Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Έλλη Μιχαηλίδου η Μαρία Βοναπάρτη της Κύπρου.




Μέρος δεύτερο
«Η Γυναίκα και τα δικαιώματα της στον έρωτα»
 Ας έλθουμε λοιπόν στο θέμα μας  με το σημαντικό και ρηξικέλευθο άρθρο της στην Εφημερίδα «παρατηρητής», αφού στο προηγούμενο πρώτο μέρος γνωρίσαμε την Έλλη Μιχαηλίδου και τη συσχέτιση της με την Μαρία Βοναπάρτη.
 Την εποχή εκείνη στη ραγδαία αναπτυσσόμενη Λεμεσό,  «καθώς πρέπει»  κύριοι της αστικής και μεγαλοαστικής τάξης της πόλης γκαστρώνουν τις δούλες τους ( μιλώ με όρους της εποχής) και στη συνέχεια τις διώχνουν για να διώξουν την ντροπή από το σπίτι τους και να αποκατασταθεί  έτσι και η «καθώς πρέπει»  κοινωνική ηθική τάξη  της εποχής. Εκείνες καταλήγουν συνήθως στα μπουρδέλλα της πόλης και τα «μούλικα» τους στα ορφανοτροφεία ή στη ζητιανιά. Τέτοια κλασική περίπτωση ο γνωστός τύπος της εποχής, ο Αρκοντής. Υπεράνω λοιπόν όλων η ηθική τάξη άρα και η καταπίεση επιθυμιών και παθών της γυναίκας και απόλυτη υποταγή της στον άντρα αφέντη.                                                                                            Μπορεί να παρουσιάζομαι λίγο σκληρός για τη Λεμεσό της εποχής εκείνης όμως την ιστορική αλήθεια δεν έχει κανένας το δικαίωμα να την αποκρύβει  και να την παρασιωπά, πολύ περισσότερο ο ομιλών που υπηρετεί με πάθος την λαμπρή ιστορία της Λεμεσού και την αναδεικνύει  με πολλούς τρόπους σε όλες τις θετικές της εκφάνσεις και πλευρές.                                                                                              Μέσα λοιπόν σ αυτό το υποκριτικό κοινωνικό κλήμα της εποχής,  μια νεαρή  κυρία της πόλης αποφασίζει να σηκώσει από μόνη της το βάρος της αποτίναξης του  ζυγού της καταπίεσης και της ψευδοηθικής και να κάνει κάτι πολύ, μα πολύ επαναστατικό, με τα μέτρα της εποχής της.                                                          Στέλλει  ένα πρώτο άρθρο στην εφημερίδα της Λεμεσού «Παρατηρητής»  στα τέλη του Φεβρουαρίου του  1947 με τίτλο «Η γυναίκα και η εξίσωσης της με τον άντρα» στο οποίο καταγγέλλει ανάμεσα σε πολλά άλλα την υποκριτική κοινωνία που ζει και την ανάγκη να αποτινάξει η σύγχρονη με αυτή γυναίκα το  ζυγό  της ανδρικής και κοινωνικής καταπίεσης.                                                                             
Ενθαρρυμένη από την ευνοϊκή ανταπόκριση που είχε ανάμεσα στις γυναίκες του κύκλου της αλλά και σε πολλούς προοδευτικούς άνδρες, αποφασίζει ένα δεύτερο, μεγαλύτερο άλμα και  δημοσιεύει στην ίδια εφημερίδα έκδοσης 16 Μαρτίου ένα δεύτερο άρθρο με τον επαναστατικό για την εποχή τίτλο «Η Γυναίκα και τα δικαιώματα της στον έρωτα».                                                                                            
Η γλώσσα της τολμηρή, ρηξικέλευθη και «σερνική», μα ταυτόχρονα τρυφερά θηλυκή και ρομαντική. Μια κραυγή διαμαρτυρίας, ακόμα και απελπισίας θα μπορούσαμε να πούμε, μέσα σε ένα  κοινωνικό  όπως είπαμε περίγυρο μιας μικροαστικής Λεμεσού της δεκαετίας του 40 με την υποκριτική ψευδοηθική της.         
Το παραθέτουμε αυτούσιο:                                                                                                                          «Η κοινωνία με τα υποκριτικά ήθη και έθιμα της επιτρέπει στους άνδρες κάθε ελευθερία στον έρωτα και την θεωρεί μάλιστα πολύ φυσική, ενώ απεναντίας επιβάλλει στη γυναίκα μιαν πουριτανική αγνότητα η οποία την εξαναγκάζει να ζη μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα υποκρισίας και φανατισμού.                                                                                                   Και πραγματικά στο σεξουαλικό ζήτημα η γυναίκα υστερεί πολύ από τον άνδρα, δεν υπάρχει καμμιά ελευθερία γι' αυτή. Όλα πρέπει να τ ' απολαύση εγωιστικά ο άνδρας ο οποίος φαντάζεται ότι όλα χωρίς εξαίρεση, είναι στη διάθεση του, όλα καμωμένα για την απόλαυση του.                                                                                                                      Αυτός να γλεντήση, αυτός να διασκέδαση δηλ. να πλανέψη, ν' αδικήση, να καταστρέψη το πάν στο πέρασμα του αρκεί να διασκέδαση εγωιστικά αυτός, μονάχα αυτός.                                                                                                  Ο άνδρας λοιπόν, ο φοβερός αυτός εκμεταλλευτής της γυναίκας, που τόσα χρόνια την είχε υποχείριο του και την μεταχειριζότανε σα σκλάβα του, έχει τον άγριο εγωϊσμό που από μικρό παιδί του φυτέψανε στο μυαλό οι δικοί του, ότι είναι άνδρας κι έτσι αφού είναι άνδρας έχει ελεύθερο πεδίο δράσεως: μπορεί να κάνη ότι θέλει για να γλεντήση τη ζωή του όσο το δυνατό πιο ευχάριστα αδιαφορώντας για τις αδικίες που σκορπά γύρω του, για τις δυστυχισμένες αυτές γυναικείες υπάρξεις τες οποίες αφού μολύνη με τα βρώμικα του χέρια τες πετά στον δρόμο σα κουρέλια για να βρεθή δίχως άλλο πάλι, κανένα άλλο πειναλέο κινάριο να τες παραπλανέση με τη σειρά του και να τες εγκατάλειψη στη τύχη τους όπως κάνανε προηγουμένως οι άλλοι. Και τότε είναι εύκολο να μαντεύση κανείς την τύχη των δυστυχισμένων αυτών γυναικών οι οποίες δεν είναι άλλο παρά θύματα της εγωπάθειας και σαρκολατρείας των ανδρών. Αλοίμονο  σ' αυτές σαν τύχη και παραστρατήσουνε άθελα τους. Θα τους κλείση κατάμουτρα την πόρτα η κοινωνία ολόκληρη. Καμμιά χαρά, καμμιά ευτυχία δεν τες περιμένει πια.                                       
 Παντού περιφρονημένες, παντού καταδιωγμένες αναγκάζονται άθελα τους ν' ακολουθήσουνε τον δρόμο που τους χαράξανε άλλοι. Κι' όπως το θαλασσοδερμένο καράβι που το κτυπούνε απ' όλες τις μεριές τα μανιασμένα στοιχεία της φύσεως χωρίς να κατορθώση να βρή κάποιο απάνεμο ακρογιάλι για ναμπόρεση ν'αράξη έτσι κι' οι δυστυχισμένες αυτές γυναικείες υπάρξεις,  ριγμένες μέσα στην φουρτουνιασμένη αυτή ανθρωποθάλασσα που λέγεται «κοινωνία», βρίσκονται μια μέρα ανυπεράσπιστες στην κτηνώδη διάθεση του ενός και του άλλου χωρίς ποτέ να μπορέσουνε να βρούνε το ειρηνικό λιμάνι της ζωής τους.                                                                                                         Και ποιος είναι ο υπαίτιος γι αυτά όλα; Ποιος άλλος παρά ο τόσον ατομικιστής, ο μέχρι παθολογίας υλιστής και σαρκολάτρης άνδρας. Αυτός που δεν νοιάζεται για κάθε του βέβηλη πράξη, που δεν συναισθάνεται το σφάλμα του γιατί έχει πωρωμένη τη συνείδηση του. Μπορεί να κάνει τα αίσχιστα χωρίς το ελάχιστο να ερυθριάση γιατί βασίζεται πάνω στην ελευθερίαν αυτή την λεγομένη «πολυγαμία» που του δίνει ή μάλλον που αυτός ο ίδιος δίνει στο δικό του φύλο. Και μήπως όλοι τους δεν εφαρμόζουνε την ίδια τακτική; Δεν βαδίζουνε με το ίδιο πνεύμα προς τον ίδιο καταστρεπτικό σκοπό; να χυμίζουνε σαν «αρπακτικά όρνεα» πάνω στη λεία που κυνηγούνε απλώς και μόνο για να ικανοποιήσουνε το τόσο ατομικιστικό ανδρικό «Εγώ» τους.                                                                      
 Κανένας όμως δεν θα κατακρίνη τες πράξεις τους, κι' όλοι ανεξαιρέτως θα τους υπερασπίσουνε. Γιατί όμως αυτό; «Γιατί είναι άνδρες,» θα σου απάντηση ο χαζόκοσμος, και «πρέπει να γλεντήσουνε τη ζωή τους». Απεναντίας η γυναίκα είναι πάντα ο αποδιοπομπαίος τράγος. Κάθε της λέξη, κίνηση, πράξη θα σχολιασθή. Όλοι θα στραφούνε εναντίον της για να την κατηγορηθούνε. Την ονομάζουνε ανήθικη γιατί έτυχε ν' αγαπήση ένα άνδρα, ο οποίος με πλάνα λόγια και χίλιες δυο ψεύτικες υποσχέσεις κατόρθωσε να την ξεγελάση - ηρωισμός βλέπετε αυτός, να ξεγελάση κανείς μια γυναίκα - και δεν ονομάζουνε ανήθικον αυτόν τον ίδιον άνδρα ο οποίος έχει ξεγελάσει τόσες και τόσες γυναίκες, έχει περπατήσει πάνω σε τόσα θύματα για να ρουφήξη και την τελευταία μικρούτσικη σταλαματιά μήπως και του ξεφύγη καμιά - από το ποτήρι της ηδονής. Πρέπει λοιπόν η γυναίκα να υφίσταται τόσος εξευτελισμούς τόσα δεινοπαθήματα μόνο και μόνο για την εγωϊστική απόλαυση του «άρρενος»;                                                                                     
Γιατί λοιπόν να υπάρχη η ανισότης αυτή μεταξύ των δύο φύλων; Γιατί ο άνδρας νάναι ελεύθερος να κάνει ότι θέλει; Γιατί μονάχα αυτός ν'απολαμβάνη εγωιστικά τον έρωτα εις βάρος της γυναίκας; Η μήπως ο Έρως, ο φτερωτός αυτός γυιός της Αφροδίτης είναι αποκλειστικά γεννημένος γι αυτόν; Ποιος τούδωσε το δικαίωμα αυτό; Η φύσις; Μα μήπως αυτή θάτανε τόσο άδικη απέναντι στη γυναίκα - το ωραίο αυτό κομψοτέχνημα της - από του να της στερή το υπέρτατο αυτό αγαθό της το οποίον ονομάζεται «Ερως»; Όχι, χίλιες φορές όχι. Η φύσις έχει δώσει στη γυναίκα τα ίδια δικαιώματα στον έρωτα όπως και στον άνδρα και όποιος ζήτηση να την περιφρόνηση είτε από σεμνοτυφία, είτε από εγωϊσμό, αργά ή γρήγορα θα εκδικηθή.                                                                                                     Προς τι λοιπόν η πουριτανική αυτή υποκρισία; Γιατί πάντα να θέλουμε τη γυναίκα να παρουσιάζεται καμουφλαρισμένη; Μήπως δεν είναι κι' αυτή καμωμένη από σάρκα και οστά όπως ο σύντροφος της άνδρας; Δεν ζεί κάτω από τον ίδιον ουρανό; Δεν αναπνέει τον ίδιον αέραν; Δεν υποτάσσεται κι αυτή σαν αυτόν -όπως και κάθε τι που υπάρχει στο ζωικό και φυτικό βασίλειο -στον ισχυρότερο νόμο της φύσεως πούναι ο νόμος της αγάπης;                                                                             
Είναι καιρός πια να τινάξουμε τον ζυγό των μεσαιωνικών αυτών αντιλήψεων οι οποίες φωλιάζουνε μέσα σε πνεύματα πολύ οπισθοδρομικά. Το ετοιμόρροπο αυτό οικοδόμημα οφείλει να κατάρρευση μια ώρα γρηγορότερα καθώς και οι φραγμοί που μας χωρίζουνε από το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Μονάχα μ' αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε να γεφυρώσουμε το απέραντο χάος που από αιώνες τώρα μας χωρίζει από το αθάνατο ελληνικό μεγαλείο.                                                                                                                
Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσανε τον έρωτα ως το αίσθημα το πιο ωραίο, το πιο ιερό, το πιο ενάρετο, αυτό πού τους εξύψωνε, πού τους ενέπνεε να γράφουνε τα' αριστουργήματα τους, αυτό πού τους χάριζε τα νειάτα, τη χαρά αυτή της ζωής. Γι αυτό είχανε στήσει κι' άγαλμα του Υμέναιου με την ακόλουθη αφιέρωση: « Στον Υμέναιο που βραδύνει τον ερχομό των γηρατειών». Ο Έρως ήτανε γι αυτούς κάτι το φυσικό, το απαραίτητο για κάθε άνθρωπο είτε άνδρας ήτανε είτε γυναίκα, γι αυτό και συνηθίζανε να λέγουν: « ουκ αισχρόν ουδέν των αναγκαίων βροτοίς» το ίδιο ακριβώς που λέγουνε οι σημερινοί Άγγλοι οι οποίοι το πήρανε λαθραίως από τους Ελληνες: «what is natural is not descraceful» δηλ. κάτι πού είναι φυσικό δεν είναι κι' ατιμωτικό.                                                                                          
 Πιο κάτω ο Βολταίρος λέγει: « Ο άνθρωπος είναι πάρα πολύ αδύνατος για να δαμάση την φύση». Και τέλος η ιατρός Gina Jombrosi : «Είναι μάταιο ν' αντιτίθεται κανείς σ' ότι θέλει η φύσις». Όλες αυτές οι τόσον γνωστικές σκέψεις και τόσες άλλες πόχουνε γραφτεί κι' εξακολουθούνε ακόμη να γράφωνται για τον έρωτα δεν αφορούσανε μονάχα το ανδρικό φύλο αλλά και το γυναικείο μαζύ. Γι αυτό λοιπόν τον λόγο ο έρως δεν πρέπει να θεωρείται ανηθικότης, ούτε διαφθορά,  αλλ' ότι φυσικό κι' επομένως αγνό, καθάριο, άδολο.                                                                               Η γυναίκα στενάζει κάτω απ' τη βαρεία άλυσο που τη δεσμεύει κι' ασφυκτιά μέσα στο πυκνό σκοτάδι που την περιλούζει.                                                                                        Τα νεανικά της χρόνια διαβαίνουνε κουκουλωμένα μέσα στον πένθιμο γεροντικό μανδύα. Τα σφριγηλά της νειάτα φωνάζουνε: «Αγάπη! Αγάπη!» αλλά η φωνή της χάνεται, πνίγεται κάτω από το βαρύ πέπλο της υποκρισίας. Η αλυσοδεμένη της καρδιά θέλει να σπάση τα δεσμά για να πηδήση έξω ελεύθερη, στον ήλιο στον καθαρό αέρα στο φως. Θα το κατορθώση όμως κάποτε; Γιατί όχι, όταν υπάρχει θέλησις, υπάρχει τρόπος.  Κι ο τρόπος αυτός είναι ο ακόλουθος:                                                                                                        
Κάθε γυναίκα οφείλει να διεκδίκηση τα δικαιώματα της στον έρωτα, την υπέρτατη αυτή χαρά της ζωής, να διακήρυξη, σαν ανθρώπινο όν, το δικαίωμα που έχει κι' αυτή στην αναζήτηση της ατομικής ευτυχίας μέσα στα όρια του ιδίου δικαιώματος του άρρενος. Κι αυτό θα επιτευχθή όταν εμείς οι ίδιες οι γυναίκες, στρέψουμε τα νώτα σε κάθε ανιφεμινιστική ιδέα. Με τέτοιο τρόπο θ' αφήσουμε τη γυναίκα ελεύθερη ν' ακολουθήση την φωνή της καρδιάς της, ελεύθερη ν' αγαπήση και ν' αγαπηθή γιατί η αγάπη - ο Έρως - ο τυφλός αυτός θεός, συνηθισμένος να πετά φιλελεύθερα, με διάπλατα ανοιχτές τις φτερούγες του, και να σκορπά τριγύρω τα μαγικά του τόξα, δεν ανέχεται κανένα περιορισμό, όσο τον δεσμεύει κανείς τόσο και πιο πολύ θεριεύει.                                                                                  
Το ζήτημα αυτό της χειραφετίσεως της γυναίκας και της εξισώσεώς της με τον άνδρα, απασχολεί πολύ τον θηλυκόκοσμο ο οποίος περιμένει ανυπομόνως, την απολύτρωση του από την σεξουαλική σκλαβιά, γιατί πραγματικά είναι τόσο άδικο για μια γυναίκα να υφίσταται τες συνέπειες ενός παράλογου κοινωνικού νόμου, μιας απηρχαιομένης κοινωνικής προλήψεως και σκωροφαγομένης νοοτροπίας, χωρίς να μπορή να τα μετατρέψη γιατί δεν της το επιτρέπουνε οι κοινωνικές συνθήκες, τα κοινωνικά αυτά λεγόμενα «κατά συνθήκη ψεύδη» κάτω από τα οποία φωλιάζει η υποκρισία και ο Φαρισαϊσμός.»
 Στη συνάντηση μου με την Έλλη (λίγο καιρό πριν φύγει από τη ζωή, όταν καταπλακώθηκε από αυτοκίνητο σε διάβαση πεζών, στον παραλιακό δρόμο λαιμητόμο της Λεμεσού όπου βγήκε για να περπατήσει),  μου διηγήθηκε τα παρεπόμενα της δημοσίευσης του άρθρου αυτού.
Ο πατέρας της δεν το είχε διαβάσει και το αγνοούσε. Στην  επόμενη όμως έκδοση του «Παρατηρητή» διάβασε τυχαία προαγγελία δημοσιεύματος σε προσεχή έκδοση κυρίας της Λεμεσού που θα απαντούσε στην Έλλη Μιχαηλίδου διαφωνώντας για τα λεγόμενα της. Έτρεξε αμέσως σπίτι με την εφημερίδα υπό μάλης και σείοντας την με θυμό τη ρώτησε τι έγραψε για να της απαντούν. Τότε ομολόγησε «το αμάρτημα της». Έξαλλος ο πατέρας της έτρεξε στον Πάνο Φασουλιώτη, τον εκδότη του «Παρατηρητή», επιτιμώντας τον για την δημοσίευση των άρθρων της κόρης του χωρίς εκείνος να ρωτηθεί και να το γνωρίζει. Τότε έκατσε και έγραψε μαζί με τον Πάνο μια «επιστολή», βάζοντας εν αγνοία της το όνομα της από κάτω, που δημοσιεύτηκε στην επόμενη έκδοση, με την οποία δήλωνε ότι όσα δημοσίευσε στα άρθρα της «δεν ευσταθούν» και τα ανακαλούσε ! Όταν η Έλλη Μιχαηλίδου το πληροφορήθηκε κλειδώθηκε στο δωμάτιο της και έκλεγε λέει για τρείς μέρες!

Λεζάντες:
Φώτο 1 Έλλη Μιχαηλίδου
Φώτο 4 Η Έλλη Μιχαηλίδου  κατά τη συνάντηση μας λίγο πριν φύγει από τη ζωή κάτω από τραγικές συνθήκες
Φώτο 5 Πάνω από το πιάνο της , μαζί με τις φωτογραφίες όλων των μεγάλων μουσουργών και η μεταλλική αυτή πλακέτα με το ρητό που αποτελούσε «μπούσουλα» στη ζωή της.

Έλλη Μιχαηλίδου η Μαρία Βοναπάρτη της Κύπρου




Μέρος πρώτο
Όπως σας έχουμε ήδη προαναγγείλει στο προηγούμενο φύλλο θα σας γνωρίσουμε σήμερα μια σχετικά άγνωστη αλλά ρηξικέλευθη λεμεσιανή κυρία (που έφυγε πριν όχι και πολύ καιρό) και τι σπουδαίο και σημαντικό έκανε μέσα στα πλαίσια των αγώνων της Κυπρίας γυναίκας για  χειραφέτησης στον τόπο μας.
Θα απορείτε ίσως οι ωραίες και μοιραίες αυτές κυρίες της φωτογραφίας τι σχέση μπορούν να έχουν μεταξύ τους.  Η πρώτη κυρία (αριστερά) είναι η Μαρία Βοναπάρτη εκ Γαλλίας.  Η δεύτερη είναι η κυρία Έλλη Μιχαηλίδου εκ Λεμεσού της Κύπρου.                                                           
Ανοίγω λοιπόν μια μικρή παρένθεση από το κύριο θέμα, για να υπενθυμίσω ποια ήταν η Μαρία Βοναπάρτη σε όσους τυχόν την αγνοούν και πως και γιατί την θυμήθηκα συνδυάζοντας την με την Έλλη Μιχαηλίδου.
Η  πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη  (1882-1962) ήταν μικρανεψιά του Μεγάλου Ναπολέοντα  της Γαλλίας. Το 1907, παντρεύτηκε τον Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας. Έκτοτε ήταν γνωστή ως «Πριγκίπισσα Γεωργίου Μαρία».                                                                                                            H προσωπικότητα της Μαρίας Βοναπάρτη υπήρξε σύνθετη, παθιασμένη, μοναδική: πριγκίπισσα, πάμπλουτη κληρονόμος, σύζυγος γιού Έλληνα βασιλιά. Η συνάντηση της με τον Φρόυντ ήταν ασφαλώς η καθοριστική στη ζωή της. Έγινε μαθήτρια και φίλη του στενή  και γίνεται διάσημη ψυχαναλύτρια με ιδιαίτερο ενδιαφέρον  και στόχο να ερευνήσει και απελευθερώσει την γυναικεία σεξουαλικότητα.                                                                                            
 Έχοντας πίσω της κατά τις δεκαετίες 20, 30 και 40 μια πολύ πλούσια και σε πολλά θέματα ψυχολογίας και κοινωνιολογίας βιβλιογραφία,  κατά τα τέλη της δεκαετίας αυτής αρχίζει να ασχολείται συστηματικά και να γράφει για τη γυναικεία σεξουαλικότητα και την απελευθέρωση της - μεταξύ πολλών άλλων -  όπως  το «De la sexoualite de la Femme» ( δηλαδή «Περί της γυναικείας σεξουαλικότητας») το 1949 και παρακαλώ σημειώστε και να θυμάστε τη χρονολογία για τη συνέχεια.
Η ιστορία της σχέσης της με τον Σίγκμουντ Φρόυντ και ο τρόπος με τον οποίο βοήθησε τη διαφυγή από τη Γερμανία του ίδιου και της οικογένειας του, για να γλυτώσει  από τη χιτλερική λαίλαπα, έγινε ως γνωστό το 2004 κινηματογραφική ταινία, με τίτλο Πριγκίπισσα Μαρία, σε σκηνοθεσία του Benoît Jacquot, με την Κατρίν Ντενέβ ως Μαρία Βοναπάρτη και τον Heinz Bennent ως Σίγκμουντ Φρόυντ.                                                                                                                                            Κουβεντιάζοντας με την κυρία Έλλη Μιχαηλίδου, λίγο καιρό πριν φύγει από τη ζωή, και ρωτώντας την αν τον καιρό που αποφάσισε να αποτινάξει τον ζυγό της ανδρικής και κοινωνικής καταπίεσης και να δημοσιοποιήσει τις απόψεις της περί της γυναικείας σεξουαλικής απελευθέρωσης, είχε μήπως διαβάσει κάπου περί της Μαρίας Βοναπάρτη και του έργου τους, φοβόμουνα  μην ακούσω την απάντηση «ναι»! Δεν είχε ιδέα μου είπε! Χάρηκα δύο φορές!                                                                                         Τηρουμένων λοιπόν των αναλογιών, ιστορικών, κοινωνικών, τοπικών και άλλων θα τολμούσα επομένως να χαρακτηρίσω την Έλλη Μιχαηλίδου ως την Μαρία Βοναπάρτη της Κύπρου!                                                                                   Η Έλλη Μιχαηλίδη γεννιέται το 1915 και μεγαλώνει μέσα σε ένα μικροαστικό σπίτι μιας πολύ μικροαστικής  και υποκριτικής ηθικά  αναπτυσσόμενης Λεμεσού του μεσοπολέμου,  και του μεταπολέμου, με ό,τι εξυπακούεται.                                                                    
Πατέρας, της ο Αριστόδημος Μιχαηλίδης πρώτος υποδιευθυντής της μόλις τότε ιδρυθείσας Τράπεζας Αθηνών, άνθρωπος  αυστηρών ηθικών αρχών και εξέχον στέλεχος του τεκτονισμού στη Λεμεσού. Η μητέρα  της  η Χριστίνα, καλλιτεχνική φύση, πιανίστρια κι αυτή  υπήρξε μαθήτρια της μεγάλης δασκάλας της Λεμεσού Πολυξένης Λοϊζιάδος της πρώτης φεμινίστριας της Κύπρου. Από τη μητέρα της  η Έλλη κληρονόμησε σίγουρα το μουσικό της ταλέντο αλλά πιθανόν και τις ευαισθησίες, τις ιδεολογικές  καταβολές  και την ανατρεπτική  φύση του καλλιτέχνη. Θείος της και μέντορας της, ο Γιώργος Μιχαηλίδης, δάσκαλος του πιάνου και στενός συνεργάτης του μεγάλου μουσουργού Σόλωνα Μιχαηλίδη.                                                                                                               Η Έλλη Μιχαηλίδου σπούδασε ξένες γλώσσες  στην Ιδιωτική Σχολή Ξένων Γλωσσών της Αθηναΐδας  Λανίτη και πήρε δίπλωμα Ιταλικής από το Τέρρα Σάντα της Λεμεσού. Πιάνο  σπούδασε πρώτα στο Cyprus School of Music  της Λευκωσίας  που ίδρυσε ο τότε Κυβερνήτης  Στένταλ Στόρς  με καθηγητή τον Ησαΐα Καλμάνοβιτς.                                                        
Στη συνέχεια  από τις πρώτες μαθήτριες του  διεθνούς φήμης μουσουργό Σόλωνα Μιχαηλίδη που εντωμεταξύ ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό και δημιούργησε το Ωδείο του. Αποκτά δίπλωμα του Trinity  School of Μusic του Λονδίνου  και γίνεται καθηγήτρια θεωρίας και σολφέζ. Μαζί του στις συναυλίες και μουσικές του παραστάσεις και η Έλλη όταν το 1950 και το 1952 οργάνωσε και διηύθυνε με την χορωδία του Άρη, δύο πολύ σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα που αποτέλεσαν σταθμούς στην ιστορία της μουσικής ζωής του τόπου. Πρόκειται για το ανέβασμα της όπερας «Διδώ και Αινείας» του Η. PURCELL και του ορατορίου «Η Δημιουργία» του J.HAYDN, της πρώτης όπερας και του πρώτου ορατορίου που άκουσε το κυπριακό κοινό.
Την άλλη εβδομάδα, στο δεύτερο μέρος, θα δούμε τι σημαντικό, ρηξικέλευθο και πρωτοποριακό για την εποχή της έκανε η Έλλη Μιχαηλίδου.





Λεζάντες:

Φώτο 2. Οι γονείς της Έλλης, Αριστόδημος και Χριστίνα σε μια φωτογραφία του σπουδαίου φωτογράφου της Λεμεσού Foscolo.
Φώτο 3.  Η μητέρα της  Χριστίνα, καλλιτεχνική φύση, πιανίστρια κι αυτή  υπήρξε μαθήτρια της μεγάλης δασκάλας της Λεμεσού Πολυξένης Λοϊζιάδος της πρώτης φεμινίστριας της Κύπρου.
Φώτο 4. Πατέρας, της ο Αριστόδημος Μιχαηλίδης, άνθρωπος  αυστηρών ηθικών αρχών και εξέχον στέλεχος του τεκτονισμού στη Λεμεσού ( καθήμενος σταυροπόδι, κάτω δεξιά).
Φώτο 5. Θείος της και μέντορας της, ο Γιώργος Μιχαηλίδης, δάσκαλος του πιάνου.
Φώτο 6. 1928, στην Ιδιωτική Σχολή Ξένων Γλωσσών της Αθηναΐδας  Λανίτη (καθήμενη, δεύτερη από δεξιά)
Φώτο 7. Στην όπερα «Διδώ και Αινείας» του Η. PURCELL που ενέβασε επι σκηνής ο σόλων Μιχαηλίδης

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Όλα τα είδη ντεκολτέ για κάθε είδους στήθος.

 


    Στην ίδια ενότητα με τα προηγούμενα και το σημερινό, στον κύκλο με θέμα την γυναίκα μέσα στις  κοινωνικές συνθήκες της Λεμεσού από τα τέλη του 19ου αιώνα. Όταν η κοινωνία της πόλης άρχιζε να συνέρχεται από το λήθαργο της τουρκοκρατίας και οι λεμεσιανές γυναίκες άρχισαν να διεκδικούν τα δικαιώματα τους και να βελτιώνουν τις συνθήκες ζωής και αποδοχής τους από την μέχρι τότε καθαρά ανδροκρατούμενη αυτή κοινωνία.
Κάτω όμως από μια  διαφορετική οπτική γωνία. Αυτό της γυναικείας φιλαρέσκειας , της μόδας και γενικά της αισθητικής της εμφάνισης και επομένως του ερωτισμού που ήθελε να εκπέμπει για να σαγηνεύει το  άλλο το (δήθεν) «ισχυρό» φύλο.
       Με αφορμή ένα  χαριτωμένο κείμενο που βρήκαμε σε παλιά εφημερίδα της Λεμεσού και που σκιαγραφεί και τα χαρακτηριστικά μιας εποχής αναφορικά με τη σεξουαλικότητα, το γυναικείο γυμνό  την αισθητική και την ηθική μιας εποχής.
        Διότι αν σήμερα, εποχή άκρατου σεξουαλισμού, όπου το γυμνό σε πλήρη και χωρίς φραγμούς εμφάνιση του σε όλες τις μορφές του, μας κατακλύζει παντού από ηλεκτρονικά και έντυπα ΜΜΕ μέχρι αφίσες στους δρόμους  και διαφημιστικά μηνύματα παντός είδους και ίσως το ύφος και το περιεχόμενο του δημοσιεύματος αυτού  να μας φαίνεται φαιδρό και απίστευτο όμως δεν είναι και πολύς καιρός, πολύ πιο κοντά μας από το 1916 που αναφέρεται το δημοσίευμα αυτό, που το ελάχιστο γυμνό, η εμφάνιση μιας γάμπας μέχρι το γόνατο ή μιας ωμοπλάτης και ενός «τολμηρού» ντεκολτέ, σκανδάλιζε το «ισχυρό» φύλο και του γεννούσε βαθειούς ανομολόγητους πόθους και αναστεναγμούς…

       Ας δούμε τι έγραφε  η ανώνυμη συντάκτρια του άρθρου κάτω από το ψευδώνυμο  «Η φιλαναγνώστρια» στην εφημερίδα «ΣΑΛΠΙΓΞ» της Λεμεσού στις 2 Μαρτίου 1916, συμβουλεύοντας τις συμπολίτισσες της πάνω σε θέματα ομορφιάς, αισθητικής και σεξουαλικότητας κάτω από τον τίτλο «Από την γυναικείαν ωραιότητα – το ντεκολτέ»: 
       «Εις καλλιτεχνικόν έργον μεγάλης αξίας, ο Δόκτωρ Βιτόφσκυ παρέχει τας επομένας πληροφορίας περί του ασπαίροντος ζητήματος του ντεκολτέ.«Ντεκολτέ αλά Γκρεκ, ήτοι κατά τον αρχαίον Ελληνικόν τρόπον,-ντεκολτέ αγνόν και προκλητικόν, αφίνει ακάλυπτους τους ώμους, το στέρνον και τας ωμοπλάτας. Υπέροχον όταν καλύπτει το στήθος εύτονον αλλ’ όμως φρικτόν όταν εφαρμόζεται με στήθος πλαδαρόν.
      «Ντεκολτέ  Αμπίρ, ήτοι ντεκολτέ κατα ρυθμόν της πρώτης γαλλικής Αυτοκρατορίας, άσεμνον, χρησιμοποιούμενον είτε από γυναίκαν αφελή, η οποία υπερηφανεύεται επιδυκνείουσα τους αγλαούς της ώμους ή από γυναίκα ατρόμητον, η οποία είναι αποφασισμένη να μη οπισθοχωρήση προ ουδενός.
«Ντεκολτέ καρρέ,-ντεκολτέ τετραγωνικόν, χαριέστατον, προκλητικόν, δεικνύει τα πάντα και δεν αφίνει να φαίνεται τίποτε, επιτρέπει να μαντεύεται κομψόν στήθος και εκεί ακόμη όπου τοιούτον δεν υπάρχει. «Ντεκολτέ ρον-ντεκολτέ στρογγυλοειδές, θέλει απαιτεί ωραιοτάτους ώμους. Το ντεκολτέ ντελαβιέρζ, το παρθενικόν ντεκολτέ, δεν απαιτεί στήθος. «Ντεκολτέ αν καίρ,-ντεκολτέ εις σχήμα καρδιάς. Με αυτό κερδίζει πολύ η γυνή και όχι ολίγον οι βλέποντες αυτήν. Είναι  πολύ χαμηλά ανοικτόν προς τα εμπρός και ακόμη ει δυνατόν ανοικτότερον προς τα οπίσω. Η και τανάπαλιν. «Ντεκολτέ παν ουάντ,- ήτοι ντεκολτέ  απολήγον εις οξύ, αφήνει να φαίνωνται οι λακίσκοι της ράχης.» Η  «Παρισινή Ζωή» παρεδέχετο κάποτε τρείς κατηγορίας γυναικών αι οποίαι επιζητούν το ντεκολτέ. «Η γυνή η έχουσα κανέναν ωραίον  «αστερίσκον», το επιδεικνύει αντί πάσης θυσίας. Η γυνή η έχουσα άμεμπτον στήθος. Η έχουσα λακκίσκους στην ράχιν παραδέχεται το παραπολύ ανοικτόν ντεκολτέ δια να το επιδεικνύη».
Τα χρόνια που ακλούθησαν οι γυναίκες κέρδιζαν αργά αλλά σταθερά την γυναικεία τους απελευθέρωση και τα δικαιώματα τους στον ερωτισμό.
Στο επόμενο τεύχος θα αναφερθούμε αναλυτικά σε μια σπουδαία λεμεσιανή, την Έλλη Μιχαηλίδου, που το 1942 δημοσίευσε δύο σχετικά άρθρα στην εφημερίδα «Παρατηρητής» προκαλώντας μεγάλες συζητήσεις και ταράσσοντας τα λιμνάζοντα νερά της μικρής, ανδροκρατούμενης και ρατσιστικής, υποκριτικής στο θέμα αυτό λεμεσιανής κοινωνίας της εποχής εκείνης.
Πριν από αυτήν, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, μια άλλη λεμεσιανή, η Λουκία Νικολαΐδου, πρώτη κυπρία γυναίκα ζωγράφος, επέστρεψε από τις σπουδές της στο Παρίσι με ένα πακέτο ρολά από καμβάδες με γυναικεία γυμνά και εκθέτοντας τα στο «σεμνότυφο»  φιλότεχνο αλλά και φιλοθεάμων  κοινό της Λεμεσού.
Κάνοντας τώρα ένα μεγάλο χρονικό άλμα, να αναφερθούμε στα καλλιστεία από τα πρώτα κιόλας χρόνια της δεκαετίας του 1960 όπου οι καλλίγραμμες λεμεσιανές και άλλες κύπριες, «τόλμησαν» να εμφανιστούν στο κοινό του νυχτερινού κέντρου «Το Κύμα» με μαγιό, έστω και αρκούντως σεμνά και όχι καυτά μπικίνι. Ήταν μια γυναικεία κατάκτηση εν πάση περιπτώσει!

Σημείωση: Εικάζουμε ( λίγο αυθαίρετα είναι αλήθεια), ότι κάτω από το ψευδώνυμο «Φιλαναγνώστρια» κρυβόταν η  λεμεσιανή λογία και ποιήτρια Γεωργία Λοφίτου-Ματθαίου (189301985) που σύμφωνα με τον ιστοριοδίφη Τείτη Κουδουνάρη (Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920) δημοσιογραφούσε στην εφημερίδα «Σάλπιγξ» από το 1919 χρησιμοποιώντας τα ψευδώνυμα Gina, Στέλλα Βιολάντη και Ρόζα ντε Ρίβας. Καθόλου λοιπόν απίθανο να έγραφε κατά καιρούς άρθρα στη Σάλπιγκα και πριν το 1919 χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο αυτό. Ρηξικέλευθη και πρωτοπόρος η Λοφίτου για την εποχή της μετείχε ήδη στην ανδροκρατούμενη μαντολινάτα του Καλλιγέρη από τη δεκαετία του 1910 και «τόλμησε» την ίδια εποχή να ανεβεί επί σκηνής ως ηθοποιός του θεάτρου, πράγμα που λίγες γυναίκες το τολμούσαν την εποχή εκείνη, αψηφώντας τα κουτσομπολιά για «ελαφρότητα ηθών» σε όσες το έκαναν.

Λεζάντες  φωτογραφιών

1.       Η Ελένη Λοφίτου-Ματθαίου

2.       «Ντεκολτέ αλά Γκρεκ, ήτοι κατά τον αρχαίον Ελληνικόν τρόπον»

3.       Η Πεπλοφόρος κόρη της Ακροπόλεως. Ένα  αριστουργηματικό έργο γλυπτικής τέχνης της αρχαίας Ελλάδας.

4.       Έργο της Λουκίας Νικολαΐδου

5.       «Ντεκολτέ αν καίρ,-ντεκολτέ εις σχήμα καρδιάς. Με αυτό κερδίζει πολύ η γυνή και όχι ολίγον οι βλέποντες αυτήν.»

6.       Καλλιστεία στο «Κύμα» Λεμεσού το 1963

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Η προστασία των κορών από τους… «βέβηλους οφθαλμούς».



Οι μαθήτριες του παρθεναγωγείου Λεμεσού το 1899 με τις καθηγήτριες τους στη μεσαία σειρά. Στο κέντρο η Πολυξένη Λοϊζιάς και στα δεξιά της η Χαρ. Αποστολίδου.


Το δεύτερο μέρος, όπως προαναγγείλαμε στο τελευταίο τεύχος, της θεματικής ενότητας «Γυναίκα» και τη θέση της στη λεμεσιανή κοινωνία άλλων εποχών.
Κοιτάζοντας κάποιος τους σημερινούς νέους και τις νέες με τα γυμνασμένα  και καλοφτιαγμένα κορμιά θεωρεί ως δεδομένο ότι αυτό ίσχυε σε όλες τις εποχές μια και το ρητό «νους υγιής εν σώματι υγιή» είναι τόσο… αρχαίο.
 Δεν πάνε όμως και πολλά χρόνια, μόλις εκατό δέκα  και κάτι, που η γυμναστική, ιδιαίτερα για τα κορίτσια, ήταν πράγμα άγνωστο, στα όρια ίσως του «ανήθικου», αφού με την αποφυγή της προστάτευαν τις κόρες από τους… «βέβηλους οφθαλμούς».
Ώσπου μια ρηξικέλευθη και προοδευτική σπουδαία γυναίκα της Λεμεσού, η λογία εκπαιδευτικός και ποιήτρια Πολυξένη Λοϊζιάς, έκανε την «υπέρβαση» εισάγοντας το μάθημα της γυμναστικής, πρώτα και εδώ από όλη την Κύπρο, στο Παρθεναγωγείο της Λεμεσού που διηύθυνε. Δημιουργώντας ταυτόχρονα και το πρώτο γυμναστήριο θηλέων, «το Παλλάδιον». Μια άλλη όμως λεμεσιανή εκπαιδευτικός, η Χαρίκλεια Αποστολίδου που ήταν η ψυχή της εφαρμογής στη πράξη των οραμάτων της Λοϊζιάδος μένει σχεδόν αφανής στην ιστορία αυτής της πόλης.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από την αναφορά του θέματος μας στο σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας  «Αλήθεια»  ημερ. 8 Απριλίου 1899, είναι πως παράλληλα με την εκγύμναση του σώματος εφαρμοζόταν τότε στη πράξη και το άλλο σκέλος του αρχαίου ρητού που αναφέραμε, αφού των γυμναστικών επιδείξεων προηγείτο παράσταση διαλόγων, μονολόγων και ποιημάτων. Και αυτό ίσως κάνει την ειδοποιό διαφορά με το σήμερα όπου το πνεύμα σχεδόν αγνοείται μπροστά στη λατρεία της σωματικής ομορφιάς και των εφήμερων υλικών απολαύσεων.
Ιδού λοιπόν τι γράφει η εφημερίδα «Αλήθεια» κάτω από τον τίτλο, «Η ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΕΝ ΤΩ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΩ»
«Την παρελθούσαν Κυριακήν το Παρθεναγωγείον μας ετέλει τας ετησίας της Γυμναστικής εξετάσεις του. Ένεκα  του περιωρισμένου χώρου αι εξετάσεις διεξήχθησαν επί παρουσία μόνον Διδασκάλων, των γονέων και των συνδρομητών του Γυμναστηρίου του Παρθεναγωγείου και της Επιτροπής των «Ολυμπίων».
Προ των γυμναστικών ασκήσεων, παρεστάθησαν υπό των μαθητριών διάφοροι διάλογοι, μονόλογοι και ποιήματα, καταλλήλως εξασκηθείσαι.
΄Ηρχισαν μετά ταύτα αι ρυθμικαί δια κορυνών και αλτήρων ασκήσεις υπό την διεύθυνσιν της διδασκαλίσσης της γυμναστικής κ. Χαρίκλειας Αποστολίδου.
Αι κινήσεις των μαθητριών με τας κομψάς ομοιομόρφους στολάς ήσαν ρυθμικόταται και τα προστάγματα εξετελούντο μετ’ ακριβείας, χάριτος και πλαστικότητος.
Το θέαμα των αβρών κορασίδων γυμναζομένων εκεί υπό τον καυστικόν ήλιον με τας κορύνας ανά χείρας ήτο τόσον ελπιδοφόρον, ώστε ν’ αναπλάττη τις όνειρα περί των μητέρων αυτών του μέλλοντος, ανατρεφουσών μάλλον ελληνοπρεπώς και ελευθερίως τα ίδια τέκνα των και άκων να κάμνη καθ’ εαυτόν την σύκγρισιν προς την εποχήν εκείνην, καθ’ ην αι κόραι ανετρέφοντο εν τω σκότει και τη σκιά και τη μαλθακότητι της πατρικής στέγης, μακράν από παντός βεβήλου οφθαλμού!
Και δια να καταπατηθώσιν όλαι αυταί αι προαιώνιοι προλήψεις φαντάζεσθε οποία θέλησις κατεβλήθη και οποία επιμονή και οποία δύναμις χαρακτήρος. Και έπρεπε να υπάρξη μία Λοιζιάς αυτή δηλ. η Θέλησις προσωποιημένη, δια να πέσουν αυταί αι προλήψεις και να κατορθωθούν όλα αυτά άνευ ουδεμιάς ενθαρρύνσεως εκ μέρους της κοινωνίας και εναντίον χρηματικών δυσχερειών.
Είν’ αλήθεια όμως ότι η κ. Λοϊζιάς έτυχε βοηθόν ανταξίαν της. Η κ. Αποστολίδου δεν εφείσθη κόπων δια την Γυμναστικήν και ημπορεί επίσης να είνε υπερήφανος δια το έργον της.»

                                                                                             




 Η σπουδαία αθλήτρια του ΓΣΟ  με παγκόσμια εμβέλεια Δομνίτσα Λανίτου, είναι πρώτη γυναίκα της Κύπρου που στις αρχές της δεκαετίας του 1920 «τόλμησε» να βάλει σορτ αθλητικό και να εμφανιστεί δημόσια στους στίβους,
 









            Αθλήτριες του ΓΣΟ το 1942, με τα σορτσάκια τους και με τον προπονητή τους Παύλο Αγγελινίδη.
                Ήδη τότε είχε ξεπεραστεί το … «ηθικό» πρόβλημα των κοντών παντελονιών για τα κορίτσια .



          Γυμναστικές επιδείξεις του Γυμνασίου Θηλέων στο ΓΣΟ τέλος της δεκαετίας του ’50 αρχές του ‘60.
                                                       Τα σορτσάκια γίνονται ακόμα πιο… «χοτ».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Φωνή της Λεμεσού" ημερ. 22.3.2012

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

«Αι γνώμαι περί της διανοητικής καταστάσεως των γυναικών διχάζονται»…!

Ως συνέχεια του προηγούμενου θέματος  μας,  όπου με αφορμή ενός δημοσιεύματος της δεκαετίας του ΄30 με τίτλο «Αι γυναίκες πρέπει να μεθούν», κάναμε μια κοινωνική ψυχογραφία της Λεμεσού με ιδιαίτερη έμφαση τις κοινωνικές αντιλήψεις για τη γυναίκα της εποχής το σημερινό.
Θα πάμε σήμερα ακόμα πιο πίσω, στα τέλη του 19ου αιώνα και μέσα από δύο δημοσιεύματα (θα δημοσιευτούν σε δύο συνέχεις), θα προσπαθήσουμε να σας δώσουμε την εικόνα της γυναικείας κατάστασης στη Λεμεσό την εποχή εκείνη.
Να επισημάνουμε ότι οι αγώνες της γυναίκας για χειραφέτηση σ αυτή την πόλη, και ιστορία έχουν και επιτυχίες. Πρωτιές η Λεμεσός γι αυτήν υπάρχουν πολλές. Δυσκολίες που έφταναν τα όρια του ρατσισμού εκ μέρους του «ισχυρού φύλου» επίσης συχνές, όπως  σε κάθε εποχή μέχρι και σήμερα…
 Όμως στα χρόνια που ακολούθησαν, στη Λεμεσό έδρασε και μεγαλούργησε η εκπαιδευτικός Πολυξένη Λοϊζιάς που θεωρείται η μητέρα της γυναικείας χειραφέτησης της Κύπρου.
Εδώ γεννήθηκε η πρώτη γυναίκα πολιτικός της Κύπρου η Κατίνα Νικολάου Τουμάζου ιδρυτικό μέλος του ΚΚ Κύπρου το 1926, η πρώτη γυναίκα γιατρός της Κύπρου Μαρία Ρούσου που άσκησε το ιατρικό επάγγελμα από το 1927, οι πρώτες γυναίκες ζωγράφοι, η Ελπινίκη Σώζου που πήρε μέρος στη πρώτη έκθεση ζωγραφικής στη Κύπρο το 1896 και η Λουκία Νικολαΐδου η πρώτη γυναίκα που σπούδασε ζωγραφική και έκανε τη πρώτη της ατομική έκθεση το 1933, η Στέλλα Σουλιώτη πρώτη γυναίκα δικηγόρος, υπουργός και Γενική Εισαγγελέας και τόσες άλλες που θα κάνουμε σχετικό αφιέρωμα άλλη φορά.
Το πρώτο λοιπό  -από τα δύο- δημοσίευμα, στην εφημερίδα της Λεμεσού «Αλήθεια»  ημερομηνίας 3 Ιουνίου 1899 ο Βρασίδας  Αραούζος ασχολείται με το θέμα στη στήλη «Κοινωνικά ζητήματα». Είναι πολύ χαρακτηριστικό της νοοτροπίας μιας εποχής και φανερό ότι στα εκατό χρόνια που μεσολάβησαν κύλησε πολύ νερό στ αυλάκι, αν και πολλές νοοτροπίες εξακολουθούν ακόμη να επικρατούν στα μυαλά του «ισχυρού φύλου» όπως είπαμε…
 Φέρει τον τίτλο, «Η ΓΥΝΗ ΕΝ ΚΥΠΡΩ» και  λέει:
«Οιανδήποτε γνώμην και αν έχη τις περί της χειραφετήσεως των γυναικών, είναι σήμερον αναμφισβήτητον, ότι το ωραίον φύλον κάμνει ολονέν  μεγαλειτέρας προόδους εις το στάδιον της προς τον άνδρα εξισώσεως αυτού. Μετά μεγάλης ευχαριστήσεως βλέπομεν εις την Αυστραλίαν και τον Νέον Κόσμον Κυρίας δημάρχους , παρέδρους, βουλευτάς. Εις δε την Ευρώπην γυναίκας εις τα εμπορικά γραφεία, τα ταχυδρομεία, τους τηλεγράφους, τα πανεπιστήμια, τα γυμνάσια κ.τ.λ. τα δε σπουδαιότερα εμπορικά καταστήματα διεθύνονται υπό των κυριών. Ενταύθα αι κυρίαι και αι δεσποσύναι, τα δυστυχή ταύτα πλάσματα καταναλίσκουσι τον πολύτιμον καιρόν εις τα της οικίας.
Αι γνώμαι περί της διανοητικής καταστάσεως των γυναικών  διχάζονται. Άλλοι μεν και σπουδαίοι άνδρες,  φρονούσιν ότι αι γυναίκες  διανοητικώς είναι ίσαι προς τον άνδρα. Άλλοι δε και οι περισσότεροι, εν οίς ο εγωισμός επικρατεί, φρονούσιν απεναντίας ότι υπολείπονται κατά τούτο του ανδρός.
Νομίζω, ή μάλλον είμαι πεπεισμένος, ότι οι φρονούντες ότι το ωραίον φύλον είναι ίσον διανοητικώς προς τον άνδρα έχουσιν μέγα δίκαιον, στηρίζων τούτο επί του γεγονότος ότι αι γυναίκες μετήλθον μέχρι τούδε πάντα τα γνωστά επαγγέλματα από του χειρωνακτικού μέχρι του εμπορικού, όπερ απαιτεί πνεύμα και ευφυίαν ου την τυχούσαν, μέχρι αυτού του ιατρικού, εξ ου κρέμαται η ανθρώπινη ζωή. Και μετήλθε ταύτα πάντα μετ΄ επιτυχίας ίσης τουλάχιστον προς τον άνδρα.
Δυστυχώς το ωραίον φύλον της Κύπρου στερείται της γλυκυτέρας των απολαύσεων του ανθρώπινου είδους, των επιστημών και των γραμμάτων. Η αδικία αύτη προέρχεται εκ της ανατροφής των μητέρων μας, αίτινες ουδεμιάς πνευματικής αναπτύξεως έτυχον.
Μόλις αι δεσποινίδες δώσωσι πέρας εις τας του Παρθεναγωγείου σπουδάς, αποβάλλουσι πάσαν ιδέαν περί ευρυτέρας αναπτύξεως, προσβαλλόμεναι υπό του μικροβίου του γάμου, φοβερωτέρου του της φθίσεως, όπερ αναπτυσσόμενο  εν τοις καρδίαις αυτών, παραγκωνίζει πάσαν ευρυτέραν ανάπτυξιν.
Οποίαν ωφέλειαν κοινωνικήν και πολιτικήν θ’ απήλαυεν η προσφιλής μας πατρίς, εάν η διανοητική ανάπτυξις επεξετείνετο και εις το ωραίον φύλον, όπερ ούτω θα ηδύνατο να βοηθή ημάς κοινωνικώς  τε και πολιτικώς, κοινωνικώς μεν, δίδον τελειοτέραν ανάπτυξιν εις τα τέκνα, πολιτικώς δε βοηθούν τους άνδρας προς επιτυχίαν ευημερίας της δυστήνου Κύπρου.
Άμα το μικρόβιον του γάμου λάβη μεγαλειτέραν  επέκτασιν, τότε αρχίζουν τα προικιά, οι δε πατεράδες, δια περισσοτέρου χρυσίου προσπαθούσι να εύρωσι γαμβρόν άξιον της οικογενείας. Εάν όμως οι πατέρες καταναλίσκουν μέρος  του χρυσίου της προικός προς εκμάθησιν επιστήμης τινός, τότε βεβαίως θα συνέβαινε το εναντίον του της παρούσης περιστάσεως, δηλ. ενώ εν τη παρούση περιστάσει αι δεσποινίδες αγοράζουσι τους άνδρας, τότε οι άνδρες θα ηναγκάζοντο προς αγοράν  γυναικών.
Τυγχάνουσι άξιοι τω όντι συγχαρητηρίων και επαίνων οι αποστείλαντες η αποστέλλοντες τας θυγατέρας  των προς ευρυτέραν ανάπτυξιν και εκμάθησιν ξένων γλωσσών.
Είμαι πεπεισμένος, ότι δεν θα παρέλθη πολλύς καιρός και θα εννοήσωσιν οι πατέρες  την προς το ωραίον φύλον γιγνομένην αδικίαν, του να στερώσι δηλ. αυτό ευρυτέρας μορφώσεως διότι ουδέν γλυκύτερον εν τω ανθρωπίνω βίω των επιστημών και των γραμμάτων!»
 Στο επόμενο όπως είπαμε, το δεύτερο μέρος.                                               



Λεζάντες:
Φώτο 1  Πολυξένη Λοϊζιάς
Φώτο 2  Κατίνα Νικολάου Τουμάζου
Φώτο 3  Μαρία Ρούσου
 Φώτο 4 Λουκία Νικολαΐδη (αυτοπροσωπογραφία).
Φώτο 5   … « αι δεσποινίδες   προσβαλλόμεναι υπό του μικροβίου του γάμου, φοβερωτέρου του της φθίσεως»…! 
Φώτο 6 Γάμος στη Λεμεσό το 1892. Ανάμεσα στους καλεσμένους και η Πολυξένη Λοϊζιάς.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

«Αι γυναίκες πρέπει να μεθούν»…


Μέσα από ένα χρονογράφημα της δεκαετίας του ΄30 θα δούμε σήμερα μια μικρή ψυχογραφία της κοινωνίας της Λεμεσού παλιότερων εποχών.
Εκείνο πάντως που καθαρά προκύπτει  μέσα από τις γραμμές του υπογράφοντος το χρονογράφημα με το ψευδώνυμο «TALIA”, είναι όχι μόνο ο δικός του -άλλοτε καταφανής και άλλοτε συγκεκαλυμμένος- μισογυνισμός αλλά κατά τεκμήριο και ο μισογυνισμός μιας κοινωνίας στην εποχή που αναφερόμαστε ( «και όχι μόνο» που λέμε…),αφού φαίνεται πως καθαρά αντανακλάται  αυτός  μέσα από τις γραμμές του.
Στο σατιρικό λοιπόν περιοδικό της Λεμεσού «Γέλιο» του Γεωργίου Φασουλιώτη, (που προφανώς είναι και ο συντάκτης του άρθρου), ημερομηνίας 17 Μαρτίου 1932 με τίτλο «ΓΥΡΩ ΑΠ’ ΟΛΑ», διαβάζουμε ότι :
«Πέρασαν τα καρναβάλια, όχι στα πιλά όπως εφαντάζοντο μερικοί.
Ωραιοτάτη η ζωή και η κίνησις τα βράδυα στα καμπαρέ, ιδίως στους δρόμους.
Αρκεί να σημειώσουμεν ότι οι Λεμεσιανοί που δεν μασκαρεύονται μετρούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Μερικοί για να αντιμετωπίσουν την οικονομικήν κατάστασι που τους μαστίζει, ανακάλυψαν προσοδοφόρα επαγγέλματα.
Αρραβωνιάζονται πτωχές κόρες που με τον ιδρώτα του προσώπου των κατορθώνουν να εξοικονομήσουν  ολίγες δεκάδες λιρών. Αφού τους  τες ρουκανίσουν, βρίσκουν αφορμήν και τες εγκαταλείπουν.
Η Εκκλησία και η πολιτεία ας σταθούν μοναδικοί φρουροί των θυμάτων αυτών από τα ανθρώπινα κτήνη.
Η αστυνομία κυνηγά τες δυστυχισμένες τσιγγάνες που βγάζουν τύχες της μιας και της άλλης κοκορόμυαλης. Η Αστυνομία ας κυνηγήση μερικές άλλες τσιγγάνες που μέρα νύχτα στα διάφορα σπίτια βγάζουν τύχες με τα τσαικά του καφέ. Και έχουν αμέτρητα θύματα.
Φίλος αστυνομικός μας πληροφορεί ότι υπάρχουν μερικά γυναικάρια τα οποία σύντομα θα παρουσιάσουν στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Για να δώσουν λόγον των πράξεων των. Ασφαλώς τότε το κακό αν μη σταματήση θα περιορισθή.
Στη Λευκωσία είνε κλεισταί αι Λέσχαι και οι διάφοροι σύλλογοι. Εδω ευτυχώς δεν συμβαίνει το ίδιον, αλλά τουναντίον καθημερινώς ιδρύονται και νέοι Σύλλογοι. Εις σημείον που σε κάθε γειτονιά να υπάρχουν 5-6 Σύλλογοι.
Ξέρεται πως να τους διακρίνεται  τους Συλλόγους αυτούς;
Όταν περάσετε από μιαν γειτονιάν και δήτε μια καμαρούλλαν 5-10 βημάτων, εν τω μέσω αυτής ένα τραπεζάκι και επ’ αυτού 1-2 εφημερίδες και άλλα τόσα περιοδικά, γύρω από αυτό μερικές καρέκλες, τότε υπογράφετε πως πρόκειται περί αρτισυστάτου Συλλόγου. Με σκοπούς αθλητικούς, καλλιτεχνικούς, θρησκευτικούς κλπ.
Πρέπει να πίνουν οι γυναίκες; Να ένα σπουδαίο ερώτημα!
Εμείς λέγομε ΝΑΙ. Γιατί από μεθυσμένες γυναίκες πολλά πράγματα βγαίνουν, ιδίως αλήθειες.
Τελευταίως κάποια εγλεντοκοπούσε με τον δικόν της και με άλλην παρέα.
Αχόρταγος πάντα  από αγάπη και φλέρτ  ο εκλεκτός της  άρχισε να φλερτάρη και  με κάποιαν άλλη. Μόλις τον πήρε χαμπάρι έτσι που σου είχε και την μιαν της , παίρνει την μπουκάλα του κονιάκ από το τραπέζι  και του την σπάζει στο κεφάλι! Χωρίς αυτός να βγάλη τσιμουδιά από το στόμα του γιατί  ήτανε φταίστης.
Μιά άλλη πάλιν, αφού εμέθυσεν σ’ ένα γλέντι και έγινε στουππί, μετεφέρθη εις ένα ντιβάνι, άναψε το τσιγάρο της, ερούφισεν τον σχετικόν της αιθέρα , εκάλεσε τους πιο στενούς της φίλους άνοιξε το δευτέρι  της πολυκυμάντου ζωής της και άρχισε να τα λέει  όλα καθαρά και ξάστερα και αληθινά.
Άλλη πάλιν μια, όταν μέθυσε σ’ ένα γλέντι, εφώναξε τον άνδρα της και του εδήλωσε πως καθόλου δεν τον αγαπά και πως είνε καθόλα έτοιμη να του φιλοδωρήση διαζύγιον.
Ίδετε πόσες αλήθειες βγαίνουν απ’ αυτό το μεθύσι των γυναικών;
Λοιπόν πρέπει να μεθούν αι γυναίκες.»

Σημείωση: Όλα τα σκίτσα είναι του Γιώργου Φασουλιώτη δημοσιευμένα στο «Γέλιο» της  δεκαετία του ΄30. Είναι από τους χορούς και τις διασκεδάσεις των λεμεσιανών στα κέντρα, τα καμπαρέ και τις λέσχες και δίνουν με δηκτικότητα τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Μιας δεκαετίας που κατά τα άλλα η Κύπρος και η Λεμεσός μαστιζόταν από την οικονομική κρίση και τη σκληρή δικτατορία της αγγλικής κατοχής γνωστής ως «παλμεροκρατίας».