μέχρι παθολογίας υλιστής και σαρκολάτρης άνδρας. Αυτός που δεν νοιάζεται για κάθε του βέβηλη πράξη, που δεν συναισθάνεται το σφάλμα του γιατί έχει πωρωμένη τη συνείδηση του. Μπορεί να κάνει τα αίσχιστα χωρίς το ελάχιστο να ερυθριάση γιατί βασίζεται πάνω στην ελευθερίαν αυτή την λεγομένη «πολυγαμία» που του δίνει ή μάλλον που αυτός ο ίδιος δίνει στο δικό του φύλο. Και μήπως όλοι τους δεν εφαρμόζουνε την ίδια τακτική; Δεν βαδίζουνε με το ίδιο πνεύμα προς τον ίδιο καταστρεπτικό σκοπό; να χυμίζουνε σαν «αρπακτικά όρνεα» πάνω στη λεία που κυνηγούνε απλώς και μόνο για να ικανοποιήσουνε το τόσο ατομικιστικό ανδρικό «Εγώ» τους.                                                                      
 Κανένας όμως δεν θα κατακρίνη τες πράξεις τους, κι' όλοι ανεξαιρέτως θα τους υπερασπίσουνε. Γιατί όμως αυτό; «Γιατί είναι άνδρες,» θα σου απάντηση ο χαζόκοσμος, και «πρέπει να γλεντήσουνε τη ζωή τους». Απεναντίας η γυναίκα είναι πάντα ο αποδιοπομπαίος τράγος. Κάθε της λέξη, κίνηση, πράξη θα σχολιασθή. Όλοι θα στραφούνε εναντίον της για να την κατηγορηθούνε. Την ονομάζουνε ανήθικη γιατί έτυχε ν' αγαπήση ένα άνδρα, ο οποίος με πλάνα λόγια και χίλιες δυο ψεύτικες υποσχέσεις κατόρθωσε να την ξεγελάση - ηρωισμός βλέπετε αυτός, να ξεγελάση κανείς μια γυναίκα - και δεν ονομάζουνε ανήθικον αυτόν τον ίδιον άνδρα ο οποίος έχει ξεγελάσει τόσες και τόσες γυναίκες, έχει περπατήσει πάνω σε τόσα θύματα για να ρουφήξη και την τελευταία μικρούτσικη σταλαματιά μήπως και του ξεφύγη καμιά - από το ποτήρι της ηδονής. Πρέπει λοιπόν η γυναίκα να υφίσταται τόσος εξευτελισμούς τόσα δεινοπαθήματα μόνο και μόνο για την εγωϊστική απόλαυση του «άρρενος»;                                                                                     
Γιατί λοιπόν να υπάρχη η ανισότης αυτή μεταξύ των δύο φύλων; Γιατί ο άνδρας νάναι ελεύθερος να κάνει ότι θέλει; Γιατί μονάχα αυτός ν'απολαμβάνη εγωιστικά τον έρωτα εις βάρος της γυναίκας; Η μήπως ο Έρως, ο φτερωτός αυτός γυιός της Αφροδίτης είναι αποκλειστικά γεννημένος γι αυτόν; Ποιος τούδωσε το δικαίωμα αυτό; Η φύσις; Μα μήπως αυτή θάτανε τόσο άδικη απέναντι στη γυναίκα - το ωραίο αυτό κομψοτέχνημα της - από του να της στερή το υπέρτατο αυτό αγαθό της το οποίον ονομάζεται «Ερως»; Όχι, χίλιες φορές όχι. Η φύσις έχει δώσει στη γυναίκα τα ίδια δικαιώματα στον έρωτα όπως και στον άνδρα και όποιος ζήτηση να την περιφρόνηση είτε από σεμνοτυφία, είτε από εγωϊσμό, αργά ή γρήγορα θα εκδικηθή.                                                                                                     Προς τι λοιπόν η πουριτανική αυτή υποκρισία; Γιατί πάντα να θέλουμε τη γυναίκα να παρουσιάζεται καμουφλαρισμένη; Μήπως δεν είναι κι' αυτή καμωμένη από σάρκα και οστά όπως ο σύντροφος της άνδρας; Δεν ζεί κάτω από τον ίδιον ουρανό; Δεν αναπνέει τον ίδιον αέραν; Δεν υποτάσσεται κι αυτή σαν αυτόν -όπως και κάθε τι που υπάρχει στο ζωικό και φυτικό βασίλειο -στον ισχυρότερο νόμο της φύσεως πούναι ο νόμος της αγάπης;                                                                             
Είναι καιρός πια να τινάξουμε τον ζυγό των μεσαιωνικών αυτών αντιλήψεων οι οποίες φωλιάζουνε μέσα σε πνεύματα πολύ οπισθοδρομικά. Το ετοιμόρροπο αυτό οικοδόμημα οφείλει να κατάρρευση μια ώρα γρηγορότερα καθώς και οι φραγμοί που μας χωρίζουνε από το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Μονάχα μ' αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε να γεφυρώσουμε το απέραντο χάος που από αιώνες τώρα μας χωρίζει από το αθάνατο ελληνικό μεγαλείο.                                                                                                                
Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσανε τον έρωτα ως το αίσθημα το πιο ωραίο, το πιο ιερό, το πιο ενάρετο, αυτό πού τους εξύψωνε, πού τους ενέπνεε να γράφουνε τα' αριστουργήματα τους, αυτό πού τους χάριζε τα νειάτα, τη χαρά αυτή της ζωής. Γι αυτό είχανε στήσει κι' άγαλμα του Υμέναιου με την ακόλουθη αφιέρωση: « Στον Υμέναιο που βραδύνει τον ερχομό των γηρατειών». Ο Έρως ήτανε γι αυτούς κάτι το φυσικό, το απαραίτητο για κάθε άνθρωπο είτε άνδρας ήτανε είτε γυναίκα, γι αυτό και συνηθίζανε να λέγουν: « ουκ αισχρόν ουδέν των αναγκαίων βροτοίς» το ίδιο ακριβώς που λέγουνε οι σημερινοί Άγγλοι οι οποίοι το πήρανε λαθραίως από τους Ελληνες: «what is natural is not descraceful» δηλ. κάτι πού είναι φυσικό δεν είναι κι' ατιμωτικό.                                                                                          
 Πιο κάτω ο Βολταίρος λέγει: « Ο άνθρωπος είναι πάρα πολύ αδύνατος για να δαμάση την φύση». Και τέλος η ιατρός Gina Jombrosi : «Είναι μάταιο ν' αντιτίθεται κανείς σ' ότι θέλει η φύσις». Όλες αυτές οι τόσον γνωστικές σκέψεις και τόσες άλλες πόχουνε γραφτεί κι' εξακολουθούνε ακόμη να γράφωνται για τον έρωτα δεν αφορούσανε μονάχα το ανδρικό φύλο αλλά και το γυναικείο μαζύ. Γι αυτό λοιπόν τον λόγο ο έρως δεν πρέπει να θεωρείται ανηθικότης, ούτε διαφθορά,  αλλ' ότι φυσικό κι' επομένως αγνό, καθάριο, άδολο.                                                                               Η γυναίκα στενάζει κάτω απ' τη βαρεία άλυσο που τη δεσμεύει κι' ασφυκτιά μέσα στο πυκνό σκοτάδι που την περιλούζει.                                                                                        Τα νεανικά της χρόνια διαβαίνουνε κουκουλωμένα μέσα στον πένθιμο γεροντικό μανδύα. Τα σφριγηλά της νειάτα φωνάζουνε: «Αγάπη! Αγάπη!» αλλά η φωνή της χάνεται, πνίγεται κάτω από το βαρύ πέπλο της υποκρισίας. Η αλυσοδεμένη της καρδιά θέλει να σπάση τα δεσμά για να πηδήση έξω ελεύθερη, στον ήλιο στον καθαρό αέρα στο φως. Θα το κατορθώση όμως κάποτε; Γιατί όχι, όταν υπάρχει θέλησις, υπάρχει τρόπος.  Κι ο τρόπος αυτός είναι ο ακόλουθος:                                                                                                        
Κάθε γυναίκα οφείλει να διεκδίκηση τα δικαιώματα της στον έρωτα, την υπέρτατη αυτή χαρά της ζωής, να διακήρυξη, σαν ανθρώπινο όν, το δικαίωμα που έχει κι' αυτή στην αναζήτηση της ατομικής ευτυχίας μέσα στα όρια του ιδίου δικαιώματος του άρρενος. Κι αυτό θα επιτευχθή όταν εμείς οι ίδιες οι γυναίκες, στρέψουμε τα νώτα σε κάθε ανιφεμινιστική ιδέα. Με τέτοιο τρόπο θ' αφήσουμε τη γυναίκα ελεύθερη ν' ακολουθήση την φωνή της καρδιάς της, ελεύθερη ν' αγαπήση και ν' αγαπηθή γιατί η αγάπη - ο Έρως - ο τυφλός αυτός θεός, συνηθισμένος να πετά φιλελεύθερα, με διάπλατα ανοιχτές τις φτερούγες του, και να σκορπά τριγύρω τα μαγικά του τόξα, δεν ανέχεται κανένα περιορισμό, όσο τον δεσμεύει κανείς τόσο και πιο πολύ θεριεύει.                                                                                  
Το ζήτημα αυτό της χειραφετίσεως της γυναίκας και της εξισώσεώς της με τον άνδρα, απασχολεί πολύ τον θηλυκόκοσμο ο οποίος περιμένει ανυπομόνως, την απολύτρωση του από την σεξουαλική σκλαβιά, γιατί πραγματικά είναι τόσο άδικο για μια γυναίκα να υφίσταται τες συνέπειες ενός παράλογου κοινωνικού νόμου, μιας απηρχαιομένης κοινωνικής προλήψεως και σκωροφαγομένης νοοτροπίας, χωρίς να μπορή να τα μετατρέψη γιατί δεν της το επιτρέπουνε οι κοινωνικές συνθήκες, τα κοινωνικά αυτά λεγόμενα «κατά συνθήκη ψεύδη» κάτω από τα οποία φωλιάζει η υποκρισία και ο Φαρισαϊσμός.»
 Στη συνάντηση μου με την Έλλη (λίγο καιρό πριν φύγει από τη ζωή, όταν καταπλακώθηκε από αυτοκίνητο σε διάβαση πεζών, στον παραλιακό δρόμο λαιμητόμο της Λεμεσού όπου βγήκε για να περπατήσει),  μου διηγήθηκε τα παρεπόμενα της δημοσίευσης του άρθρου αυτού.
Ο πατέρας της δεν το είχε διαβάσει και το αγνοούσε. Στην  επόμενη όμως έκδοση του «Παρατηρητή» διάβασε τυχαία προαγγελία δημοσιεύματος σε προσεχή έκδοση κυρίας της Λεμεσού που θα απαντούσε στην Έλλη Μιχαηλίδου διαφωνώντας για τα λεγόμενα της. Έτρεξε αμέσως σπίτι με την εφημερίδα υπό μάλης και σείοντας την με θυμό τη ρώτησε τι έγραψε για να της απαντούν. Τότε ομολόγησε «το αμάρτημα της». Έξαλλος ο πατέρας της έτρεξε στον Πάνο Φασουλιώτη, τον εκδότη του «Παρατηρητή», επιτιμώντας τον για την δημοσίευση των άρθρων της κόρης του χωρίς εκείνος να ρωτηθεί και να το γνωρίζει. Τότε έκατσε και έγραψε μαζί με τον Πάνο μια «επιστολή», βάζοντας εν αγνοία της το όνομα της από κάτω, που δημοσιεύτηκε στην επόμενη έκδοση, με την οποία δήλωνε ότι όσα δημοσίευσε στα άρθρα της «δεν ευσταθούν» και τα ανακαλούσε ! Όταν η Έλλη Μιχαηλίδου το πληροφορήθηκε κλειδώθηκε στο δωμάτιο της και έκλεγε λέει για τρείς μέρες!

Λεζάντες:
Φώτο 1 Έλλη Μιχαηλίδου
Φώτο 4 Η Έλλη Μιχαηλίδου  κατά τη συνάντηση μας λίγο πριν φύγει από τη ζωή κάτω από τραγικές συνθήκες
Φώτο 5 Πάνω από το πιάνο της , μαζί με τις φωτογραφίες όλων των μεγάλων μουσουργών και η μεταλλική αυτή πλακέτα με το ρητό που αποτελούσε «μπούσουλα» στη ζωή της.

Έλλη Μιχαηλίδου η Μαρία Βοναπάρτη της Κύπρου




Μέρος πρώτο
Όπως σας έχουμε ήδη προαναγγείλει στο προηγούμενο φύλλο θα σας γνωρίσουμε σήμερα μια σχετικά άγνωστη αλλά ρηξικέλευθη λεμεσιανή κυρία (που έφυγε πριν όχι και πολύ καιρό) και τι σπουδαίο και σημαντικό έκανε μέσα στα πλαίσια των αγώνων της Κυπρίας γυναίκας για  χειραφέτησης στον τόπο μας.
Θα απορείτε ίσως οι ωραίες και μοιραίες αυτές κυρίες της φωτογραφίας τι σχέση μπορούν να έχουν μεταξύ τους.  Η πρώτη κυρία (αριστερά) είναι η Μαρία Βοναπάρτη εκ Γαλλίας.  Η δεύτερη είναι η κυρία Έλλη Μιχαηλίδου εκ Λεμεσού της Κύπρου.                                                           
Ανοίγω λοιπόν μια μικρή παρένθεση από το κύριο θέμα, για να υπενθυμίσω ποια ήταν η Μαρία Βοναπάρτη σε όσους τυχόν την αγνοούν και πως και γιατί την θυμήθηκα συνδυάζοντας την με την Έλλη Μιχαηλίδου.
Η  πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη  (1882-1962) ήταν μικρανεψιά του Μεγάλου Ναπολέοντα  της Γαλλίας. Το 1907, παντρεύτηκε τον Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας. Έκτοτε ήταν γνωστή ως «Πριγκίπισσα Γεωργίου Μαρία».                                                                                                            H προσωπικότητα της Μαρίας Βοναπάρτη υπήρξε σύνθετη, παθιασμένη, μοναδική: πριγκίπισσα, πάμπλουτη κληρονόμος, σύζυγος γιού Έλληνα βασιλιά. Η συνάντηση της με τον Φρόυντ ήταν ασφαλώς η καθοριστική στη ζωή της. Έγινε μαθήτρια και φίλη του στενή  και γίνεται διάσημη ψυχαναλύτρια με ιδιαίτερο ενδιαφέρον  και στόχο να ερευνήσει και απελευθερώσει την γυναικεία σεξουαλικότητα.                                                                                            
 Έχοντας πίσω της κατά τις δεκαετίες 20, 30 και 40 μια πολύ πλούσια και σε πολλά θέματα ψυχολογίας και κοινωνιολογίας βιβλιογραφία,  κατά τα τέλη της δεκαετίας αυτής αρχίζει να ασχολείται συστηματικά και να γράφει για τη γυναικεία σεξουαλικότητα και την απελευθέρωση της - μεταξύ πολλών άλλων -  όπως  το «De la sexoualite de la Femme» ( δηλαδή «Περί της γυναικείας σεξουαλικότητας») το 1949 και παρακαλώ σημειώστε και να θυμάστε τη χρονολογία για τη συνέχεια.
Η ιστορία της σχέσης της με τον Σίγκμουντ Φρόυντ και ο τρόπος με τον οποίο βοήθησε τη διαφυγή από τη Γερμανία του ίδιου και της οικογένειας του, για να γλυτώσει  από τη χιτλερική λαίλαπα, έγινε ως γνωστό το 2004 κινηματογραφική ταινία, με τίτλο Πριγκίπισσα Μαρία, σε σκηνοθεσία του Benoît Jacquot, με την Κατρίν Ντενέβ ως Μαρία Βοναπάρτη και τον Heinz Bennent ως Σίγκμουντ Φρόυντ.                                                                                                                                            Κουβεντιάζοντας με την κυρία Έλλη Μιχαηλίδου, λίγο καιρό πριν φύγει από τη ζωή, και ρωτώντας την αν τον καιρό που αποφάσισε να αποτινάξει τον ζυγό της ανδρικής και κοινωνικής καταπίεσης και να δημοσιοποιήσει τις απόψεις της περί της γυναικείας σεξουαλικής απελευθέρωσης, είχε μήπως διαβάσει κάπου περί της Μαρίας Βοναπάρτη και του έργου τους, φοβόμουνα  μην ακούσω την απάντηση «ναι»! Δεν είχε ιδέα μου είπε! Χάρηκα δύο φορές!                                                                                         Τηρουμένων λοιπόν των αναλογιών, ιστορικών, κοινωνικών, τοπικών και άλλων θα τολμούσα επομένως να χαρακτηρίσω την Έλλη Μιχαηλίδου ως την Μαρία Βοναπάρτη της Κύπρου!                                                                                   Η Έλλη Μιχαηλίδη γεννιέται το 1915 και μεγαλώνει μέσα σε ένα μικροαστικό σπίτι μιας πολύ μικροαστικής  και υποκριτικής ηθικά  αναπτυσσόμενης Λεμεσού του μεσοπολέμου,  και του μεταπολέμου, με ό,τι εξυπακούεται.                                                                    
Πατέρας, της ο Αριστόδημος Μιχαηλίδης πρώτος υποδιευθυντής της μόλις τότε ιδρυθείσας Τράπεζας Αθηνών, άνθρωπος  αυστηρών ηθικών αρχών και εξέχον στέλεχος του τεκτονισμού στη Λεμεσού. Η μητέρα  της  η Χριστίνα, καλλιτεχνική φύση, πιανίστρια κι αυτή  υπήρξε μαθήτρια της μεγάλης δασκάλας της Λεμεσού Πολυξένης Λοϊζιάδος της πρώτης φεμινίστριας της Κύπρου. Από τη μητέρα της  η Έλλη κληρονόμησε σίγουρα το μουσικό της ταλέντο αλλά πιθανόν και τις ευαισθησίες, τις ιδεολογικές  καταβολές  και την ανατρεπτική  φύση του καλλιτέχνη. Θείος της και μέντορας της, ο Γιώργος Μιχαηλίδης, δάσκαλος του πιάνου και στενός συνεργάτης του μεγάλου μουσουργού Σόλωνα Μιχαηλίδη.                                                                                                               Η Έλλη Μιχαηλίδου σπούδασε ξένες γλώσσες  στην Ιδιωτική Σχολή Ξένων Γλωσσών της Αθηναΐδας  Λανίτη και πήρε δίπλωμα Ιταλικής από το Τέρρα Σάντα της Λεμεσού. Πιάνο  σπούδασε πρώτα στο Cyprus School of Music  της Λευκωσίας  που ίδρυσε ο τότε Κυβερνήτης  Στένταλ Στόρς  με καθηγητή τον Ησαΐα Καλμάνοβιτς.                                                        
Στη συνέχεια  από τις πρώτες μαθήτριες του  διεθνούς φήμης μουσουργό Σόλωνα Μιχαηλίδη που εντωμεταξύ ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό και δημιούργησε το Ωδείο του. Αποκτά δίπλωμα του Trinity  School of Μusic του Λονδίνου  και γίνεται καθηγήτρια θεωρίας και σολφέζ. Μαζί του στις συναυλίες και μουσικές του παραστάσεις και η Έλλη όταν το 1950 και το 1952 οργάνωσε και διηύθυνε με την χορωδία του Άρη, δύο πολύ σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα που αποτέλεσαν σταθμούς στην ιστορία της μουσικής ζωής του τόπου. Πρόκειται για το ανέβασμα της όπερας «Διδώ και Αινείας» του Η. PURCELL και του ορατορίου «Η Δημιουργία» του J.HAYDN, της πρώτης όπερας και του πρώτου ορατορίου που άκουσε το κυπριακό κοινό.
Την άλλη εβδομάδα, στο δεύτερο μέρος, θα δούμε τι σημαντικό, ρηξικέλευθο και πρωτοποριακό για την εποχή της έκανε η Έλλη Μιχαηλίδου.





Λεζάντες:

Φώτο 2. Οι γονείς της Έλλης, Αριστόδημος και Χριστίνα σε μια φωτογραφία του σπουδαίου φωτογράφου της Λεμεσού Foscolo.
Φώτο 3.  Η μητέρα της  Χριστίνα, καλλιτεχνική φύση, πιανίστρια κι αυτή  υπήρξε μαθήτρια της μεγάλης δασκάλας της Λεμεσού Πολυξένης Λοϊζιάδος της πρώτης φεμινίστριας της Κύπρου.
Φώτο 4. Πατέρας, της ο Αριστόδημος Μιχαηλίδης, άνθρωπος  αυστηρών ηθικών αρχών και εξέχον στέλεχος του τεκτονισμού στη Λεμεσού ( καθήμενος σταυροπόδι, κάτω δεξιά).
Φώτο 5. Θείος της και μέντορας της, ο Γιώργος Μιχαηλίδης, δάσκαλος του πιάνου.
Φώτο 6. 1928, στην Ιδιωτική Σχολή Ξένων Γλωσσών της Αθηναΐδας  Λανίτη (καθήμενη, δεύτερη από δεξιά)
Φώτο 7. Στην όπερα «Διδώ και Αινείας» του Η. PURCELL που ενέβασε επι σκηνής ο σόλων Μιχαηλίδης