Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φάκελοι Ιστορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φάκελοι Ιστορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Χριστόδουλος Σώζος, ο μεγαλύτερος κύπριος πολιτικός του 20ου αιώνα


100 χρόνια από τον ηρωικό θάνατο του

 

           Έκλεισαν φέτος εκατό χρόνια από τον ηρωικό θάνατο του Χριστόδουλου Σώζου. Έπεσε στις 6 Δεκεμβρίου 1912 στο Μπιζάνη έξω από τα Ιωάννινα για την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους.

Ο Κλ. Μυριανθόπουλος στο βιβλίο του «Ζωή και τάφος Χριστοδ. Σώζου» Λεμεσός 1951 λέει: «Φεύγων δια τον πόλεμον, ένα ακαταμάχητον πόθον είχε, να ενδυθή την τιμίαν στολήν του στρατιώτου να οδηγηθή εις τα πε­δία των μαχών και να πάρη το βάπτισμα του πυρός. Ο Πρωθυπουργός Βενιζέλος και άλλοι επίσημοι προσεπάθησαν να τον μεταπείσουν και να τοποθετηθη εις αλλάς εθνικάς εργασίας αλλ' ουδέν ίσχυσε να μεταβάλη την θέλησιν και την άμετάκλητον απόφασίν του. Απηρνήθη τον Δικηγόρον, τον Δήμαρχον, τον Βουλευτήν, τον Έκτελεστικόν Σύμβουλον και τα άλλα αξι­ώματα και έγινεν απλούς στρατιώτης δια να υπηρέτηση την πα­τρίδα ως ήτο ο διακαής του πόθος, το όνειρο του.»

         Έγινε έτσι ο πρώτος και ο μόνος εν ενεργεία Δήμαρχος σ΄ ολόκληρο τον ελληνισμό που ως απλός στρατιώτης πέφτει στα πεδία των μαχών, προσφέροντας στη πόλη του τη Λεμεσό που τόσο αγάπησε ακόμα μια περήφανη πρωτιά.

       Ο ιστορικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Πέτρος Παπαπολυβίου που επί τριάντα χρόνια μελετά και καταγράφει την ιστορική πορεία και ζωή του Σώζου λέει : « Ήταν, πιστεύουμε, ο μόνος από τη γενιά των Κυπρίων πολι­τευτών πριν από το 1931 που μπορούσε να γίνει για την Κύπρο ένας δεύτερος Ελευθέριος Βενιζέλος. Άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην κυπριακή ιστορία και είχε πληθωρική δραστηριότητα, ως βουλευτής, ως δήμαρχος, ως δικηγόρος, ως συνιδρυτής του ΓΣΟ και της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Λεμεσού, ως άνθρω­πος. Ήταν ο πρώτος Κύπριος βουλευτής που πήγαινε στις συνεδριάσεις του Νο­μοθετικού Συμβουλίου πάντοτε άριστα προετοιμασμένος, μελετώντας τη βρετα­νική νομοθεσία και τη σύγχρονη ιστο­ρία της Αγγλίας, καταφέρνοντας έτσι να φέρνει σε δύσκολη θέση την αποικιακή κυβέρνηση. Ουσιαστικά ο Σώζος ήταν ο πρώτος που άσκησε συστηματική και ουσιαστική αντιπολίτευση εναντίον των Βρετανών εντός της Βουλής, κερδίζο­ντας και τον σεβασμό τους» γι αυτόν και τον χαρακτηρίζει ως «μακράν η μεγαλύτερη προσωπικότητα της νεότερης ιστορίας της Κύπρου του πρώτου μισού του 20οϋ αιώνα.» (αφήνοντας ίσως θέση για το δεύτερο μισό του αιώνα στον Μακάριο).

        Ο Παπαπολυβίου σε άλλο άρθρο του αναφέρει επίσης « 0 Σώζος, που είχε βρεθεί εκτός κυπριακής Βουλής το 1911, αλλά πα­ρέμενε μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου, επισκέφθηκε το 1912 την Αθήνα και το Λονδίνο για πολι­τικές συναντήσεις. Έχοντας οξύ πολιτικό αισθητήριο, αφουγκρά­στηκε τα νέα δεδομένα που έφερ­ναν στην Ανατολική Με­σόγειο η κατάληψη των Δωδεκανήσων από την Ιταλία και οι επερχόμε­νες ανακατατάξεις και πολεμικές προετοιμα­σίες, στα Βαλκάνια και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Θεώρησε, λοιπόν, ότι στη συγκεκρι­μένη πολιτική συγκυρία ήταν λαν­θασμένη η εμμονή ως μόνης απαί­τησης των Ελλήνων Κυπρίων στην ένωση με την Ελλάδα, και έχοντας ως παράδειγμα το προηγούμενο της Κρήτης, υποστήριζε την εναλ­λακτική διεκδίκηση της Αυτονο­μίας της Κύπρου, ως πλησιέστερης πολιτικής επιλογής για την Ένωση. Οι πηγές που έχουμε στη διάθεση μας για την πρόταση του 1912 (που καταδικάστηκε έκτοτε στη βι­βλιογραφική εξαφάνιση) είναι λι­γοστές, ώστε να γνωρίζουμε λεπτο­μέρειες του σχεδίου του Σώζου. (Αντίθετα, υπάρχουν αρκετά στοι­χεία για την πολεμική εναντίον του.) Ξέρουμε, όμως, ότι την υπο­στήριζε ο Λαρνακέας ριζοσπάστης πολιτευτής Μιχαήλ Γ. Νικολαΐδης και ότι η υπόλοιπη πολιτική ηγεσία αντιμετώπισε την τολμηρή αιρετική πρόταση τους ως «προδοτική». Θυ­μίζουμε ότι ανάλογες σκληρές προ­σωπικές επιθέσεις ως «αυτονομιακός» είχε δεχθεί λίγα χρόνια πριν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος στην Κρήτη, από τους πολιτικούς του αντιπάλους.»

          Οι επιθέσεις που δέχθηκε   τον πίκραναν, και σε μια επιστολή προς τον στενότερο πολιτικό του φίλο, τον «λευκό πολιτευτή, βουλευτή Ιωάννη Κυριακίδη, έγραφε καταλήγοντας, το Μάιο του 1912 για να του εξηγήσει τους λόγους που θα αρνηθεί στο αίτημα πολιτικών του αντιπάλων να παραιτηθεί:

          «Εις την Κύπρον το προδότης και πατριώτης είναι συνώνυμα και έχασαν και τα δύο την σημασίαν των σήμερον. Ο πολιτευόμενος σήμερον ονομάζεται πατριώτης, αύριον προδότης, και μεθαύριον υπερπατριώτης».

         Ως Δήμαρχος Λεμεσού, μπορεί δίκαια και για πολλούς λόγους να θεωρηθεί, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ως ο σημαντικότερος μέχρι σήμερα Δήμαρχος Λεμεσού και έχει άλλωστε χαρακτηρισθεί και ως ο «Μέγας Αναμορφωτής» της.

Στα χρόνια της δημαρχίας του Σώζου με το όραμα που είχε και πραγματοποίησε σε σημαντικά έργα και καινοτομίες για τα δεδομένα της εποχής, η Λεμεσός άλλαξε κυριολεκτικά όψη. Επί των ημερών της δημαρχίας του η Λεμεσός γίνεται μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη.                                                                                 

       Μερικά από τα έργα αυτά είναι:

       Ο ηλεκτροφωτισμός των δρόμων, ο πρώτος από τις υπόλοιπες πόλεις της Κύπρου, η έναρξη των έργων για την κατασκευή της προκυμαίας της Λεμεσού, τα σημαντικά αντιπλημμυρικά έργα που την έσωσαν σε μεγάλο βαθμό από τη μάστιγα των πλημμυρών που την ταλαιπωρούσαν εκατοντάδες χρόνια, η κατασκευή νέων δρόμων και επίστρωση όλων των δρόμων της Λεμεσού με άσφαλτο καθώς και η ονομασία όλων των οδών της πόλεως.

       Η κατασκευή, ανέγερση καφενείου, δενδροφύτευση και επίπλωση με παγκάκια του Δημοτικού Κήπου που θεωρήθηκε τότε ως ο ωραιότερος της Ανατολής και ο στολισμός του με αγάλματα που εισήγαγε από την Ελλάδα.

        Η δημιουργία δημοτικής φιλαρμονικής που έδιδε κάθε Κυριακή κονσέρτα μέσα στον  Δημ. Κήπο σε ειδικό χώρο που διαμόρφωσε, προσφέροντας ποιοτική ψυχαγωγία τους δημότες του.

        Κτίζει επίσης καινούργια αποβάθρα ειδικά για την εξαγωγή οίνων και σταφίδων. Έβαλε τάξη στα οικονομικά του Δήμου απαιτώντας και επιτυγχάνοντας να χαρισθεί το υπόλοιπο του δανείου για τα αντιπλημμυρικά έργα από την αποικιοκρατική διακυβέρνηση και την ενοποίηση των δανείων του Δήμου.                           

         Μεριμνά και βάζει αυστηρούς κανονισμούς για την καθαριότητα της πόλης και δημιουργεί σύγχρονο χοιροσφαγείο. Αυστηρός αλλά και δίκαιος, στην εφαρμογή των κανονισμών αυτών και των νόμων δεν δίστασε να οδηγήσει και τον ίδιο τον πατέρα του ακόμα για κάποιο σχετικό παράπτωμα!                                                                                                              

        Εκτός από επιτυχημένος δικηγόρος και  προοδευτικός πολιτευτής και βουλευτής υπήρξε και ρηξικέλευθος επιχειρηματίας. Μαζί με άλλους τρεις προοδευτικούς λεμεσιανούς υπήρξε συνιδρυτής, το 1901, της Λαϊκής Τράπεζας Λεμεσού  (αρχικά ως Λαϊκό Ταμιευτήριο) και συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία της πρώτης καθαρά κυπριακής πλοιοκτήτριας –ναυτιλιακής  εταιρείας, της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Λεμεσού (1905-06).                                                                                                                                                                              Το 1911 διοργάνωσε την πρώτη Παγκύπρια Γεωργική και Βιομηχανική Έκθεση της Κύπρου.  Από τις ευγενέστερες μορφές της Κύπρου αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ακόμα και από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι αναγνώρισαν τη μεγαλοσύνη του.     

 Η πόλη των Ιωαννίνων σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη θυσία του στην απελευθέρωση της, έδωσε το όνομα του σε δρόμο της ενώ πριν δώδεκα χρόνια έστησε και προτομή του στις όχθες της λίμνης της.


 

ΦΩΤΟ 1  Χριστόδουλος Σώζος


ΦΩΤΟ 3 Η Δημοτική Φιλαρμονική με τον μαέστρο της Καλλιγέρη

 
ΦΩΤΟ 4 Ο Δημόσιος Κήπος της Λεμεσού σε καρτ ποστάλ της εποχής.  Στο βάθος διακρίνεται η εξέδρα των συναυλιών που σήμερα στήνεται το πατητήρι στη Γιορτή του Κρασιού και ένα από τα αγάλματα.

 
ΦΩΤΟ 5 Αγάλματα στον Κήπο. Στη φωτογραφία διακρίνεται ο ίδιος ο Σώζος με συνεργάτη του να καμαρώνει τα έργα κατασκευής του Δημ. Κήπου.

 
ΦΩΤΟ 6 Από τη τελετή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του στην όχθη της λίμνης των Ιωαννίνων.

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Η μεγάλη παράδοση και συμβολή της Λεμεσού στον πολιτισμό της Κύπρου

                                                             Μέρος τρίτο
Ο χορός
Μεγάλη παράδοση όμως είχε η Λεμεσός και στο χορό που την διατηρεί βέβαια μέχρι και σήμερα. Η πρώτη παράσταση μπαλέτου στην Κύπρο με τίτλο «Ο χορός των τριών Μαργαριταριών» δόθηκε το 1920 σε διδασκαλία του αρχιμουσικού Γεωργίου Χουρμούζιου και σκηνικά-χορογραφία Νίκου Νικολαΐδη, ενώ χόρεψαν οι νεαρές Ισμήνη Καλλιπέτη, Αλίκη Παπαδοπούλου και Χρυσούλα Οθ. Γιαβόπουλου.
Τη σκυτάλη παίρνει η Λιλή Χούρη που δίκια θεωρείται ως η «μητέρα» της λεμεσιανής παράδοσης στο σύγχρονο μπαλέτο η αξέχαστη δασκάλα χορού και χορογράφος.
Από την τέχνη και την παιδευτική της δεινότητα βγήκαν όλες οι μετέπειτα δασκάλες μπαλέτου. Αξέχαστες επίσης παραμένουν οι μαθητικές θεατρικές παραστάσεις και τα χοροδράματα, στο Αθηναΐδειο Γυμνάσιο όπου ήταν καθηγήτρια.
Αν και δεν ήταν βασικά σπουδασμένη δασκάλα χορού, δημιουργεί για πολλά χρόνια μοναδικές ως σήμερα αξεπέραστες παραστάσεις χορού στις μαθητικές αλλά και στα ανθεστήρια και με άλλες ευκαιρίες ,καθώς και χορευτικές ομάδες στο λεμεσιανό καρναβάλι σαρώνοντας και τα βραβεία. Διδάσκει και κάνει να αγαπήσουν το χορό δεκάδες λεμεσιανές νέες πολλές από τις οποίες έγιναν με τη σειρά τους επαγγελματίες δασκάλες χορού σπουδάζοντας σε φημισμένες σχολές της Ευρώπης και της Ελλάδας.
Ο πρωταρχικός ρόλος του χορού στα Ανθεστήρια της Λεμεσού
Τα σύγχρονα Ανθεστήρια συνέχεια των Αρχαίων Ανθεστηρίων που ετελούντο στην αρχαία Αθήνα αλλά και στην Αρχαία Αμαθούντα (Παλιά Λεμεσό) αποτελούν άλλη μια πρωτιά της πλούσιας καλλιτεχνικής και καλαισθητικής παράδοσης της πόλης και συνέχεια της αρχαίας ιστορίας της, όπως και τα Καρναβάλια της. Από τα πρώτα κιόλας οργανωμένα από το Δήμο Λεμεσού Ανθεστήρια, το 1914, ο χορός έπαιζε πάντα πρωταρχικό ρόλο σ αυτά. Με τον ανταγωνισμό μεταξύ Γυμνασίων της πόλης ποιο θα παρουσιάσει τις καλύτερες χορογραφίες και τις σε χορευτικό ρυθμό παρελάσεις των ανθοστόλιστων αρμάτων και των συνοδών τους.
Χοροδιδάσκαλοι και χοροδιδασκαλεία
Στα μέσα της δεκαετίας του 1910 αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες σχολές χορού τα χοροδιδασκαλία όπως τα έλεγαν τότε, όπου οι λεμεσιανοί «νέοι του συρμού», που ακλουθούσαν δηλαδή τις νέες τάσεις της μόδας, μαθαίνουν να στροβιλίζονται στους... «έξαλλους» χορούς της εποχής, το «φοξ-τροτ», του «ουαν στέηπ», του βαλς, ακόμα και το ταγκό που το μαθαίνουν με μεγαλύτερη ευκολία. Τα πρώτα χοροδιδασκαλεία, αυτά των Αργυρού Ανδρεόπουλου και Αντώνη Συμεωνίδη δίνουν στη συνέχεια τη σκυτάλη μετά το 1920 στους Ιωάννη Σοροκιάδη, Κωστάκη Μουστάκη ενώ βασιλιάς του χορού αναδεικνύεται τότε ο Κύρος Πλατρίτης γνωστός ως Κυρούδι λόγω του μικρού αλλά ευέλικτου αναστήματος του που καθιέρωσε και τον θεσμό του «μι-καρέμ» δηλαδή του μεσοσαράκοστου ή μικρά καρναβάλια. Να αναφέρουμε ακόμα και τους Xρ. Aποστολίδη και Γεωργιάδη. Οι γνωρίζοντες τους χορούς νέοι ήταν περιζήτητοι στα χορευτικά σαλόνια που τότε ήταν στα ξενοδοχεία της πόλης ή στα απογευματινά «τε ντανσάν», όπως αρέσκονταν να τα λένε για να νοιώθουν πιο ευρωπαίοι, (χορευτικά τέϊα) και τις βεγγέρες της ανερχόμενης τότε αριστοκρατίας της Λεμεσού. Σχετικά με αυτά λέει ο Κώστας Πιλαβάκης στο βιβλίο του «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς»:
«Τα χρόνια του πολέμου ( εννοεί τον Παγκόσμιο Πόλεμο) το λεμεσιανό κοινό ψυχαγωγείται και φορολογείται από τις συχνές εσπερίδες και τους χορούς που διοργανώνονται για φιλανθρωπικούς κυρίως σκοπούς. Η αγγλική παροικία λαμβάνει ενεργό μέρος με δικούς μας, όταν ιδίως οι εσπερίδες γίνονται για τον Αγγλικό Ερυθρό Σταυρό. Και λίγοι Γάλλοι που βρίσκονται στην πόλη (από το 1916-1918), μερικοί ασυρματιστές, διοργανώνουν κι' αυτοί μια εσπερίδα στην οποία διακρίθηκε ένας ωραίος Γάλλος στρατιωτικός, ό Charlie Le Maitre πού έκαμε τις καρδιές πολλών κοριτσιών να χτυπήσουν δυνατότερα! Γενικά οι Γάλλοι δημιούργησαν φιλικές σχέσεις με Λεμεσιανούς, έπαιρναν μέρος σε συναναστροφές και αφήκαν ευχάριστες εντυπώσεις.»
Ως χορογράφοι διακρίθηκαν επίσης και ο Νίκος Νικολαΐδης (λογοτέχνης και ζωγράφος) όπως είπαμε, αλλά και ο Γώγος Μιχαηλίδης γνωστός με το ψευδώνυμο «Μουτσοχίτο».
Το «χορευτικό και ευωδιαστό» μας αυτό ταξίδι θα σταματήσει εδώ για να συνεχίσουμε στην επόμενη έκδοση με άλλες εκφράσεις τέχνης και πολιτισμού στην πόλη μας.

Λεζάντες
Φώτο 1 Ο χορός των τριών Μαργαριταριών
Φώτο 2 Λιλή Χούρη
Φώτο 3 Ανθεστήρια στη δεκαετία του ‘50
Φώτο 4 Η Λιλή Χούρη ανάμεσα στις μαθήτριες της , αρχές της δεκαετίας του 60
Φώτο 5 Χορευτικό στα Ανθεστήρια στο ΓΣΟ δεκαετία του 60
Φώτο 6 Ο χοροδιδάσκαλος «το Κυρούδι»



Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΛΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ

Μέρος δεύτερο
Στο πρώτο μέρος αυτής της μελέτης αρχίσαμε να ξετυλίγουμε διαχρονικά, από την αρχαιότητα, το λεμεσιανό καρναβάλι ως ένα γεγονός ιστορικά κοινωνικά ακόμα και πολιτικά και εθνικά πολυσήμαντο και πολυδιάστατο, με πολύπλευρο ενδιαφέρον και τον ρόλο που έπαιζε στη ζωή των λεμεσιανών. Τώρα θα συνεχίσουμε για να δούμε και άλλες πτυχές και άγνωστα γεγονότα αναφορικά με το λεμεσιανό καρναβάλι.

Το καρναβάλι εξελίσσεται σε μια πλατειά λαϊκή γιορτή πέρα από ταξικές διαφορές.
Με το πέρασμα των χρόνων το λεμεσιανό καρναβάλι φεύγει από τις «καθώς πρέπει» αίθουσες των «ντάνσιγκ χωλς» της εποχής και τα σαλόνια των αριστοκρατικών σπιτιών της πόλης και βγαίνει στους δρόμος στις πλατείες, τις ταβέρνες και τους κινηματογράφους.
Σημαδιακή χρονιά το 1928, όταν οι εργάτες των ορυχείων του Αμιάντου κατεβαίνουν ομαδικά με 25 αυτοκίνητα του μεταλλείου και επικεφαλής την φιλαρμονική τους υπό τον αρχιμουσικό Γεώργιο Χουρμούζιο στην παρέλαση του καρναβαλιού της χρονιάς εκείνης σηματοδοτώντας την πλατειά «επίσημη» συμμετοχή και της εργατικής τάξης στις καρναβαλίστικες εκδηλώσεις.
Λίγα χρόνια μετά, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, τελειώνουν οι δύο μεγάλοι κινηματογράφοι της Λεμεσού «Γιορδαμλή» και «Ριάλτο» και χάρη στους φιλοπρόοδους ιδιοκτήτες ή διαχειριστές τους Ιούλιο Γιορδαμλή και Χριστόφορο Μαλακάσα, διοργανώνονται εκεί για τρεις και πλέον δεκαετίες οι πιο επιτυχημένοι και μαζικοί χοροί όπου καταργούνται οι κοινωνικές τάξεις και πλούσιοι και φτωχοί διασκεδάζουν μαζί, δίνοντας έτσι την μορφή στο λεμεσιανό καρναβάλι ως μιας πλατειάς λαϊκής γιορτής.






Κοινωνία - πολιτική και Καρναβάλι
Όπως αναφέραμε και στο πρώτο μέρος, η πολιτική και οι πολιτικές διαφορές των Ελλήνων, της Κύπρου και των λεμεσιανών αποτελούσε πάντα ένα από τα κυρίαρχα θέματα και στο Καρναβάλι. Η εκλογή της βασίλισσας της ομορφιάς που αναφέραμε και αποτέλεσα αφορμή διαμάχης μεταξύ βενιζελικών και φιλοβασιλικών δεν ήταν η μόνη.
Ημέρες δόξας αλλά και ημέρες ύφεσης του Καρναβαλιού συμβάδιζαν με την πολιτικοοικονομική κατάσταση όπως οι πλημμύρες του 1894 το, περιβόητο «Αρχιεπισκοπικό ζήτημα» των ετών 1900-1910 και ο βαθύς διχασμός της λεμεσιανής κοινωνίας, η μικρασιατική καταστροφή του 1922 και ο διχασμός σε βασιλικούς και βενιζελικούς, όπως είπαμε, η οικονομική ύφεση της δεκαετίας του 20 και του 30, η οικονομική εξαθλίωση και τα γεγονότα του 1931 και η επακολουθήσασα στυγνή δικτατορική παλμεροκρατία, ο αγώνας του ’55-59 και βέβαια η καταστροφή του 1974 επιδρούσαν και στο Καρναβάλι.
Η αντιπολίτευση των κυπρίων απέναντι στην άδικη διοίκηση των άγγλων αποικιοκρατών ήταν δύσκολη και με φυλακίσεις, εύρισκε διέξοδο μέσα από το Καρναβάλι. Δεν έχαναν ευκαιρία να καυτηριάσουν την κακοδιοίκηση, τις εξοντωτικές φορολογίες, την ποδηγέτηση της ελληνικής Παιδείας, ενώ δεν έπαυαν από τα πρώτα κιόλας χρόνια της αναβίωσης του, όπως είδαμε στο πρώτο μέρος, να εκφράζουν τα εθνικά και αλυτρωτικά τους αισθήματα για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και να παρουσιάζονται κάθε χρόνο άρματα και θέματα από την ελληνική μυθολογία και τον ελληνικό πολιτισμό στέλλοντας έμμεσα αλλά σαφή μηνύματα στους άγγλους.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός πως σε δύσκολους καιρούς φτώχειας και δυσπραγίας φούντωνε το καρναβάλι κατά το ρητό «η φτώχεια θέλει καλοπέραση»!

Αγγλική προπαγάνδα δια μέσου του Καρναβαλιού

Όμως και οι άγγλοι κατακτητές φαίνεται ότι αντιλήφθηκαν κάποια στιγμή την επικοινωνιακή και προπαγανδιστική δύναμη του Καρναβαλιού γι αυτό και αρχίζουν να λαμβάνουν μέρος με άρματα και ομάδες χρησιμοποιώντας μάλιστα ένα τομέα που εκπροσωπεί κατ εξοχή την εξουσία τους : την Αστυνομία με δικό της άρμα και με συμμετοχή των ιδίων των αστυνομικών, μέχρι και αστυνόμων που μασκαρεύονται και παίρνουν μέρος στην καρναβαλίστικη παρέλαση.
Το 1936 στη μεγάλη παρέλαση συμμετείχε και η Αστυνομία της πόλης, με δικό της άρμα και με μασκαρεμένους Αστυνόμους, υπαστυνόμους, λοχίες, "ομπάσιηδες" και απλούς αστυνομικούς και παίρνει το 2ο βραβείο από λίρες 6 για το άρμα τους με θέμα «Βρετανική Αυτοκρατορία, κτήσεις και αποικίαι». Μεγάλη Βρετανία o επιλοχίας Π. Σαββίδης, μαχαραγιάς Ινδιών ο υπαστυνόμος Ιζέτ Εφέντης, αστυνομικός Καναδά o ανθυπαστυνόμος Αλή Σεγιά, Αυστραλέζος ο Χατζηγιωργαλλάς, Αγγλικός στόλος ο Γ. Κκολάρης, Αφρική Σ. Ρασιήτ και Κύπριος Μουχτάρης ο Κυπρής ο 'Ομπασις. Παρόλο που μας λείπουν οι λεπτομέρειες, από το σχετικό δημοσίευμα της εποχής, από το θέμα και μόνο προκύπτει πως θα επρόκειτο καθαρά για μια απροκάλυπτη προπαγάνδα των… «αγαθών» της βρετανικής αποικιοκρατίας.
Σύγκρουση των καρναβαλιστών και με θεσμούς.
Το καρναβάλι υπήρξε σε εποχές σκοταδισμού και θρησκοληπτικών αντιλήψεων διαρκής στόχος. Στα σχολεία γινόταν προσπάθεια δημιουργίας αμαρτωλών ενοχών από οπισθοδρομικούς θεολόγους και κληρικούς.
Χαρακτηριστικές είναι οι μαθητικές αναμνήσεις του γνωστού συγγραφέα της ιστορίας της Λεμεσού Κίμωνα Χαραλαμπίδη για το λεμεσιανό καρναβάλι στο βιβλίο του «Πριν σβήσει το χτες», που ζήσαμε ανάλογα όλοι μας εξάλλου:
«Θυμάμαι, τέτοιες μέρες, τις εσπερίδες που διοργάνωνε ο παπά Σολομών σε αντιπερισπασμό. Μας έκανε κατηχητικό και ίδρυσε τη θρησκευτική οργάνωση ΟΧΕΝ. Ήθελε να χορεύουμε μόνο εθνικούς και λαϊκούς χορούς και πολλές φορές έβγαζε το ράσο και έσερνε κι αυτός το χορό. Έτσι ενώ στην πόλη ομάδες κανταδόρων και μασκαρεμένων σκορπούσαν τη χαρά και το γέλιο, εμείς σε κλειστό χώρο τραγουδούσαμε πατριωτικά τραγούδια, ψάλλαμε θρησκευτικούς ύμνους και πίναμε το τσάι μας τρώγοντας γλυκά. Αλλ' αι παραινέσεις του για τους τόπους της κολάσεως, το αμαρτωλόν περιβάλλον των χορών, όπου υπό την προσωπίδα του εγίνοντο τα αίσχιστα μας άναψε την φαντασία και μας έστειλε, έφηβους τότε, να «ίδωμεν ιδίοις όμμασι , κολλημένα τα δυο φύλα να σέρνονται μασκαρεμένα σε διαβολικούς χορούς κάτω από τους ήχους ερεθιστικής μουσικής, την επήρεια του οινοπνεύματος και το ημίφως», όπως συνήθιζε να μας λέει. Όμως... απογοητευτήκαμε. Όχι μόνο δεν είδαμε «τα σημεία και τέρατα και το κοχλάζον ύδωρ της κολάσεως», αλλ' αισθανθήκαμε ευχάριστα. Απαλλαχτήκαμε της θρησκοληψίας, και προσγειωθήκαμε στα ανθρώπινα!
Τον Φεβρουάριο του 1954 η εφημερίδα «Το Εκκλησιαστικό Βήμα», επίσημο εκφραστικό όργανο της Εκκλησίας της Κύπρου σε άρθρο του γνωστού Πολύκαρπου Ιωαννίδη κάνει επίθεση κατά του «ειδωλολατρικού Καρναβάλου» και ιδιαιτέρως εναντίον της Λεμεσού. Σε απάντηση η εφημερίδα «Χρόνος», δια της πέννας του εκδότη της Δημ. Δημητριάδη (Ντόριαν) σε μακροσκελές πρωτοσέλιδο άρθρο, απαντά ανάμεσα σε άλλα:
«Διατί να ζητούμε μόνον από τους εορτάζοντας Λεμεσιανούς να ακολουθούν πιστώς τι λέγει ο Απόστολος Παύλος και να μη ζητούμε και από τους κηρύττοντας την σοφήν διδασκαλίαν του να συμμορφώνονται με αυτήν»; «Ανάλγητοι μπροστά εις την κοινωνικήν δυστυχίαν» -όπως κατηγορεί η συνάδελφος τους Λεμεσιανούς- «δεν περνούν οι καθ’ όλα ευσεβείς χριστιανοί της Λεμεσού, οι οποίοι θα εορτάσουν τον Καρνάβαλον, απλώς δια να ξεσκάσουν ολίγον από την σκληρήν βιοπάλην. Ανάλγητοι μπροστά στην κοινωνικήν δυστυχίαν περνούν οι στεγαζόμενοι ή οι μέλλοντες να στεγασθούν εις πολυτελή μέγαρα ρασοφόροι ενώ χιλιάδες πιστών ζουν μέσα σε παράγκες. Περνούν οι Ηγούμενοι και παραηγούμενοι οι οποίοι διαχειρίζονται χιλιάδες λιρών και διαθέτουν ελάχιστα ψυχία εξ αυτών δια την φιλανθρωπίαν, την παιδείαν και τον ιερόν κλήρον. Η συνάδελφος καλά θα έκαμνε τας χριστιανικάς συμβουλάς της να απευθύνη μάλλον εις τον εκκλησιαστικόν κύκλον υπό την αιγίδα του οποίου και εκδίδεται και όχι εις τους Λεμεσιανούς. Διότι τόσον οι Λεμεσιανοί όσον και όλοι οι ευσεβείς χριστιανοί παραδειγματίζονται εκ των άνω δια να μορφώσουν ένα τρόπον ζωής. Και ενόσω απουσιάζουν καθ’ ολοκληρίαν τα υψηλά αυτά παραδείγματα εκ των άνωθεν κύκλων πώς τα απαιτούμεν από άλλους;»
Γνωστή άλλωστε στους παλιότερους λεμεσιανούς και η «βεντέτα» Τέμπλαρ με τον Αρχιμανδρίτη Σιδερά.
Ο για πολλές δεκαετίες κατ εξοχήν καρναβαλιστής της Λεμεσού επιφανής δημοσιογράφος Γεώργιος Τέμπλαρ ήταν ταυτόχρονα και επίτροπος της εκκλησίας του καθεδρικού ναού της Αγίας Νάπας και γι αυτό βρισκόταν σε συνεχείς συγκρούσει και έριδες με τις εκκλησιαστικές αρχές όσον αφορά τη διοργάνωση των καρναβαλιών και τη δική του ηγετική συμμετοχή σ' αυτά. Αυτό δεν τον εμποδίζει να γράφει στην εφημερίδα «Αλήθεια » της πόλης στις 28 Φεβρουαρίου 1936 ανάμεσα σε άλλα και τα ακόλουθα: κάτω από τον τίτλο «Ο Θεός με τους γλεντζέδες»:
« Απεδείχθη και εμπράχτως ότι ο Θεός είναι με τους γλεντζέδες αρκεί να γλεντούν ήσυχα και τίμια. Ενώ τις προηγούμενες ημέρες είχαμε βροχές, την Κυριακή είχαμε ημέραν καλήν. Έτσι αι τόσαι προετοιμασίαι της Λεμεσού δεν πήγαν χαμέναι.»
Όμως μοιραία για τα εκκλησιαστικά του αξιώματα ως Επιτρόπυ της Αγίας Νάπας, θα σταθεί η βεντέτα του με τον αρχιμανδρίτη Νικόλαο Σιδερά. Μετά από επεισόδιο κατά την διάρκεια θείας λειτουργίας, όταν ο Τέμπλαρ παρενέβη από το παγκάρι και διέκοψε το κήρυγμα του Σιδερά που έριχνε πύρινους κεραυνούς κατά των καρναβαλιστών στέλλοντας τους «στο πύρ το εξώτερο» Η εφημ. Παρατηρητής της 11 Φεβρ. 1960 μας πληροφορεί όμως ότι: «ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Κιτίου κ. Άνθιμος δι’ επιστολής του προς τον παρανομήσαντα Επίτροπον, απήλλαξε τούτον των καθηκόντων του»…

Η Τέχνη και ο Πολιτισμός στο καρναβάλι
Το λεμεσιανό Καρναβάλι ήταν όμως και μορφή έκφρασης καλλιτεχνίας και καλαισθησίας. Οι λεμεσιανοί έδιδαν και δίνουν ιδιαίτερη σημασία τόσο στην καλαίσθητη εμφάνιση των αμφιέσεων τους όσο και στην συμμετοχή όλων σχεδόν των τεχνών και των δημιουργών της στο καρναβάλι.
Το Ακταίον και το Θέατρο Χατζηπαύλου και αργότερα οι κινηματογράφοι Ριάλτο Γιορδαμλή αλλά και το Ελλάς και το Ρεκάλ υπήρξαν «ναοί τέχνης» με τις καρναβαλίστικες διακοσμήσεις των καλλιτεχνών και ζωγράφων της Λεμεσού όπως του Νίκου Νικολαΐδη, του Γ. Μαυρογένη, ( το «Καρναβάλι της Βενετίας» στο Γιορδαμλή, το 1953 άφησε εποχή),του Ρασιήτ του Γόρη Γρηγοριάδη και άλλων.
Σπουδαίοι εικαστικοί καλλιτέχνες όπως ο γλύπτης Χρυσόστομος Περδίος, ο Γιώργος Φασουλιώτης, ο Βίκτωρας Ιωαννίδης ο Κώστας Μαυρογένης και πολλοί άλλοι ασχολούνται καθένας με το δικό του τρόπο με το Καρναβάλι. Τα σκίτσα του Γιώργου Φασουλιώτη για παράδειγμα, κατά την περίοδο του Καρναβαλιού στη σατιρική του εφημερίδα «Το Γέλιο» αποτελούσαν μια από τις πιο σκληρές εκφράσεις σκληρής αντιπολίτευσης κατά των άγγλων.
Τέλος να μη ξεχνάμε και την Λούλλα Σούσμιθ, ψυχή του Καρναβαλιού , μαζί με τον Ευάγγελο Βανέλλη, για πολλά χρόνια, με τα καλλιτεχνικά της κατασκευάσματα και τις ενδυματολογικές της αναζητήσεις
Η Μουσική και ιδιαίτερα η καντάδα στο λεμεσιανό Καρναβάλι
Η λεμεσιανή καντάδα στις εκδηλώσεις του Καρναβαλιού , είτε πρωτογενής είτε διασκευασμένη από γνωστές ελληνικές και ναπολιτάνικες μελωδίες δημιούργησε μεγάλη σχολή ισάξια της κεφαλλονίτικης, ζακυνθινής και αθηναϊκής καντάδας και την δόξασαν και δοξάζουν μέχρι σήμερα πολλές ομάδες κανταδόρων ανάμεσα τους και οι: Γιωργαλλέττοι , η Χορωδία Άρη, δημιούργημα του παγκοσμίου φήμης μουσουργού Σόλωνα Μιχαηλίδη, που παίρνει μέρος στα καρναβάλια το 1936 και στη συνέχεια με τον μαέστρο της Μαρίνο Μιτέλλα, οι Κανταδόροι του Φανάρη, του Τσατταλιού, της ΕΔΟΝ, του Πνευματικού Ομίλου, των Μοντέρων Καιρών, τους «Αρίωνες» και τη γυναικεία ομάδα του Αθηναΐδειου που μάλιστα το 1953 παίρνει το πρώτο βραβείο με αποτέλεσμα οι άνδρες κανταδόροι να απειλούν να μην ξαναπάρουν μέρος αν μετέχουν γυναίκες κανταδόροι!
Το 1925 ο αρχιμουσικός Γεώργιος Χουρμούζιος, που το 1910 δημιουργεί την πρώτη μαντολινάτα συμμετέχοντας ανελλιπώς σε καρναβαλίστικες εκδηλώσεις, κάνει την έκπληξη στους λεμεσιανούς παίρνοντας μέρος για πρώτη φορά στην καρναβαλίστικη παρέλαση που ίσως και να αποτελεί την απαρχή της συμμετοχής των κανταδόρων στην παρέλαση.
Να αναφέρουμε επίσης τους μουσικούς: Λούβρη, δεξιοτέχνη της χαβάγιας και δάσκαλο των πρώτων κανταδόρων, τον Καλλιγέρη με την φιλαρμονική του που δημιούργησε ο Δήμος Λεμεσού το 1908 ( πρώτη της Κύπρου), τον μουσικό Κόκο Μουχτάρη,τον σύνθετη και τραγουδιστή Γώγο Μιχαηλίδη, Μουτσοχίτο και συνθέτη καρναβαλίστικων καντάδων, τον μουσικό Zιρίκοβιτς που με την περίφημη ορχήστρα του αφήνει εποχή στα καρναβάλια, αφήνοντας λόγω χώρου, πίσω και πολλούς άλλους.




















Χορός και Καρναβάλι
Στα μέσα της δεκαετίας του 1910 αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες σχολές χορού- χοροδιδασκαλία, όπου οι λεμεσιανοί «νέοι του συρμού» μαθαίνουν να στροβιλίζονται στους... έξαλλους χορούς της εποχής, το «φοξ-τροτ», του «ουαν στέηπ», του βαλς, ακόμα και του ταγκό. Τα πρώτα χοροδιδασκαλεία των Αργυρού Ανδρεόπουλου και Αντώνη Συμεωνίδη δίνουν τη σκυτάλη μετά το 1920 στους Ιωάννη Σοροκιάδη, Κωστάκη Μουστάκη ενώ βασιλιάς του χορού αναδεικνύεται τότε ο Κύρος Πλατρίδης γνωστός ως Κυρούδη , που καθιέρωσε και τον θεσμό του «μι καρεμ» δηλαδή του μεσοσαράκοστου.
Η Λίλλη Χούρη μητέρα του χορού στη Λεμεσό, δασκάλα χορού και χορογράφος δημιουργεί χορογραφίες και καρναβαλίστικες ομάδες.





























Λογοτεχνία, λογοτέχνες και Καρναβάλι
Σημαντική ήταν και η συμμετοχή και η συνεισφορά διαπρεπών λεμεσιανών λογοτεχνών στο λεμεσιανό καρναβάλι. Γνωστοί ποιητές και άνθρωποι των γραμμάτων όπως ο Bασίλης Mιχαηλίδη, Στεφανής Λανίτης, Εύσκιος Πεύκης, Γλαύκος Αλιθέρσης Γιάγκος Λανίτης και άλλοι σκάρωναν διάφορα ευτράπελα και αυτοσχέδια ποιήματα που τα απάγγελλαν στους χώρους των καρναβαλίστικων εκδηλώσεων. Ο δημοσιογράφος και ποιητής Κύπρος Τόκας επενδύει καρναβαλίστικες μελωδίες με στίχους του.
Να κλείσουμε την συνοπτική αυτή μελέτη ενός τεράστιου θέματος όπως το λεμεσιανό καρναβάλι λόγω των τις πολλαπλών πτυχών του, με χαρακτηριστικούς στίχους του εθνικού μας ποιητή που δίνουν ανάγλυφα και το πνεύμα του λεμεσιανού Καρναβαλιού:
«Nτυνούμασταν σαν τους πελλούς με ντύματα πατσάλια,
κότσινα, μαύρα, βένετα, τζίτρινα τζιαι πορτοκάλια,
βάλλουμεν ούλα τους πελλούς σίλια μασκαραλίκια,
λοιπόν εν πάντα σήκωσες τζ' ήμασταν μασκαράδες».









ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
1. 1928: Οι εργάτες του Αμιάντου στο λεμεσιανό καρναβάλι
2. 1926:Πρόσκληση σε χορό σε αριστοκρατικό σαλόνι
3. 1926 Αριστοκρατικός καρναβαλίστικος χορός
4. Οι πρωτοστάτες στην εκλαΐκευση του Καρναβαλιού Γιορδαμλής και Μαλακάσσας
5. 1953 :Ο μνημειώδης διάκοσμος του Γιορδαμλή από τον Γιώργο Μαυρογένη με θέμα «Καρναβάλι της Βενετίας»
6. Άρμα με ελληνοκεντρικά μηνύματα: «Η δόξα της Ελλάδος- ο θρίαμβος του πνεύματος»
7. 1951: Καρναβαλίστικη ομάδα του Κύπρου Τόκα με πολιτικο-κοινωνικό μήνυμα, «Η νεολαία καταδιωγμένη από το φάσμα της πείνας»
8. Ο Τέμπλαρ σε καρναβαλίστικο χορό στο Ριάλτο στροβιλίζεται με αιθέρια ύπαρξη…
9. Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Σιδερας
10. Γιώργος Μαυρογένης - Γόρης Γρηγοριάδης
11. Ο ζωγράφος-λογοτέχνης Νίκος Νικολαΐδης
12. Ο Βίκτωρ Ιωαννίδης
13. Ο σκηνογράφος Rashit
14.  1925 η μαντολινάτα Χουρμούζιου για πρώτη φορά στην παρέλαση
15. 1953 Η γυναικεία παρουσία κανταδόρων
16. Ο μεγάλος μουσουργός Σόλων Μιχαηλίδης
17. Ο δάσκαλος των κανταδόρων Λούβρης
18. Γώγος Μιχαηλίδης-Μουτσοχίτο
19.  Χρ. Περδίος Γλύπτης
20. Άρμα του Χρ. Περδίου
21. Ο εθνικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης


Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

ΤΟ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΛΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ


Μέρος πρώτο
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Δεν προλάβανε καλά-καλά να συνέλθουμε από τα ξενύχτια των γιορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς και οι λεμεσιανοί προετοιμάζονται πυρετωδώς για την ..."εθνική τους γιορτή", το γνωστό και έξω από τα όρια της Κύπρου, λεμεσιανό καρναβάλι.

Ας κάνουμε λοιπόν μια ιστορική ψηλάφηση του κοινωνικού αυτού φαινομένου που μόνη απ' όλες ης πόλεις της Κύπρου η Λεμεσός καθιέρωσε μέσα από τους αιώνες.

Στη σύγχρονη ιστορία του αμέσως μετά την τουρκοκρατία, γνώρισε "μέρες δόξας λαμπρές" παίρνοντας τη μορφή μίας παλλαϊκής γιορτής. Όλος ο κόσμος της Λεμεσού μα και των άλλων πόλεων επίσης, που έρχονταν για να πάρουν μέρος στους γιορτασμούς, σαν μια κοινωνική τάξη χωρίς ταξικές διακρίσεις γιόρταζε και γλεντούσε σε κοινούς χώρους και χορούς...

Ήταν οι μέρες που έσβηνε κάθε κοινωνική και οικονομική διάκριση. Η γιορτή έπαιρνε μορφή λαϊκού πανηγυριού. Στις εκδηλώσεις διασκέδαζαν μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί. Και στη μεγάλη παρέλαση της τελευταίας Κυριακής συμμετείχαν με άρματα όλοι μέχρι και η ... Αστυνομία της πόλης, με δικό της άρμα και με μασκαρεμένους αστυνόμους, υπαστυνόμους, λοχίες, "ομπάσιηδες" και απλούς αστυνομικούς! Και κέρδιζαν και βραβεία.

Όμως το λεμεσιανό καρναβάλι υπήρξε απλώς μια απλή ψυχαγωγική εκδήλωση; Ένα απλό «παναΰρι» γλεντιού και ξεφαντώματος για να ξεφεύγει ο κόσμος από τη ρουτίνα ή ακόμα και από τις δύσκολες μέρες που περνούσε σε φτώχεια και κακουχίες;

Κι όμως. Το λεμεσιανό καρναβάλι στο βάθος της ιστορίας του δεν υπηρξε απλώς ένα ψυχαγωγικό “πανηγύρι” αλλά ένα γεγονός ιστορικά, κοινωνικά, πολιτισμικά, καλλιτεχνικά, οικονομικά, ακόμα και πολιτικά και εθνικά ένα πολυσήμαντο πολυδιάστατο γεγονός με πολύπλευρες διαστάσεις και ενδιαφέρον.

Οι ρίζες του στα βάθη των αιώνων μέχρι την αρχαιότητα

Αν οι ρίζες του σύγχρονου λεμεσιανού καρναβαλιού χάνονται μέσα στις δεκαετίες οι ρίζες και οι πηγές του, βρίσκονται σίγουρα μέσα στα βάθη των αιώνων μέχρι την αρχαιότητα.

Η Λεμεσός, νεότερη εξέλιξη της Παλιάς Λεμεσού δηλαδή της Αμαθούντας, διατήρησε κάποια κατάλοιπα αρχαίων τελετών και εορτών που εγίνοντο εκεί ,όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, αφιερωμένα στους αρχαίους Θεούς όπως ήταν τα Κρόνια, προς τιμήν του πατέρα των Θεών τον Κρόνο, τα Διονύσια προς τιμήν του Διόνυσου και τα Αδώνια προς τιμήν του Ημίθεου εραστή της Αφροδίτης «υπέρκαλλου Θεού» Άδωνη, στα οποία μικροί και μεγάλοι λάμβαναν μέρος μεταμφιεζόμενοι.

Στην Αμαθούντα τα Αφροδίσια λέγονταν «Κάρπωσις». Κατά την τέλεση της θυσίας προς τη θεά κάποιος από τους νέους, ξαπλωμένος σε μια κλίνη, δίπλα στον τάφο της Αφροδίτης - Αριάδνης, έβγαζε κραυγές και έκανε όπως οι γυναίκες οι οποίες διέρχονται τις στιγμές των πόνων του τοκετού αναπαριστώντας τη γέννηση του καρπού του έρωτά της με τον ημίθεο ήρωα Θησέα. Άλλοι άνδρες, ντυμένοι κι αυτοί γυναικεία που εκπροσωπούσαν τις γυναίκες της Αμαθούντας, προσπαθούσαν να της συμπαρασταθούν με επιφωνήματα και φωνές και να της δώσουν κουράγιο.

Μία ένδειξη της διασύνδεσης της αρχαιότητας με το λεμεσιανό καρναβάλι είναι η εξής:

Στις καρναβαλίστικες εκδηλώσεις και παρελάσεις των τελευταίων χρόνων του 19ου και των αρχών του 20ου μια συνήθης καρναβαλίστικη παρουσία ήταν η αναπαράσταση μίας εγκύου γυναίκας που μέσα από λυγμούς και γοερές κραυγές και με τη συνοδεία και συμπαράσταση άλλων γυναικών όλοι άνδρες μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες, προσπαθούσε να ξεγεννήσει. Το επαναλαμβανόμενο αυτό καρναβαλίστικο θέαμα έκανε συχνά τους λεμεσιανούς αλλά και τον ντόπιο τύπο να αγανακτεί για το «αηδές αυτό θέαμα».

Μια χρονιά, το 1908, ήρθε στο λεμεσιανό καρναβάλι προερχόμενος από τη Λευκωσία ο γυμνασιάρχης του Παγκυπρίου Γυμνασίου και μετέπειτα καθηγητής του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών, φιλόλογος-ιστορικός, Μιχαήλ Βολονάκης. Όταν αντιλήφθηκε την απέχθεια και τις διαμαρτυρίες αυτές εξήγησε στους λεμεσιανούς πόσο σημαντική από ιστορικής πλευράς ήταν η φαινομενικά απλοϊκή αυτή αναπαράσταση, τους λέει:

«Το θέαμα που βλέπετε έχει ιστορική σημασία και το παρακολουθώ με έκπληξη και σεβασμό. Απ’ αυτό φαίνεται κατά μέγα μέρος πως εκπηγάζει το έθιμο των καρναβαλιών στην πόλιν σας. Να σας εξηγήσω: Όταν ο μυθικός ήρωας Θησέας, (άρχισε να διηγείται), επέστρεφε θριαμβευτής από την Κρήτη, πούχε σκοτώσει τον Μινώταυρο, παρασύρθηκε το πλοίο που τον μετέφερνε στην Αθήνα από τους αντίθετους ανέμους και το ανάγκασε να προσορμισθεί στον λιμένα της Αμαθούντος. Δεν ήταν όμως μονάχος. Μαζί του μετέφερνε και την κόρη του βασιλιά Μίνωα, την βασιλοπούλα Αριάδνην που τον ερωτεύτηκε, τον βοήθησεν να βγει από τον Λαβύρινθο και τον ακολούθησε στην επιστροφή του. Αφού παρέμεινε για λίγες μέρες στο παλάτι του τότε βασιλιά της παλιάς Λεμεσού, ώσπου ο καιρός το επέτρεψε να συνεχίση το ταξείδι του, μια μέρα τώσκασε κρυφά κ’ εγκατέλειψε την Αριάδνη στην φιλόξενη Αμαθούντα. Η βασιλοπούλα ήταν έγκυος από τον Θησέα και όταν μετά λίγες μέρες την έπιασαν οι πόνοι της γέννας, οι αξιωματικοί της Αυλής και οι γυναίκες τους, θεώρησαν σωστό, χάριν της αξιοπρέπειας και τού γοήτρου της ξένης πριγκίπισσας και από συμπάθειαν προς την εγκαταληφθείσαν, να μαζευτούν στο δωμάτιο της επιτόκου και όλες μαζί να μιμούνται τες κινήσεις, τες κραυγές και εκφωνήματά της. Η απομίμηση αυτή ήταν ένας από λεπτότητα τρόπος μειώσεως του γεγονότος των επίπονων στιγμών της υψηλής πασχούσης.

Την επέτειον του πριγκιπικού αυτού τοκετού, οι Αμαθούσιοι γιόρταζαν κάθε χρόνον μέ σέ μεταμφίεσι αναπαράστασι της σκηνής κοιλοπονήματος της Αριάδνης. Το έθιμο αυτό συνεχίστηκε φαίνεται για πολλούς αιώνες, μεταφέρθηκε δε και υιοθετήθηκε κατόπιν από τους μετοικίσαντες εις Νέαν Λεμεσόν Αμαθουσίους και παρέμεινε εις τους γιορτασμούς των σημερινών Καρναβαλιών και ως προς την προηγουμένως περιγραφείσαν αντιαισθητικήν του εμφάνισιν.»

Η ερμηνεία αυτή έκανε τους λεμεσιανούς να εκτιμήσουν το αρχαιοπρεπές αυτό έθιμο και να πάψουν πλέον να θεωρούν την καρναβαλίστικη αυτή αναπαράσταση ως «αηδές θέαμα» ως την πιο τρανή ιστορική απόδειξη της διασύνδεσης της αρχαιότητας με τη σύγχρονη παράδοση άρα και τις βαθιές ρίζες και πηγές του καρναβαλιού τους. Ίσως μάλιστα αυτό να θεωρείται και ως απόδειξη ότι το λεμεσιανό καρναβάλι είναι το αρχαιότερο του κόσμου!

Δύο μαρτυρίες για τις σήκωσες και τα καρναβάλια στον Μεσαίωνα και την Φραγκοκρατία-Βενετοκρατία.

Παρά την παντελή σχεδόν έλλειψη πληροφοριών αναφορικά με το έθιμο του καρναβαλιού στους αιώνες που ακολούθησαν και κυρίως με την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας κατά την βυζαντινή περίοδο και των αυστηρών ηθικών νόμων και κανόνων που τον ακλούθησαν εντούτοις κάποιες έμμεσες -και αμυδρές έστω -πληροφορίες μας κάνουν να συμπεραίνουμε την ύπαρξη, του κυρίως στις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας:

Η πρώτη μας έρχεται από τον Άγιο Νεόφυτο τον Έγκλειστο που σε ένα από τα σημαντικά ιστορικά του κείμενα-χρονικά έψεγε του κυπρίους για το ειδωλολατρικό ξενόφερτο έθιμο «του κοψίματος της Μούττης της Σαρακοστής» και τους κακίζει για ξενόφερτα έθιμα. Το έθιμο αυτό προήλθε από την συνήθεια των δυτικών να κόβουν την επόμενη των αποκριών τις τεράστιες ψεύτικες μύτες από τις καρναλίστικες μάσκες τους σαν μια συμβολική κίνηση εξαγνισμού από την κραιπάλη του καρναβαλιού και επαναφοράς τους στον έντιμο βίο.

Η δεύτερη μας έρχεται από τον Κριστόφορι Φύρερ από τη Νυρεμβέργη που επισκέφθηκε την Κύπρο από 29 Μαρτίου μέχρι 7 Μαΐου 1566, κατά τη διάρκεια ταξιδιού του προς τους Αγίους Τόπους. Οι εντυπώσεις του δημοσιεύτηκαν στη Νυρεμβέργη το 1621 στα Λατινικά και το 1646 στα Γερμανικά

Οι ευγενείς της Κύπρου λέει, επιδίδονται στη διασκέδαση, το κυνήγι και την ιερακοτροφία. Ορισμένες μέρες του χρόνου, κυρίως τις μέρες του Καρνάβαλου, οργανώνουν λαμπρές γιορτές με παιγνίδια και χορούς.

Περιγράφει επίσης μια λαϊκή στάση που έγινε το1566 που από σιτοδεία εκείνη τη χρονιά ο λαός υπέφερε από πεινά και έλλειψη ψωμιού ενώ οι Ενετοί μετάφεραν όλο το σιτάρι της Κύπρου στη Βενετία.

Ένα βράδυ λοιπόν που οι βενετσιάνοι άρχοντες κλεισμένοι στο παλάτι του προνοητή ( διοικητή) Μαρκαντώνιου Βραγαδίν γιόρταζαν αμέριμνοι το καρναβάλι απέξω μαζεύονται δυό χιλιάδες πεινασμένοι και αρχίζουν να τους πετροβολούν κραυγάζοντας «ελάτε ούλλοι σας να σκοτώσουμε τους Φράγκους και να πιάσουμε τες γενέτζιες τους» Με αποτέλεσμα μάλιστα από τον τρόμο του ο Βραγαδίν να υποστεί καρδιακή προσβολή.

Οι Βενετσιάνοι στήνουν στη συνέχεια λαϊκά δικαστήρια και καρατομούν δημοσίως ένα παπά και δυο πολίτες.

Τουρκοκρατία και Αγγλοκρατία

Από αφηγήσεις γερόντων στις αρχές του 20ου αιώνα και από άλλα ντοκουμέντα της τουρκοκρατίας και των πρώτων χρόνων της αγγλικής κατοχής φαίνεται πως οι Αποκριές εγιορτάζοντο από τότε με μεταμφιέσεις και μασκαράτες. Την εποχή εκείνη όμως, πιο πολύ σε σπίτια και συλλόγους με χοροεσπερίδες και δεξιώσεις παρά με παρελάσεις και άλλες εκδηλώσεις στους δρόμους.

Η εφημερίδα της Λεμεσού "Αλήθεια" που πρωτοκυκλοφόρησε το 1880 γράφει σχετικά στις 23 Φεβρουαρίου 1889: "Ο δοθείς ψες υπέρ των σχολείων και πτωχών χορός εν τη οικία του κου Μ. Ρωσσίδου υπό την προστασία των αξιοτίμων κυρίων Χατζηπαύλου, Ρωσσίδου, Θεμιστοκλέους και Γκάλεπ επέτυχε πληρέστατα. Το χορό ετίμησεν και ο Διοικητής κ. Μίτσελ μετά της κυρίας του. Το εισπραχθησόμενον ποσό ελπίζεται να υπερβεί τας σαράντα λίρας. Άξιοι πάντως τυγχάνουσιν και αι σχούσαι την πρωτοβουλίαν κυρίαι και οι εργασθέντες προς επιτυχίαν του χορού". Μια βδομάδα αργότερα, στην ίδια εφημερίδα διαβάζουμε οτι: "Η νεολαία ημών έδωκε ψες εν τη οικία του κου Π. Παπαδάκη λίαν φιλοκάλως διασκευασθήσι, λαμπρόν χορόν επιτυχώντα πληρέστατα. Τας τιμάς εποιείτο η αξιότιμος κυρία Γ. Κακαθύμη".

"Λίαν φιλοκάλως διασκευασθήσι" λοιπόν σημαίνει κατά τη γνώμη μας μια καρναβαλίστικη διακόσμηση συνάδουσα με τους γιορτασμούς της αποκριάς που συμπίπτουν τις ίδιες μέρες που πραγματοποιείται ο χορός.

Το πρώτο Κομιτάτο του Καρναβαλιού

Το1898 σχηματίστηκε από ιδιώτες το πρώτο κομιτάτο, που απεφάσισε να βραβεύσει τον καλύτερο 'μασκαρά με το ποσό των 20 χρυσών φράγκων.

Η "Αλήθεια" της 18ης Φεβρ.1898 γράφει: «Το επί των μεταμφιεσμένων κομιτάτο βράβευσε τον κύριο Γιάγκο Λανίτη παραστήσαντα επιτυχέστατα το Διογένη με το φανάρι του. Αλλά και τινες των ηθοποιών παρέστησαν με πολύ γούστο, την Κυβέρνηση και τον δυστυχή λαό. Υπήρξαν δε οι φρονούντες, σ' αυτούς μάλλον θα έπρεπε να δοθεί το βραβείο". Τη χρονιά λοιπόν αυτή μπορεί να θεωρηθεί πως έγινε η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια διοργάνωσης των λεμεσιανών καρναβαλιών. Και από την πρώτη εκείνη χρονιά οι λεμεσιανοί δράττονται της ευκαιρίας να στείλουν τα πολιτικά τους μηνύματα για την βρετανική κακοδιοίκηση παρά τις υποσχέσεις της βασίλισσας που με το πρώτο διάγγελμα της προς τους κυπρίους όταν οι Βρετανοί πατούσαν το πόδι τους στην Κύπρο έλεγε ανάμεσα σε άλλα πως: «Η Μεγαλειοτάτη Βασίλισσα Βικτώρια επιθυμεί να κάμει γνωστόν εις όλους τους κατοίκους της Κύπρου ότι καταλαμβάνει την Νήσον και ότι σκοπός της είναι να κάμει τους κατοίκους της Κύπρου πρότυπον καλής και αμερόληπτου διοικήσεως ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας και Παράδεισο της Ανατολής».

Τα ιστορικο-κοιωνικο-πολιτικά δηλαδή "δρώμενα" της εποχής αναπόφευκτα επιδρούσαν λοιπόν και πάνω στα καρναβάλια.

Την επόμενη χρονιά 1899, με το κλείσιμο του 19ου αιώνα, ο λαός της Λεμεσού περνά δύσκολες μέρες εξουθενωμένος ηθικά και υλικά από την φτώχεια και τις κακουχίες. Ούτε κομιτάτο, ούτε παρελάσεις, ούτε κέφι για καρναβάλι από τους Λεμεσιανούς.

Γιατί όπως γράφει και η "Αλήθεια" της l8ης Φεβρουαρίου 1899: "Εισερχόμεθα από σήμερον εις το Καρναβάλι. Ουδεμία πλην κίνησι μέχρι τούδε, ούτε ζωηρότης μαρτυρεί τούτο. Άνευ δε του ημερολογίου δεν θα ημπορούσε κανείς να εννοήσει ότι ευρισκόμεθα εις το Καρναβάλι, τας φαιδράς δηλαδή καλάς ημέρας κατά τας οποίας και ο σοβαρότερος ξεχνά προς στιγμή τη σοβαρότητα του και ρίπτεται ακράτητος εις την τρελλήν χαράν της τρελλής αποκριάς. Είναι και τούτο μια ακόμη απόδειξις της οικτράς μας καταστάσεως. Ο κόσμος καταβεβλημένος ηθικώς και υλικώς δεν έχει όρεξιν ούτε για γέλια, ούτε για μασκαράτες".

Την επόμενη χρονιά όμως στην "Αλήθεια", με ημερομηνία 15 Φεβρουαρίου 1900 διαβάζουμε ότι: "Οι αποκριές και ιδία η τελευταία Κυριακή διήλθαν εφέτος εν εκτάκτω ευθυμία και ζωηρότητι. Τα κομφετί άτινα εισήχθησαν οριστικώς και ενταύθα, έστρωνον τον προ των καφενείων και των λεσχών δρόμον και μανιώδης πόλεμος από άνθη, φασόλια και κομφετί διεξήγετο. Κίνησις έκτακτος επεκράτη, αρκεταί δε μασκαράται. Μία τούτων εντός αμάξης, παριστώσα την κάθοδον του Πρίγκηπος εις Κρήτην, ήρεσε πολύ και εχειροκροτήθη". Να λοιπόν και πάλιν που το καρναβάλι δίδει στους λεμεσιανούς την αφορμή και την ευκαιρία να στείλουν στους βρετανούς τα εθνικά , αλυτρωτικά τους μηνύματα με αφορμή του γεγονότος της καθόδου το 1898 του πρίγκιπα Γεώργιου της Ελλάδας στην Κρήτη και της κήρυξης της αυτονομίας της με την υποστήριξη των τριών Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής.

Το λεμεσιανό καρναβάλι και στις πολιτικοκοινωνικές διαμάχες των λεμεσιανών

Ένα σημαντικό γεγονός πρωτοεμφανίζεται στα καρναβάλια του 1929 :διοργανώνονται για πρώτη φορά στην Κύπρο , στη Λεμεσό τα πρώτα καλλιστεία με εκλογή της «Βασίλισσας της Ομορφιάς».

Για το εξαιρετικά ριζοσπαστικό για την εποχή εκείνη γεγονός, η εφημερίδα «Χρόνος» της 15ης Μαρτίου 1929 γράφει κάτω από τον τίτλο «ΧΟΡΟΙ»

«Το εσπέρας του παρελθόντος Σαββάτου εδόθη εις την αίθουσα του Α' Παρθεναγωγείου, ο υπέρ του μαθητικού συσσιτίου προαγγελθείς χορός, όστις από απόψεως συρροής κόσμου εστέφθη υπό επιτυχίας, αι δε εισπράξεις ανήλθον εις λίρας περίπου 65. Κατ' αυτόν έλαβεν χώραν και ο διαγωνισμός καλλονής όστις είτε λόγω των οργανωτών του, είτε λόγω αυτής της φύσεως του διαγωνισμού έλαβε μάλλον αστείαν μορφήν και διασκέδασε τους παρευρεθέντας. Χάριν ενημερότητος, αναγράφουμεν ότι εξελέγη ως «Μις Λεμεσός» η δεσποινίς Μάρθα Περδίου, μια σεμνοτάτη και ντροπαλή διδασκάλισσα, τύπος γλυκειάς και συμπαθούς μελαχροινής κόρης. Εις την δεσποινίδα Περδίου εδόθη το στέμμα ομού με πληθώραν δώρων. Δώρα εδόθησαν επίσης και εις άλλας εξ δεσποινίδας αίτινες ευρέθησαν υπό της επιτροπής εξ ίσου ωραίαι. Η αστειότης όμως του διαγωνισμού έλαβε εις το τέλος τραγικήν όλως φάσιν όταν ο συνάδελφος κ. Μ.Δ. Φραγκούδης, ανελθών επί του καθίσματος εξεφώνησε τον πανηγυρικόν της ομορφιάς, τον οποίον ειρήσθω παρεσκεύασεν εκ προμελέτης και από χειρογράφου ανέγνωσεν εν είδει πολιτικής ομιλίας, προσαγορεύων την «βασίλισσαν». Δικαίως τότε είς παρευρισκόμενος παρετήρησε ότι o ενθουσιασμός του κ. Φραγκούδη ήτο πλήρως δικαιολογημένος διότι πέτυχε επιτέλους να επαναφέρει την βασιλείαν και να προσφωνήση μίαν «βασίλισσαν» έστω και της καλλονής»…

Ο συντάκτης της είδησης αυτής, που δεν πρέπει να είναι άλλος από τον εκδότη του «Χρόνου» Δ. Δημητριάδη «Ντόριαν" βρίσκει την ευκαιρία να ειρωνευθεί τον Φραγκούδη, εκδότη της αντίπαλης του «Αλήθειας» για τα φιλοβασιλικά του αισθήματα.

'Όπως είναι γνωστόν από το 1915 οι Λεμεσιανοί χωρίστηκαν (ακολουθώντας τον Πανεθνικό Διχασμό...) σε «βασιλικούς» και «βενιζελικούς». Οι φιλοβασιλικοί αποτελούσαν βεβαίως την πλειοψηφία και ανάμεσα τους προεξέχουν: ο μεγάλος δάσκαλος Ανδρέας Θεμιστοκλέους o Σπύρος Αραούζος, ο Ευγένιος Ζήνων και ο εκδότης της «Αλήθειας» Μ.Δ. Φραγκούδης. Στην αντίπαλη φιλοβενιζελική παράταξη βρίσκουμε ανάμεσα σ' άλλους το «λευκό πολιτευτή» Γιάννη Κυριακίδη και τον γνωστό πολιτευτή της εποχής Ν. Κλ. Λανίτη.

Θα μείνουμε όμως μέχρι εδώ για να συνεχίσουνε στο επόμενο και να δούμε και άλλες πτυχές και άγνωστα γεγονότα αναφορικά με το λεμεσιανό Καρναβάλι και τον ρόλο που έπαιζε στη ζωή των λεμεσιανών.