Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

O TEMPORA O MORES ( Ω ΚΑΙΡΟΙ Ω ΗΘΗ !)

Εφημερίδα ΧΡΟΝΟΣ της Λεμεσού 1931 άνευ σχολίων...

Η ψυχαγωγία της ταβέρνας στη Λεμεσό: από το «Παρ του Αγαθάγγελου» ως τη «Φωλιά του Κούκου»

Βγαίνοντας από τα σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας, η Λεμεσός μαζί και με την υπόλοιπη Κύπρο, δεν διέθετε και δεν έδινε πολλές ευκαιρίες στους πολίτες της για ψυχαγωγία. Στη κάθε είδους ψυχαγωγία. Και πιο ιδιαίτερα για τους νέους. Οι πιο ηλικιωμένοι, επομένως και παντρεμένοι με νοικοκυριά, «την βρίσκανε» κάπως σε μαζώξεις στα σπίτια, κυρίως τα μεγαλοαστικά που άρχιζαν τότε με την «απελευθέρωση» να πληθαίνουν. Με κάθε θρησκευτική και μη ευκαιρία διοργάνωναν εσπερίδες και βεγγέρες: Χριστούγεννα, Πάσχα, αποκριές κ.λ.π.
Για τους νέους όμως τα πράγματα δεν ήταν εύκολα.
Ανάγλυφη την εικόνα αυτή τη δίνει μια μελέτη του λεμεσιανού διανοούμενου και ποιητή Γιάννη Λέφκη που έγραψε εκεί γύρω στο ’30, σε μια προσπάθεια του για να δικαιολογήσει το πώς ο μεγάλος μας εθνικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης φθάνοντας στη Λεμεσό τα χρόνια εκείνα, διολισθαίνει σιγά-σιγά στο ποτό καταλήγοντας στο τέλος αλκοολικός. Μέσα λοιπόν από το απόσπασμα αυτό βγαίνει ταυτόχρονα και μια ενδιαφέρουσα εικόνα για τη γέννηση της ψυχαγωγίας και της νυχτερινής ζωής στη μικρή Λεμεσό στα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής:
«Τι ήτανε η Κύπρος στα χρόνια του Βασίλη; Ένας τόπος σχεδόν νεκρός. Ένας κόσμος που έβγαινε από το μακρύ τουνέλι της τουρκικής σκλαβιάς και τα μάτια του ήταν γιομάτ’ από σκοτάδι. Κι η Λεμεσός που σ’ αυτήν ήρθε να ζήσει ο ποιητής δεν ήτανε παρά μια μικρή πολιτεία από 5.000 κατοίκους που ζούσανε μια ήσυχη στενόχωρη ζωή που άρχιζε με το γέννημα του ήλιου και έσβηνε με το άναμα των λύχνων μέσα στα λιγοστά της σπίτια. Καμιά χαρά και καμιά διασκέδαση. Κανένα ξαλάφρωμα για τα κουρασμέν’ απ τη δουλειά νεύρα και μυαλά των ανθρώπων που σκολνούσανε από τις δουλειές τους για να το ρίξουνε στο φαΐ κι’ αμέσως ύστερα στον ύπνο.
Μ΄ αυτό αν ήτανε πρωτίτερ’ ανεχτό ήρθε στιγμή που δε μπορούσε να είναι πια. Οι νέοι, προπάντων όσοι έτυχε να βγούνε έξω ή ν’ ακούσουνε για τη ζωή που έκανε ο κόσμος σ’ άλλα μέρη, με δυσκολία ανεχόντουσαν την καταναγκαστική αυτή κλεισούρα και την έλλειψη κάθε νυχτερινής ζωής. Η ανάγκη να φθείρουνε τη ζωτικότητα τους σε κάτι, ανάγκη πρωτόγονη, ένστιχτο δυνατό και πανίσχυρο που ξεκινάει από την ιδιότητα της ζωντανής ύλης ν’ αυτοκαταστρέφεται, τους έσπρωξε να δημιουργήσουνε κάποια νυχτερινή ζωή, στην αρχή δειλά, όσο που να νικηθεί η αντίδραση των παλιών που πάντα δύσκολα δέχουνται οτιδήποτε καινούργιο, ύστερα πιο θαρετά, ώσπου η κίνηση αυτή ζητώντας κάποια στέγη για να μην είναι πλανόδια και λίγο περισσότερο φως για να μην σκοντάφτει και δεινοπαθεί στα στενοσόκακα της μικρής πολιτείας που αριά και που τα φώτιζε κανένα καπνισμένο παλιοφάναρο που αντιπροσώπευε το φωτισμό της εποχής, έγιν’ αιτία να δημιουργηθούνε τα πρώτα κέντρα νυχτερινής ζωής.
Τα κέντρ’ αυτά δεν ήτανε τίποτις άλλο παρά μικρές ταβέρνες ή μπυραρίες που ιδρυθήκανε είτε από ντόπιους είτε από ξένους που ήρθανε τον καιρό της Κατοχής.
Μια τέτοια μπυραρία είχε ανοίξη στη Λεμεσό από κάποιο Μαλτέζο Φελίσε που έγινε ύστερα γνωστή ως η μπυραρία του «Φιλίτς». (Βρισκότανε στο δρόμο που το λένε σήμερα «Βικτωρίας»). Στην αρχή δούλευε μόνο με τους Εγγλέζους αξιωματικούς και στρατιώτες της Κατοχής. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να τραβάει και τους ντόπιους νέους που ζητούσανε να γλεντήσουνε κι αυτοί όπως οι ξένοι. Έτσι σιγά-σιγά η ταβέρν’ αυτή με τη μπύρα της, με τη μουσική της, με τους Εγγλέζους στρατιώτες που όταν μεθούσαν χορεύανε, τραγουδούσανε, παίζανε μποξ η κάνανε αυτοσχέδια νούμερα, γίνηκε το πρώτο κέντρο της νυχτερινής ζωής της Λεμεσού. Αργότερ’ αρχίσανε να ανοίγουνε διάφορες τέτιες ταβέρνες, άλλες για τον «καλό κόσμο» κι άλλες για το φτωχόκοσμο που ήτανε φυσικό να θέλει κι αυτός λίγη χαρά ας είναι και ψεύτικη.
Πιο ύστερα, όσο η πελατεία των νυχτερινών κέντρων μεγάλωνε κι’ ο κόσμος άρχιζε να θέλει κάτι καλύτερο, αρχίσανε ν’ ανοίγουνε τα πρώτα «Καφωδεία» που ήτανε γνωστά πρωτύτερα στον τύπο των «Καφές-Σιαντάντ» του εξωτερικού, με μουσική, ξένες αρτίστες και μικροθιάσους που διασκεδάζανε τον αντρικό πληθυσμό της Λεμεσού- γιατί οι γυναίκες δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουνε τότες- με τραγούδια και νούμερα, μα περισσότερο με την επίδειξη φανταχτερών ευρωπαϊκών εσωρούχων και μερικών εκατοστών γυμνής γυναικείας σάρκας, επίδειξη υπερτολμηρή για την εποχή κείνη που συνόρευε πολύ με την πατριαρχική ζωή του σπιτιού και του γυναικωνίτη και μόνο ο γάμος έδινε ευκαιρία στον άντρα να δει γυμνή γυναικεία σάρκα».
Μέσα λοιπόν στο κλίμα εκείνο, με την δημιουργία των πρώτων ταβερνών , «καφωδείων» και άλλων χώρων αναψυχής (αλλά και «ακολασίας», για τα ηθικά μέτρα της εποχής), ο Λέφκης λέει και τα ακόλουθα για τον ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη:
«Μέσα στους πρώτους νέους που γίνανε οι πελάτες και τα θύματα των νυχτερινών κέντρων ήτανε κι’ ο ποιητής μας. Γιατί δεν υπήρχε την εποχή εκείνη τίποτις άλλο να κάμει. Ήτανε εποχή νέκρας και σκοταδιού. Κανένα πνευματικό ενδιαφέρον. Καμιά πνευματική κίνηση. Οι νέοι μαραινόντανε μέσα στα όνειρα τους κι οι πιο μορφωμένοι απ’ αυτούς καταγινόταν με τη λύση σχολαστικών «αινιγμάτων» που δημοσίευε η «Αλήθεια». Ήτανε η μόνη πνευματική απασχόληση. Κάπου-κάπου κάποια πολιτική είδηση φτασμένη από την Ευρώπη ή την Ελλάδα με τη βραδυπορία της χελώνας, τους ζέσταινε λίγο την καρδιά, άναβε τον ενθουσιασμό για να τους ξαναρίξει στο μούδιασμα που φέρνει η έλλειψη ενός παραμικρού κοινωνικού ενδιαφέρου.
Ο ποιητής μας και να ήθελε ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή δε θα μπορούσε. Έκανε κι αυτός όπως οι άλλοι, ότι του επιβάλλανε οι γύρω κοινωνικοί όροι. Νιοφερμένος στη Λεμεσό, νέος, έξυπνος, συγγενής του δεσπότη, με τη φήμη του ποιητή, ευχάριστος στην κουβέντα, ετοιμόλογος και πρόθυμος πάντα να πει μιαν αλατισμένη ιστορία ή ένα αισχρό τραγουδάκι, ήτανε φυσικό να γίνει η παρέα των πιο ζωηρών νέων της εποχής. Έτσι γνώρισε τις ταβέρνες και τα καφενεία, στην αρχή για ένα ορεχτικό όπως ήτανε η συνήθεια, ύστερα για περισσότερα. Ώσπου κατάντησε να παίρνει σβάρνα όλα τα ποτοπουλεία. Και να πίνει…
Το πιοτό έγινε το μεγάλο του πάθος. Το πάθος που τον κυρίεψε σιγά-σιγά, που έσβυσε όλα τα όνειρα, που έκοψε όλα τα φτερά, που τον ταπείνωσε και τον εξευτέλισε για να τον καταντήσει σκουπίδι ανθρώπου.
Ο ίδιος καταλάβαινε το κατρακύλημα του αυτό και μισούσε τη ζωή που έκανε, όπως φαίνεται από μερικούς στίχους ενός τραγουδιού του που τιτλοφορούσε «ο γάμος».
… «Στην φωτιάν τα καφενεία, στάχτη τα ποτοπωλεία,
στάχτη και καπνός να γίνουν μέθη, τσόγος
και πορνεία
πού ’ναι άρπαγες της τσέπης, που’ ναι
πρόξενοι αργίας
και φονιάδες της υγείας»
Τα ποτοπωλεία λοιπόν αυτά είναι κυρίως μπακαλοταβέρνες, παντοπωλεία, εμπορικά καταστήματα γενικού εμπορίου ή απλές λαϊκές ταβέρνες με τη σημερινή γνωστή τους μορφή.
Ξακουστές ταβέρνες και μπακαλοταβέρνες στη Λεμεσό τους τελευταίους δύο αιώνες (ανάμεσα σε πολλές άλλες βέβαια, ο κατάλογος είναι απλώς ενδεικτικός) ήταν και αυτές: του Αχιλλέα Κτωρίδη και το «Παρ» (bar) του Αγαθάγγελου που λειτουργούσαν ήδη τουλάχιστον από τα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής, από τον 19ο δηλαδή αιώνα.
Για τις δύο μάλιστα αυτές μπακαλοταβέρνες, ποιητής του ύψους ενός Βασίλη Μιχαηλίδη αναγκαζόταν, ανώνυμα βέβαια, να φτιάχνει έμμετρες διαφημίσεις για λογαριασμό εμπόρων της Λεμεσού και να δημοσιεύονται στον τύπο της εποχής υπό μορφή «γκρίζας» διαφήμισης. Ζούσε βλέπετε μέσα στην φτώχεια και την ανέχεια και συμπληρώνει έτσι τον πενιχρό μισθό που του έδιδε το Δημαρχείο της πόλης ως νοσοκόμου, φαρμακοποιού και υγειονομικού επιθεωρητή, ίσως μάλιστα ως ανταμοιβή ένα δυο ποτηράκια κρασί για να ικανοποιήσει το μεγάλο του πάθος.
Απολαύστε λοιπόν τρεις από τις πάρα πολλές που βρίσκουμε διάσπαρτες στον τύπο της πόλης μας για πολλά χρόνια:
«ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΚΑΙ ΠΟΥΜΠΟΥΡΙΣΤΗ ΣΥΝΑΜΑ
ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΑΝ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΨΕΥΤΙΚΗ ΡΕΚΛΑΜΑ
Φρέσκα γάλατα και τζάγια, χοιρομέρια μυρωδάτα
Βούτυρον λαμπρόν για μπρέκφαστ και λαμπρά πισκοτ’ αφράτα
Και φαγώσιμα ακόμα πλείστα σε κουτιά βαλμένα
Που’ναι και εις την Αγγλίαν και παντού επαινεμένα .
Στερεούς λαμπρούς σουγιάδες, όπου κόβουν σαν ξουράφι
Στερεούς σαν το διαμάντι, βαρετούς σαν το χρυσάφι
Και πορτομονέ που κρύβουν τον παρά από τους κλέφτες
Άλμπουμ για φωτογραφίες και περίφημους καθρέφτες.
Μυρωδιές για τες κυρίες και διάφορα λουλούδια
Και ποιότητος αρίστης σε πολύ κομψά ποτζούδια.
Εκλεκτά λαμπρά σαπούνια που μοσχοβολούν οι τόποι
Όπου τα θαυμάζουν όλοι και Ανατολή κ’ Ευρώπη.
Της πρωτοχρονιάς παιγνίδια που χαρίζουν στα παιδάκια
Σέλλες δια τους αππάρους και για πιάνα τραπεζάκια.
΄Όλ’ αυτά είν’ εξ Αγγλίας από μέσ’ απ’ το Λονδίνον
από την πηγήν που βγαίνει πάντοτε το πράγμα φίνον.
Τρέξατε στ’ Αγαθαγγέλου να τα βρείτε μαζωμένα
Κι αν αργήσετε ολίγον τότε θάναι πουλημένα.»
(Εφημερίδα Σάλπιγξ 19.12.1898
«ΕΙΔΟΠΟΠΙΗΣΙΣ
Για κονιάκ του Χατζηπαύλου πούναι νέκταρ εις την γεύσιν
και εις την δύναμιν ακόμη, π΄ ανασταίνει και νεκρόν
εις το Παρ τ΄ Αγαθαγγέλου κάθε άνθρωπος ας σπεύσει
είναι ανοικτόν εις πάντα και μεγάλον και μικρόν
Εκεί μέσα θάβρει απ΄όλα, πράμα νεωστί φερμένον
αστακούς, γαρίδες, στρείδια φρέσκα για την Λεμησσόν
περιζήτητον χαβιάρι ακουστόν και φημισμένον
τόσον ώστε που του κλέψαν, στο βαπόριν το μισόν.
Έχει διάφορα μπισκόττα και παστίλιες για τον βήχα
κόρνι φλάουρ που κάμνουν φαγητόν για τα παιδιά
έχει μέντες όπου μόλις κόψει από μίαν τρίχα
στη στιγμήν γεμίζει ο τόπος θαυμασίαν μυρωδιάν
έχει πίκλες σε ποτίλιες και σαρδέλλες σε κουτιά
ρίψετε για τούτα όλα εις το «Παρ» καμιάν ματιά.
(Εφημερίδα «Σάλπιγξ» 20.3.1899)
«ΑΓΓΕΛΙΑ ΟΠΩΣ ΟΠΩΣ/ΝΑ ΤΗΝ ΜΑΘ’ ΟΛΟΣ Ο ΤΟΠΟΣ
Σαπούνια ωραιότατα και μυρωδιές ωραίες
Π’ αυτά που νέες κάμνουσι και αυτές τις πλέον γραίες.
Σαπούνια πικραμύγδαλο, βιολέττα, γλυκερίνη,
Που εις το δέρμα τίποτα κηλίδας δεν αφήνει
Όλα τα είδη παστιλλιών και μέντας για το βήχα
Και εν ωραιότατον υγρόν να μεγαλών’ η τρίχα
Σκόνιν δια κάθε δόντι σαπημένο είτε μη,
Και ωραιοτάτην πούτρα
Δια κάθε είδους μούτρα
Σε συμφέρουσαν τιμή.
Ωραιότατα για γάμους και κηδείας κουφεττάκια
Πριλαντίν για τους σπανούς για να βγάλουνε μουστάκια
Κοσμετίκ για μουστακάδες να τα κάμουνε οξείες
Αμμονίακον ωραίον δια τες αποπληξίες.
μέλισσαν» λαμπρόν υγρόν δια τας στενοχωρίας
και Κολκρέμ ως βαζελίνας δια τας Κομ-ιλ-φό Κυρίας
Έφερε στο μαγαζί του ο σιορ Ιωαννίδης
Π’ άλλο είναι να τ’ ακούς κι άλλο είναι να τον ίδεις.
Κι αντιπρόσωπος τυγχάνει σε μιαν τράπεζαν γνωστήν
Του Κου Α.Πρασίνου, εις τον κόσμον ξακουστήν.»
(Εφημερίδα Σάλπιγξ 11.10.1903. Υπογραφή «Ένας»)
Αλλες ταβέρνες είναι του Θεόδωρου Μαύρου το Ακταίον ή γυάλινο καφενείο πάνω σε πασσάλους, κατά ένα μεγάλο μέρος μέσα στη θάλασσα, η Όαση του Φούρναρη, το Μπαρ του Σκυριανίδη, η μπακαλοταβέρνα του Γεωργιάδη δίπλα στην Αγία Νάπα, και η περίφημη ταβέρνα του Τούρκου Σουλεϊμάνη στην Πλατεία των Κεσόγληδων (αργότερα μετονομασθείσα σε Πλατεία Ηρώων) που συγκέντρωνε μάλιστα και την... λεμεσιανή «ιντελιγκέντσια» αλλά και τους επισκέπτες καλλιτέχνες εξ Ελλάδος με την πιο φανατική θαυμάστρια του τη μεγάλη Μαρίκα Κοτοπούλη.
Από τις πιο πρόσφατες ταβέρνες που θα θυμούνται σίγουρα και οι νεώτεροι μπορούμε να αναφέρουμε τις ταβέρνες του Ποντικού και του Μαστραπά μέχρι πρόσφατα κοντά στο παλιό λιμάνι, τη μπακαλοταβέρνα του Φοινιώτη στη γωνία των οδών Ανεξαρτησίας και Αγ. Ανδρέου, η μπακαλοταβέρνα του Πόλυ στη γωνία Ανδρέα Δρουσιώτη και Καποδίστρα, δίπλα στην πλατεία Ηρώων και τέλος η μπακαλοταβέρνα του Ζήνωνα Λαζάρου στη γωνία των οδών Αγίου Ανδρέου και Κρήτης (αργότερα μετονομασθείσα σε οδό Γ. Κατσουνωτού).
Η ταβέρνα του Ζήνωνα Λαζάρου πέρασε στη συνέχεια στα χέρια του Κώστα Αδαμίδη και είναι η μόνη που υπάρχει μέχρι σήμερα για να μας θυμίζει μια ιστορία και μια παράδοση πέραν του αιώνος.
Σήμερα πέρασε στη διεύθυνση του Αδαμίδη υιού, του Γιάγκου και από μπακαλοταβέρνα πήρε τη μορφή της κλασικής πλέον ταβέρνας, με την συμβολική ονομασία «Η φωλιά του Κούκου» και με συνδυασμό τραπεζιού και πάγκου. Αλήθεια ποιος δεν θυμάται τον πάγκο του Ποντικού και του Φοινιώτη , εκεί όπου μεταξύ κρασιού, κονιάκ και σαρδέλας λύνονταν όλα τα φιλοσοφικά, πολιτικά και κοινωνικά θέματα του αιώνα!
«Η φωλιά του Κούκου» λοιπόν θα έπρεπε κατά την ταπεινή μας γνώμη, να προστατευθεί, να κηρυχθεί ως διατηρητέο είδος μιας ψυχαγωγίας με ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία της πόλης (το κτίριο στο οποίο στεγάζεται είναι ήδη διατηρητέο).
Τέτοιου είδους μέρη στην πολιτισμένη Ευρώπη με τον σεβασμό στην παράδοση της είναι όχι μόνο προστατευμένα αλλά και επιδεικνύονται από τους αρμόδιους του τουρισμού και των τοπικών αρχών με μεγάλη περηφάνια.
Νοουμένου βέβαια ότι οι αρμόδιοι αυτοί ξέρουν και εκτιμούν μια τέτοια παράδοση...

Το κείμενο αυτό γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 2002 στην εφημερίδα"Επικαιρότητες" της Λεμεσού το 2002 όταν η "Φωλιά του Κούκου" κινδύνευε να κλείσει λόγω των απαιτήσεων του ΚΟΤ να προσαρμοσθεί στις ... ευρωπαϊκές προδιαγραφές και να κατασκευάσει αποδυτήρια και ντους προσωπικού! ( για τον Αδαμίδη δηλαδή και την γυναίκα του!). Με το δημοσίευμα υπό μάλης πήγε στον ΚΟΤ και έσωσε την ταβέρνα του. Γράφτηκε κάπως βιαστηκά υπό την πίεση του επείγοντος να σωθεί η ταβέρνα. Γι αυτό και το θέμα χρήζει περισσότερης έρευνας και συμπλήρωσης. (Ιδού στάδιο δόξης λαμπρό για νεώτερους ερευνητές!)
 Είναι έτσι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που εμείς "τα ψώνια" οι ερευνητές προσφέραμε κάτι στη διάσωση  πολύτιμων πραγμάτων στην πόλη...