Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Οι εκλογές σε άλλες εποχές

Από την εφημερίδα "Φωνή της Λεμεσού"

Κουμπαριές σε πλειστηριασμό, δώρα και ποτά

Μπήκαμε πλέον στο τέλος προεκλογικής περιόδου για τις  βουλευτικές της προσεχούς Κυριακής 22 Μαΐου και οι αντιπαραθέσεις, οι αντεγκλήσεις, οι κονταρομαχίες ( εν μέρει και κοκορομαχίες) των κομμάτων δίνουν και παίρνουν. Ενώ από την άλλη οι υποψήφιοι με κάθε τρόπο και κάθε μέσο (ακόμα και με τσάντες Λουί Βιτόν σε συγκεντρώσεις γυναικών!) προσπαθούν να επιτύχουν την πολυπόθητη εκλογή τους αδιαφορώντας συνήθως αν θα φέρουν ψήφους στο κόμμα, αρκούμενοι να ψαρεύουν σταυρούς από τις «σίγουρες» ψήφους του κομματικού καλαθιού. 
Οι βουλευτικές και κυρίως όμως οι δημοτικές εκλογές σε άλλες εποχές στη Λεμεσό αποτελούσαν πάντα αφορμή για να ανάψουν τα αίματα, να εξαφτούν τα πνεύματα και να αποτελέσουν αφορμή  και «ευκαιρία» για φανατικούς καυγάδες ακόμα και διχασμούς.
Η δεκαετία του ’20 ήταν μέσα σε αυτό το κλίμα με αφορμή τα δημαρχιακά, όπως είδαμε ήδη και στην Ιστορία των Δημάρχων της Λεμεσού και το έργο τους, της οποίας τη συνέχεια διακόψαμε λόγω της «έκτακτης επικαιρότητας», δηλαδή τις βουλευτικές εκλογές.
Η δεκαετία  αυτή που ανήκε ουσιαστικά στον  Δήμαρχο  Αλέκο  Ζήνωνος, με αντίπαλο του τον Χριστόδουλο Χατζηπαύλου υπήρξε  μια δεκαετία ερίδων και διχασμών των λεμεσιανών. Που κατέληγαν σε αγωγές στα δικαστήρια των δύο μονομάχων και ακυρώσεις εκλογών. Μια μεγάλη ιστορία που δεν μας παίρνει τώρα ο χώρος να διηγηθούμε με λεπτομέρεια και θα επανέλθουμε σ αυτή όταν ξαναρχίσουμε την Ιστορία των Δημάρχων. Απλώς νύξεις θα κάνουμε.
Στις εκλογές  του 1930 χάνει τελικά την δημαρχία ο Αλέκος Ζήνωνος για να τον διαδεχθεί ο Χριστόδουλος Χατζηπαύλου και να παραμείνει κι αυτός για δεκατρία χρόνια (1930-1943) στη δημαρχία και με τη σειρά του να την παραδώσει στον Πλουτή Σέρβα και την αριστερά η οποία για πρώτη φορά ανέρχεται στα δημοτικά πράγματα της πόλης.
Η εφημερίδα της Λεμεσού «ΧΡΟΝΟΣ» της 21η  Φεβρουαρίου 1930 δια χειρός του εκδότη του Δημ. Δημητριάδη-Ντόριαν δίνει μια μικρή μόνο γεύση του όλου κλίματος.
Να αναφέρουμε παρεμπιπτόντως ότι ο Ντόριαν ήτο φανατικός οπαδός του Χατζηπαύλου και παρά την προσπάθεια του να φανεί, όπως λέει στη τελευταία παράγραφο, «δίκαιος και αμερόληπτος από δημοσιογραφικό καθήκον» δεν τα πολυκαταφέρνει…
Γράφει λοιπόν ο Ντόριαν κάτω από τον τίτλο «ΑΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΥΣΑΙ ΔΗΜΟΤΙΚΑΙ ΕΚΛΟΓΑΙ»:
«Η λήξις της θητείας του υφισταμένου Δημ. Συμβουλίου της πόλεως μας είναι ήδη εγγύς. Εντός ολίγου συμπληρούται μία τριετία , αφ’ ής το παρόν Δημοτικό, συμβούλιον ανέλαβε την διαχείρησιν των δημοτικών πραγμάτων και μία ολόκληρος εννεαετία αφ’ ής ημέρας ο νυν δήμαρχος προεδρεύει και κρατεί εις χείρας του την αρχήν και την διεύθυνσιν του Δήμου. Εάν κατά τας ημέρας αυτάς η πόλις εδεικνύετο ήρεμος και ατάραχος, εάν εκ μέρους των πολιτών δεν παρετηρείτο η παρατηρουμένη σήμερον ζωηρά δυσφορία και εξέγερσις κατά του νυν καθεστώτος, θα εσήμαινε τούτο βεβαίως, ότι η λήξασα δημαρχειακή περίοδος, υπήρξεν  άκρως ικανοποιητική εις τας αξιώσεις των και ανταποκρίθη πλήρως εις την εντολήν των.
Αλλ’ η πόλις δεν ηρεμεί σήμερον. Η ανησυχία της και η ογκούμενη βαθμηδόν εξέγερσις της, ήτις θα την οδηγήση εις τον προσεγγίζοντα εκλογικόν σάλον, δεν μαρτυρεί καθόλου ούτε την ικανοποίησιν της αλλ’ ούτε την αναγνώρισιν και επιβράβευσιν μιας εργασίας, ήτις εγένετο και κατ’ εντολήν της και εξ ονόματος της. Μαρτυρεί τουναντίον την ζωηράν επιθυμίαν της και την σιδηράν της θέλησιν να δώση εν τέρμα εις μίαν κατάστασιν, η οποία δεν πρέπει να εξακολουθήση, και να σημειώση ένα σταθμόν εις μίαν βασιλείαν η οποία πρέπει να πέση. Την βασιλείαν μιάς δημαρχείας με την σαθράν βάσιν, ήτις δεν είναι δυνατόν αλλ’ ούτε πρέπει να στηρίξη ΠΛΕΟΝ.
Εν τη τελέσει του δημοσιογραφικού μας καθήκοντος ας φανώμεν δίκαιοι, προς την πόλιν και προς τους διαχειριστάς των δημοτικών πραγμάτων της παρελθούσης χρήσεως. Αντικειμενικώς, αμερολήπτως και δικαίως ας εξετάσωμεν την επιτελεσθείσαν εργασίαν κατά το διαρρεύσαν διάστημα. Είναι τούτο μία υποχρέωσις την οποίαν έχομεν και ως πολίται και ως όργανα της δημοσίας γνώμης, ήτις πρέπει να καθοδηγή και να μορφωθή επί τη βάσει ενός όλως ανεξαρτήτου και δικαίου ελέγχου, τον οποίον θα αναλάβωμεν από του προσεχούς μας φύλλου.»
Όμως ας δούμε τις εκλογικές αυτές αναμετρήσεις εκείνης της εποχής και από μια άλλη σκοπιά. Την αριστερή δηλαδή, όπως μας την δίδει το τότε στέλεχος του νεοϊδρυθέντος Κουμμουνιστικού Κόμματος της Κύπρου, ο συγγραφέας και ποιητής Γιάννης Λέφκης στο βιβλίο του «Οι Ρίζες» και κάθε παρομοίωση με το σήμερα γίνεται με δική σας ευθύνη…. (διατηρούμε την ιδιόμορφη γραφή του):
«Πολί πριν οριστεί από την Κυβέρνηση η μέρα που θα γίνουνταν οι δημοτικές εκείνες εκλογές (σημ. του 1926), η αστική τάξη της Λεμεσού χωρισμένη σε διό φανατικά αντίπαλες μερίδες που η καθεμιά ήθελε να μπάσει δικούς της ανθρώπους στο Δημαρχείο και που η μια υποστήριζε τον παλιό δήμαρχο δικηγόρο Αλέκο Ζήνωνα κ' η άλλη το βιομήχανο Χριστόδουλο Χατζηπάβλου, είχε αμολήσει τους μπράβους της σ' ένα ξέφρενο κυνήγι ψήφων. Τέτιο, που όλα στην πόλη μπαίνανε «σε πλειστηριασμό» όπως έγραφε στη Λεφκοσιάτικη «Ελευθερία» ο ανταποκριτής της στη Λεμεσό. Να, τι έλεγε σχετικά στην ανταπόκριση του που δημοσιέφτηκε στις 16 του Φλεβάρη του 1926:
«Ένεκα οι επικείμενες δημοτικές εκλογές όλα στην πόλη μας μπαίνουνε σε πλειστηριασμό. Για παράδειγμα για να νοικιαστεί ένα σπίτι, ή ένα καφενείο θα μπεί σε πλειστηριασμό και πλειοδότες είνε πάντα οι άνθρωποι των διό αντιμαχόμενων μερίδων. Στον πλειστηριασμό μπαίνουνε κ οι κουμπάροι των γάμων και των βαφτισιών και γίνουνται δεχτοί όσοι προσφέρουνε περισότερα δώρα στο γαμπρό και στη νύφη. Γιατί όταν οι υποψήφιοι έχουνε πολλούς κουμπάρους αναγκαστικά θα έχουνε και πολλούς ψήφους. Μ'αφτο τον τρόπο κάνουνε την τύχη τους οι γαμπροί κ' εκείνοι που έχουνε παιδί για βάφτισμα. Ένας τελεφταία που είχε παιδί για βάφτισμα δέχτηκε την επίσκεψη 18 ανθρώπων κι από τα διό κόμματα που του προτείνανε να γίνουνε νονοί του παιδιού του.
Προτίτερα έπρεπε πολί να ιδρόσει και πολί να παρακαλέσει ενας φτωχός άνθρωπος για να βρει νονό για το παιδί του. Μα να που τόρα 18 άνθρωποι σπρόχνουνταν ποιος να γίνει νονός ενός ψηφοφόρου! Και δεν πήγαινε αφτός στα πόδια τους να τους παρακαλέσει. Πηγαίνανε εκείνοι να του το προτείνουνε. Να του ζητήσουνε τη χάρη! Και φυσικά και το ψήφο του μια που θα γίνουνταν κουμπάροι κι «ανάδοχοι» του παιδιού του.
Για όλα ήτανε πρόθυμοι. Φτάνει να σιγουρέβανε ψήφους για να μπούνε εκείνοι κι όχι οι άλλοι στο Δημαρχείο.
Κουμπαριές, δώρα, ποτά, γνωριμίες και φιλίες με ανθρώπους του λαού, καταδεχτικά χτυπήματα στους ώμους, καταδεχτικά χαμόγελα, ως να πετύχουνε το σκοπό τους. Κι όταν το ανθρωπάκι που στεκότανε μπροστά τους δεν άκουε από τέτια και γινότανε γι' αφτούς σκληρό καρίδι, βάζανε σ' ενέργια τον εκβιασμό, τη φοβέρα γι' απόλυση, την καταγγελία στον παραφέντη αν ήτανε δικός τους, τη μπηχτή.
Η πίεση κι' από τη μια κι΄ από την άλλη μεριά απάνω στους εργάτες ήτανε πολί μεγάλη.
Οι δουλεφτάδες κ οι υπάλληλοι, όπως το έχω αναφέρει σε προηγούμενες σελίδες, ζούσανε όλα εκείνα τα χρόνια κάτω από το βαρή ίσκιο και το βαρίτερο φόβο του εργοδότη Κι όλοι τους βρίσκουνταν κάτω από την πιο άμεση και σκληρή ανάγκη για να μπορούνε ν΄ αντιστέκουνται στους εκβιασμούς, στους πειρασμούς και στα δολόματα.»
Αυτά τότε…
Φωτογραφίες

  Δημητρός Δημητριάδης-Ντόρια, εκδότης τού «Χρόνου»


 Γιάννης Λέφκης

  Αλέκος Ζήνων


 Χριστόδουλος Χατζηπαύλου

Η κομματικοποίηση των λεμεσιανών νέων.


Από την εφημερίδα "Φωνή της Λεμεσού"

Όσο θα πλησιάζουμε προς τις προσεχείς εκλογές ο κομματικός φανατισμός γίνεται πιο έντονος.
Στη δίνη της εκλογικής διαμάχης θέμα αντιπαράθεσης και η Παιδεία με την περιβόητη «Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση» και περί κομματικοποίησης η μη των νέων, περί εισαγωγής του κομματισμού στα σχολεία και όλα τα σχετικά. Λέω για την κομματικοποίηση,  διότι για την πολιτικοποίηση  των νέων δε θάπρεπε να το συζητάμε καν και ουδέν μεμπτό.
Όμως τα σπέρματα αυτής της συζήτησης περί κομματικοποίησης και του φανατισμού των νέων ή μη, πάνε πίσω μέσα στο χρόνο και την ιστορία αυτής της πόλης.
Μια τέτοια γραπτή μαρτυρία βρήκαμε στο δημοσίευμα της εφημερίδας «Λαϊκόν Βήμα»  ημερ. 16 Οκτωβρίου 1946 του εκδότη-δημοσιογράφου και πολιτευτή Εύσκιου Πεύκη, (κατά κόσμο Ευέλθοντος Πιτσιλλίδη).
Πρόκειται μάλιστα για μια επιστολή που γράφτηκε από νέο της εποχής  για τους νέους της εποχής του και δημοσιεύεται πρωτοσέλιδα κάτω από τον τίτλο «Ανεξάρτητοι γνώμαι» και που από ότι φαίνεται και από το περιεχόμενο  της πολύ λίγες ανεξάρτητες γνώμες υπήρχαν την εποχή εκείνη, όπως δυστυχώς και σήμερα. Ας τη δούμε και κάθε σύγκριση και αναλογία με το σήμερα δική σας…:
«Σήμερα η Λεμεσός, η πόλη με ιστορικό παρελθόν, γέμισε από Συλλόγους. Σε κάθε δρόμο σχεδόν θα δής  και ταπέλλα. Ταπέλλα για τους Αποφοίτους, για τους Ερασιτέχνες Νέους, για τους Νέους του Εθνικού Κόμματος, τους Νέους των Χριστιανικών Ιδρυμάτων, των Μορφωτικών Συλλόγων, των Ινστιτούτων, των διάφορων Αθλητικών Σωματείων κ.λ.π. Όλα αυτά είναι  δημιουργήματα των τελευταίων χρόνων των πολιτικών διαταραχών του τόπου μας , των εκλογικών αγώνων, του πολέμου. Ήταν φυσικό τα νειάτα να βρεθούν στην πρώτην γραμμή όλης αυτής της κοινωνικοπολιτικής ζύμωσης. Ο οργασμός της νειότης ολοπρόθυμα θέλησε να προσφέρη όλο τον φανατισμό και την γνώμη του στο κεφάλαιο αυτό.
Βρέθηκαν οι επιτήδειοι από κάθε Κόμμα, που ζήτησαν  να χρησιμοποιήσουν  τον Νέο και την ορμή του για εξυπηρέτηση της πολιτικής τους επικράτησης. Άδραξαν την αγνή ψυχή της Νεολαίας μας, σαν κατάλληλο και εύπλαστο υλικό και την έρριψαν μέσα σε πολιτικές ζυμώσεις. Η μια παράταξη έμαθε τον Νέο να αγωνίζεται για τη Δημοκρατία και να πολεμά για μια νέα ζωή, για ένα κόσμο,  που του παρουσίαζε με όλα τα γαργαλιστικά χρώματα και η άλλη παράταξη τον έμαθε να υμνή την Βασιλεία, να μένη προσκολλημένος στα Πάτρια, να είναι ευχαριστημένος από την σημερινή πολιτειακή και κοινωνική σύνθεση και να ζητή την διατήρησή της. Έτσι οι Νέοι μας χωρίζονται σε δύο κόσμους, που φανατικά αλληλοπολεμούνται και αλληλοϋβρίζονται Και της πατρίδας τα ιδανικά και οι σκοποί γίνονται μέσα Κομματικής εκμετάλλευσης. Δεν θέλω να κατηγορήσω κανένα Κόμμα χωριστά, μα η Κομματική εκμετάλλευση, ανάμεσα στες τόσες κακές συνέπειες είχε και τα καλά της αποτελέσματα. ΄Εδοσε νέα πνοή και ώθηση στο κοιμισμένο πνεύμα του νέου. Οι Σύλλογοι έκαναν τους νέους μας μελετηρούς και κατάλληλους να εξετάζουν κάθε ζήτημα και να παίρνουν θέση στην πολιτεία, σαν κοινωνικά όντα και ικανούς για την διαχείρηση των ζητημάτων της, ξύπνησαν μέσα τους το αθλητικό πνεύμα. Τους αποτράβηξαν από τον αλκοολισμό και το χαρτοπαίγνιο, γιατί κατάλαβαν πως τα ελαττώματα αυτά που κυρίευσαν τον πατέρα τους δεν οφείλουνταν στον χαρακτήρα του αλλά στην έλλειψη διαπαιδαγώγησης, στην κοιμισμένην ζωή που ζούσε, στες κακές κοινωνικές συνθήκες μιάς κακής και αδιάφορης εποχής, που απέληγαν πάντα εις βάρος της φτωχολογιάς. Οι Σύλλογοι στα κεφάλαια αυτά έδρασαν ευεργετικά, εφάρμοσαν ωραίες αρχές που ποτές άλλοτε δεν βρήκαν την πραγματοποίηση τους στην σκοτεινή εποχή των δεισιδαιμονιών και ψευτοπεποιθήσεων των πατεράδων και πάππων μας. Εχτός όμως από την δράση αυτή, οι Σύλλογοι μας περιορίστηκαν εις γενικότητες για όλα τα άλλα. Είχαν προγράμματα που ζήτησαν να τα εφαρμόσουν χωρίς θετικά αποτελέσματα. ΄Εθεσαν αρχές που ποτέ δεν βρήκαν την πραγματοποίηση τους και σκοπούς που ενθουσίαζαν μονάχα την στιγμήν που επροτείνοντο. Στην πράξη τίποτε το σημαντικό δεν γίνεται.»
Αυτά με τους νέους τότε. Σήμερα ο κομματικός φανατισμός και οι εκδηλώσεις του μεταφράζονται σε χουλιγκανισμό στα γήπεδα, με απαράδεκτα αισχρά συνθήματα εναντίον αλλήλων,  με ξυλοδαρμούς και βανδαλισμούς όλων εναντίον όλων και όλων εναντίον της Αστυνομίας, μέχρι κάψιμο σημαιών σε λαμπρατζιές του Πάσχα!
 Τ.Κολώτας






Φωτογραφίες
Φώτο 1.  Νέοι της της δεκαετίας του ΄40 . (Από το βιβλίο του Κιμ. Χαραλαμπίδη «Αυτοί που έκτισαν το χτες»).
Φώτο2.  Νέοι της δεκαετίας του ΄40 σε εθνική διαδήλωση με ελληνικές σημαίες
Φώτο 3  Μαθητές της εποχής σε στιγμές ξεγνοιασιάς και… κομματικής αναπαυλας


Φώτο 4 Νέες του ’40 σε γιορτασμό της 25ης Μαρτίου στο ΓΣΟ