Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

ΤΥΠΟΙ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ*



Ο Αρκοντής
Ο Αρκοντής ήταν ο πιο επιφανής "τρελλός" της εποχής μας (μέσα του 20ου αιώνα). Το αλώνισμα του στη μικρή μας πολιτεία, το απολάμβαναν μικροί και μεγάλοι. Ο κόσμος ούτε καν ενδιαφερόταν από που κρατούσε η σκούφια του. Συνδαύλιζε τις τρέλλες του και γλεντούσε μ' αυτές. Ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή να σπάζει πλάκα κανείς με τον κάθε "τρελλό". Και το κέφι μεγάλωνε ιδιαίτερα, όταν συναντιόνταν οι δύο "τρελλοί", ο Αρκοντής και ο Κιαζίμης που, ανταγωνιζόμενοι για την ίδια πελατεία δεν χώνευαν ο ένας τον άλλο, ερχόντουσαν στα χέρια, για να επέμβει κάποια στιγμή η αστυνομία. Διηγούνται ότι κάποια φορά που οι δύο "τρελλοί" είχαν οδηγηθεί στο δικαστήριο, απολογούμενος ο Αρκοντής ρώτησε τον δικαστή κατά πόσο δύο τρελλοί μπορούν να περιφέρονται στην ίδια πόλη. Και ο δικαστής δεν δίστασε να ανταποκριθεί στο μήνυμα μοιράζοντας τη Λεμεσό στους δύο "τρελλούς". Όμως τα σύνορα παρέμειναν αφρούρητα και ήταν επόμενο η συνοριακή περιοχή να γίνεται συχνά θέατρο πολέμου, όπου οι πέτρες αποτελούσαν το κυριότερο όπλο.
Οι καυγάδες των δύο "τρελλών" ήταν το ψωμοτύρι των χασομέρηδων, που το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να τους κουρδίσουν, απολαμβάνοντας έτσι τη λόξα τους. Ωστόσο, δεν είναι αυτό που επέβαλε την αναφορά στον Αρκοντή. Ούτε βέβαια το γεγονός ότι ο Αρκοντής ήταν το νόθο παιδί ενός από τους άρχοντες της πολιτείας μας, που αφού γλέντησε την άμοιρη παραδουλεύτρα του, την πέταξε στο δρόμο προτού αποκαλυφθεί το σκάνδαλο. Αυτή η περιγραφή δε θα μπορούσε να αποτελέσει σκόπευση για ένα κείμενο σχετικά με τα προικιά της Λεμεσού, θα μπορούσε μάλλον να αποτελέσει κίνητρο μόνο για ένα διήγημα ή μυθιστόρημα, με όλες τις συναρπαστικές προεκτάσεις του.
Αποκλειστική σκόπευση, αυτής της περιγραφής, ήταν να αποδώσει την ιδιομορφία της "τρέλλας" του Αρκοντή, όπως από κοντά τη γνώρισε και την εκτίμησε ο συγγραφέας. Και αυτό, σαν αντιπαράθεση προς τα άλλα φαινόμενα κυνηγητού του πλουτισμού της εποχής, που ο συγγραφέας έζησε και περιέγραψε στο προηγούμενο κεφάλαιο.
Η πρώτη φορά (στα 1943), που ο συγγραφέας αντίκρυσε τον Αρκοντή, ήταν στη μεγάλη δημοτική αγορά της Λεμεσού. Τον παρακολουθούσε ξυπόλυτο και ρακένδυτο να προχωρεί από το ένα στο άλλο μαννάβικο: Η πουκαμίσα του ήταν δεμένη με την παντελόνα του, που έμοιζε με άδειο σακκί. Φαίνεται ότι οι μαννάβηδες γνώριζαν το σκοπό της τακτικής πρωινής επίσκεψης του Αρκοντή και τους ήταν ευχάριστο το καλημέρα του. Χωρίς καμιά άλλη κουβέντα ο κάθε μαννάβης τον φιλοδωρούσε με ένα φρούτο, που ο Αρκοντής με χαμόγελο και ένα θερμό ευχα¬ριστώ έριχνε μέσα στην πουκαμίσα του.
Συμπληρώνοντας το γύρο του, ευτυχισμένος από το βαρυφόρτωμα της πουκαμίσας του, που μετατρεπόταν σε φουσκωμένο σακκί, προχωρούσε προς την Πρώτη Αστική Σχολή, που βρισκόταν απέναντι, δίπλα στο Γυμνάσιο, στην οδό Ανδρέα Θεμιστοκλέους.
Το θέαμα του ξυπόλυτου "τρελλού" με την παραφουσκωμένη κοιλιά προκαλούσε τη θυμηδία και οι διαβάτες, που γνώριζαν τον Αρκοντή, αλλά δεν ήξεραν τι βρισκόταν κάτω από την πουκαμίσα αμολούσαν τα πειράγματα τους. Όμως ο Αρκοντής ούτε διάθεση, ούτε χρόνο διέθετε για να ανταπο¬κριθεί με τις συνηθισμένες βωμολοχίες του. Βιαζόταν να προφτάσει, προτού κτυπήσει ο κώδωνας του σχολείου. Φτάνοντας στην ώρα του, καθόταν στα σκαλοπάτια για να ξαποστάσει. Ταυτόχρονα χαϊδεύε τον κρυμμένο θησαυρό του, καλώντας τα παιδιά να πάρουν από το χέρι του εκείνο το φρουτάκι, που ίσως ο πατέρας τους να μην είχε τη δυνατότητα να συμπληρώσει στο καθημερινό καλάθι. Θα πρέπει να θυμίσω ότι, εκείνη την εποχή, η μικρή μας πολιτεία πλημμύριζε από το φτωχολόι.
Ο φίλος παιδονόμος, που φαίνεται ότι από φτωχικό γάλα ήταν βυζασμένος και που παρακολουθούσε το πρωινό εντυπωσιακό φαινόμενο, διηγόταν με πόση στοργή ο Αρκοντής μοίραζε τα φρούτα και με πόση ευχαρίστηση τα δέχονταν τα παιδιά. Τύχαιναν φυσικά και τα ανάποδα που προέρχονταν από τα παιδιά των χορτάτων. Αυτά, όχι μόνο δεν πλησίαζαν τον "τρελλό" αλλά και πετούσαν βαριά λόγια εναντίον του, ενώ αυτός ανταποκρινόταν: "Δεν πειράζει. Νάστε καλά. Δυστυχώς υπάρχουν πολλά παιδιά νηστικά στο σχολείο και τα φρούτα μου είναι λίγα".
Χόρταινε ο Αρκοντής με την ευχαρίστηση των παιδιών. Για τον εαυτό του τίποτε δεν κράταγε. Και όταν τέλειωνε με άδεια την πουκαμίσα και με ένα χαμόγελο που έλαμπε στο πρόσωπο, σήκωνε αργά το χέρι για αποχαιρετισμό, έστω και αν κανένας δεν τον παρακολουθούσε. Τι να σκεφτόταν; Ποιος ξέρει; Πάντως η επόμενη μέρα, πρέπει να ήταν στο κέντρο της σκέψης του. Τι θα συνέβαινε στη συνέχεια του πρωινού, δεν τον απασχολούσε. Αυτό εξαρτιόταν μόνο από εκείνους που ανέμεναν να διασκεδάσουν με τον τρελλάρα.
Κάποια στιγμή ο Αρκοντής έμαθε ότι ο αριστοκράτης πατέρας του είχε χάσει όλα τα πλούτη του. Όλες οι επιχειρήσεις του πήγαν φούντο. Συγγενείς και φίλοι τον είχαν λησμονήσει. Το τι σκέφτηκε ο Αρκοντής όταν το έμαθε, Βγαίνει από το πιο κάτω περιστατικό, που ήταν γνωστό σε ένα πολύ στενό κύκλο.
Φρόντισε ο Αρκοντής και πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας του έμενε μόνος σε κάποιο παλαιό σπιτάκι, σε ένα απόμερο παρα¬λιακό δρόμο. Πήγε εκεί για να κατατοπιστεί. Βρήκε ότι το παραθυράκι του μικρού σπιτιού, ήταν κατάλληλο για το σκοπό που είχε Βάλει στο φτωχό του μυαλό.
Έτσι από την άλλη μέρα, κρυφά από το Θεό και τους ανθρώπους, λίγο πριν από τα χαράματα, θα πήγαινε εκεί και θα έΒαζε στο πεζούλι του παραθύρου λίγα χρήματα, ένα μέρος από εκείνα που προέκυπταν από τα φιλοδωρήματα εκείνων που απολάμβαναν τις τρέλλες του.
Ο πατέρας ανοίγοντας κάθε πρωί το παράθυρο σταυροκοπιόταν. Και θα πρέπει να αναλογιζόταν, ποιος καλός χριστιανός τον σκεφτόταν ... Κι ήταν επόμενο να φροντίσει να λύσει το μυστήριο. Το ελαφρό κροτάλισμα του χρήματος του επέτρεπε να σκεφτεί ότι ο μυστηριώδης ευεργέτης του τοποθετούσε τα χρήματα το πρωί, προτού ακόμη ξημερώσει. Έτσι, δεν είχε τίποτε άλλο να κάμει παρά να παραμονεύσει. Έτσι και έγινε για να μείνει τελικά άναυδος αντικρύζοντας τον απόκληρο γυιό του. Όμως προτού συνέλθει και ανοίξει το στόμα του, άκουσε την οργισμένη φωνή του Αρκοντή: "Πεζεβέγκη, ήταν ανάγκη να ανοίξεις το παράθυρο;" και το άγνωστο γι αυτόν παιδί του, τρέχοντας, χάθηκε από τα μάτια του.
Αυτά τα δύο περιστατικά ήταν υπεραρκετά, για να εκτιμηθεί το βάθος των αισθημάτων του "τρελλού" Αρκοντή. Όμως δεν ήταν μόνο αυτά που επέβαλλαν να τον ξεχωρίσει κανείς από τους άλλους "τρελλούς".
Ένα πρωινό, ο γραμματέας του δημαρχειακού γραφείου ανάγγειλε στον Δήμαρχο ότι ο Αρκοντής επέμενε να τον δει προσωπικά και ότι με κανένα τρόπο δεν κατόρθωσε να του αποσπάσει το λόγο της επίσκεψης.
Χαμογέλασε ο Δήμαρχος και αφήνοντας κατάπληκτο το γραμματέα, έσπευσε να ανοίξει την πόρτα και να καλωσορίσει τον Αρκοντή.
Αμήχανος και με φόβο τι θα συνέβαινε στο διπλανό του δωμάτιο, αποσύρθηκε ο γραμματέας, με την παράκληση του Δημάρχου να κλείσει την πόρτα και να μην αφήσει κανένα να περάσει προτού φύγει ο Αρκοντής.
Πρέπει πολύ να παραξενεύτηκε ο Αρκοντής, όταν ο Δήμαρχος του υπέδειξε να καθήσει. Ήταν αυτός, άνθρωπος ξυπόλυτος να καθήσει σε πολυθρόνα; Γι αυτό χαμογελώντας αποκρίθηκε: Δεν ήρθα για βίζιτα, ούτε εσύ ούτε εγώ έχουμε καιρό. Ήρθα μόνο να σου πω ότι στους μακρυνούς μαχαλλάδες έχει πολλή φτώχεια. Να πάεις να δεις και να δακρύσουν τα μάτια σου. Φτώχεια, φτώχεια! Και άρχισε ακατάσχετα να περιγράφει. Όση ώρα μιλούσε ο Αρκοντής, το θέαμα στα σκαλοπάτια του σχο¬λείου νοερά έπαιρνε διαστάσεις μπροστά στα μάτια του Δημάρχου, ενώ η μορφή του Αρκοντή έλαμπε ανάμεσα στα παιδιά της φτωχολογιάς. Τότε δημιουργήθηκε η επιθυμία στο Δήμαρχο να γνωρίσει πιο πολλά από τα "έργα και τις ημέρες" εκείνου του "ανισόρροπου", που οι συμπολίτες του τον περιτριγύριζαν για να διασκεδάσουν με τις τρέλλες του.
Η ανάγκη για περίσκεψη ώθησε το Δήμαρχο να προτείνει στον Αρκοντή να πάνε μαζί για να δει από κοντά εκείνα που του εξιστορούσε. Προς στιγμή ο Αρκοντής τάχασε. Έμεινε για λίγο αμίλητος. Και όταν συνειδητοποίησε τι είχε ακούσει, αποκρίθηκε με υψωμένη τη φωνή: "Τι είναι αυτά που ακούω Δήμαρχε! Εσύ και εγώ να πάμε μαζί; Δεν θα ντραπείς; Εσύ κοτζάμ Δήμαρχος και εγώ ο γυιός της πελλοβασιούρας να πάμε μαζί; Θα σε πειράξουν οι χαραμοψούμηδες όπως πειράζουν και εμένα. Οι, όι δεν γίνεται. Φώναξε τους ανθρώπους σου και πήγαινε μαζί τους. Θα σας παραγγείλω εγώ πού να πάτε". Το γέλιο του Δημάρχου πλημμύρισε στο γραφείο του. Είχε, τώρα ακόμη ένα στοιχείο για να ανεβάσει τον Αρκοντή πιο ψηλά στην εκτίμηση του και αναλογίστηκε: "Είναι αυτός ο άνθρωπος, που όπως λένε δεν τα έχει τετρακόσια;"
Στη διαδρομή του αυτοκινήτου από τα δυτικά πραματευτάδικα ως το άνοιγμα προς τον τουρκομαχαλά δεν ήταν λίγοι οι περαστικοί, που κραύγαζαν: "Ελάτε να δείτε τον πελλο-Αρκοντή με τον πελλο-Δήμαρχο μας". Επιβεβαιωνόταν για δεύτερη φορά, πόσο βάσιμες ήταν οι έγνοιες του Αρκοντή ...
Ωστόσο η κοινή επίσκεψη στα χαμόσπιτα της φτωχογειτονιάς ήταν το έναυσμα που ώθησε στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο της μικρής μας πολιτείας, να προχωρήσει στην ίδρυ-ση της Παιδικής Στέγης Λεμεσού.
Λεει ο λαός ότι η τρέλλα δεν πάει στα βουνά. Μάλιστα θα μπο¬ρούσε να πει κανείς ότι προτιμά να στρατοπεδεύει σε πλείστους λάτρεις ... του πλούτου ή και ρεμπέτες που δεν νοιάζονται για τη ζωή. Όμως η τρέλλα, στον χωρίς πατρογονικό όνομα Αρκοντή, δεν τα κατάφερε να εισχωρήσει. Ο Αρκοντής πέρασε από τη μικρή μας πολιτεία, ως ένας αθάνατος τρελλός φιλόσοφος.
Τον Αρκοντή τον έχασε η Λεμεσός και ίσως κανένας να μη γνωρίζει, που είναι ο τάφος του. Όμως εκείνοι, που έζησαν μερικές πτυχές της ζωής του, τον κρίνουν ως σύμβολο υψίστης ανθρωπιάς. Ήταν πράγματι τρελός ο Αρκοντής; Η ψυχιατρική θα μπορούσε να καθορίσει τα αίτια και το χαρακτήρα της τρέλλας του. Όμως το κεντρικό κύτταρο των παρατηρήσεων θάπρεπε να αναζητηθεί στη βάση της ανθρωπιάς.




















ΑΡΚΟΝΤΗΣ ΚΑΙ ΚΚΙΑΖΙΜΗΣ

*Από το βιβλίο του Πλουτή Σέρβα, πρώην Δημάρχου Λεμεσού, «Τα προικιά της Λεμεσού»

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Η μεγάλη παράδοση και συμβολή της Λεμεσού στον πολιτισμό της Κύπρου

                                                             Μέρος τρίτο
Ο χορός
Μεγάλη παράδοση όμως είχε η Λεμεσός και στο χορό που την διατηρεί βέβαια μέχρι και σήμερα. Η πρώτη παράσταση μπαλέτου στην Κύπρο με τίτλο «Ο χορός των τριών Μαργαριταριών» δόθηκε το 1920 σε διδασκαλία του αρχιμουσικού Γεωργίου Χουρμούζιου και σκηνικά-χορογραφία Νίκου Νικολαΐδη, ενώ χόρεψαν οι νεαρές Ισμήνη Καλλιπέτη, Αλίκη Παπαδοπούλου και Χρυσούλα Οθ. Γιαβόπουλου.
Τη σκυτάλη παίρνει η Λιλή Χούρη που δίκια θεωρείται ως η «μητέρα» της λεμεσιανής παράδοσης στο σύγχρονο μπαλέτο η αξέχαστη δασκάλα χορού και χορογράφος.
Από την τέχνη και την παιδευτική της δεινότητα βγήκαν όλες οι μετέπειτα δασκάλες μπαλέτου. Αξέχαστες επίσης παραμένουν οι μαθητικές θεατρικές παραστάσεις και τα χοροδράματα, στο Αθηναΐδειο Γυμνάσιο όπου ήταν καθηγήτρια.
Αν και δεν ήταν βασικά σπουδασμένη δασκάλα χορού, δημιουργεί για πολλά χρόνια μοναδικές ως σήμερα αξεπέραστες παραστάσεις χορού στις μαθητικές αλλά και στα ανθεστήρια και με άλλες ευκαιρίες ,καθώς και χορευτικές ομάδες στο λεμεσιανό καρναβάλι σαρώνοντας και τα βραβεία. Διδάσκει και κάνει να αγαπήσουν το χορό δεκάδες λεμεσιανές νέες πολλές από τις οποίες έγιναν με τη σειρά τους επαγγελματίες δασκάλες χορού σπουδάζοντας σε φημισμένες σχολές της Ευρώπης και της Ελλάδας.
Ο πρωταρχικός ρόλος του χορού στα Ανθεστήρια της Λεμεσού
Τα σύγχρονα Ανθεστήρια συνέχεια των Αρχαίων Ανθεστηρίων που ετελούντο στην αρχαία Αθήνα αλλά και στην Αρχαία Αμαθούντα (Παλιά Λεμεσό) αποτελούν άλλη μια πρωτιά της πλούσιας καλλιτεχνικής και καλαισθητικής παράδοσης της πόλης και συνέχεια της αρχαίας ιστορίας της, όπως και τα Καρναβάλια της. Από τα πρώτα κιόλας οργανωμένα από το Δήμο Λεμεσού Ανθεστήρια, το 1914, ο χορός έπαιζε πάντα πρωταρχικό ρόλο σ αυτά. Με τον ανταγωνισμό μεταξύ Γυμνασίων της πόλης ποιο θα παρουσιάσει τις καλύτερες χορογραφίες και τις σε χορευτικό ρυθμό παρελάσεις των ανθοστόλιστων αρμάτων και των συνοδών τους.
Χοροδιδάσκαλοι και χοροδιδασκαλεία
Στα μέσα της δεκαετίας του 1910 αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες σχολές χορού τα χοροδιδασκαλία όπως τα έλεγαν τότε, όπου οι λεμεσιανοί «νέοι του συρμού», που ακλουθούσαν δηλαδή τις νέες τάσεις της μόδας, μαθαίνουν να στροβιλίζονται στους... «έξαλλους» χορούς της εποχής, το «φοξ-τροτ», του «ουαν στέηπ», του βαλς, ακόμα και το ταγκό που το μαθαίνουν με μεγαλύτερη ευκολία. Τα πρώτα χοροδιδασκαλεία, αυτά των Αργυρού Ανδρεόπουλου και Αντώνη Συμεωνίδη δίνουν στη συνέχεια τη σκυτάλη μετά το 1920 στους Ιωάννη Σοροκιάδη, Κωστάκη Μουστάκη ενώ βασιλιάς του χορού αναδεικνύεται τότε ο Κύρος Πλατρίτης γνωστός ως Κυρούδι λόγω του μικρού αλλά ευέλικτου αναστήματος του που καθιέρωσε και τον θεσμό του «μι-καρέμ» δηλαδή του μεσοσαράκοστου ή μικρά καρναβάλια. Να αναφέρουμε ακόμα και τους Xρ. Aποστολίδη και Γεωργιάδη. Οι γνωρίζοντες τους χορούς νέοι ήταν περιζήτητοι στα χορευτικά σαλόνια που τότε ήταν στα ξενοδοχεία της πόλης ή στα απογευματινά «τε ντανσάν», όπως αρέσκονταν να τα λένε για να νοιώθουν πιο ευρωπαίοι, (χορευτικά τέϊα) και τις βεγγέρες της ανερχόμενης τότε αριστοκρατίας της Λεμεσού. Σχετικά με αυτά λέει ο Κώστας Πιλαβάκης στο βιβλίο του «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς»:
«Τα χρόνια του πολέμου ( εννοεί τον Παγκόσμιο Πόλεμο) το λεμεσιανό κοινό ψυχαγωγείται και φορολογείται από τις συχνές εσπερίδες και τους χορούς που διοργανώνονται για φιλανθρωπικούς κυρίως σκοπούς. Η αγγλική παροικία λαμβάνει ενεργό μέρος με δικούς μας, όταν ιδίως οι εσπερίδες γίνονται για τον Αγγλικό Ερυθρό Σταυρό. Και λίγοι Γάλλοι που βρίσκονται στην πόλη (από το 1916-1918), μερικοί ασυρματιστές, διοργανώνουν κι' αυτοί μια εσπερίδα στην οποία διακρίθηκε ένας ωραίος Γάλλος στρατιωτικός, ό Charlie Le Maitre πού έκαμε τις καρδιές πολλών κοριτσιών να χτυπήσουν δυνατότερα! Γενικά οι Γάλλοι δημιούργησαν φιλικές σχέσεις με Λεμεσιανούς, έπαιρναν μέρος σε συναναστροφές και αφήκαν ευχάριστες εντυπώσεις.»
Ως χορογράφοι διακρίθηκαν επίσης και ο Νίκος Νικολαΐδης (λογοτέχνης και ζωγράφος) όπως είπαμε, αλλά και ο Γώγος Μιχαηλίδης γνωστός με το ψευδώνυμο «Μουτσοχίτο».
Το «χορευτικό και ευωδιαστό» μας αυτό ταξίδι θα σταματήσει εδώ για να συνεχίσουμε στην επόμενη έκδοση με άλλες εκφράσεις τέχνης και πολιτισμού στην πόλη μας.

Λεζάντες
Φώτο 1 Ο χορός των τριών Μαργαριταριών
Φώτο 2 Λιλή Χούρη
Φώτο 3 Ανθεστήρια στη δεκαετία του ‘50
Φώτο 4 Η Λιλή Χούρη ανάμεσα στις μαθήτριες της , αρχές της δεκαετίας του 60
Φώτο 5 Χορευτικό στα Ανθεστήρια στο ΓΣΟ δεκαετία του 60
Φώτο 6 Ο χοροδιδάσκαλος «το Κυρούδι»



Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Η μεγάλη παράδοση και συμβολή της Λεμεσού στον πολιτισμό της Κύπρου

                                                                Μέρος δεύτερο

ΘΕΑΤΡΟ
Συνεχίζουμε και κλείνουμε με το κεφάλαιο “θέατρο” για να δούμε στις επόμενες συνέχειες άλλες πτυχές των τεχνών και των γραμμάτων στη Λεμεσό.
Ο πρώτος λοιπόν κύπριος θεατρώνης ήταν ο Ηρακλής Σκυριανίδη και στο ομώνυμο «Μπαρ» του που από το1871 και που 1907 το μετονόμασε σε «Αθήναιον» φιλοξενούσε παραστάσεις και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενώ μετακαλούσε και από την Ελλάδα σπουδαίους θιάσους με επιφανείς πρωταγωνιστές της εποχής. Τέτοιες εκδηλώσεις και παραστάσεις πραγματοποιούνταν από το 1880 και στο διπλανό του, το «Ακταίον» ενώ το 1912 προστέθηκε και το Θέατρο Χατζηπαύλου στην Αγίου Ανδρέου.
Στη θεατρική συγγραφή πέραν από τους Γεώργιο Σιβιτανίδη ( πρώτο κύπριο θεατρικό συγγραφέα) και την Πολυξένη Λοϊζιάδα ( πρώτη γυναίκα θεατρική συγγραφέα και όχι μόνο)που είδαμε στο πρώτο μέρος, έχουμε μια πλειάδα και άλλων σημαντικών θεατρικών συγγραφέων. Ο γιατρός Ιωάννης Καραγεωργιάδης (1842-1928) δεύτερος στη σειρά Δήμαρχος της Λεμεσού υπήρξε ανάμεσα σε άλλα και από τους πρώτους ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς με έργα όπως ,«Κύπρος Δούλη» (1898) «Ιουστινιανός και Θεοδώρα» (δράμα 1898) και «Ατλαντίς» (κωμωδία1923).
Οι δημοσιογράφοι και εκδότες Μενέλαος Φραγκούδης της εφημερίδας «Αλήθεια» (1897-1931), με το έμμετρο θεατρικό «Ντεζιπέ», Δημητρός Δημητριάδης του «Χρόνου» ( 1892-1964) με θεατρικά έργα όπως το «Ψυχές στον πόλεμο» 1944 που ανεβάστηκε και στο θέατρο «Mercury» του Λονδίνου και «Ο απόγονος» που κέρδισε το πρώτο βραβείο του Καλοκαιρίνειου Διαγωνισμού Παρνασσού της Αθήνας και ο εκδότης και σατιρικός ποιητής Εύσκιος Πεύκης με πολλά σατιρικά έργα. Ο εκδότης των εφημερίδων «Πυρσός» (πρώτη σοσιαλιστική εφημερίδα της Κύπρου) και «Παρατηρητής», Φασουλιώτης Γεώργιος με το έργο «Από τη μια μέρα στην άλλη δράμα εις τρεις πράξεις( 1938).
Μερικοί ακόμα σημαντικοί άνθρωποι της Λεμεσού στον τομέα της θεατρικής συγγραφής είναι ανάμεσα σε άλλους και οι: Ευγένιος Ζήνων (1876-1929) με γνωστότερο το έργο του «Ο Δικηγόρος» Comedie 1923. Ο σπουδαίος ποιητής μας Γλαύκος Αλιθέρσης με τα έργα ,«Ο Πύργος της Βαβέλ» τραγωδία 1937 και «Αροδαφνούσα» τραγωδία (Αλεξάνδρεια) 1939.
Η εκπαιδευτικός και για πολλά χρόνια διευθύντρια του Α Γυμνασίου Θηλέων Ελένη Αυτονόμου που έγραψε πολλά παιδικά θεατρικά έργα αλλά και δράματα μερικά των οποίων ανεβάστηκαν με μουσική του μεγάλου μας μουσουργού Σόλωνα Μιχαηλίδη. Η Αιμιλία Ορεινού (1905-198), που πολλά θεατρικά της έργα ανεβάστηκαν στην Αίγυπτο, Κύπρο και Ελλάδα. Ο πολυτάλαντος Γώγος Μιχαηλίδης- Μουτσοχίτο (1917-1985), θεατρικός συγγραφέας, επιθεωρησιογράφος, σκηνοθέτης, μουσικοσυνθέτης, χορογράφος, χορευτής και ηθοποιός, με καριέρα και στην Αμερική. Ο εκπαιδευτικός Θράσος Μακρυγιάννης πρωτοπόρος στη θεατρική ηθογραφία, με πολλά θεατρικά έργα και σκετς στην κυπριακή διάλεκτο. Ο επίσης εκπαιδευτικός-γυμνασιάρχης Κώστας Χαράκης με πολλά θεατρικά έργα. Ο πρωτοπόρος των σοσιαλιστικών ιδεών της Κύπρου Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης με τη δραματική σκηνή «Η μοιραία στιγμή» που πρωτοδημοσιεύτηκε στο ρηξικέλευθο περιοδικό «Αβγή» (1924) της οποίας ήταν συνεκδότης μαζί με άλλους που αποτελούσαν την φιλολογική «Ομάδα των Δώδεκα» και που θα αναφερθούμε αργότερα. Ο λόγιος, ποιητής και κριτικός Αντωνάκης Γεωργιάδης που έγραφε και τη φιλολογική στήλη του «Παρατηρητή», έγραψε και ανέβασε σατιρικές Επιθεωρήσεις (1935 -1948). Ο πρόσφατα χαμένος Μιχάλης Πιτσιλλίδης που έγραψε πολλά θεατρικά έργα, κυπριακά σκετς, επιθεωρήσεις, και αξέχαστα τηλεοπτικά σενάρια όπως το κλασικό «Κατωθκιόν της Μαδαρής».
Στη μετάφραση αρχαίου δράματος να αναφέρουμε τον Νίκο Αντωνιάδη με την επαναστατική για την εποχή και πρωτοποριακή μετάφραση στη δημοτική του «Ο Οιδίπους Τύραννος» και τον πρόσφατα χαμένο Κωστή Κολώτα του οποίου οι μεταφράσεις ανεβάστηκαν στην Επίδαυρο και αλλού από το Εθνικό Θέατρο Ελλάδος, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος , τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου και πολλούς άλλους σημαντικούς θιάσους.
Στους ηθοποιούς που αναφέραμε ήδη στο πρώτο μέρος να μη παραλείψουμε και τους Θεόδωρο Μορίδη που διέπρεψε στην Ελλάδα, τον Πωλ Ράλλυ με καριέρα στο Χόλλυγουντ, τον Δημήτρη Ποταμίτη, σημαντικός επίσης και ως θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, ποιητής και θιασάρχης
Στην σκηνογραφία διέπρεψαν οι Νίκος Νικολαΐδης (ζωγράφος και λογοτέχνης),
Γεώργιος Φασουλιώτης, (σκιτσογράφος, εκπαιδευτικός και εκδότης της σημαντικής σατιρικής εφημερίδας «Το Γέλιο»), ο ζωγράφος, γλύπτης, σκιτσογράφος και εκδότης Γεώργιος Μαυρογένης, ο ζωγράφος Βίκτωρας Ιωαννίδης και άλλοι.
Ο άλλος Νίκος Νικολαΐδης- ο «οπτικός»- εκτός από ηθοποιός και σκηνοθέτης είναι και ο δημιουργός του μοναδικού στη Κύπρο θεατρικού αρχείου που κληροδότησε στον Δήμο Λεμεσού και αποτελεί το κύριο συστατικό μέρος του Θεατρικού Μουσείου Κύπρου που λειτουργεί σύντομα στη πόλη μας.
Στο μελόδραμα διέπρεψαν ανάμεσα σε άλλους η Καλλιόπη Καστάν πρώτη γυναίκα υψίφωνος της Κύπρου που έπαιξε στην Όπερα της Βιέννης, στη Τσεχοσλοβακία, Αίγυπτο, Κύπρο και αλλού, ο Σόλων Μιχαηλίδης με το πρώτο παγκύπρια ανέβασμα όπερας («Διδώ και Αινείας») και ο βαρύτονος Περικλής Μαρκουλής, για να περιοριστούμε εδώ.
Δεν μπορούμε όμως να κλείσουμε το κεφάλαιο «Θέατρο» ( που παραλείπουμε σίγουρα και πολλά άλλα εξίσου σημαντικά), χωρίς να μην αναφερθούμε σε ένα τόσο σημαντικό άνθρωπο- πανελλήνιας εμβέλειας- όπως είναι ο γνήσια λεμεσιανός Αιμίλιος Χουρμούζιος, ψυχή για πολλά χρόνια του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας και δημιουργού των παγκόσμιας φήμης θεατρικών θεσμών, του Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος Επιδαύρου και Φεστιβάλ Αθηνών.
Έπεται συνέχεια.


Λεζάντες
Φώτο 1 Ο πρώτος κύπριος θεατρώνης Ηρακλής Σκυριανής ΑΚΤΑΙΟΝ ΚΑΙ ΑΘΗΝΑΙΟΝ
Φώτο 2 Ιωάννη Καραγεωργιάδη «Κύπρος Δούλη»
Φώτο 3 Το Θέατρο Χατζηπαύλου
Φώτο 4 Δημητρός Δημητριάδης-Ντόριαν
Φώτο 5 Παράσταση του «Δικηγόρου» του Ευγένιου Ζήνωνος, επί σκηνής και ο συγγραφέα
Φώτο 6 Καλλιόπη Καστάν, η πρώτη κυπρία υψίφωνος με διεθνή καριέρα

Φώτο 7 Σόλωνα Μιχαηλίδη «Διδώ και Αινείας»
Φώτο 8 Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος με τον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή και τον τότε υπ. Πολιτισμού Κ.Τσάτσο και αργότερα Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Δημοσιεύτηκε στη "Φωνή της Λεμεσού" ημερομηνίας 2 Ιουλίου 2010