Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

O TEMPORA O MORES ( Ω ΚΑΙΡΟΙ Ω ΗΘΗ !)

Εφημερίδα ΧΡΟΝΟΣ της Λεμεσού 1931 άνευ σχολίων...

Η ψυχαγωγία της ταβέρνας στη Λεμεσό: από το «Παρ του Αγαθάγγελου» ως τη «Φωλιά του Κούκου»

Βγαίνοντας από τα σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας, η Λεμεσός μαζί και με την υπόλοιπη Κύπρο, δεν διέθετε και δεν έδινε πολλές ευκαιρίες στους πολίτες της για ψυχαγωγία. Στη κάθε είδους ψυχαγωγία. Και πιο ιδιαίτερα για τους νέους. Οι πιο ηλικιωμένοι, επομένως και παντρεμένοι με νοικοκυριά, «την βρίσκανε» κάπως σε μαζώξεις στα σπίτια, κυρίως τα μεγαλοαστικά που άρχιζαν τότε με την «απελευθέρωση» να πληθαίνουν. Με κάθε θρησκευτική και μη ευκαιρία διοργάνωναν εσπερίδες και βεγγέρες: Χριστούγεννα, Πάσχα, αποκριές κ.λ.π.
Για τους νέους όμως τα πράγματα δεν ήταν εύκολα.
Ανάγλυφη την εικόνα αυτή τη δίνει μια μελέτη του λεμεσιανού διανοούμενου και ποιητή Γιάννη Λέφκη που έγραψε εκεί γύρω στο ’30, σε μια προσπάθεια του για να δικαιολογήσει το πώς ο μεγάλος μας εθνικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης φθάνοντας στη Λεμεσό τα χρόνια εκείνα, διολισθαίνει σιγά-σιγά στο ποτό καταλήγοντας στο τέλος αλκοολικός. Μέσα λοιπόν από το απόσπασμα αυτό βγαίνει ταυτόχρονα και μια ενδιαφέρουσα εικόνα για τη γέννηση της ψυχαγωγίας και της νυχτερινής ζωής στη μικρή Λεμεσό στα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής:
«Τι ήτανε η Κύπρος στα χρόνια του Βασίλη; Ένας τόπος σχεδόν νεκρός. Ένας κόσμος που έβγαινε από το μακρύ τουνέλι της τουρκικής σκλαβιάς και τα μάτια του ήταν γιομάτ’ από σκοτάδι. Κι η Λεμεσός που σ’ αυτήν ήρθε να ζήσει ο ποιητής δεν ήτανε παρά μια μικρή πολιτεία από 5.000 κατοίκους που ζούσανε μια ήσυχη στενόχωρη ζωή που άρχιζε με το γέννημα του ήλιου και έσβηνε με το άναμα των λύχνων μέσα στα λιγοστά της σπίτια. Καμιά χαρά και καμιά διασκέδαση. Κανένα ξαλάφρωμα για τα κουρασμέν’ απ τη δουλειά νεύρα και μυαλά των ανθρώπων που σκολνούσανε από τις δουλειές τους για να το ρίξουνε στο φαΐ κι’ αμέσως ύστερα στον ύπνο.
Μ΄ αυτό αν ήτανε πρωτίτερ’ ανεχτό ήρθε στιγμή που δε μπορούσε να είναι πια. Οι νέοι, προπάντων όσοι έτυχε να βγούνε έξω ή ν’ ακούσουνε για τη ζωή που έκανε ο κόσμος σ’ άλλα μέρη, με δυσκολία ανεχόντουσαν την καταναγκαστική αυτή κλεισούρα και την έλλειψη κάθε νυχτερινής ζωής. Η ανάγκη να φθείρουνε τη ζωτικότητα τους σε κάτι, ανάγκη πρωτόγονη, ένστιχτο δυνατό και πανίσχυρο που ξεκινάει από την ιδιότητα της ζωντανής ύλης ν’ αυτοκαταστρέφεται, τους έσπρωξε να δημιουργήσουνε κάποια νυχτερινή ζωή, στην αρχή δειλά, όσο που να νικηθεί η αντίδραση των παλιών που πάντα δύσκολα δέχουνται οτιδήποτε καινούργιο, ύστερα πιο θαρετά, ώσπου η κίνηση αυτή ζητώντας κάποια στέγη για να μην είναι πλανόδια και λίγο περισσότερο φως για να μην σκοντάφτει και δεινοπαθεί στα στενοσόκακα της μικρής πολιτείας που αριά και που τα φώτιζε κανένα καπνισμένο παλιοφάναρο που αντιπροσώπευε το φωτισμό της εποχής, έγιν’ αιτία να δημιουργηθούνε τα πρώτα κέντρα νυχτερινής ζωής.
Τα κέντρ’ αυτά δεν ήτανε τίποτις άλλο παρά μικρές ταβέρνες ή μπυραρίες που ιδρυθήκανε είτε από ντόπιους είτε από ξένους που ήρθανε τον καιρό της Κατοχής.
Μια τέτοια μπυραρία είχε ανοίξη στη Λεμεσό από κάποιο Μαλτέζο Φελίσε που έγινε ύστερα γνωστή ως η μπυραρία του «Φιλίτς». (Βρισκότανε στο δρόμο που το λένε σήμερα «Βικτωρίας»). Στην αρχή δούλευε μόνο με τους Εγγλέζους αξιωματικούς και στρατιώτες της Κατοχής. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να τραβάει και τους ντόπιους νέους που ζητούσανε να γλεντήσουνε κι αυτοί όπως οι ξένοι. Έτσι σιγά-σιγά η ταβέρν’ αυτή με τη μπύρα της, με τη μουσική της, με τους Εγγλέζους στρατιώτες που όταν μεθούσαν χορεύανε, τραγουδούσανε, παίζανε μποξ η κάνανε αυτοσχέδια νούμερα, γίνηκε το πρώτο κέντρο της νυχτερινής ζωής της Λεμεσού. Αργότερ’ αρχίσανε να ανοίγουνε διάφορες τέτιες ταβέρνες, άλλες για τον «καλό κόσμο» κι άλλες για το φτωχόκοσμο που ήτανε φυσικό να θέλει κι αυτός λίγη χαρά ας είναι και ψεύτικη.
Πιο ύστερα, όσο η πελατεία των νυχτερινών κέντρων μεγάλωνε κι’ ο κόσμος άρχιζε να θέλει κάτι καλύτερο, αρχίσανε ν’ ανοίγουνε τα πρώτα «Καφωδεία» που ήτανε γνωστά πρωτύτερα στον τύπο των «Καφές-Σιαντάντ» του εξωτερικού, με μουσική, ξένες αρτίστες και μικροθιάσους που διασκεδάζανε τον αντρικό πληθυσμό της Λεμεσού- γιατί οι γυναίκες δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουνε τότες- με τραγούδια και νούμερα, μα περισσότερο με την επίδειξη φανταχτερών ευρωπαϊκών εσωρούχων και μερικών εκατοστών γυμνής γυναικείας σάρκας, επίδειξη υπερτολμηρή για την εποχή κείνη που συνόρευε πολύ με την πατριαρχική ζωή του σπιτιού και του γυναικωνίτη και μόνο ο γάμος έδινε ευκαιρία στον άντρα να δει γυμνή γυναικεία σάρκα».
Μέσα λοιπόν στο κλίμα εκείνο, με την δημιουργία των πρώτων ταβερνών , «καφωδείων» και άλλων χώρων αναψυχής (αλλά και «ακολασίας», για τα ηθικά μέτρα της εποχής), ο Λέφκης λέει και τα ακόλουθα για τον ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη:
«Μέσα στους πρώτους νέους που γίνανε οι πελάτες και τα θύματα των νυχτερινών κέντρων ήτανε κι’ ο ποιητής μας. Γιατί δεν υπήρχε την εποχή εκείνη τίποτις άλλο να κάμει. Ήτανε εποχή νέκρας και σκοταδιού. Κανένα πνευματικό ενδιαφέρον. Καμιά πνευματική κίνηση. Οι νέοι μαραινόντανε μέσα στα όνειρα τους κι οι πιο μορφωμένοι απ’ αυτούς καταγινόταν με τη λύση σχολαστικών «αινιγμάτων» που δημοσίευε η «Αλήθεια». Ήτανε η μόνη πνευματική απασχόληση. Κάπου-κάπου κάποια πολιτική είδηση φτασμένη από την Ευρώπη ή την Ελλάδα με τη βραδυπορία της χελώνας, τους ζέσταινε λίγο την καρδιά, άναβε τον ενθουσιασμό για να τους ξαναρίξει στο μούδιασμα που φέρνει η έλλειψη ενός παραμικρού κοινωνικού ενδιαφέρου.
Ο ποιητής μας και να ήθελε ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή δε θα μπορούσε. Έκανε κι αυτός όπως οι άλλοι, ότι του επιβάλλανε οι γύρω κοινωνικοί όροι. Νιοφερμένος στη Λεμεσό, νέος, έξυπνος, συγγενής του δεσπότη, με τη φήμη του ποιητή, ευχάριστος στην κουβέντα, ετοιμόλογος και πρόθυμος πάντα να πει μιαν αλατισμένη ιστορία ή ένα αισχρό τραγουδάκι, ήτανε φυσικό να γίνει η παρέα των πιο ζωηρών νέων της εποχής. Έτσι γνώρισε τις ταβέρνες και τα καφενεία, στην αρχή για ένα ορεχτικό όπως ήτανε η συνήθεια, ύστερα για περισσότερα. Ώσπου κατάντησε να παίρνει σβάρνα όλα τα ποτοπουλεία. Και να πίνει…
Το πιοτό έγινε το μεγάλο του πάθος. Το πάθος που τον κυρίεψε σιγά-σιγά, που έσβυσε όλα τα όνειρα, που έκοψε όλα τα φτερά, που τον ταπείνωσε και τον εξευτέλισε για να τον καταντήσει σκουπίδι ανθρώπου.
Ο ίδιος καταλάβαινε το κατρακύλημα του αυτό και μισούσε τη ζωή που έκανε, όπως φαίνεται από μερικούς στίχους ενός τραγουδιού του που τιτλοφορούσε «ο γάμος».
… «Στην φωτιάν τα καφενεία, στάχτη τα ποτοπωλεία,
στάχτη και καπνός να γίνουν μέθη, τσόγος
και πορνεία
πού ’ναι άρπαγες της τσέπης, που’ ναι
πρόξενοι αργίας
και φονιάδες της υγείας»
Τα ποτοπωλεία λοιπόν αυτά είναι κυρίως μπακαλοταβέρνες, παντοπωλεία, εμπορικά καταστήματα γενικού εμπορίου ή απλές λαϊκές ταβέρνες με τη σημερινή γνωστή τους μορφή.
Ξακουστές ταβέρνες και μπακαλοταβέρνες στη Λεμεσό τους τελευταίους δύο αιώνες (ανάμεσα σε πολλές άλλες βέβαια, ο κατάλογος είναι απλώς ενδεικτικός) ήταν και αυτές: του Αχιλλέα Κτωρίδη και το «Παρ» (bar) του Αγαθάγγελου που λειτουργούσαν ήδη τουλάχιστον από τα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής, από τον 19ο δηλαδή αιώνα.
Για τις δύο μάλιστα αυτές μπακαλοταβέρνες, ποιητής του ύψους ενός Βασίλη Μιχαηλίδη αναγκαζόταν, ανώνυμα βέβαια, να φτιάχνει έμμετρες διαφημίσεις για λογαριασμό εμπόρων της Λεμεσού και να δημοσιεύονται στον τύπο της εποχής υπό μορφή «γκρίζας» διαφήμισης. Ζούσε βλέπετε μέσα στην φτώχεια και την ανέχεια και συμπληρώνει έτσι τον πενιχρό μισθό που του έδιδε το Δημαρχείο της πόλης ως νοσοκόμου, φαρμακοποιού και υγειονομικού επιθεωρητή, ίσως μάλιστα ως ανταμοιβή ένα δυο ποτηράκια κρασί για να ικανοποιήσει το μεγάλο του πάθος.
Απολαύστε λοιπόν τρεις από τις πάρα πολλές που βρίσκουμε διάσπαρτες στον τύπο της πόλης μας για πολλά χρόνια:
«ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΚΑΙ ΠΟΥΜΠΟΥΡΙΣΤΗ ΣΥΝΑΜΑ
ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΑΝ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΨΕΥΤΙΚΗ ΡΕΚΛΑΜΑ
Φρέσκα γάλατα και τζάγια, χοιρομέρια μυρωδάτα
Βούτυρον λαμπρόν για μπρέκφαστ και λαμπρά πισκοτ’ αφράτα
Και φαγώσιμα ακόμα πλείστα σε κουτιά βαλμένα
Που’ναι και εις την Αγγλίαν και παντού επαινεμένα .
Στερεούς λαμπρούς σουγιάδες, όπου κόβουν σαν ξουράφι
Στερεούς σαν το διαμάντι, βαρετούς σαν το χρυσάφι
Και πορτομονέ που κρύβουν τον παρά από τους κλέφτες
Άλμπουμ για φωτογραφίες και περίφημους καθρέφτες.
Μυρωδιές για τες κυρίες και διάφορα λουλούδια
Και ποιότητος αρίστης σε πολύ κομψά ποτζούδια.
Εκλεκτά λαμπρά σαπούνια που μοσχοβολούν οι τόποι
Όπου τα θαυμάζουν όλοι και Ανατολή κ’ Ευρώπη.
Της πρωτοχρονιάς παιγνίδια που χαρίζουν στα παιδάκια
Σέλλες δια τους αππάρους και για πιάνα τραπεζάκια.
΄Όλ’ αυτά είν’ εξ Αγγλίας από μέσ’ απ’ το Λονδίνον
από την πηγήν που βγαίνει πάντοτε το πράγμα φίνον.
Τρέξατε στ’ Αγαθαγγέλου να τα βρείτε μαζωμένα
Κι αν αργήσετε ολίγον τότε θάναι πουλημένα.»
(Εφημερίδα Σάλπιγξ 19.12.1898
«ΕΙΔΟΠΟΠΙΗΣΙΣ
Για κονιάκ του Χατζηπαύλου πούναι νέκταρ εις την γεύσιν
και εις την δύναμιν ακόμη, π΄ ανασταίνει και νεκρόν
εις το Παρ τ΄ Αγαθαγγέλου κάθε άνθρωπος ας σπεύσει
είναι ανοικτόν εις πάντα και μεγάλον και μικρόν
Εκεί μέσα θάβρει απ΄όλα, πράμα νεωστί φερμένον
αστακούς, γαρίδες, στρείδια φρέσκα για την Λεμησσόν
περιζήτητον χαβιάρι ακουστόν και φημισμένον
τόσον ώστε που του κλέψαν, στο βαπόριν το μισόν.
Έχει διάφορα μπισκόττα και παστίλιες για τον βήχα
κόρνι φλάουρ που κάμνουν φαγητόν για τα παιδιά
έχει μέντες όπου μόλις κόψει από μίαν τρίχα
στη στιγμήν γεμίζει ο τόπος θαυμασίαν μυρωδιάν
έχει πίκλες σε ποτίλιες και σαρδέλλες σε κουτιά
ρίψετε για τούτα όλα εις το «Παρ» καμιάν ματιά.
(Εφημερίδα «Σάλπιγξ» 20.3.1899)
«ΑΓΓΕΛΙΑ ΟΠΩΣ ΟΠΩΣ/ΝΑ ΤΗΝ ΜΑΘ’ ΟΛΟΣ Ο ΤΟΠΟΣ
Σαπούνια ωραιότατα και μυρωδιές ωραίες
Π’ αυτά που νέες κάμνουσι και αυτές τις πλέον γραίες.
Σαπούνια πικραμύγδαλο, βιολέττα, γλυκερίνη,
Που εις το δέρμα τίποτα κηλίδας δεν αφήνει
Όλα τα είδη παστιλλιών και μέντας για το βήχα
Και εν ωραιότατον υγρόν να μεγαλών’ η τρίχα
Σκόνιν δια κάθε δόντι σαπημένο είτε μη,
Και ωραιοτάτην πούτρα
Δια κάθε είδους μούτρα
Σε συμφέρουσαν τιμή.
Ωραιότατα για γάμους και κηδείας κουφεττάκια
Πριλαντίν για τους σπανούς για να βγάλουνε μουστάκια
Κοσμετίκ για μουστακάδες να τα κάμουνε οξείες
Αμμονίακον ωραίον δια τες αποπληξίες.
μέλισσαν» λαμπρόν υγρόν δια τας στενοχωρίας
και Κολκρέμ ως βαζελίνας δια τας Κομ-ιλ-φό Κυρίας
Έφερε στο μαγαζί του ο σιορ Ιωαννίδης
Π’ άλλο είναι να τ’ ακούς κι άλλο είναι να τον ίδεις.
Κι αντιπρόσωπος τυγχάνει σε μιαν τράπεζαν γνωστήν
Του Κου Α.Πρασίνου, εις τον κόσμον ξακουστήν.»
(Εφημερίδα Σάλπιγξ 11.10.1903. Υπογραφή «Ένας»)
Αλλες ταβέρνες είναι του Θεόδωρου Μαύρου το Ακταίον ή γυάλινο καφενείο πάνω σε πασσάλους, κατά ένα μεγάλο μέρος μέσα στη θάλασσα, η Όαση του Φούρναρη, το Μπαρ του Σκυριανίδη, η μπακαλοταβέρνα του Γεωργιάδη δίπλα στην Αγία Νάπα, και η περίφημη ταβέρνα του Τούρκου Σουλεϊμάνη στην Πλατεία των Κεσόγληδων (αργότερα μετονομασθείσα σε Πλατεία Ηρώων) που συγκέντρωνε μάλιστα και την... λεμεσιανή «ιντελιγκέντσια» αλλά και τους επισκέπτες καλλιτέχνες εξ Ελλάδος με την πιο φανατική θαυμάστρια του τη μεγάλη Μαρίκα Κοτοπούλη.
Από τις πιο πρόσφατες ταβέρνες που θα θυμούνται σίγουρα και οι νεώτεροι μπορούμε να αναφέρουμε τις ταβέρνες του Ποντικού και του Μαστραπά μέχρι πρόσφατα κοντά στο παλιό λιμάνι, τη μπακαλοταβέρνα του Φοινιώτη στη γωνία των οδών Ανεξαρτησίας και Αγ. Ανδρέου, η μπακαλοταβέρνα του Πόλυ στη γωνία Ανδρέα Δρουσιώτη και Καποδίστρα, δίπλα στην πλατεία Ηρώων και τέλος η μπακαλοταβέρνα του Ζήνωνα Λαζάρου στη γωνία των οδών Αγίου Ανδρέου και Κρήτης (αργότερα μετονομασθείσα σε οδό Γ. Κατσουνωτού).
Η ταβέρνα του Ζήνωνα Λαζάρου πέρασε στη συνέχεια στα χέρια του Κώστα Αδαμίδη και είναι η μόνη που υπάρχει μέχρι σήμερα για να μας θυμίζει μια ιστορία και μια παράδοση πέραν του αιώνος.
Σήμερα πέρασε στη διεύθυνση του Αδαμίδη υιού, του Γιάγκου και από μπακαλοταβέρνα πήρε τη μορφή της κλασικής πλέον ταβέρνας, με την συμβολική ονομασία «Η φωλιά του Κούκου» και με συνδυασμό τραπεζιού και πάγκου. Αλήθεια ποιος δεν θυμάται τον πάγκο του Ποντικού και του Φοινιώτη , εκεί όπου μεταξύ κρασιού, κονιάκ και σαρδέλας λύνονταν όλα τα φιλοσοφικά, πολιτικά και κοινωνικά θέματα του αιώνα!
«Η φωλιά του Κούκου» λοιπόν θα έπρεπε κατά την ταπεινή μας γνώμη, να προστατευθεί, να κηρυχθεί ως διατηρητέο είδος μιας ψυχαγωγίας με ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία της πόλης (το κτίριο στο οποίο στεγάζεται είναι ήδη διατηρητέο).
Τέτοιου είδους μέρη στην πολιτισμένη Ευρώπη με τον σεβασμό στην παράδοση της είναι όχι μόνο προστατευμένα αλλά και επιδεικνύονται από τους αρμόδιους του τουρισμού και των τοπικών αρχών με μεγάλη περηφάνια.
Νοουμένου βέβαια ότι οι αρμόδιοι αυτοί ξέρουν και εκτιμούν μια τέτοια παράδοση...

Το κείμενο αυτό γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 2002 στην εφημερίδα"Επικαιρότητες" της Λεμεσού το 2002 όταν η "Φωλιά του Κούκου" κινδύνευε να κλείσει λόγω των απαιτήσεων του ΚΟΤ να προσαρμοσθεί στις ... ευρωπαϊκές προδιαγραφές και να κατασκευάσει αποδυτήρια και ντους προσωπικού! ( για τον Αδαμίδη δηλαδή και την γυναίκα του!). Με το δημοσίευμα υπό μάλης πήγε στον ΚΟΤ και έσωσε την ταβέρνα του. Γράφτηκε κάπως βιαστηκά υπό την πίεση του επείγοντος να σωθεί η ταβέρνα. Γι αυτό και το θέμα χρήζει περισσότερης έρευνας και συμπλήρωσης. (Ιδού στάδιο δόξης λαμπρό για νεώτερους ερευνητές!)
 Είναι έτσι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που εμείς "τα ψώνια" οι ερευνητές προσφέραμε κάτι στη διάσωση  πολύτιμων πραγμάτων στην πόλη...

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Παλαιστές στη Λεμεσό, τότε που η πάλη σήμαινε λεβεντιά, φιλότιμο και εθνική αξιοπρέπεια.


Aπό αρχαιοτάτων χρόνων στην ιστορία ο ελληνισμός ανήγαγε την πάλη ως το ύψιστο άθλημα ρώμης και λεβεντιάς. Οι αρχαίοι έλληνες εκτιμούσαν ιδιαίτερα τους παλαιστές γιατί το αγώνισμα απαιτούσε δύναμη, τέχνη και εξυπνάδα. Ο λαός λάτρευε τους μεγάλους πρωταθλητές της πάλης ως ημίθεους. Στη λαμπρή περίοδο του κλασσικού Ελληνικού πολιτισμού οι Έλληνες εκπαιδεύονται μαζικά στο Παγκράτιο ως αθλητική δραστηριότητα αλλά και ως πολεμική τέχνη ταυτόχρονα. «Κλασθέντων αυτοίς ξιφών τε και δοράτων, πολλά ταις χέρσι γυμναίς έπραξαν…πάλη δε και Παγκράτιον ως ες το πρόσφορον τω πολέμω εύρηται» λέει ο Φιλάστρατος.
Το Παγκράτιο υμνήθηκε πάρα πολύ και έφτασε να γίνει «των εν Ολυμπία το κάλλιστον» σύμφωνα πάντα με τον Φιλόστρατο. Η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξη του Παγκρατίου Αθλήματος υπάρχει στο στίχο 586 των «Αργοναυτικών» που περιέχουν πληροφορίες μέχρι και τη δωδέκατη χιλιετία π.Χ. Το όνομα του προέρχεται από το παν-κράτος που δηλώνει αυτόν που κατέχει την εξουσία, αυτόν που νικά με την απόλυτη δύναμη-γνώση.
Κατά τον Πλούταρχο ευρέτης του Παγκρατίου είναι ο Θησεύς, ο οποίος με το Παγκράτιο νίκησε τον Μινώταυρο και κατά τον Παυσανία ο Ηρακλής.
Σημαντικές είναι οι πληροφορίες μας παρέχει και ο Ρήγας Φεραίος σε έργο του με τον τίτλο «Ολυμπία» από το πρωτότυπο έργο του Ιταλού Μεταστάσιου, όπου αναφέρει ότι το Παγκράτιο μαζί με τα άλλα αρχαιοελληνικά αγωνίσματα υπάρχει, «…μέχρι της σήμερον εις την Θεσσαλίαν αλλά και εις όλην την Ελλάδαν».
«Τοις κείνων ρήμασι» λοιπόν «πειθόμενοι» και ως συνέχεια της ιστορίας του ελληνικού πνεύματος, ο λαός μας συντηρεί την ύψιστη αυτή αθλητική αλλά και πολεμική και λεβέντικη παράδοση δια μέσου των αιώνων και την μεταφέρει στην σύγχρονη εποχή μέσα από την τουρκοκρατία και την αγγλοκρατία.
Η πάλη και ιδιαίτερα το παγκράτιον αποτελούσε ένα αγαπημένο λαϊκό άθλημα και θέαμα που όμως έδινε ταυτόχρονα και την ευκαιρία στον υπόδουλο λαό να εκφράσει δια μέσου του συναισθήματα πατριωτικά και αλυτρωτικά.
Ο Γεώργιος Φραγκούδης, το επιφανέστατο αυτό τέκνο της Λεμεσού στο πρώτο του ουσιαστικά βιβλίο από τα πολλά που έγγραψε στη συνέχεια πάνω δεκάδες θέματα, το «Κυπρις» που συνέγραψε παρακαλώ σε ηλικια 19 χρονών λέει :
«Κατά δέ τους γάμους των πλουσίων, τάς εορτάς και τάς πανηγύρεις, τα παλληκάρια του χωρκού επιδίδονται εις διαφόρους ασκήσεις, λείψανα των μεγάλων των αρχαίων αγώνων. Η πάλη είναι η συνηθεστέρα και κυριωτέρα των ασκήσεων τούτων, διεξάγεται δε πεισματωδέστατα. Έκαστη κώμη, καθώς έχει τους τραγουδιστάς αυτής, έχει και τους παλαιστάς της, οίτινες ηττώμενοι υπό ξένων προσάπτουσιν όνειδος εις την γενέτειραν, ενώ τουναντίον νικώντες, τιμήν και κλέος ούτως ωρισμένα χωρία φημίζονται σήμερον διά τους παλαιστάς των, οίτινες ηυτύχησαν να τιμήσωσι την Πατρίδα εν ταις παλαίστραις των εορτών και πανηγύρεων. Υπό τον ήχον των οργάνων συμπλέκονται πολλάκις ημίγυμνοι οι παλαισταί, και μανιωδώς παλαίουσι μέχρις εξαντλήσεως, ο δε νικητής ανευφημείται πανηγυρικώτατα, και η ταχύπτερος φήμη διαλαλεί εις τα πέριξ το ένδοξον όνομα του. Όσοι δ’ εκ, τούτων διακρίνονται δι υπερβάλλουσαν ρώμην, απολαύουσι παγκυπρίου φήμης, θεωρούνται πρόσωπα σεβαστά και κατά τας πανηγύρεις προσκαλούνται πολλάκις, όπως λαμπρύνωσιν αυτάς, παλαίοντες προς αλλήλους. Σχηματίζεται τότε μέγας εκ θεατών κύκλος, καθαίρεται η παλαίστρα και τοποθετούνται γύρωθεν αυτοσχέδιοι ευταξίαι. Συγκίνησις και σιγή επικρατεί, ψιθυρισμοί δε μόνον υποδέχονται τους παλαιστάς σιωπηλούς βαίνοντας προς αλλήλους εξ αντιθέτου διευθύνσεως. Γυμνοί σχεδόν και ασάνδαλοι, ελαίω ηλειμμένοι, επιδεικνύουσιν εις το πλήθος τους ισχυρούς των μυς και μειδιώντες ποιούσι στροφάς τινας, κτυπούσι τας χείρας επί του εδάφους, και τείνοντες αυτάς προς αλλήλους, συμπλέκονται. Τότε δύναται τις να θαυμάση ου μόνον την ρώμην, αλλά και την τέχνην περί την πάλην, ήτις πολλάκις διαρκεί επί πολύ και επαναλαμβάνεται, εάν ουδείς ανεδείχθη νικητής, ενίοτε δε και αποβαίνει επικίνδυνος δια τον ηττώμενον. Όταν ο εις των αντιπάλων ήναι ΄Ελλην και ο έτερος Τούρκος, η πάλη προσλαμβάνει εθνικόν χαρακτήρα και οι θεαταί διαιρούνται εις δύω αντίθετα στρατόπεδα. Ο νικητής απολαύει μεγάλων τιμών, λαμβάνει χρηματικά δώρα, το δε νικήσαν στρατόπεδον ονειδίζει τους ηττηθέντας. Εσχάτως προσεκλήθησαν εις πάλην εν Λεμησσώ είς Έλλην και εις Τούρκος. Κόσμος πολύς συνέρρευσεν εις το θέαμα και φανατισμός μέγας ανεπτύχθη εκατέρωθεν παρά προσδοκίαν ενίκησεν ο Τούρκος, οι δε Τούρκοι εξήλθον εις μεγάλην ανά την συνοικίαν των, νικητήριον διαδήλωσιν κατόπιν συνέβη το εναντίον και οι Έλληνες ανταπέδωκαν τα ίσα. Εκ τούτου μικρού δείν συνέβαινε ρήξις.
Η ρώμη τόσον εκπλήσσει τον λαόν, τόσον επιβάλλεται εις το πλήθος, ώστε οι παλαιωτάδες ούτοι περιβάλλονται υπό μυθολογι¬κής τίνος αίγλης, ως ο αρχαίος Ηρακλής και ο μεσαιωνικός Ακρί¬τας, οι δημώδεις ποιηταί κρούουσιν υπέρ αυτών τας χορδάς της λύρας των, και ο λαός αποδίδει την μεγάλην αυτών ισχύν εις μικράν τίνα ουράν, ην φαντάζεται, ότι ούτοι φέρουσιν όπισθεν. Μεγαλοποιούσι πάν ό,τι ακούσωσι και υπό το πρίσμα της νηπιώδους αυτών φαντασίας φαντάζονται αυτούς μετακινούντας τοίχους, φέροντας επ' ώμων ογκώδεις λίθους, και διάφορα άλλα υπερφυσικά περί αυτών διηγούνται. Κατά τον Ησύχιον, την Κυπρίαν πάλην εκάλουν τινές μεν πάμμαχον, άλλοι δε άγροικον καί απάλαιστρον, διότι ατέχνως επάλαιον οι Κύπριοι. Ό Ησύχιος, λέγων πάμμαχον πάλην, εννοεί βεβαίως το παγκράτιον, όπερ και σήμερον παίζεται εν Κύπρω μετά λακτισμάτων (πάτσος, κλώτσος).
Ο σημαντικός καταγραφέας γεγονότων και τόπων της Λεμεσού του 19ου αιώνα Ευστάθιος Παρασκευάς περιγράφοντας στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού το 1937 συμβάντα στη πόλη κατά το έτος 1871 λέει: «Εις το 1871 εκτίσθη το πρώτο προς την θάλασσαν καφενείον στηριζόμενον επάνω σε κολόνες ιδιοκτήτης του κτήματος ήτο ό αείμνηστος Δημήτριος Νικολαΐδης. Εις αυτό ήρχετο ο καλός κόσμος και εις αυτό έγεινεν ή γνωριμία δύο δυνατών παλαιστών, του Αβράμη από του Μόρφου και του Ισμαήλ Αράπη από την Αύδήμου, ηγνωριμία αυτή κατέληξεν εις συνεννόησιν μεταξύ των όπως παλαίσουν. Όταν έγεινε γνωστόν, ο δρόμος και το καφενείον εγέμισ«ν από Χριστιανούς και Τούρκους. Όλος αυτός ο κόσμος συνώδευσε τους παλαιστάς ως το Κονάκι (το σπίτι όπου σήμερον είνε η αστυνομία) όπου επήγαν δια να ζητήσουν την άδειαν του Καϊμακάμη Σιεκερζατέ. Ανέβηκαν επάνω και κατόπιν ο κόσμος τους είδε εις το Κιόσκι, όπου ό διοικητής τους ωμίλησεν. Τους λέγει, βλέπετε αυτό το πλήθος από Χριστιανούς και Τούρκους; Νομίζετε ότι εάν νικήσει ο Χριστιανός θα το ανεχθούν οι Τούρκοι; Ή εάν νικήση οΤούρκος θα το ανεχθούν οι Χριστιανοί; Θα γείνουν καυγάδες και πόλεμος μεταξύ των και έτσι θα αναστατωθή ή πόλις. Δεν σας δίδω άδειαν και να χωρισθήτε με φιλίαν και να υπάγετε στην δουλειάν σας. Έτσι δεν έγεινεν η πάλη και ο κόσμος έχασεν έναν θέαμαν που τόσον εσπάνιζε την έποχήν εκείνην. Ίσως να είχε δίκαιον ο Καϊμακάμης.
Και οι δύο ήσαν καλά παλληκάρια αλλά ο Ισμαήλ ήτο πελώριος. Δεν έχω συναντήσει μέχρι σήμερον τοιούτον άνθρωπον ήτο πελάτης του πατέρα μου και ήρχετο συχνά το σπίτι μας, δεν μπορούσε να καθίσει σε κοινόν κάθισμα, ήτο πολύ μικρόν γι' αυτόν, διά τούτο εκάθητο επάνω στο ψαθί όπου εβάλλαμεν και μαξιλάρια δια να ακουμβά. Εντούτοις με όλον αυτόν τον όγκο του, έτρεχε πολύ περισσότερον από μίαν αίγα εις απόστασιν δύο μιλίων.
Ο Αβράμης γνωστός τότε με το όνομα «Μορφίτης» ήτο υψηλού αναστήματος μετρίου πάχους. Είχε παλαίσει με άλλους Χριστιανούς και Τούρκους εις άλλα μέρη και τους είχε νικήση όλους• ήτο ο Τζιμ Λόντος της εποχής του.»
Μια παρόμοπια περιγραφή έχουμε και από τον λεμεσιανό ιστορικό και εξέχοντα λαογράφο, τον Ξενοφώντα Φαρμακίδη, στην ίδια εφημερίδα το 1935 που λέει:
«Απέναντι της αλευρομηχανής του μακαρίτου Αριστοκλή Πηλαβάκη νυν μηχανή κ. Πολ. Ευθυμιάδη και απέναντι της οικίας του κ. Σωτήρη Κοντοπούλου, εκεί όπου υψούται ευμεγέθης ιτέα, ήτο ανεμόμυλος εξ ού έλαβε και το όνομα η μικρά ολιγάριθμος τότε συνοικία. Απέναντι αυτού εξετείνετο ευρύ οικόπεδον, όπου τώρα ευρίσκονται αι οικίαι Γιακουμή Ιακωβίδη και Ιακ. Χατζηλοΐζου και τινές νεόδμητοι.
Εις το οικόπεδον τούτο κατά η περί το έτος 1890, διεξήχθη, κατόπιν αδείας της αστυνομίας, πάλη μεταξύ ξένου, τούρκου αιθίοπος, συστηματικού παλαιστού, όστις περιήρχετο τας πόλεις της Ανατολής, επιδεικνύων την έκτακτον ρώμην του και του Χριστιανού Αβράμη Μορφίτη, ως εκ Μόρφου καταγομένου, αρκετά ρωμαλέου, χαίροντος παγκυπρίου φήμης. ΄Ητο ο Κουταλιανός της Κύπρου. Δια το θέαμα της πάλης αυτής, ήτις προσέλαβε χαρακτήρα εθνικού ενδιαφέροντος, συνέρρευσεν άπασα η πόλις. Ο Αβράμης συνείθιζε να διεξάγει την πάλην γονατιστός. Εισήλθον αμφότεροι γυμνοί εις την κονίστραν και ο μεν οθωμανός ήτο αλειμμένος με γλοιώδη ουσίαν, ο δε Αβράμης ουχί. Αφού εχαιρετίσθησαν, μετά 2-3 γύρους συνεπλάκησαν. Ο Αβράμης κατά το σύνηθες εγονάτισε και εζήτησε να συλλάβη τον αντίπαλον του από τας κνήμας, ούτος δε επιδεξίως απέφυγε τούτον και δια μιάς ωθήσεως τον ξήπλωσε κατά γης. Τι δε συνέβη τότε ήτο αφάνταστον.
Οι Οθωμανοί ύψωσαν τον νικητήν επ ώμων και τον περιέφερον εν θριάμβω ανά πάσας τας οδούς της πόλεως μετ’ αλαλαγμών και μουσικών οργάνων. Οι Χριστιανοί εξ εντροπής διεσκορπίσθηαν περίλυποι εις τας οικίας των.
Ελέχθη, υποστηρίχθη, εβεβαιώθη βραδύτερον, ότι η ήττα του Αβράμη ωφείλετο εις δωροδοκίαν. Ότι δε τούτο ήτο αληθές απεδείχθη από τον πρόωρον θάνατον του, όστις λέγεται επήλθε εκ της λύπης και των τύψεων της συνειδήσεως του.
Οι χριστιανοί βαρέως έφερον την αισχύνην αυτήν και έπρεπε να την απαλύνωσι. Κατά του οθωμανού παλαιστού αντέταξαν τον Χριστοφήν Κολλούφην εκ του χωρίου Μονής, όστις τον αντίπαλον του κατέρριψεν, ως «δέμα χόρτου». Η πάλη αύτη διεξήχθη 15 μέρες μετά την πρώτην εις το ίδιον οικόπεδον. Οι χριστιανοί περιέφεραν τον νικητήν εν θριάμβω ανά τας χριστιανικάς συνοικίας πρωτοστατούντος και προεξάρχοντος του τότε γνωστού αρχιλεμβούχου Παπαηλία, όστις συνήθροισε δι’ εράνων ικανόν ποσόν χρημάτων εις αμοιβήν του νικητού»
Πρωτοπαλλήκαρα της πάλης και της άρσης βαρών στα χρόνια που ακολούθησαν ήταν ο Μιχάηλ Φούρναρης, ο Μιχαήλ Φυτός και ο Ιωάννης Μαρνέρος «γνωστός» κατά τα γραφόμενα του Χριστάκη Σαββίδη « Πανελληνιονίκης στην ελευθέρα πάλη του οποίου τα χέρια ως τα βαθειά του γηρατειά διατηρούσαν την δύναμη την νεανική, τα χέρια του έσφιγγαν όπως την «τανάλια» στη χεραψία του. Κέρδισε χρυσούν μετάλλιο στην Ελληνορωμαϊκή Πάλη 79 κιλών στην Αθήνα το 1935.»
Για τον Μιχαήλ Φούρναρη εξ άλλου ο ίδιος λέει:
«Στα παλιά χρόνια ο Μιχάλης Φούρναρης έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και θαυμασμού για την ρωμαλεότητα του από τους Λεμεσιανούς. Διεκρίνετο δια την σωμα¬τική του δύναμη. Με μεγάλη ευκολία μπορούσε στο αγώνισμα του "διτζίιμη" στις γιορτές του Πάσχα, να ση¬κώσει πάνω από τους ώμους του το διτζίμη - μια μεγάλη πέτρα - βάρους τριάκοντα οκάδων. Επίσης συμμετείχε σαν αθλητής του Γ.Σ.Ο. στους Παγκύπριους αγώνες στίβου στα αγωνίσματα "άρσης βαρών δι' ενός χεριού και δια δύο χεριών", όπου εξήρχετο νικητής. Δύο φορές αναδείχθηκε παγκυπριονίκης στο αγώνισμα άρσης βαρών το 1899 και το 1900. Ο Μιχαήλ Φούρναρης διεκρίνετο και στο αγώνισμα της πάλης και ουδέποτε ηττήθηκε.
Το 1900 στους Παγκύπριους αγώνες πάλης αγωνίσθηκε με το ισάξιο του παλικάρι Μ. Κωνσταντά και ύστερα από αγώνα πάλης, που κράτησε μια ώρα η οργανωτική επιτροπή ανακήρυξε και τους δύο ισόπαλους. Οι παλιοί Λεμεσιανοί ενθυμούνται τον Μιχαήλ Φούρναρη σαν πρωτοπαλίκαρο του Συναχωριού και τον Πελλόγιαννο σαν πρωτοπαλίκαρο της Τζαμούδας. Αυτοί οι δύο έλυσαν τις δια¬φορές των Συναχωριωτών και Τζαμουλιωτών, όταν εδημιουργούντο επεισόδια μεταξύ των σε ταβέρνες, πάνω στο μεθύσι τους.»
Ανοίγοντας εδώ μια μικρή παρένθεση να επισημάνω πως οι λεμεσιανοί συνεχίζοντας και εδώ την ελληνική παράδοση κατά το σπαρτιάτικο ρητό ««άμμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες» που ερμηνεύεται ως : «εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροι σας»... , δεν παρέλειπαν με κάθε ευκαιρία να διχάζονται και να διαπληκτίζονται: τζαμουλιώτες και καθολιτζιάτες, κυρηναϊκοί και κιτιακοί, ενωτικοί και ανθενωτικοί, ενδοτικοί και ανένδοτοι, δεξιοί και αριστεροί, εθνικόφρονες και αγγλόφιλοι, μακαριακοί και γριβικοί και δε συμμαζεύεται! Αναλάμβαναν λοιπόν τότε οι παλαιστές και τα πρωτοπαλίκαρα των γειτονιών να καθαρίσουν για την πάρτη τους!
Κάνοντας όμως τώρα ένα άλμα στο χρόνο λόγω… χρόνο ερχόμαστε στο 1931
Μια πολύ δύσκολη χρονιά, από τις πιο δύσκολες θάλεγα, στη σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου. Μέσα από την οικονομική ανέχεια, με την ανεργία και τους εξοντωτικούς φορομπηχτικούς και δασμολογικούς νόμους, την πολιτική και κοινωνική αποικιοκρατική καταπίεση με ανελεύθερους νόμους που θεσμοθετεί το αγγλικό καθεστώς και την ποδηγέτηση της ελληνικής παιδείας των Κυπρίων, που θα οδηγήσουν τελικά στο ξέσπασμα του κοινωνικού και εθνικού κινήματος γνωστού ως «τα οκτωβριανά» τον Οκτώβρη του ιδίου έτους, οι κύπριοι ψάχνουν στηρίγματα και εθνικά ερείσματα να αντέξουν και να αντισταθούν.
Οι διεθνείς νίκες και τα κατορθώματα ενός έλληνα παλληκαριού που θριαμβεύει την εποχή εκείνη στις ΗΠΑ και γίνεται γνωστός ανά το παγκόσμιο ως πρότυπο ελληνικής λεβεντιάς και παλληκαριάς του πρωτοπαλαιστή Τζιμ Λόντου αποτελούν έτσι ένα από τα ερείσματα αυτά του κυπριακού λαού.
Οι νίκες και τα κατορθώματα του καταλάμβαναν ολόκληρα πρωτοσέλιδα στις λεμεσιανές εφημερίδες και αποτελεί πλέον ένα μεγάλο εθνικό ίνδαλμα. Έτσι που όταν τον Ιούνιο του 1937 μέσα στη σκοτεινή περίοδο της παλμερικής δικτατορίας, έρχεται για επίσκεψη στην Κύπρο, ο λαός της Λεμεσού τον υποδέχεται σχεδόν παραληρώντας από ενθουσιασμό και εθνική υπερηφάνεια.
Σύμφωνα με τον Χριστάκη Σαββίδη και πάλιν : « Κατά την επίσκεψη του Τζίμ Λόντου στη Λεμεσό το 1937 ολόκληρος ο λαός της Λεμεσού του επεφύλαξεν αποθεωτική υποδοχή. Τα σχολεία και τα καταστήματα έκλεισαν και όλοι συναθροίστηκαν στο τελωνείο και με επικεφαλής τη φιλαρμονική και τας Αρχάς της πόλης εν παρελάσει πορεύθηκαν στο Στάδιο Γ.Σ.Ο. όπου τον προσεφώνησεν ο δήμαρχος της πόλης.»
Για τον γυναικόκοσμο της Λεμεσού αποτελούσε επιπλέον και ίνδαλμα και πρότυπο του απόλυτου αρσενικού, ενώ τα ζαχαροπλαστεία της πόλης κατασκεύασαν τούρτες και πάστες δίδοντας τους το όνομα του.
Αυτά λοιπόν συνέβαιναν στη μικρή μας πόλη τότε που η πάλη δεν ήταν απλώς ένα άθλημα σαν όλα τα άλλα.

Η μελέτη αυτή αποτελεί την εισήγηση μου στο Δ Συμπόσιο Πρποφορικής Ιστορίας με θέμα τον Αθλητισμό στη Λεμεσό που διοργάνωσε το 2008 το  Ιστορικό Αρχείο και Κέντρο Μελετών του Δήμου Λεμεσού.

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Η καθαριότητα της πόλης


Ένα ομολογουμένως απολαυστικό σε περιεχόμενο και ύφος δημοσίευμα στην εφημερίδα «Σάλπιγξ» της Λεμεσού ημερομηνίας 3/16 Μαΐου 1916 που ακολουθεί και αναφέρεται στην καθαριότητα της πόλης της Λεμεσού εκείνη την εποχή. Είναι απόσπασμα από την έκθεση που ο τότε δημοτικός υγειονομικός ιατρός Ε. Μάγνης απηύθυνε τον Μάιο του 1916 στον τότε Δήμαρχο Λεμεσού Σπύρο Αραούζο μετά που του ανάθεσε τον υγειονομικό έλεγχο για την « καθαριότητα και υγεία της πόλεως». :«Λαμβάνω την τιμήν να γνωστοποιήσω υμίν ότι η δημοτική υγειονομική υπηρεσία επεσκέφθη κατ’ αυτάς άπαντα της πόλεως τα εδωδιμοπωλεία, καφενεία, παντοπωλεία, αρτοπωλεία, κουρεία ως και άπασας τας μάνδρας. Εκ των εδωδιμοπωλείων εύρε τα μεν καθαρά, τα δε πολύ ακάθαρτα. Εις τους καταστηματάρχας των τελευταίων τούτων επεστήσαμεν την προσοχήν όπως προφυλάττουσιν άπαντα τα είδη, ιδίως δε τον τυρόν, τας ελαίας, τον χαλβάν, το βούτυρον, τον ζάχαριν, τον άρτον κ.τ.λ. από τον κονιορτόν και τας μυίας, φορείς των πολυωνύμων νοσογόνων μικροβίων. Προς τούτο επεβάλομεν την χρησιμοποίησιν υαλοφράκτων προθηκών παρά τας θύρας ή τα παράθυρα, συρματοπλέκτων δε ερμαρίων εντός του καταστήματος. Προς τούτοις επεμείναμεν εις το ζήτημα της εν γένει καθαριότητος ήτοι ασβεστώματος των τοίχων, πλύσεως του δαπέδου κατά βραχείας περιόδους, στιλβώσεως των πλαστιγγών κ.τ.λ. Εκ των καφενείων και ποτοπωλείων τινά μεν εύρωμεν σχετικώς καθαρά άλλα όμως παρουσιάζουσι πολλάς σοβαράς ελλείψεως ήτοι το δάπεδον ρυπαρόν, τους τοίχους ακαθάρτους, τα χείλη των ποτηρίων και φλυτσανίων εσπασμένα, ακάθαρτα παιγνιόχαρτα. Άπαντα τα ελαττωματικά ποτήρια και φλυτσάνια αφηρέθησαν. Κατα την επίσκεψιν μου αντελήφθημεν ότι η πλύσις των ποτηριών και λοιπών σκευών γίνεται πλημμελής διό επεβάλομεν μερικάς υγειονομικάς διατάξεις, ήτοι τα σκεύη να εκπλύνονται πρώτον εις την βρύσιν είτα εις διάλυσιν ποτάσσας και τέλος να εκπλύνονται εν δοχείω περιέχοντι καθαρόν ύδωρ. Κατά την επίσκεψιν των αρτοποιείων εύρομεν ταύτα εν γένει καθαρά, εις μερικά όμως παρατηρήσαμεν πλημμελή εναποθήκευσιν του ύδατος εντός πίθων ενσφηνωμένων εντός της γης όπερ δυσχαιραίνει πολύ τον καθαρισμόν αυτών, διό και επεβάλομεν εις τους ιδιοκτήτας τοιούτων να αντικαταστήσωσι τούτους δι’ υδαταποθηκών άνωθεν του δαπέδου ή να χρησιμοποιώσιν απ’ ευθείας το ύδωρ της βρύσεως. Η επίσκεψις των κουρείων παρουσίασεν εκτός τινών ευαρίθμων εξαιρέσεων πολλάς ελλείψεις διό και συνέστησα εις τους ιδιοκτήτας αυστηράν τήρησιν των υγειονομικών διατάξεων ήτοι καθαριότητα συχνήν του δαπέδου, των τραπεζίων, καθισμάτων, ξυραφίων, των μηχανών των τριχών, ψηστρών, κτενίων κ.τ.λ. Εις έκαστον δε κουρείον επεβάλομεν δοχείον μετ’ απολυσματικής διαλύσεως προς απολύμανσιν των ξυραφίων προ εκάστου ξυρίσματος. Τέλος επεσκέφθημεν και τας ανά την πόλιν μάνδρας ας εύρομεν σχεδόν άπασας ακαθάρτους, καθότι οι ιδιοκτήται εναποθυκεύουσι την κόπρον επιμακρόν χρόνον, διό και καταγγείλαμεν τούτους εις την αστυνομίαν δια τα περαιτέρω. Ελπίζομεν ότι οι ενδιαφερόμενοι θα συμμορφωθώσιν με τας άνω υγειονομικάς διατάξεις ώστε κατά την προσεχή επίσκεψιν μας να μη ευρεθή η δημοτική υγειονομική υπηρεσία εις την δυσάρεστον θέσιν να επιβάλη ταύτας δικαστικώς.»

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Ένα προφητικό δημοσίευμα ετών 77

Τότε, στην εποχή ακόμα της , σχετικής-και επιμένω στο «σχετικής» αθωότητας της κυπριακής κοινωνίας, ένα δημοσίευμα της λεμεσιανής εφημερίδας Χρόνος ημερομηνίας 11 Οκτωβρίου 1933 προφήτευε και προοιώνιζε τα κακά που θα μας βρουν μερικές δεκάδες χρόνια μετά…
Το παραθέτουμε αυτούσιο ως απόκομμα της εφημερίδες:

Στις πηγές της κακής και μεροληπτικής διαιτησίας

Ογδόντα και πλέον χρόνια από την επίσημη ύπαρξη του ποδοσφαίρου μας και τα όσα θλιβερά γίνονται γύρω από τα ποδοσφαιρικά μας πράγματα, και την κακοδαιμονία της κακής και μεροληπτικής διαιτησίας, δεν λένε ακόμα να εκλείψουν.
Σήμερα όπως και τότε που αναφέρεται το δημοσίευμα που ακολουθεί τα ίδια και χειρότερα!. Λες και δεν πέρασε ούτε μια βδομάδα από τον ποδοσφαιρικό αγώνα που περιγράφεται πιο κάτω…
Μέσα από το μακροσκελέστατο κείμενο της εφημερίδας ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ημερομηνίας 23 Ιανουαρίου 1931, με τίτλο: «Η ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ Α.Ε.Λ.-ΠΕΖΟΠΟΡΙΚΟΥ ΝΙΚΗΤΡΙΑ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗ Η Α.Ε.Λ.» και με τους πολλούς υπότιτλους « Το Λεμεσιανό Πνεύμα -Η Πόλις μας συνώδευσε τους αθλητάς της.-Οι παίκται μας έπαιζαν υπό το βάρος μιας αδικίας-Η συμπεριφορά ενός ανθρώπου κηβδυλώνει ένα αγώνα-Η συνείδησις των Λεμεσιανών αποκηρύττει τον Διαιτητήν του τελευταίου Ματς», μεταφέρουμε μερικά μόνο αποσπάσματα, χωρίς να χάνεται καθόλου η ουσία του.
Να σημειώσουμε πως ήταν τότε η πρώτη μόλις χρονιά οργανωμένης σε ομάδες ύπαρξη του ποδοσφαίρου μας , πριν το 1934 που δημιουργήθηκε η ΚΟΠ και άρχισαν τα επίσημα πρωταθλήματα της και ο ενθουσιασμός και τα αγνά συναισθήματα των λεμεσιανών για το άθλημα και τις ομάδες του είναι εμφανής:
«Η Λεμεσός εις τα ομαδικά παιγνίδια που από δεκαετίας απασχολούν τες κοινωνίες των άλλων πόλεων και κωμοπόλεων, δεν έπαιζε κανέναν σπουδαίον ρόλο. Ήτο παντελώς αφανής. Το ποδόσφαιρο πούναι τόσο δημοφιλές παιγνίδι σήμερα, ούτε ενδιέφερε κανένα. Και την στιγμή που η Λάρνακα και η Λευκωσία κατέκλυζαν τα γήπεδα για να παρακολουθήσουν μια συνάντησι μπορεί και φιλικήν ακόμα, η Λεμεσός παντού παρευρισκόταν, εκτός εις τα θεωρεία του Γ.Σ.Ο. πούχεν ανοικτές τες πόρτες με ελευθέραν είσοδο.
Ο ζωτικός πυρήν υπήρχε όμως πάντα και αφορμή μιά κατάλληλη ώρα, μιά ευκαιρία ζητούσε ν’ αναφανή κ’ εκδηλώσει παντού την ύπαρξι του, υπό την νέαν του μορφήν, του ποδοσφαίρου. Σ’ ένα χρόνο μέσα το θαύμα επετελέσθη. Η Λεμεσός ενεφάνισε τες ποδοσφαιρικές της ομάδες που αποτελούνται από αυτοδίδακτα σχεδόν παιδιά και τα αθλητικά σωματεία, ΑΕΛ, ΑΠΟΛ, ΣΟΥΛΙ.»
« Πιο πάνω είπαμεν για την διαφορά της δικής μας πόλεως εις τα ομαδικάς της εκδηλώσεις και την συμπάθειαν της για τους αθλητάς και την εν γένει αθλητικήν κίνησι από τις άλλες πόλεις.
Για χρόνια είχε να μας το δείξη τόσον πανηγυρικά, παρρησιακά κι’ αυθόρμητα σαν την περασμένην Κυριακή, που η ΑΕΛ θα μετέβαινε στην Λάρνακα για την ρεβάνς με τον Πεζοπορικόν.
Χωρίς να προηγηθή καμιά κοινή προσυνεννόησις, το πρωί της Κυριακής, πεντακόσια πρόσωπα ξεκίνησαν με φορτηγά και επιβατικά αυτοκίνητα για να παρακολουθήσουν το ματς στην Λάρνακα.
Εκτός των παικτών, της επιτροπής και μελών της ΑΕΛ, ηκολούθησαν οι μαθηταί του Γυμνασίου μας, μαθήτριες, πολλές δεσποινίδες και κυρίες και καμμιά τρακοσαριά άλλα πρόσωπα όλων των κοινωνικών τάξεων. Πήγαν εργατικά παιδιά που ξόδευσαν τα δυό τρία σελίνια που κράταγαν, ακόμη και χωρικοί. Μια σειρά από 60 αυτοκίνητα συνώδευε με ενθουσιασμό και λαχτάρα τους ποδοσφαιριστάς. Στον δρόμο όσοι τους συναντούσαν, συγκινημένοι τους χαιρέτιζαν ευχόμενοι για την νίκη. Ως το βράδυ ανυπόμονος η πόλις ανέμενε το αποτέλεσμα. Χωρικοί κατέβαιναν στους σταθμούς, κοντά στον ποταμό Γερμασόγειας και Παληάν Λεμεσόν και ρωτούσαν τους διερχομένους.»
Ιδού όμως που και τα σημερινά φαινόμενα της κακής διαιτησίας υπήρχαν και τότε, στα σπάργανα της ποδοσφαιρικής μας ιστορίας:
«Καθ’ όλον όμως το ματς ο διαιτητής, επροκαλούσε την σιχαμάρα και δημιουργούσε με την μονόπλευρη του στάσι προστριβές μεταξύ των θεατών. Δεν δίδει για μια στιγμή penalty στον Πεζοπορικόν, αλλά φωνάζει «όφφσαϊντ».
Εκτός τούτου, ένα γκολ της ΑΕΛ δεν το ανεγνώρισε και επέμενε πως βγήκε έξω η μπάλα. Ένας παίκτης κτυπά τον Ριαλάν κατά την διάρκειαν του παιγνιδιού χωρίς να τον αποβάλη. Ο ίδιος διαιτητής ύβρισε τους παίκτας μας και τον Γυμναστικόν Παρέα τον οποίον έπιασε από τον λαιμόν σπρώχνοντας τον.
Δεν εσημείωσεν την πληθώραν φάουλς των πεζοπορικών.
Με τας πράξεις μας πρέπει να ανυψώνουμεν παίκτας και θεατάς και όχι να δίδομεν με την αστόχαστη μας μεροληψίαν αφορμή πτώσεως σε επίπεδον ταπεινής ηθικής αντιλήψεως.»
Να πούμε μόνο για την ιστορία πως ο διαιτητής ονομαζόταν Ευρυβιάδης και ήταν εκ Λάρνακας βέβαια…!



«Καφέ αμάν», μια ανεξερεύνητη πτυχή της Ιστορίας μας









Στη μελέτη της ιστορίας αυτής της πόλης υπάρχουν σίγουρα πολλές και άκρως ενδιαφέρουσες στιγμές και πτυχές, εντελώς ανεξερεύνητες ακόμα από τους ιστορικούς ερευνητές της. Πτυχές που άλλες μεν είναι σημαντικές και άλλες ασήμαντες αλλά εξ ίσου ενδιαφέρουσες και σημαδιακές για να κατανοήσουμε και να μάθουμε την ιστορία της. Μιαν από αυτές, θα δούμε με αφορμή ένα δημοσίευμα στην εφημερίδα «ΚΗΡΥΞ» της Λεμεσού ημερομηνίας 26 Νοεμβρίου 1921.
Ήταν συχνά η απορία μου τι υπήρχε στη Λεμεσό -μεταξύ των πολλών χώρων ψυχαγωγίας που υπήρχαν στην πόλη «του γλεντιού και της χαράς» όπως έλεγαν πάντα την πόλη- και από πλευράς λαϊκής ψυχαγωγίας.
Καμπαρέ, ντάνσιγκ-χωλ, καφέ-σαντάν, ταβέρνες κ.λ.π. υπήρχαν πολλά τέτοιου είδους στέκια γλεντιού και διασκέδασης. Δεν εύρισκα όμως χώρους που να μαρτυρούν την ύπαρξη γνήσιας λαϊκής διασκέδασης με την έννοια που αργότερα γνωρίσαμε και που σήμερα είναι ... «του συρμού» όπως θάλεγε ένας δημοσιογράφος παλιότερων εποχών. Με λαϊκή μουσική, μπουζούκι ή άλλα παραδοσιακά όργανα και δημοτικό τραγούδι. Και δεν εύρισκα τίποτα.
Δεν ξέρω αν κάποιοι ειδικοί μελετητές της μουσικής ιστορίας της πόλης έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα πάνω στο θέμα αυτό, ερευνώντας το και το αγνοώ, αν κάποιος ξέρει κάτι ας μας ενημερώσει κι εμας. Θα είχε ενδιαφέρον να ακούσουμε από αυτούς.
Ιδού λοιπόν το σχετικό δημοσίευμα στην εφημερίδα «Κήρυξ» της Λεμεσού με ημερομηνία 26 Νοεμβρίου 1921 και με τίτλο: «ΚΑΦΕ ΑΜΑΝ»:

«Δεν είναι δυνατόν να γείνη ένα έλεος δια τα καφέ-αμάν της πόλεως μας, τα οποία αυξάνονται και πληθύνονται από ημέρας εις ημέραν; Τα ουρλιάσματα των άτυχων αυτών καλλιτέχνιδων ως επί το πλείστον ενοχλούσι τους κεντρικωτέρους δρόμους. Και σκεφθήτε την εντύπωσιν, την οποίαν προξενούσι εις ένα ξένον. Μόνον εάν η πόλις εκατοικείτο από Κεμαλικούς θα ήτο δικαιολογημένη τοιαύτη πληθώρα καφέ αμάν με τόσας τραγουδιστρίας να ψάλλουν απαισίως τα χυδαιότερα Τουρκικά άσματα.»

Όσο oλιγόλογο κι αν είναι το δημοσίευμα αυτό άλλο τόσο είναι γεμάτο από πολύτιμες πληροφορίες πάνω στο θέμα. Ας δούμε μερικές από αυτές: Πρώτα-πρώτα είναι προφανής ο σνομπισμός και η περιφρόνηση του αστού συντάκτη του σχολίου αυτού προς την λαϊκή μικρασιάτικη-σμυρναίικη μουσική. Σνομπισμός και περιφρόνηση που υποθέτω να αντικατοπτρίζει το «αστικό» αίσθημα και το κλίμα ενός ψεύτικου καθωσπρεπισμού που επικρατούσε ανάμεσα στην άρχουσα τάξη της εποχής εκείνης στη πόλη της Λεμεσού και κατά πάσα πιθανότητα και ολόκληρης της Κύπρου. Μιας νεόπλουτης αστικής τάξης που κατά συντριπτική της πλειοψηφία, χρονικά μόλις έβγαινε από τις χωριάτικες καταβολές της, προσπαθώντας έτσι να αποτινάξει από πάνω της τις καταβολές αυτές και να «εξευρωπαϊστεί» ...
Διαπίστωση δεύτερη: παντελής άγνοια της λαϊκής παράδοσης και των βυζαντινών πηγών και καταβολών της σμυρναίικης λαϊκής μουσικής που εκλαμβάνεται ως καθαρά τουρκογενής. Πράγμα άλλωστε που συνέβαινε και στη μητροπολιτική Ελλάδα και για πολλά μάλιστα χρόνια.
Οι λεπτές, πιθανόν παράξενες φωνές των μικρασιάτισσων καλλιτέχνιδων με τους παράξενους φωνητικούς ακροβατισμούς και τα ηχοχρώματα των φωνών τους σε συνδυασμό και με τα ιδιόμορφα και πρωτόγνωρα ακούσματα εκλαμβάνονταν από τους άσχετους τότε στο είδος αυτό λεμεσιανούς παππούδες μας ως… «ουρλιάσματα»!
Τα οποία τους έκαναν μάλιστα να ανησυχούν για την «εντύπωσιν την οποίαν προξενούσιν εις έναν ξένον». Σύνδρομο που το κουβαλάμε μέχρι σήμερα μέσα μας για το «τι θα πουν οι ξένοι, οι τουρίστες», για κάτι που θεωρούμε, « ως μη συμβαδίζον με την... ευρωπαϊκή μας πολιτισμική ολοκλήρωση»!
Μια άλλη διαπίστωση - και απορία ταυτόχρονα - είναι πως, ενώ σύμφωνα με το δημοσίευμα τα «καφέ αμάν» αυξάνονταν και πληθύνονταν μέρα με τη μέρα, τελικά κανένα δεν επιβίωσε στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν.
Μια πιθανή ιστορική εξήγηση είναι πως, αφού βρισκόμαστε πολύ κοντά 1922 και πως μετά ακολούθησε η μικρασιατική καταστροφή και ο ξεριζωμός του μικρασιάτικου ελληνισμού. Ίσως, παρά το γεγονός πως πολλοί από αυτούς ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στη Κύπρο, φαίνεται ότι ο φανατικός εθνικισμός του υπόδουλου κυπριακού ελληνισμού δεν ανεχόταν την συνέχιση ύπαρξης τέτοιου είδους ψυχαγωγίας. Παρά το γεγονός μάλιστα ότι η λαϊκή μας μουσική κυρίως, παράδοση «εμβολιάσθηκε» με τραγούδια που ενώ σήμερα τα θεωρούμε ως καθαρά κυπριακά, αγνοούμε την μικρασιάτικη προέλευση του όπως το υπέροχο, «Γιασεμί στο στήθος σου», το κλασσικό «κυπριακό» «Ρούλλα μου Μαρούλλα μου» και τόσα άλλα…
Όλα αυτά πάντως αποτελούν ένα ενδιαφέρον θέμα για περαιτέρω ιστορική διερεύνηση.

 
 
 
 
Η Βικτώρ η τραγουδίστρια από την Μικρά Ασία που τραγουδούσε ελληνικά και τούρκικα τραγούδια στη Λεμεσό την δεκαετία του 20

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Το κυπριακό γαϊδούρι εξευρωπαΐστηκε, εμείς;




Το περιβόητο και ξακουστό ανά την υφήλιο κυπριακό γαϊδούρι απόκτησε πριν λίγο καιρό ευρωπαϊκή ταυτότητα, διαβατήριο και καθίσταται πλέον και με βούλα ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Έτσι απαιτεί το ευρωπαϊκό κεκτημένο ή επί το ευρωπαϊκότερον το acquis communautaire!
Η είδηση έλεγε πως: «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε κανονισμό βάσει του οποίου όλα τα ιπποειδή (άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια) στην ΕΕ θα έχουν πλέον διαβατήριο και θα φέρουν υποδερμικό μικροτσίπ.» Μάλιστα θα πρέπει ως κύπριοι να αισθανόμαστε ιδιαίτερα περήφανοι γιατί η απόφαση αυτή είναι από τις πρώτες σημαντικές που είχε πάρει η Επίτροπος μας στις Βρυξέλλες Ανδρούλλα Βασιλείου η οποία δήλωσε σχετικά πως:«το τρέχον σύστημα αναγνώρισης των ίππων και γαιδάρων είναι παρωχημένο».
Στο μυαλό λοιπόν έρχονται σκηνές απείρου κάλλους άλλων εποχών, που πρόλαβα –έστω και πιτσιρίκος- να ζήσω, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα στη μικρή τότε μα τόσο ανθρώπινη και συμπαθητικά γραφική Λεμεσό.
Τότε τα κυπριακά γαϊδούρια, μεγάλα στο μέγεθος και τη δύναμη,( γαϊδουροδυναμη ήταν το μέτρο και όχι ιπποδύναμη!) ήταν περιζήτητα στις γύρω χώρες, μέχρι και την Ελλάδα και η αναπαραγωγή και το εμπόριο τους αποτελούσε μια επικερδή επιχείρηση. ( Εξ ου και η ελλαδική ρήση «είσαι κυπριακό γαϊδούρι»!)
Θυμάμαι που λέτε τότε ουρές εκατοντάδων, μπορεί και χιλιάδων, γαϊδουριών να παρελαύνουν δια των οδών της Λεμεσού οδηγούμενα προς το μικρό λιμανάκι της πόλης για να φορτωθούν στις μαούνες και στη συνέχεια, με βίντζια, στα πλοία για να πάρουν τον δρόμο του ξενιτεμού: Αίγυπτο, Συρία, Ισραήλ, Ελλάδα και να ριχτούν χωρίς οίκτο στις σκληρές αγροτικές εργασίες κάτω από τον καυτό ήλιο των μεσογειακών χωρών.
Φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο, μια από τις πιο ωραίες που δημιούργησε ο παλιός φωτογράφος της Λεμεσού, μακαρίτης Έντουαρτ, δια του λόγου μου το αληθές…
Όμως ο γάιδαρος ήταν συχνά και το μέτρο σύγκρισης για την ανθρώπινη η κοινωνική μας συμπεριφορά και την κατάσταση και τις συνθήκες διαβίωσης μας.
Από ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «Παρατηρητής» της Λεμεσού ημερομηνίας 6 Αυγούστου 1936, κάτω από τον τίτλο, « Κατώτεροι των γαιδάρων», διαβάζουμε ανάμεσα σε άλλα, με αφορμή το δίκαιο αίτημα των καταστηματαρχών της πόλης για καθιέρωση επί τέλους της μεσημβρινής αργίας των καταστημάτων και γραφείων, για να μπορούν να ζουν σε ανθρωπινότερες συνθήκες που τότε ήταν όντως, κατώτερες και των γαϊδουρινών :
«Ο Γαΐδαρος της Κύπρου μπορεί να βαρυφορτώνεται, να ξυλοκοπείται ανηλεώς και να διαιτάται αθλιέστατα ,αλλ’ έχει και στιγμές να αναπαύεται. Εάν δοκιμάσει κανείς να διακόψει την συνήθεια του αυτή, της αναπαύσεως τότε κουλουριάζεται χαμαί εις ένδειξι διαμαρτυρίας και δεν εννοεί να το κουνήσει. Υπάρχει όμως στην Κύπρο κάποια τάξη ανθρώπων που διαφέρει εις το ζήτημα αυτό της μεσημεριάτικης αναπαύσεως και από το γαΐδαρο. Είναι οι καταστηματάρχαι, παντοπώλαι και άλλοι πολλοί και διάφοροι επαγγελματίαι, που ανοίγουν από το πρωί το κατάστημα των και χωρίς καμιά απολύτως ανάπαυσι, δουλεύουν με τους υπαλλήλους των ως αργά το βράδυ. Αυτοί οι άνθρωποι, τι σημαίνει ησυχία και αξεγνιασιά κατά τη διάρκεια του μεσημεριάτικου γεύματος, δεν ξέρουν, ούτε γνώρισαν ποτέ τους, την ανάπαυσι μιας ώρας στην κάψα του καλοκαιριού, όπως ένας γαΐδαρος.»
Και βέβαια οι αγώνες δικαιωθήκαν και εφαρμόστηκε ( εν μέρει…) η μεσημβρινή ανάπαυση, όμως στη σημερινή εποχή μας, της προόδου και της εξέλιξης, οι συμπεριφορές μας, κοινωνικές και άλλες, ουδόλως άλλαξαν παραμένοντας , και μάλιστα με ολοένα αυξανόμενο ρυθμό, κατώτερες εκείνων των γαιδάρων.
Η συμπεριφορά μας στους δρόμους είναι για παράδειγμα ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο δια του λόγου μου και πάλιν το ασφαλές!


Το γαϊδούρι και ως (κατα κάποιο τρόπο) ένα σύμβολο αγώνα και αντίστασης. Κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59 ο περιβόητος και σκληρός κυβερνήτης της Κύπρου στρατηγός Χάρτιγκ κάλεσε τους αντάρτες της ΕΟΚΑ να παραδοθούν δίνοντας τους αμνηστεία. Η απάντηση της ΕΟΚΑ ήταν να αμοληθεί ένα γαϊδούρι στους δρόμους με μια επιγραφή πάνω του "I SURRENDER" !


Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Τα ποδήλατα… «δίδουν στο ευσεβές κοινό πολλήν ψυχωζημίαν»


Γνωστοί παλιοί λεμεσιανοί (Σπ. Μιχαηλίδης- Χρ. Μαλακάσας-Ι Γιορδαμλής-Κ Τσικκίνης) με τα ποδήλατα τους


 Ποιος δεν νοσταλγεί σήμερα τη Λεμεσό με τα στενά δρομάκια τα λίγα αυτοκίνητα, τις άμαξες με τα άλογα και τα πολλά ποδήλατα. Τότε που το ποδήλατο ήταν το μόνο και το πιο ασφαλές και υγιεινό μέσο διακίνησης. Τώρα το ποδήλατο το βάλαμε στα γυμναστήρια και τα υπνοδωμάτια μας σαν μορφή άσκησης για αδυνάτισμα και.. «physical fitting».
Κι όμως ! Στις εποχές για τις οποίες μιλάμε το ποδήλατο δεν ήταν ευλογία. Όπως δεν είναι σήμερα το αυτοκίνητο και οι μοτοσικλέτες. Μάλιστα το ποδήλατο για την εποχή εκείνη υπήρξε και πρόβλημα … ψυχικό , ηθικό και θρησκευτικό!
Αν δεν πιστεύετε για όλα αυτά τα περίεργα, μάρτυρας μου το δημοσίευμα που ακολουθεί. Είναι από την εφημερίδα «Χρόνος» της Λεμεσού ημερομηνίας 29 Ιουλίου 1937. Κάτω από τον τίτλο «ΠΟΔΗΛΑΤΑ!» (με θαυμαστικό παρακαλώ) στην τακτική στήλη της εφημερίδας
«Από όσα βλέπω» και υπογραμμένο από τον «ΦΑΡ», που προφανώς πρόκειται για τον δημοσιογράφο και μακαρίτη πια Αντώνη Φαρμακίδη ο οποίος ζούσε τότε στη Λεμεσό και λέει τα εξής:
«Τα ποδήλατα κατάντησαν στην πόλιν μας δημόσιος κίνδυνος Νο 1. Οι πεζοί δεν μπορούν πια να ξεμυττίσουν στους δρόμους. Απαγορεύεται. Θα τους μπλοκκάρουν αμέσως οι κατά κανόνα βιαστικοί ποδηλατισταί, οι οποίοι μας υπενθυμίζουν έτσι ότι ευρισκόμεθα εις… τον αιώνα της ταχύτητος!
Κάθε μέρα διαβάζουμε και κάτι παρόμοια : «Χθες, περί την μεσημβρίαν ο εκ του δείνα μέρους Κώστας Ηρακλέους παρεσύρθη υπό ποδηλάτου και ετραυματίσθη εις διάφορα μέρη του σώματος, μεταξύ δε άλλων υπέστην και εξάρθρωσιν της δεξιάς χειρός. Ο τραυματισθείς μετεφέρθη εις το εν τη πόλει μας Κυβερνητικόν Νοσοκομείον. Αλλά δεν είναι μόνον ο σωματικός κίνδυνος. Κινδυνεύομεν και ψυχικώς. Ιδού τι λέει είς συμπολίτης μας εις έμμετρον γλώσσαν:
«Πολλές πας το ποδήλατον τρέχουν ξυκλατσομένες
τζιε φαίνουνται οι ζάμπες τους άσπρες, πομαβρισμένες,
τζείνες έν πριν της εντροπής φαίνεται γεννημένες.
δεν ήν κατάστασις αυτή μέσα στην κοινωνίαν
διότι δειούν στους ευσεβείς πολλύν ψυχωζημίαν.
στον κόσμον συσχετίζεται ως μιάν επιδημίαν.
Σαν τον καρκίνον δηλαδή πον έχει θεραπείαν
και η σεβαστή κυβέρνησις πρέπει να επιβλέψη
σε τούτον το φαινόμενον να τους απαγορεύση.
Ιωάννης Μ. Μελάρης Πρακτικός Ιεροκήρυξ.
Δεν αμφιβάλλουμε ότι η Κυβέρνησις αυτή τη φορά θα σπεύση να λάβη τα μέτρα της και «να επιβλέψη σε τούτον το φαινόμενον». Έχουμεν όμως την γνώμην ότι και η εκκλησία έχει καθήκον να επέμβει. Διότι, συμφωνούμεν με τον πιό πάνω συμπολίτην μας ότι οι «ξεκλατσωμένες, με τες ζάμπες του τες άσπρες πομαβρισμένες» δίδουν στο ευσεβές κοινό «πολλήν ψυχωζημίαν. ΦΑΡ.»

 
 
 
Ποδηλάτισσα σήμερα με ... ¨πολλήν ψυχωζημίαν"

Τα «ελεεινά γύναια» και οι «αιωνίως πονηροί γέροι»…


Κάτω από το φαινομενικά «ιλαρό» ύφος, κρύβονται αντιλήψεις και νοοτροπίες φυλετικού και κοινωνικού ρατσισμού, μόλις 70 περίπου χρόνια πριν. Από τις γραμμές των χρονογραφημάτων με γενικό τίτλο «Στα πεταχτά» του λεμεσιανού, μακαρίτη πια , δημοσιογράφου Γεωργίου Ταλιαδώρου-Τέμπλαρ που δημοσίευε στην εφημερίδα «Αλήθεια» της πόλης, διαβάζουμε σ αυτό με ημερομηνία 31 Ιουλίου 1931 διαπιστώνοντας κάποια ήθη αλλά και κάποιες αντιλήψεις που σήμερα θα μας φαίνονταν μεσαιωνικές. Και όμως μας χωρίζουν μερικές μόνο δεκάδες χρόνια όπως λεγαμε.
Γράφει λοιπόν ο Τέμπλαρ, με καλοκαιρινό χρώμα, στο χρονογράφημα του αυτό:
«Συμφορά, καταστροφή στους καταστηματάρχας και εισαγωγείς καλτσών. Η μόδα των ανδρών να περπατούν χωρίς κάλτσες εγενικεύθη στη πόλη μας και τώρα βλέπεις πλην εκείνων που ελάνσαραν την μόδα, εκατοντάδες οπαδών πάσης κοινωνικής τάξεως και ηλικίας, να περπατούν χωρίς κάλτσες προς θλίψιν μεγάλην των καταστηματαρχών, οίτινες μας έλεγαν ότι περνούν ολόκληρες εβδομάδες για να κατορθώσουν να πωλήσουν ένα ζευγάρι κάλτσες. Και όταν τους ρωτήσαμε τι κάνουν για την κατάστασιν αυτήν, μας απάντησαν απελπισμένοι, ‘’αναθεματίζομε τους αίτιους’’ .
Η μόδα των γυμνών ποδιών προχωρεί και στις γυναίκες μας τώρα. Αύται άρχισαν να πετούν τες κάλτσες όταν βρίσκονται στα σπίτια των. Δέχονται χωρίς κάλτσες –και χωρίς ντροπή θα έλεγαν μερικοί- τας επισκέψεις των φίλων των και κάνουν, χωρίς πάντοτε κάλτσες, εμφανίσεις στα γειτονικά και φιλικά των σπίτια ώσπου να πάρουν το απαιτούμενο θάρρος για να κάμνουν τας εμφανίσεις των στους δρόμους, προκυμαίες εξοχικά κέντρα και στες εκκλησίες ακόμα, χωρίς φόβο και ντροπή. Άλλωστε κανείς δεν πρέπει να ξεχνά πως ζούμε στον εικοστό αιώνα. Και στον αιώνα του μεγάλου πολιτισμού και προόδου, εθεάθη γυναίκα διευθύνουσα άμαξα. Εκρατούσε με αρκετήν χάρι, δύναμη και τέχνη τα ρέτινα των αλόγων, τα οποία παραδόξως όταν εδεχόντουσαν τες σκληρές καμιτζιές της κυρίας δεν αγρίευαν, αλλά γαληνεμένα, λες ευχαριστημένα, έτρεχαν εκτελώντας το σκληρό καθήκον των. Και έτσι μας θύμησε μερικούς ηλίθιους συζύγους οίτινες καθημερινώς δέχονται και αυτοί πάντοτε αγογγύστως τα ραπίσματα των πονηρών γυναικών των, ρεζιλεύοντας έτσι το φύλο εις το οποίον ανήκουν.
Πράγματι, πόσοι καθημερινώς ηλίθιοι σύζυγοι δεν βρίζονται, δεν ραπίζονται και δεν φυλακίζονται από τα ελεεινά των γύναια τα οποία έχουν κουράγιο να τα καλοθρέβουν, καλοντύνουν, αγαπούν και περιποιούνται;»
Για να δώσει ο Τέμπλαρ συνέχεια και στην επόμενη έκδοση της εφημερίδας με ημερομηνία 7 Αυγούστου 1931:
«Η μόδα των γυμνών ποδιών προχωρεί, σχεδόν εκυριάρχησε εγενικεύθη στην πόλιν μας. Κυρίες και Δεσποινίδες της πόλεως μας κάνουν τώρα εμφανίσεις στο εξοχικό καφενείο του κ. Φούρναρη, στην προκυμαία και παντού με γυμνά τα πόδια.
Η κάλτσα τούς είναι ενοχλητική πλέον και απαισία. Αφίνουν να φαίνωνται τα ποδαράκια και να τα χαϊδεύουν αι ευεργετικές αχτίνες του ήλιου μαζύ και τα αγνά και πονηρά μάτια του κάθε ενός. Ιδίως εκείνων οίτινες είχον ξεχωριστήν αδυναμία στες ωραίες γάμπες. Έστω και αν ούτοι είνε νέοι, μεσήλικες ή γέροι. Ω! Προπαντός αυτοί οι αιωνίως ανήσυχοι γέροι που πάντα διψούν τα νειάτα, την εύθυμη ζωή και την ηδονή.»
Για όλα αυτά βέβαια σε τίποτα δεν φταίει ο μακαρίτης ο Τέμπλαρ. Ο Τέμπλαρ απλώς καταγράφει, επισημαίνει και είναι ο καθρέφτης και ο ερμηνευτής της εποχής του και των νοοτροπιών της…

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

ΕΠΙΚΑΙΡΟ, ΑΚΡΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ


Πολύ επίκαιρο και άκρως διδακτικό αλλά δυστυχώς και προφητικό το φυλλάδιο αυτό που κυκλοφόρησε στη Λεμεσό το 1956 ύστερα από αιματηρά επισόδεια μεταξύ των δύο σύνοικων στοιχείων της Λεμεσού. Το κείμενο μιλά από μόνο του χωρίς ανάγκη άλλου σχολιασμού...
(Κάνετε κλικ πανω στην εικόνα για να το διαβάσετε)

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Αθηναΐδειον Γυμνάσιον :Αποκατάσταση ονομασίας και όχι μετονομασία

Εδώ και καιρό, για λόγους αποκατάστασης δικαιοσύνης σε μια από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες αυτής της πόλης, της Αθηναΐδας Λανίτη, αλλά και ιστορικής δεοντολογίας, ο γράφων είχε θέση το θέμα της αποκατάστασης της ονομασίας του Γυμνασίου Καθολικής σε «Αθηναΐδειον Γυμνάσιο Καθολικής» που τυπικά δεν θα αφαιρούσε τίποτα στην σημερινή του ονομασία ενώ αντίθετα θα του πρόσθετε ουσιαστικά και θα το φόρτιζε με λαμπρή ιστορική δόξα και παράδοση. Άλλωστε ο λαός της Λεμεσού με το αλάνθαστο ιστορικό του ένστικτο και κριτήριο το λέει μέχρι σήμερα «Αθηναΐδειον» και την περιοχή «περιοχή του Αθηναϊδείου». Το Δημοτικό Συμβούλιο Λεμεσού προς τιμή του, με ομόφωνη απόφαση του, υιοθέτησε εισήγηση της Οργάνωσης Γυναικών Επιχειρηματιών Λεμεσού που ανέλαβε εκστρατεία για τον σκοπό αυτό μαζεύοντας δεκάδες εκατοντάδες υπογραφές. Η ίδια οργάνωση απέστειλε και σχετική επιστολή προς τον αρμόδιο Υπουργό Παιδείας επισυνάπτοντας και τις υπογραφές αυτές, από τον περασμένο Ιούνιο αλλά χωρίς καμιά ανταπόκριση εκ μέρους του μέχρι στιγμής. Περιέργως όμως και παραδόξως η μόνη αρνητική αντίδραση προήλθε από τον Σύνδεσμο Γονέων του εν λόγω Γυμνασίου, χωρίς να ακούσουμε και μια κάποια εύλογη τεκμηρίωση για την αντίδραση τους. Δεν θα ήθελα να αποδώσω σε αλλότριους λόγους και σκοπιμότητες την ανεξήγητη αυτή αντίδραση και περιορίζομαι να την αποδώσω μόνο σε άγνοια της ιστορίας αυτής της πόλης και αυτού του σχολείου. Λόγω περιορισμένου χώρου δεν θα επεκταθώ στην σημαντική προσωπικότητα της αείμνηστης Αθηναΐδας Λανίτη και την τεράστια συμβολή της όχι μόνο στην Παιδεία αυτής της πόλης αλλά και την μεγάλη κοινωνική και πολιτιστική της προσφορά για δεκάδες χρόνια. Αυτά τα θεωρώ αυτονόητα και θα έπρεπε να τα γνωρίζουν οι αντιδρώντες… Εκείνο που ίσως να μην είναι γνωστό και το αναφέρω εν συντομία είναι ότι όταν με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας τα σχολεία της πόλης μετατράπηκαν από κοινοτικά ή ιδιωτικά σε δημόσια, διατηρήθηκαν τα ονόματα του Λανιτείου Γυμνασίου και του Θέκλειου (και πολύ σωστά), αλλά το Αθηναΐδειον μετονομάστηκε σε Γυμνάσιο Β, αν δεν κάνω λάθος και σε Έβδομο, και στη συνέχεια σε Καθολικής εν αγνοία και χωρίς την συναίνεση της ίδιας, αλλά συγγενών της με αντάλλαγμα ανάλογη ευτελή αποζημίωση… Αυτά τα λίγα μόνο προς το παρόν και αν χρειαστεί θα επανέλθουμε με περισσότερη ιστορία για τη σημασία της αποκατάστασης του ονόματος του Αθηναϊδείου, γιατί υπάρχουν κι αλλά πολλά.

Ψηφίστε αν συμφωνείτε η διαφωνείτε

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

«Βασιβουζούκοι» και «αγαπητικοί»

Βαζιβουζούκοι αστυνομικοί τέλος 19ου αιώνα



Πολλά λέγονται κατά καιρούς, (πιο πολλά ψιθυρίζονται) και αρκετά από αυτά γράφονται στον τύπο, σχετικά με την πορνεία, τα παράνομα κυκλώματα της και την άγρια εκμετάλλευση των δυστυχισμένων κοριτσιών που προέρχονται από τους πρώην σοσιαλιστικούς κόσμους, μόλις φτάσουν στα όρια της ενηλικίωσης τους οι πιο πολλές από αυτές.
Η ενασχόληση του «ισχυρού φίλου» με το επάγγελμα του «νταβατζή»-«προστάτη», είναι τόσο παλιά όσο και το αντίστοιχο αρχαιότερο της ιεροδούλου επάγγελμα. Όμως η εξέλιξη της πορνείας είναι ανάλογη και με την ανάπτυξη στη μεταβιομηχανική οικονομία της ελεύθερης καπιταλιστικής αγοράς!
Η πορνεία κατέστη πλέον μια πραγματική «βιομηχανία», το χρήμα μπόλικο και εύκολο, οι πειρασμοί ανάλογοι και αυτοί που ασχολούνται πλέον επαγγελματικά μαζί της, δεν είναι μόνο οι περιθωριακοί «λούμπεν» τύποι, αλλά «ευυπόληπτοι πολίτες υπεράνω κάθε υποψίας» μα ακόμα και κάποιοι που τάχθηκαν από την πολιτεία να την καταδιώκουν και καταστέλλουν!
Με μεγάλη έκπληξη - όσοι δεν ξέρουν πρόσωπα και πράγματα- ακούνε κάποτε από το στόμα του αρμόδιου υπουργού και του αρχηγού της αστυνομίας για αστυνομικούς όλων των βαθμίδων που φέρονται να είναι αναμεμειγμένοι στα κυκλώματα αυτά.
Οι εποχές και τα ήθη αλλάζουν βέβαια και με την εξέλιξη διαφοροποιείται (και καλά κάνει) και η αντιμετώπιση του πολίτη από την αστυνομία. Όμως από εδώ μέχρι του σημείου να περνούν κάποιοι -έστω λίγοι- αστυνομικοί στην αντίπερα όχθη, είναι πισωγύρισμα σοβαρό, ενδεικτικό κοινωνικής σήψης και διαφθοράς.
Θα καταλάβετε όμως καλύτερα όλα αυτά όταν προχωρήσουμε στο δημοσίευμα από την εφημερίδα «Αλήθεια» ημερομ.13.5.1899 και κάτω από τον τίτλο,
«ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑΙ ΥΠΕΡΒΑΣΙΑΙ» :
«Ένας ζαπτιές βασιβουζούκος.- Αποκαλύψεις ενώπιον του δικαστηρίου.- Καταδίκη αστυνομικού οργάνου.»
«Τα όργανα της αστυνομίας παρελαύνουν συνεχώς προ του δικαστηρίου. Την Παρασκευήν και το Σάββατον εξεδικάζετο ενώπιον του προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμησσού ο ζαπτιές Μουσταφάς Πουρουτζής κατηγορούμενος ότι επετέθη και εκτύπησεν εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του μίαν Ιταλίδα ελευθέρων ηθών. Οι μάρτυρες της τε κατηγορίας και της υπερασπίσεως κατέθηκαν ότι ο ζαπτιές αυτός, επειδή η ρηθείσα γυνή εφώναζεν προκαλούσα θόρυβον εν τη οικία της, επετέθη κατ’ αυτής, της έδωκε τρία κολαφίσματα και μετά το τρίτον, η ατυχής γυνή έπεσε χαμαί. Δεν ηρκέσθη εις τούτο ο αμείλικτος ζαπτιές αλλ’ όταν η γυνή έπεσε χαμαί έθεσε και τους πόδας αυτού εις ενέργειαν και κατήνεγκεν φοβερόν λάκτισμα, οπότε προσέδραμον πολίται και κατόπιν ο ιατρός. Την επαύριον η δυστυχής εσύρετο προ των δικαστηρίων κατηγορουμένη ότι… ετάρασσε την δημοσίαν ησυχίαν! Και το μεν θύμα, ως εικός, ηθωώθη, ο δε ζαπτιές ετιμωρήθη δια πενταλίρου προστίμου ή ενός μηνός φυλακίσεως μετά των εξόδων της δίκης. Κατά την δίκην παρίσταντο αξιωματικοί της αστυνομίας και πλήθος περιέργων.
Ιδού κατάστασις!.»
Βασιβουζούκος είναι ο άνθρωπος που διακρίνεται για την σκληρότητα και την αυθαιρεσία του και προέρχεται από τους Τούρκους στρατιώτες και ζαπτιέδες που στη διάρκεια του 19ου αιώνα στρατολογούνταν και διέπρατταν ωμότητες και λεηλασίες στους χριστιανικούς πληθυσμούς.
Από αυτό λοιπόν το σημείο και σε διάστημα 110 χρόνων κάποιοι αστυνομικοί παραμένουν αμετανόητα «βασιβουζούκοι» ενώ κάποιοι άλλοι μετατράπηκαν σήμερα από σκληρούς «βασιβουζούκους» σε… τρυφερούς «αγαπητικούς» , «προστάτες» φτωχών κοριτσιών για εξάσκηση μετά πάσης προστασίας, του αρχαίου επαγγέλματος τους, δηλαδή νταβατζήδες!

«Αμμόχωστος: Η πόλις με το πολύ μέλλον»…


Σε ένα χρονογράφημα του στην εφημερίδα «Αλήθεια» ημερομηνίας 21 Φεβρουαρίου 1936 θα αναφερθούμε όπου ο λεμεσιανός δημοσιογράφος Γεώργιος Τέμπλαρ καταθέτει τις εντυπώσεις του από την Αμμόχωστο με αφορμή την εκεί επίσκεψη του άνευ άλλων σχολίων αφού είναι περιττά. Κάτω από τον τίτλο «ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΝ. Η ΠΟΛΙΣ ΜΕ ΤΟ ΠΟΛΥ ΜΕΛΛΟΝ», γράφει:
«Μία ολιγόωρος επίσκεψις μου εις την ωραίαν και ιστορικήν Αμμόχωστον, έπειτα από δέκα περίπου χρόνια, με αναγκάζει να γράψω τες ολίγες αυτές γραμμές.
Πράγματι η πόλις αύτη έγινεν αγνώριστος. Παντού παρατηρείται κίνησις. Εκτίσθησαν νέα και άξια λόγου θέατρα, οικίαι μοντέρναι, μαγαζιά, στοαί.
Ο Δήμαρχος και το Δημοτικόν Συμβούλιον έχουν πάντα άγρυπνα τα μάτια εις όλα και φροντίζουν με κάθε θυσίαν δια τον εξωραϊσμόν της πόλεως αυτής η οποία σήμερον έχει σοβαρά σωματεία ως η “Ανόρθωσις” με τα 340 περίπου μέλη της, φιλανθρωπικούς Συλλόγους ως εκείνον που προΐσταται μία ακούραστη και υπέροχη πραγματικά κυρία η κ. Μαρία Ιωάννου, κινηματογράφους, άξια λόγου ξενοδοχεία ως ο “Οθέλλος” και άλλα καλά κέντρα και καταστήματα.
Αλλά οι φίλοι Αμμοχουστιανοί είνε τυχεροί διότι έχουν ως Αστυνόμον των έναν ένα αληθινόν ντζέντλεμαν τον κ. Α.Μ. Μπελ. Έτυχε να τον γνωρίσωμεν ολίγα μόνον λεπτά. Ευγενής και ευπροσήγορος, ευφυέστατος, δραστήριος και ως από πολλούς ηκούσαμε είναι πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Όταν τον ερωτήσαμε δια την καταστολή του εγκλήματος εις την επαρχίαν του με το ίδιον χαμόγελο μας απήντησε με ευχαρίστησι ότι εκ των 157 σοβαρών εγκλημάτων άτινα εσημειώθησαν κατά το 1934, το 1935 υπεβιβάσθησαν εις 108. Πέρυσι τον Ιανουάριο εσημειώθησαν μόνο 10. Όσοι συνειργάσθησαν μαζί του, ιδίως αστυνομικοί, μιλούν πολύ θερμά δια τον σπάνιον αυτόν άνθρωπον και αστυνομικόν.
Τα ωραία κτίρια όπου εστεγάζοντο τα Δικηγορικά Γραφεία, τώρα στεγάζεται ο αστυνομικός σταθμός. Μετερρυθμίσθησαν καταλλήλως έγιναν υπνοδωμάτια αστυνομικών, αίθουσα λουτρών, ετοιμάζεται κήπος. Τα πάντα εγένοντο υπό του ικανού κ. Μπέλ.
Τα Δικηγορικά Γραφεία μετεφέρθησαν εις νέα και ωραία κτισθέντα τελευταίως έναντι πάλιν των Δικαστηρίων. Ο πρώην δραστήριος αστυνομικός της πόλεως μας κ. Ανδρέας Μιχαηλίδης ευρίσκεται εκεί, είνε το δεξί χέρι της αστυνομίας και εργάζεται δραστηρίως.
Οι ιδιοκτήται περιβολιών εισέπραξαν αρκετά χρήματα την εποχήν αυτήν από την πώλησιν των πορτοκαλιών των. Είνε πολύ ικανοποιημένοι από τας τιμάς πωλήσεως του φρούτου αυτού που παράγεται κατά εκατοντάδες χιλιάδων λιρών εις την προοδευτικήν αυτήν πόλιν.
Οι νέοι των κατέγιναν και διοργάνωσαν Αποκρηάτικους χορούς οι οποίοι επιτυγχάνουν εκεί πολύ.
Πολλές φορές προσέρχονται και δικοί μας χορευταί εις τους δικούς των χορούς.
Μέγας όμιλος γλεντζέδων θα μας επισκεφθή κατά την τελευταίαν Κυριακήν των Καρναβαλιών. Ευπρόσδεκτοι.”

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

«Επισιτιστικά προβλήματα»…


Η περιδιάβαση μας στην ιστορία αυτής της πόλης μέσα κυρίως από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων άλλων εποχών, μας δίνει κάποια μηνύματα , ίσως και μαθήματα... Αυτός είναι άλλωστε και ένας από τους στόχους αυτού του ιστοτόπου ώστε μέσα από τις χρονολογικές αυτές συγκρίσεις και διαπιστώσεις να μαθαίνουμε και να βελτιωνόμαστε και ως άνθρωποι και ως πόλη και ως τόπος ευρύτερα. Δύο αναδρομές σε δύο δημοσιεύματα με διαφορά δέκα ετών το ένα από το άλλο μας παραπέμπουν σε αναλογίες του σήμερα, τηρουμένων πάντα των χρονικών και των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών:

Α. Οι ξένοι εργάτες και τα... «επισιτιστική προβλήματα».
Οι πολλοί νόμιμοι και οι ακόμη πιο πολλοί παράνομοι, ξένοι εργάτες που βρίσκονται αυτή την στιγμή στον τόπο μας, φαίνεται πως έχουν δημιουργήσει έντονα αισθήματα ρατσισμού, (ή έστω «ξενοφοβίας», αν σας σοκάρει ο όρος) που δεν τον πολύ λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη, ενώ θάπρεπε , για να μην βρεθούμε στο άμεσο μέλλον μπροστά σε σοβαρό κοινωνικό αλλά ίσως και πολιτικό πρόβλημα.
Όμως φαίνεται πως το πρόβλημα αυτό δεν είναι καινούργιο. Αν ανατρέξουμε, για άλλη μια φορά, στις παλιές εφημερίδες της Λεμεσού θα βρούμε κατά καιρούς και σε διαφορετικές εποχές, πάρα πολλά σχετικά δημοσιεύματα που θα μας αφήσουν πολλές φορές με το στόμα ανοιχτό. Ιδιαίτερα σε αυτά που αναφέρονται σε Εβραίους, με ένα σκληρό και διάφανο αντισημιτικό αίσθημα.
Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό δημοσίευμα είναι και αυτό της εφημερίδας «Ο Χρόνος» ημερομηνίας 23.2.1939 που σε κύριο πρωτοσέλιδο άρθρο της, κάτω από τον τίτλο,
«ΕΝ ΕΠΙΒΑΛΛΟΜΕΝΟΝ ΜΕΤΡΟΝ» :
«Εκ της τελευταίας καταγραφής ήτις διενεργήθη υπό της αστυνομίας δια την εξακρίβωσιν των αλλοδαπών των ευρισκομένων εις Κύπρον, διεπιστώθη δια μιαν ακόμη φοράν ότι ο αριθμός τούτων είναι τόσος ώστε να εμπνέη αρκετάς ανησυχίας δια την Κύπρον. Και δεν είναι μόνον τούτο. Κάθε ατμόπλοιον προσεγγίζον εις Κύπρον κομίζει και νέους επιβάτας, οίτινες υπό το έν πρόσχημα ή το άλλο εξασφαλίζουν μίαν προσωρινήν ή και μόνιμον διαμονήν εν τη Νήσω μας.
Υπάρχουν βεβαίως προστατευτικοί νόμοι δια την απαγόρευσιν της εισροής ξένων ή ανεπιθύμητων προσώπων εις τον τόπον μας, πρέπει δε να αναγνωρισθή και η προσπάθεια την οποίαν η Α.Ε. κατέβαλε επί του σημείου τούτου, όταν η Κύπρος ηπειλείτο εξ ομαδικής εισροής ξένων εις την Νήσον μας κατόπιν των τελευταίων εξωτερικών γεγονότων. Αλλ’ οι νόμοι ούτοι νομίζομεν ότι δια της ελαστικότητας των παρέχουν αρκετόν περιθώριον αν όχι εις μίαν ομαδικήν επέλασιν ξένων στοιχείων αλλ’ εις την βαθμιαίαν εισχώρησιν των εις τον μικρόν μας τόπον.
Υπό τας εξαιρετικάς όμως συνθήκας υπό τας οποίας ζώμεν σήμερον αι θύραι του τόπου μας πρέπει να κλείσουν ερμητικώς εις κάθε ξένον στοιχείον έστω και αν τούτο φέρη μετ’ αυτού εν κομπόδεμα ή όχι. Και ο λόγος είναι ότι δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει τις την ποιότητα εκάστου προσώπου το οποίον μας επισκέπτεται, ούτε τους σκοπούς δια τους οποίους εκλέγει τον τόπον μας δια την προσωρινήν ή μόνιμον εγκατάστασιν του.
Αλλά είς λόγος ακόμη ο οποίος πρέπει να μας αναγκάσει σήμερον να περιορίσωμεν την εισροήν ξένων εις την Νήσον μας καί την ελάττωσιν του αριθμού των είναι ασφαλώς και ο ακόλουθος:
Κανείς δεν γνωρίζει υπό ποίας περιστάσεις θα ευρεθή η Κύπρος εις το προσεχές μέλλον εν περιπτώσει μιάς παγκοσμίου συρράξεως ως προς το ζήτημα του επισητισμού και εις έναν ενδεχόμενον αποκλεισμόν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Κυβέρνησις έχει υπ’ όψιν της πάντα ταύτα και έν τοιούτον ενδεχόμενον θ’ αντιμετωπισθή όντως και με κάθε συνετόν και δυνατόν μέσον.
Αλλά εις τοιαύτας περιστάσεις η Κύπρος πρέπει να φροντίση δια τους Κυπρίους, οι δε ξένοι εν τοιαύτη περιπτώσει θα είναι εν περιπλέον φορτίον το οποίον κατ’ ανάγκην θα φέρωμεν επί των ώμων μας και θα τον θρέψωμεν εκ των δικών μας δυνάμεων και μέσων.
Ευχόμεθα όπως μη ευρεθώμεν εις μίαν τοιαύτην ανάγκην και ελπίζομεν ότι εν τέλει η εξωτερική κρίσις θα παρέλθη ώστε τοιούτος κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ποτέ. Αλλ’ ενόσω δυστυχώς η κρίσις υφίσταται ακόμη εις μίαν γωνίαν του πολιτικού στερεώματος, νομίζομεν ότι επιβάλλεται να λάβωμεν παν αρμόδιον μέτρον δια να προστατευθώμεν οπωσδήποτε. Και το μέτρον της απαγορεύσεως της εισβολής κάθε ξένου στοιχείου εις την Νήσον μας και του περιορισμού των πειναλέων στομάτων τα οποία αυξάνουν τον Κυπριακόν πληθυσμόν φρονούμεν ότι είναι το πρώτον και δικαιότερον εξ όλων.»
Να θυμίσουμε μόνο πως βρισκόμαστε στα πρόθυρα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και πως τα επιχειρήματα περί δήθεν «αποκλεισμού» και «επισητισμού» δεν μπορούν να κρύψουν ρατσιστικές και δη αντισημιτικές αντιλήψεις που κυριαρχούσαν στην παγκόσμια πολιτική σκηνή τότε...

Β. Η παραδοσιακή κυπριακή φιλοξενία που έγινε βιομηχανία!
Σήμερα ακούγονται και διάφορες φωνές που κάποιες φορές και σε κάποιους τομείς φτάνουν και στα τα όρια της κραυγής απελπισίας.
Ένας από τους τομείς αυτούς είναι η ξενοδοχειακή και γενικότερα «τουριστική βιομηχανία» (έτσι συνηθίσαμε πια να λέμε ένα τομέα στον οποίο αποδεικνυόταν κάποτε μια βασική αρετή του λαού μας, η φιλοξενία που είχε μάλιστα και τη δική της θεότητα).
Κραυγές απελπισίας από τους κύπριους εργαζόμενους γιατί παρά την ανεργία που μαστίζει τον τόπο, στον τομέα αυτό απασχολούνται πιο πολλοί αλλοδαποί παρά ντόπιοι για τους γνωστούς και ευνόητους λόγους.
Μέσα όμως από την εφημερίδα της Λεμεσού «Νέα Πολιτεία» ημερομηνίας 28 Αυγούστου 1949- πριν 60 δηλαδή χρόνια- το ίδιο πρόβλημα φαίνεται να απασχολεί σοβαρά τους λεμεσιανούς εργαζόμενους, σύμφωνα με τα γραφόμενα του συνδικαλιστή (τότε) και για πολλά χρόνια μετά πολιτιστικού υπεύθυνου του Δήμου Λεμεσού Ευάγγελου Βανέλλη. Να υπενθυμίσουμε βέβαια ότι η «Νέα Πολιτεία» ήταν το εκφραστικό Όργανο του ΑΚΕΛ Λεμεσού και επομένως έχουμε την «αριστερή» άποψη του προβλήματος.
Λέει λοιπόν ο Ευάγγελος Βανέλλης κάτω από τον τίτλο:
«ΕΝΩ Η ΑΝΕΡΓΙΑ ΜΑΣΤΙΖΕΙ ΤΟ ΤΟΠΟ ΜΑΣ-ΞΕΝΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΣΤΑ ΘΕΡΕΤΡΑ»
«Δεν είναι η πρώτη φορά που κτυπήσαμε την πόρτα της Κυβέρνησης και επιστήσαμε την προσοχή της πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Δεν είναι η πρώτη φορά που ζητήσαμε από την Κυβέρνηση να βάλει φραγμό στην διάθεση των ξενοδόχων να χρησιμοποιούν στις δουλειές τους υπαλλήλους τους οποίους προμηθεύονται από το εξωτερικό ενώ στον τόπο μας υπάρχουν υπάλληλοι τεχνικά καταρτισμένοι, ισάξιοι με τους ξένους και σε πολλές περιπτώσεις καλύτεροι.
Παρ’ όλες όμως τις διαμαρτυρίες των Συντεχνιών μας η Κυβέρνηση δεν έχει πάρει κανένα αποτελεσματικό μέτρο, μάλλον οι αποφάσεις της που έχει πάρει πάνω στο ζήτημα έχουν μείνει στο χαρτί χωρίς να φέρουν κανένα βασικό αποτέλεσμα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στα διάφορα ξενοδοχεία των θερέτρων : Πλατρών, Προδρόμου, Τροόδους θα διαπιστώσει ότι εξακολουθούν να δουλεύουν σ’ αυτά πάρα πολλοί ξένοι υπάλληλοι, γκαρσόνια, μάγειροι, ζαχαροπλάστες κ.λ.π., ενώ αρκετές δεκάδες Κυπρίων υπαλλήλων εξακολουθούν να παραμένουν άνεργοι.
Φέτος μάλιστα οι ξενοδόχοι έχουν σοφιστεί και ένα άλλο τρόπο για να εισάγουν υπαλλήλους από το εξωτερικό. Οι υπάλληλοι αυτοί φτάνουν στην Κύπρο σαν παραθεριστές και μόλις φτάσουν βγάζουν αμέσως το κοστούμι του τουρίστα και βάζουν την φόρμα του υπαλλήλου. Κι αυτό το ζήτημα το είδαν έγκαιρα οι Συντεχνίες μας και διαμαρτυρήθησαν στο Γραφείο του Διοικητού εργασίας. Έγιναν μερικές ενέργειες, σταμάτησαν μερικοί, αλλά αρκετοί εξακολουθούν ακόμη να δουλεύουν.
Αυτό το ζήτημα μας ενδιαφέρει σαν επαρχία Λεμεσού γιατί ένας βασικός αριθμός υπαλλήλων μας παραγκωνίζεται από τους ξένους υπαλλήλους, γι αυτό ζητούμε από το γραφείο του Διοικητού εργασίας να πάρει δραστικά μέτρα εναντίον των ξενοδόχων εκείνων που χρησιμοποιούν ξένους υπαλλήλους, σε εκείνους μάλιστα τους τομείς της εργασίας που εμείς διαθέτουμε ισάξια καταρτισμένο προσωπικό.»

Φωτογραφίες
1. Φόρτωση πλοίου
2. Εργάτες στους δρόμους της Λεμεσού
3. Πλάτρες
4. Ευάγγελος Βανέλλης

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΛΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ

Μέρος δεύτερο
Στο πρώτο μέρος αυτής της μελέτης αρχίσαμε να ξετυλίγουμε διαχρονικά, από την αρχαιότητα, το λεμεσιανό καρναβάλι ως ένα γεγονός ιστορικά κοινωνικά ακόμα και πολιτικά και εθνικά πολυσήμαντο και πολυδιάστατο, με πολύπλευρο ενδιαφέρον και τον ρόλο που έπαιζε στη ζωή των λεμεσιανών. Τώρα θα συνεχίσουμε για να δούμε και άλλες πτυχές και άγνωστα γεγονότα αναφορικά με το λεμεσιανό καρναβάλι.

Το καρναβάλι εξελίσσεται σε μια πλατειά λαϊκή γιορτή πέρα από ταξικές διαφορές.
Με το πέρασμα των χρόνων το λεμεσιανό καρναβάλι φεύγει από τις «καθώς πρέπει» αίθουσες των «ντάνσιγκ χωλς» της εποχής και τα σαλόνια των αριστοκρατικών σπιτιών της πόλης και βγαίνει στους δρόμος στις πλατείες, τις ταβέρνες και τους κινηματογράφους.
Σημαδιακή χρονιά το 1928, όταν οι εργάτες των ορυχείων του Αμιάντου κατεβαίνουν ομαδικά με 25 αυτοκίνητα του μεταλλείου και επικεφαλής την φιλαρμονική τους υπό τον αρχιμουσικό Γεώργιο Χουρμούζιο στην παρέλαση του καρναβαλιού της χρονιάς εκείνης σηματοδοτώντας την πλατειά «επίσημη» συμμετοχή και της εργατικής τάξης στις καρναβαλίστικες εκδηλώσεις.
Λίγα χρόνια μετά, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, τελειώνουν οι δύο μεγάλοι κινηματογράφοι της Λεμεσού «Γιορδαμλή» και «Ριάλτο» και χάρη στους φιλοπρόοδους ιδιοκτήτες ή διαχειριστές τους Ιούλιο Γιορδαμλή και Χριστόφορο Μαλακάσα, διοργανώνονται εκεί για τρεις και πλέον δεκαετίες οι πιο επιτυχημένοι και μαζικοί χοροί όπου καταργούνται οι κοινωνικές τάξεις και πλούσιοι και φτωχοί διασκεδάζουν μαζί, δίνοντας έτσι την μορφή στο λεμεσιανό καρναβάλι ως μιας πλατειάς λαϊκής γιορτής.






Κοινωνία - πολιτική και Καρναβάλι
Όπως αναφέραμε και στο πρώτο μέρος, η πολιτική και οι πολιτικές διαφορές των Ελλήνων, της Κύπρου και των λεμεσιανών αποτελούσε πάντα ένα από τα κυρίαρχα θέματα και στο Καρναβάλι. Η εκλογή της βασίλισσας της ομορφιάς που αναφέραμε και αποτέλεσα αφορμή διαμάχης μεταξύ βενιζελικών και φιλοβασιλικών δεν ήταν η μόνη.
Ημέρες δόξας αλλά και ημέρες ύφεσης του Καρναβαλιού συμβάδιζαν με την πολιτικοοικονομική κατάσταση όπως οι πλημμύρες του 1894 το, περιβόητο «Αρχιεπισκοπικό ζήτημα» των ετών 1900-1910 και ο βαθύς διχασμός της λεμεσιανής κοινωνίας, η μικρασιατική καταστροφή του 1922 και ο διχασμός σε βασιλικούς και βενιζελικούς, όπως είπαμε, η οικονομική ύφεση της δεκαετίας του 20 και του 30, η οικονομική εξαθλίωση και τα γεγονότα του 1931 και η επακολουθήσασα στυγνή δικτατορική παλμεροκρατία, ο αγώνας του ’55-59 και βέβαια η καταστροφή του 1974 επιδρούσαν και στο Καρναβάλι.
Η αντιπολίτευση των κυπρίων απέναντι στην άδικη διοίκηση των άγγλων αποικιοκρατών ήταν δύσκολη και με φυλακίσεις, εύρισκε διέξοδο μέσα από το Καρναβάλι. Δεν έχαναν ευκαιρία να καυτηριάσουν την κακοδιοίκηση, τις εξοντωτικές φορολογίες, την ποδηγέτηση της ελληνικής Παιδείας, ενώ δεν έπαυαν από τα πρώτα κιόλας χρόνια της αναβίωσης του, όπως είδαμε στο πρώτο μέρος, να εκφράζουν τα εθνικά και αλυτρωτικά τους αισθήματα για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και να παρουσιάζονται κάθε χρόνο άρματα και θέματα από την ελληνική μυθολογία και τον ελληνικό πολιτισμό στέλλοντας έμμεσα αλλά σαφή μηνύματα στους άγγλους.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός πως σε δύσκολους καιρούς φτώχειας και δυσπραγίας φούντωνε το καρναβάλι κατά το ρητό «η φτώχεια θέλει καλοπέραση»!

Αγγλική προπαγάνδα δια μέσου του Καρναβαλιού

Όμως και οι άγγλοι κατακτητές φαίνεται ότι αντιλήφθηκαν κάποια στιγμή την επικοινωνιακή και προπαγανδιστική δύναμη του Καρναβαλιού γι αυτό και αρχίζουν να λαμβάνουν μέρος με άρματα και ομάδες χρησιμοποιώντας μάλιστα ένα τομέα που εκπροσωπεί κατ εξοχή την εξουσία τους : την Αστυνομία με δικό της άρμα και με συμμετοχή των ιδίων των αστυνομικών, μέχρι και αστυνόμων που μασκαρεύονται και παίρνουν μέρος στην καρναβαλίστικη παρέλαση.
Το 1936 στη μεγάλη παρέλαση συμμετείχε και η Αστυνομία της πόλης, με δικό της άρμα και με μασκαρεμένους Αστυνόμους, υπαστυνόμους, λοχίες, "ομπάσιηδες" και απλούς αστυνομικούς και παίρνει το 2ο βραβείο από λίρες 6 για το άρμα τους με θέμα «Βρετανική Αυτοκρατορία, κτήσεις και αποικίαι». Μεγάλη Βρετανία o επιλοχίας Π. Σαββίδης, μαχαραγιάς Ινδιών ο υπαστυνόμος Ιζέτ Εφέντης, αστυνομικός Καναδά o ανθυπαστυνόμος Αλή Σεγιά, Αυστραλέζος ο Χατζηγιωργαλλάς, Αγγλικός στόλος ο Γ. Κκολάρης, Αφρική Σ. Ρασιήτ και Κύπριος Μουχτάρης ο Κυπρής ο 'Ομπασις. Παρόλο που μας λείπουν οι λεπτομέρειες, από το σχετικό δημοσίευμα της εποχής, από το θέμα και μόνο προκύπτει πως θα επρόκειτο καθαρά για μια απροκάλυπτη προπαγάνδα των… «αγαθών» της βρετανικής αποικιοκρατίας.
Σύγκρουση των καρναβαλιστών και με θεσμούς.
Το καρναβάλι υπήρξε σε εποχές σκοταδισμού και θρησκοληπτικών αντιλήψεων διαρκής στόχος. Στα σχολεία γινόταν προσπάθεια δημιουργίας αμαρτωλών ενοχών από οπισθοδρομικούς θεολόγους και κληρικούς.
Χαρακτηριστικές είναι οι μαθητικές αναμνήσεις του γνωστού συγγραφέα της ιστορίας της Λεμεσού Κίμωνα Χαραλαμπίδη για το λεμεσιανό καρναβάλι στο βιβλίο του «Πριν σβήσει το χτες», που ζήσαμε ανάλογα όλοι μας εξάλλου:
«Θυμάμαι, τέτοιες μέρες, τις εσπερίδες που διοργάνωνε ο παπά Σολομών σε αντιπερισπασμό. Μας έκανε κατηχητικό και ίδρυσε τη θρησκευτική οργάνωση ΟΧΕΝ. Ήθελε να χορεύουμε μόνο εθνικούς και λαϊκούς χορούς και πολλές φορές έβγαζε το ράσο και έσερνε κι αυτός το χορό. Έτσι ενώ στην πόλη ομάδες κανταδόρων και μασκαρεμένων σκορπούσαν τη χαρά και το γέλιο, εμείς σε κλειστό χώρο τραγουδούσαμε πατριωτικά τραγούδια, ψάλλαμε θρησκευτικούς ύμνους και πίναμε το τσάι μας τρώγοντας γλυκά. Αλλ' αι παραινέσεις του για τους τόπους της κολάσεως, το αμαρτωλόν περιβάλλον των χορών, όπου υπό την προσωπίδα του εγίνοντο τα αίσχιστα μας άναψε την φαντασία και μας έστειλε, έφηβους τότε, να «ίδωμεν ιδίοις όμμασι , κολλημένα τα δυο φύλα να σέρνονται μασκαρεμένα σε διαβολικούς χορούς κάτω από τους ήχους ερεθιστικής μουσικής, την επήρεια του οινοπνεύματος και το ημίφως», όπως συνήθιζε να μας λέει. Όμως... απογοητευτήκαμε. Όχι μόνο δεν είδαμε «τα σημεία και τέρατα και το κοχλάζον ύδωρ της κολάσεως», αλλ' αισθανθήκαμε ευχάριστα. Απαλλαχτήκαμε της θρησκοληψίας, και προσγειωθήκαμε στα ανθρώπινα!
Τον Φεβρουάριο του 1954 η εφημερίδα «Το Εκκλησιαστικό Βήμα», επίσημο εκφραστικό όργανο της Εκκλησίας της Κύπρου σε άρθρο του γνωστού Πολύκαρπου Ιωαννίδη κάνει επίθεση κατά του «ειδωλολατρικού Καρναβάλου» και ιδιαιτέρως εναντίον της Λεμεσού. Σε απάντηση η εφημερίδα «Χρόνος», δια της πέννας του εκδότη της Δημ. Δημητριάδη (Ντόριαν) σε μακροσκελές πρωτοσέλιδο άρθρο, απαντά ανάμεσα σε άλλα:
«Διατί να ζητούμε μόνον από τους εορτάζοντας Λεμεσιανούς να ακολουθούν πιστώς τι λέγει ο Απόστολος Παύλος και να μη ζητούμε και από τους κηρύττοντας την σοφήν διδασκαλίαν του να συμμορφώνονται με αυτήν»; «Ανάλγητοι μπροστά εις την κοινωνικήν δυστυχίαν» -όπως κατηγορεί η συνάδελφος τους Λεμεσιανούς- «δεν περνούν οι καθ’ όλα ευσεβείς χριστιανοί της Λεμεσού, οι οποίοι θα εορτάσουν τον Καρνάβαλον, απλώς δια να ξεσκάσουν ολίγον από την σκληρήν βιοπάλην. Ανάλγητοι μπροστά στην κοινωνικήν δυστυχίαν περνούν οι στεγαζόμενοι ή οι μέλλοντες να στεγασθούν εις πολυτελή μέγαρα ρασοφόροι ενώ χιλιάδες πιστών ζουν μέσα σε παράγκες. Περνούν οι Ηγούμενοι και παραηγούμενοι οι οποίοι διαχειρίζονται χιλιάδες λιρών και διαθέτουν ελάχιστα ψυχία εξ αυτών δια την φιλανθρωπίαν, την παιδείαν και τον ιερόν κλήρον. Η συνάδελφος καλά θα έκαμνε τας χριστιανικάς συμβουλάς της να απευθύνη μάλλον εις τον εκκλησιαστικόν κύκλον υπό την αιγίδα του οποίου και εκδίδεται και όχι εις τους Λεμεσιανούς. Διότι τόσον οι Λεμεσιανοί όσον και όλοι οι ευσεβείς χριστιανοί παραδειγματίζονται εκ των άνω δια να μορφώσουν ένα τρόπον ζωής. Και ενόσω απουσιάζουν καθ’ ολοκληρίαν τα υψηλά αυτά παραδείγματα εκ των άνωθεν κύκλων πώς τα απαιτούμεν από άλλους;»
Γνωστή άλλωστε στους παλιότερους λεμεσιανούς και η «βεντέτα» Τέμπλαρ με τον Αρχιμανδρίτη Σιδερά.
Ο για πολλές δεκαετίες κατ εξοχήν καρναβαλιστής της Λεμεσού επιφανής δημοσιογράφος Γεώργιος Τέμπλαρ ήταν ταυτόχρονα και επίτροπος της εκκλησίας του καθεδρικού ναού της Αγίας Νάπας και γι αυτό βρισκόταν σε συνεχείς συγκρούσει και έριδες με τις εκκλησιαστικές αρχές όσον αφορά τη διοργάνωση των καρναβαλιών και τη δική του ηγετική συμμετοχή σ' αυτά. Αυτό δεν τον εμποδίζει να γράφει στην εφημερίδα «Αλήθεια » της πόλης στις 28 Φεβρουαρίου 1936 ανάμεσα σε άλλα και τα ακόλουθα: κάτω από τον τίτλο «Ο Θεός με τους γλεντζέδες»:
« Απεδείχθη και εμπράχτως ότι ο Θεός είναι με τους γλεντζέδες αρκεί να γλεντούν ήσυχα και τίμια. Ενώ τις προηγούμενες ημέρες είχαμε βροχές, την Κυριακή είχαμε ημέραν καλήν. Έτσι αι τόσαι προετοιμασίαι της Λεμεσού δεν πήγαν χαμέναι.»
Όμως μοιραία για τα εκκλησιαστικά του αξιώματα ως Επιτρόπυ της Αγίας Νάπας, θα σταθεί η βεντέτα του με τον αρχιμανδρίτη Νικόλαο Σιδερά. Μετά από επεισόδιο κατά την διάρκεια θείας λειτουργίας, όταν ο Τέμπλαρ παρενέβη από το παγκάρι και διέκοψε το κήρυγμα του Σιδερά που έριχνε πύρινους κεραυνούς κατά των καρναβαλιστών στέλλοντας τους «στο πύρ το εξώτερο» Η εφημ. Παρατηρητής της 11 Φεβρ. 1960 μας πληροφορεί όμως ότι: «ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Κιτίου κ. Άνθιμος δι’ επιστολής του προς τον παρανομήσαντα Επίτροπον, απήλλαξε τούτον των καθηκόντων του»…

Η Τέχνη και ο Πολιτισμός στο καρναβάλι
Το λεμεσιανό Καρναβάλι ήταν όμως και μορφή έκφρασης καλλιτεχνίας και καλαισθησίας. Οι λεμεσιανοί έδιδαν και δίνουν ιδιαίτερη σημασία τόσο στην καλαίσθητη εμφάνιση των αμφιέσεων τους όσο και στην συμμετοχή όλων σχεδόν των τεχνών και των δημιουργών της στο καρναβάλι.
Το Ακταίον και το Θέατρο Χατζηπαύλου και αργότερα οι κινηματογράφοι Ριάλτο Γιορδαμλή αλλά και το Ελλάς και το Ρεκάλ υπήρξαν «ναοί τέχνης» με τις καρναβαλίστικες διακοσμήσεις των καλλιτεχνών και ζωγράφων της Λεμεσού όπως του Νίκου Νικολαΐδη, του Γ. Μαυρογένη, ( το «Καρναβάλι της Βενετίας» στο Γιορδαμλή, το 1953 άφησε εποχή),του Ρασιήτ του Γόρη Γρηγοριάδη και άλλων.
Σπουδαίοι εικαστικοί καλλιτέχνες όπως ο γλύπτης Χρυσόστομος Περδίος, ο Γιώργος Φασουλιώτης, ο Βίκτωρας Ιωαννίδης ο Κώστας Μαυρογένης και πολλοί άλλοι ασχολούνται καθένας με το δικό του τρόπο με το Καρναβάλι. Τα σκίτσα του Γιώργου Φασουλιώτη για παράδειγμα, κατά την περίοδο του Καρναβαλιού στη σατιρική του εφημερίδα «Το Γέλιο» αποτελούσαν μια από τις πιο σκληρές εκφράσεις σκληρής αντιπολίτευσης κατά των άγγλων.
Τέλος να μη ξεχνάμε και την Λούλλα Σούσμιθ, ψυχή του Καρναβαλιού , μαζί με τον Ευάγγελο Βανέλλη, για πολλά χρόνια, με τα καλλιτεχνικά της κατασκευάσματα και τις ενδυματολογικές της αναζητήσεις
Η Μουσική και ιδιαίτερα η καντάδα στο λεμεσιανό Καρναβάλι
Η λεμεσιανή καντάδα στις εκδηλώσεις του Καρναβαλιού , είτε πρωτογενής είτε διασκευασμένη από γνωστές ελληνικές και ναπολιτάνικες μελωδίες δημιούργησε μεγάλη σχολή ισάξια της κεφαλλονίτικης, ζακυνθινής και αθηναϊκής καντάδας και την δόξασαν και δοξάζουν μέχρι σήμερα πολλές ομάδες κανταδόρων ανάμεσα τους και οι: Γιωργαλλέττοι , η Χορωδία Άρη, δημιούργημα του παγκοσμίου φήμης μουσουργού Σόλωνα Μιχαηλίδη, που παίρνει μέρος στα καρναβάλια το 1936 και στη συνέχεια με τον μαέστρο της Μαρίνο Μιτέλλα, οι Κανταδόροι του Φανάρη, του Τσατταλιού, της ΕΔΟΝ, του Πνευματικού Ομίλου, των Μοντέρων Καιρών, τους «Αρίωνες» και τη γυναικεία ομάδα του Αθηναΐδειου που μάλιστα το 1953 παίρνει το πρώτο βραβείο με αποτέλεσμα οι άνδρες κανταδόροι να απειλούν να μην ξαναπάρουν μέρος αν μετέχουν γυναίκες κανταδόροι!
Το 1925 ο αρχιμουσικός Γεώργιος Χουρμούζιος, που το 1910 δημιουργεί την πρώτη μαντολινάτα συμμετέχοντας ανελλιπώς σε καρναβαλίστικες εκδηλώσεις, κάνει την έκπληξη στους λεμεσιανούς παίρνοντας μέρος για πρώτη φορά στην καρναβαλίστικη παρέλαση που ίσως και να αποτελεί την απαρχή της συμμετοχής των κανταδόρων στην παρέλαση.
Να αναφέρουμε επίσης τους μουσικούς: Λούβρη, δεξιοτέχνη της χαβάγιας και δάσκαλο των πρώτων κανταδόρων, τον Καλλιγέρη με την φιλαρμονική του που δημιούργησε ο Δήμος Λεμεσού το 1908 ( πρώτη της Κύπρου), τον μουσικό Κόκο Μουχτάρη,τον σύνθετη και τραγουδιστή Γώγο Μιχαηλίδη, Μουτσοχίτο και συνθέτη καρναβαλίστικων καντάδων, τον μουσικό Zιρίκοβιτς που με την περίφημη ορχήστρα του αφήνει εποχή στα καρναβάλια, αφήνοντας λόγω χώρου, πίσω και πολλούς άλλους.




















Χορός και Καρναβάλι
Στα μέσα της δεκαετίας του 1910 αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες σχολές χορού- χοροδιδασκαλία, όπου οι λεμεσιανοί «νέοι του συρμού» μαθαίνουν να στροβιλίζονται στους... έξαλλους χορούς της εποχής, το «φοξ-τροτ», του «ουαν στέηπ», του βαλς, ακόμα και του ταγκό. Τα πρώτα χοροδιδασκαλεία των Αργυρού Ανδρεόπουλου και Αντώνη Συμεωνίδη δίνουν τη σκυτάλη μετά το 1920 στους Ιωάννη Σοροκιάδη, Κωστάκη Μουστάκη ενώ βασιλιάς του χορού αναδεικνύεται τότε ο Κύρος Πλατρίδης γνωστός ως Κυρούδη , που καθιέρωσε και τον θεσμό του «μι καρεμ» δηλαδή του μεσοσαράκοστου.
Η Λίλλη Χούρη μητέρα του χορού στη Λεμεσό, δασκάλα χορού και χορογράφος δημιουργεί χορογραφίες και καρναβαλίστικες ομάδες.





























Λογοτεχνία, λογοτέχνες και Καρναβάλι
Σημαντική ήταν και η συμμετοχή και η συνεισφορά διαπρεπών λεμεσιανών λογοτεχνών στο λεμεσιανό καρναβάλι. Γνωστοί ποιητές και άνθρωποι των γραμμάτων όπως ο Bασίλης Mιχαηλίδη, Στεφανής Λανίτης, Εύσκιος Πεύκης, Γλαύκος Αλιθέρσης Γιάγκος Λανίτης και άλλοι σκάρωναν διάφορα ευτράπελα και αυτοσχέδια ποιήματα που τα απάγγελλαν στους χώρους των καρναβαλίστικων εκδηλώσεων. Ο δημοσιογράφος και ποιητής Κύπρος Τόκας επενδύει καρναβαλίστικες μελωδίες με στίχους του.
Να κλείσουμε την συνοπτική αυτή μελέτη ενός τεράστιου θέματος όπως το λεμεσιανό καρναβάλι λόγω των τις πολλαπλών πτυχών του, με χαρακτηριστικούς στίχους του εθνικού μας ποιητή που δίνουν ανάγλυφα και το πνεύμα του λεμεσιανού Καρναβαλιού:
«Nτυνούμασταν σαν τους πελλούς με ντύματα πατσάλια,
κότσινα, μαύρα, βένετα, τζίτρινα τζιαι πορτοκάλια,
βάλλουμεν ούλα τους πελλούς σίλια μασκαραλίκια,
λοιπόν εν πάντα σήκωσες τζ' ήμασταν μασκαράδες».









ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
1. 1928: Οι εργάτες του Αμιάντου στο λεμεσιανό καρναβάλι
2. 1926:Πρόσκληση σε χορό σε αριστοκρατικό σαλόνι
3. 1926 Αριστοκρατικός καρναβαλίστικος χορός
4. Οι πρωτοστάτες στην εκλαΐκευση του Καρναβαλιού Γιορδαμλής και Μαλακάσσας
5. 1953 :Ο μνημειώδης διάκοσμος του Γιορδαμλή από τον Γιώργο Μαυρογένη με θέμα «Καρναβάλι της Βενετίας»
6. Άρμα με ελληνοκεντρικά μηνύματα: «Η δόξα της Ελλάδος- ο θρίαμβος του πνεύματος»
7. 1951: Καρναβαλίστικη ομάδα του Κύπρου Τόκα με πολιτικο-κοινωνικό μήνυμα, «Η νεολαία καταδιωγμένη από το φάσμα της πείνας»
8. Ο Τέμπλαρ σε καρναβαλίστικο χορό στο Ριάλτο στροβιλίζεται με αιθέρια ύπαρξη…
9. Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Σιδερας
10. Γιώργος Μαυρογένης - Γόρης Γρηγοριάδης
11. Ο ζωγράφος-λογοτέχνης Νίκος Νικολαΐδης
12. Ο Βίκτωρ Ιωαννίδης
13. Ο σκηνογράφος Rashit
14.  1925 η μαντολινάτα Χουρμούζιου για πρώτη φορά στην παρέλαση
15. 1953 Η γυναικεία παρουσία κανταδόρων
16. Ο μεγάλος μουσουργός Σόλων Μιχαηλίδης
17. Ο δάσκαλος των κανταδόρων Λούβρης
18. Γώγος Μιχαηλίδης-Μουτσοχίτο
19.  Χρ. Περδίος Γλύπτης
20. Άρμα του Χρ. Περδίου
21. Ο εθνικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης