ΘΕΡΜΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Γίνεται θερμή παράκληση σε όσους κατέχουν φωτογραφίες ή άλλο έντυπο υλικό ( ημερολόγια, έγγραφα, επιστολές, καρτ-ποστάλ κ.λ.π.) που αφορούν την ιστορία της Λεμεσού και θα είχαν την ευγενή καλοσύνη να μας τα εμπιστευτούν για ηλεκτρονική αντιγραφή και άμεση επιστροφή τους, όπως επικοινωνήσουν μαζί μας, είτε στην ηλεκτρονική διεύθυνση kolotas@cytanet.com.cy είτε στο τηλέφωνο 99630120.



Όσοι κατέχουν τέτοιο υλικό σε ψηφιακή μορφή μπορούν να μας το στείλουν στην εν λόγω ηλεκτρονική διεύθυνση.



Η συμβολή όλων στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης αυτής της πόλης είναι αναγκαία και σημαντική. Ας μην την αφήσουμε από αμέλεια ή αδιαφορία να χαθεί η να καταστραφεί από τη φθορά του χρόνου!



Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Κι όμως το νηστικό αρκούδι χορεύει...!

Χαρακτηριστικό εξώφυλλο του σατιρικού περιοδικού «Το Γέλιο» του Γιώργου Φασουλιώτη του 1934. Το κοινό της παρέλασης απαρτίζεται από ζητιάνους!


Το λεμεσιανό καρναβάλι μέσα από την μακραίωνη ιστορία του γνώρισε μέρες λαμπρές και πέρασε μέρες δύσκολες. Συμβάδιζε πάντα ανάλογα και με τις αντίστοιχες επικρατούσες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.
Κατά τους βαλκανικούς πολέμους  για παράδειγμα όπως και κατά την περίοδο του αγώνα 55-59 και τα χρόνια που ακλούθησαν την τουρκική εισβολή του 1974 και άλλες, ατονούσε εντελώς και κάθε καρναβαλίστικη δραστηριότητα αναστέλλεται.
Όμως αντίθετα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, φτώχειας και δυσκολιών όπως αυτή που περνάμε  και σήμερα ή ακόμα και χειρότερα,  φούντωνε και θριάμβευε,  διαψεύδοντας την παροιμία-κανονα που λέει πως το νηστικό αρκούδι δεν χορεύει,  αλλά επιβεβαιώνοντας την άλλη παροιμία πως «η φτώχεια θέλει καλοπέραση»!
Θα πάμε λοιπόν στη δεκαετία του 1930 μια από τις πιο δύσκολες δεκαετίες της σύγχρονης ιστορίας μας, όχι μόνο λόγω της επικρατούσας στο διάστημα του μεσοπόλεμου παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αλλά επιπρόσθετα και λόγω της καταπιεστικής αγγλικής κατοχής με τις βαριές φορολογίες και την σκληρή δικτατορική παλμεροκρατία που επιβλήθηκε μετά από την εθνική εξέγερση των οκτωβριανών του 1931.
Μέσα από τρία δημοσιεύματα των λεμεσιανών εφημερίδων της εποχής δίδεται ανάγλυφη η εικόνα των λεγόμενων μας.
Εφημερίδα Χρόνος 27 Φεβρουαρίου 1931: «ΟΙ ΑΠΟΚΡΕΩ
Τόση γαλήνη! Και είχε πληρέστατο δίκαιο συνομιλητής μου. Το νευρικό σύστημα του ανθρώπου κουράζεται το ίδιο με την υπερβολική γαλήνη όπως και με τη μεγάλη τρικυμία. Έτσι επέρασε η πρώτη Κυριακή των καρναβαλιών. Οι παθητικές φωνές που άλλοτε διαλαλούσαν της κολομπίνας το τρελό φιλί και οι πλάνοι πιερότοι που εύθυμα σκορπούσανε  στον αέρα τα μικροσκανδαλάκια , δεν ακούστηκαν φέτος. Δεν συναντήσαμε στον δρόμο καμμιά εύθυμη παρέα κρυμμένη κάτω από την προστατεύουσα μαύρη μάσκα να μας κάμη κανένα αστείο πείραγμα , ούτε περνώντας από τα διάφορα καμπαρέ και τες ταβέρνες φτιάσανε στα φτιά μας  τα τρελλά γέλια και της σαμπάνιας τα ανοίγματα. Δεν είδαμε άρματα γεμάτα αμέριμνους και γελαστούς μασκαράδες. Τίποτε από αυτά.
Μια φρικτή κουραστική γαλήνη. Και γυρνώντας τους σιωπηλούς δρόμους θυμούμαστε με συγκίνηση πώς περνούσαμε άλλοτε τες μέρες αυτές. Γέλια τραγούδια αμεριμνησία  χαρά. Μια ολιγόλεπτη ευτυχία τέλος πάντων ικανή όμως να μας αποζημιώση για την ολόχρονη εντατική εργασία μας. Σήμερα όμως; Στο πέρασμα των ίδιων δρόμων δεν βλέπουμε παρά πρόσωπα κατσουφιασμένα από τες φροντίδες. Ο καθένας και μια τραγωδία. Όλοι παλιάτσοι άβαφτοι αλλά πραγματικοί. Όλοι ανεβασμένοι στη σκηνή αλλά δίχως να υπάρχη κανένας να μας χειροκροτήση διότι είναι όλοι το ίδιο δυστυχείς. Και προς τι να ντυνόμαστε κλόουν όταν το ρούχο στοιχίζει τόσον ακριβά, αφού μάλιστα είμαστε πιο φυσικοί αμασκάρευτοι; Προς τι αι κολομπίναι να κρυφτούν κάτω από τη μάσκα για να δώσουν ένα κλεφτό φιλί όταν αδιάντροπα δίδουν χιλιάδες υπό τα όμματα και τα χειροκροτήματα της κοινωνίας; Προς τι οι πιερόττοι για να λένε τα σκανδαλάκια , όταν όλοι τα ξέρουν; Και προχωρώ τον άχαρο νυχτερινό μου περίπατο. Κάποια βιασμένα λυπητερά ακόρντα πιάνου ξεφεύγουν από ένα νυκτερινό κέντρο. Οι θαμώνες μόλις μετρώνται στα δάκτυλα τη μιας μου χειρός. Πένθιμα τα ακόρντα λες και κλαίνε μια δυστυχία. Τα σερπαντέν τα κομφετί και όλη αυτή η γαλλική εισαγωγή δεν έχουν φέτος κατανάλωσι. Ο κόσμος δεν πετά φέτος τα λεφτά του στους δρόμους. Δεν τα πετά διότι δεν έχει. Και φυσικά δίχως  λεφτά δεν υπάρχει κέφι. Αμ καλά, νηστικιά αρκούδα χορεύει; Και κέφι δεν εννοώ πως δεν έχουν γι αυτούς τους λίγους  ελάχιστους με τα πραγματικά κεφάλαια και το προσποιητό κέφι, γι αυτούς με τα ονομαστικά κεφάλαια , αλλά εννοώ το κέφι του κοσμάκη. Αυτούς που ζούνε στο περιθώριο της κοινωνίας και που γλεντούσαν μια φορά τον χρόνο. Κάθε Καρναβάλι. Κάθε χρόνο μια φορά το έριχναν κι αυτοί έξω. Φέτος όμως πώς; Πόσος κοσμάκης την Κυριακή θα κάνη απόκρεω με ελιές και κρεμμυδάκια! Είναι λυπητερό και πραγματικό γιατί έτσι κατήντησε τον κόσμο η φετινή παγκόσμια κρίσις . Χτες είδα άνθρωπο ντυμένο με ξεσχισμένο παντελόνι, ψαθάκι και ξεθωριασμένη βελάδα. Μερικά παιδάκια τον πήραν για μασκαράτα και του έκαναν πρόγκα. Δεν ήταν παρά ένας δυστυχής ελεηθείς με διαφόρων εποχών καλύμματα για να σκεπάζη τη γύμνια του.
Και φέτος καρναβάλια δεν θα έχουμε; Με ξαναρωτά ο φίλος μου. Τι να πω του ανθρώπου; Κάμνοντας προβλέψεις όπως στες ιπποδρομίες  του απαντώ: Γκανιάν θάναι η γκαμήλα, πλασέ η αρκούδα, απαραίτητες δια χρηματισμόν μασκαράτες και μερικά παιδάκια. Ας είδομεν.»
Παρόλη όμως την αρχική απαισιοδοξία και το «μουρμουρητό» του συντάκτη, το άρθρο συμπληρώνεται ως ακολούθως:
«Και όμως. Αι προβλέψεις μου δεν επαληθεύθησαν. Την περασμένην Κυριακήν είχαμε τα ζωηρότερα καρναβάλια. Ο τόπος που πεινά είναι ο τόπος που διασκεδάζει και περισσότερον.» 
Εφημερίδα Χρόνος 5 Φεβρουαρίου 1934: «ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΗ
Εισερχόμεθα εις το Τριώδιον και η πόλις μας ετοιμάζεται να υποδεχθή τον καρνάβαλον εν τυμπάνοις και χοροίς. Τα κοστούμια τον μασκαράτων ξεσκονίζονται, οι τζάζ-μπάντ χορδίζουν τα όργανα των, ο  κοριτσόκοσμος ανυπομονεί και αι αίθουσαι των χορών καθαρίζονται. Επεκράτησε βλέπετε να διασκεδάζωμεν κατά τες Αποκρηές υπό οιασδήποτε συνθήκας. Είτε πλούσιοι είμεθα είτε πτωχοί είνε ανάγκη να κρύψωμεν το πρόσωπον μας υπό το προσωπείον και να γλεντήσωμεν. Εις την ιδικήν μας περίπτωσιν μάλιστα η παροιμία «η φτώχεια θέλει καλοπέραση» εφαρμόζεται πλήρως. Διότι όσο πτωχαίνομε τόσο θέλουμε και να καλοπερνούμε. Και είναι γεγονός ότι μόνον κάτω από μια μάσκα μπορεί κανείς να καλοπεράση και να κρύβει το κενόν του βαλάντιον.»
Παρατηρητής 9 Φεβρουαρίου 1934 :«Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΙΚΩΝ
Δια την προσεχή εβδομάδα μας αναγγέλλονται χοροί πάσης αποχρώσεως. Χοροί μεταμφιεσμένων και μη, χοροί αμεταμφιέστων  και χοροί απαιτούντες μίαν πλήρη μεταμφίεσιν.   Ολόκληρος σχεδόν η προσεχής εβδομάς θα περάση εν μέσω χορευτικής ευθυμίας και υπό τους ήχους της κορυβαντιώσης τζαζ. Εάν κρίνω μεν εκ των προη­γουμένων ετών και της  διαθέσεως του κοινού όλοι οι προαναγγελλόμενοι χοροί θα στεφθώσιν υπό πλή­ρους επιτυχίας. Η επιτυχία δε αυτή έκτος του ότι θα ικανοποί­ηση τους διοργανωτάς, θα σημειώση και το έξης αποτέλεσμα. Θα διάψευση δηλαδή την παροιμίαν  ότι «νηστικό αρκούδι δεν χορεύει». Οι συμπολίται μας έστω και νηστικοί θα χορεύσωσι και θα παραχορεύσωσι μάλιστα.»
Έτσι και φέτος λοιπόν , εν μέσω της μεγάλης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και τις χίλιες μύριες δυσκολίες που εδώ περνάμε, οι χοροί θα δώσουν και θα πάρουν και οι συμμετοχές στη μεγάλη παρέλαση θα ξεπεράσουν κάθε προηγούμενο!!
 Σκίτσο από το ίδιο περιοδικό του 1931 στο οποίο οι κύπριοι βουλευτές σέρνοντας το άρμα των φόρων μαστιγώνονται από τον άγγλο Κυβερνήτη.

Στη δύσκολη οικονομικά δεκαετία του ’50 όπου οι κύπριοι μεταναστεύουν ομαδικά για να επιβιώσουν, ο Κύπρος Τόκας αναπαριστά αυτή τη φυγή με την καρναβαλιστική αυτή αναπαράσταση το 1951 με τίτλο «Η κυπριακή νεολαία καταδιωγμένη από το φάσμα της ανεργίας» .

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Λαμπρό λεμεσιανό καρναβάλι διανθισμένο και με «μερικάς ασχημίας»…

Μεγάλη παρέλαση καρναβαλιού στην Αγίου Ανδρέου

Το Καρναβάλι του μέσα από την μακραίωνη ιστορία του γνώρισε μέρες δόξης λαμπρές αλλά και «διανθισμένες» και με καταστάσεις  και γεγονότα όχι και τόσο ένδοξα η λαμπρά, ανάλογα και με τις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της κάθε εποχής.
 Φαινόμενα καθόλου κολακευτικά που συνέβαιναν χωρίς  όμως να αλλοιώνουν καθόλου τη φυσιογνωμία του ως μιας λαμπρής, πλατιάς και γνήσιας λαϊκής γιορτής με πολλαπλές πτυχές και πολύπλευρη σημασία.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές , (εν όψει της έναρξης των φετινών εκδηλώσεων του λεμεσιανού καρναβαλιού), μια ανακοίνωση του Δήμου Λεμεσού που λέει ότι: «η Αστυνομία, στη διάρκεια των εκδηλώσεων του καρναβαλιού στη Λεμεσό, θα προβαίνει σε συλλήψεις όσων χρησιμοποιούν σπρέι ή οποιοδήποτε άλλο είδος προκαλεί οχληρία, σύμφωνα με απόφαση του Δημάρχου Λεμεσού Ανδρέα Χρίστου, της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού και αρμόδιων λειτουργών του Δήμου, οι οποίοι συζήτησαν το θέμα αυτό στη διάρκεια σύσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Δημοτικό Μέγαρο της πόλης. Πρέπει, επιτέλους, να καταλάβουν όλοι, δήλωσε ο κ. Χρίστου, ότι το καρναβάλι είναι εορτή χαράς και γέλιου και όχι χώρος εκτόνωσης κάποιων ολίγων, οι οποίοι, με τις πράξεις τους, θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των πολιτών και ιδιαιτέρως των μικρών παιδιών.  'Η Αστυνομία είναι αποφασισμένη να πατάξει τις κακές συνήθειες, κυρίως νεαρών ατόμων, οι οποίοι, με τη χρήση σπρέι, αυγών και άλλων υλικών, προκαλούν οχληρία, παρεμποδίζοντας τον υπόλοιπο κόσμο να παρακολουθήσει και να χαρεί τις εκδηλώσεις. Δεν θα επιτραπεί  όπως τονίζεται στην ανακοίνωση,  να επαναληφθούν τα κακά προηγούμενα του παρελθόντος». 
Στην περίοδο του λεμεσιανού καρναβαλιού παρατηρούνταν όπως είπαμε συχνά, από  πολύ παλιά, και  ανεπιθύμητα  παρεπόμενα φαινόμενα και σ αυτά θα αναφερθούμε  για  να σταματήσουμε να παρελθοντολογούμε εξιδανικεύοντας και νοσταλγώντας το παρελθόν και συγκρίνοντας το με το σήμερα για να λέμε « ω πόσο ωραία ήταν όλα τότε , πόσο χαλάσαμε και πόσο ασεβείς είναι οι νέοι μας σήμερα».  Και μάλιστα ίσως και πολύ πιο επικίνδυνα από τα σημερινά. Ιδού λοιπόν για του λόγου μας  το ασφαλές οι παραπομπές από δημοσιεύματα σε παλιές εφημερίδες της Λεμεσού  για  τα «κακά φαινόμενα του παρελθόντος»,  ενδεικτικά και λίγα μόνο από τα πολλά. Πάμε πολύ πίσω, στη  δεκαετία  του 1920 μιας μάλιστα  από τις πιο λαμπρές δεκαετίες στην ιστορία του λεμεσιανού καρναβαλιού:
  Στις 7 Φεβρουαρίου 1920 η «Αλήθεια» γράφει: «Την περασμένη Κυριακή ως γνωστόν είχομεν την πρώτην επίσκεψιν του Καρνάβαλου. Αλλά τι επίσκεψις Θεέ μου ήτο εκείνη! Μερικαί απελπιστικαί ασχημίαι που εγρονθοκοπούσαν ανηλεώς και την στοιχειωδεστέραν καλαισθησία, απετέλεσαν τα καρναβαλίστικα θεάματα του δρόμου. Μήπως θα εθέλατε να τα παρακολουθήσετε; Εγώ τουλάχιστον θα επροτιμούσα να καταδικασθώ εις ισόβια δεσμά παρά να υποχρεωθώ να ατενίζω καθ' εκάστην παρομοίας ασχημίας. Εννοείται ότι ο κανών είχε και τας ελαχίστας εξαιρέσεις του και εθεάθησαν και πάλιν οι σοβαροί και μυστηριώδεις πιερότοι οι οποίοι εφ αμάξης παρελαύνοντες ανά τας οδούς έρριπτον άνθη εις ορισμένας δεσποινίδας.  
 Όμως στις 14 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς διαβάζουμε πως: «Η αποκριάτικη κίνησις η οποία κατά την πρώτην Κυριακήν υπήρξε ασυνήθως ζωηρά, έφθασεν εις το ζενίθ της την τελευταίαν Κυριακήν. Εις τους δρόμους κίνησις και θόρυβος δαιμονιώδης, αληθής δε πόλεμος με λουβάναν, με κομφετί και με παλιόχαρτα ακόμη διεξήγητο μεταξύ του κόσμου και των ομίλων των μεταμφιεσμένων οι οποίοι πυκνοί, είτε πεζοί είτε με άμαξας περιέρχοντο την πόλιν..»
Λεμεσιανοί καρναβαλιστές στη χρυσή δεκαετία του ‘20

Το 1922 η εφημερίδα «ΚΗΡΥΞ» της Λεμεσού γράφει  κάτω από τον τίτλο, «ΠΕΤΡΟΠΟΛΕΜΟΣ»: «Το καρναβάλι ετελείωσε λοιπόν και ετελείωσε και ο.. πετροπόλεμος. Η Αστυνομία εθεώρηαε περιττόν να τον απαγορεύσει και εξηκολούθησε ανενόχλητος το έργον του και την τελευταίαν Κυριακή. Τα σερπαντίν και κομφετί εχρησιμοποιούντο μόνον από ολίγους μασκαράδες οι δε... εξυπνότεροι και ευγενέστεροι έρριπτον πετρίτσες, διάφορα όσπρια και τζάμια ακόμη... Ενθυμούμεθα όταν προ τινός εις κάποιον ανθοπόλεμον των Αθηνών ερρίφθησαν από ένα μέρος και ολίγα φασόλια, το πράγμα εσχολιάσθη διαφοροτρόπως και ενεγράφη ότι ήσαν... «Κυπριακής προελεύσεως!!»
Το 1926 δεν έλειψαν και πάλι τα «άτοπα και επικίνδυνα έθιμα» όπως αυτά που περιγράφει ο ανταποκριτής της από την Λεμεσό στην λευκωσιάτικη  «Ελευθερία» στις 3.3.1926: «Εφιστώμεν την προσοχήν της αστυνομίας και ιδία του αγρύπνου αστυνόμου μας επί ενός ατόπου το οποίον συμβαίνει από πολλού και το οποίον πολλάκις ετονίσαμεν χωρίς όμως να ληφθεί η δέουσα πρόνοια. Πρόκειται περί του ελεεινού και επικίνδυνου εθίμου του να ρίπτωσι εναντίον των διασχιζόντων καθ' ομίλους ή κατά μόνας μεταμφιεσμένων διάφορα μικροπράγματα ήτοι πετραδάκια,
λουβάναν και λοιπά διά των οποίων μπορεί να χάσει κανείς την ορασίν του αν δεν θραυσθεί η κεφαλή του. Συνεπεία δε του παραλόγου τούτου εθίμου συνέβησαν πολλάκις έριδες ων το αποτέλεσμα υπήρξε πάντοτε δυσάρεστον. Από τον Κέρβερον αστυνόμον μας αναμένομεν να τεθεί τέρμα εις το επικίνδυνον τούτο έθιμον. Οι επιθυμούντες εκ των πολιτών να διασκεδάσωσιν δύνανται να κάμουσιν χρήσιν κομφετί και σερμπαντίνων και ουχί πετραδάκια και χώματα.»





Φασόλια και στο αθηναϊκό καρναβάλι… «κυπριακής προελεύσεως»!

Σημείωση:  Η φωτογραφία χωρίς λεζάντα είναι του 1958 και ανήκει στο αρχείο Φοίβου Σταυρίδη από την ιστοσελίδα του: http://larnacainhistory.wordpress.com/

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Οι πλημμύρες στη Λεμεσό

Ο φετινός χειμώνας αποτελεί ευλογία από πλευράς βροχών. Σύμφωνα μάλιστα με τα στατιστικά στοιχεία που υπάρχουν στο αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα ο Γενάρης που μας έφυγε είναι ο τρίτος πιο βροχερός μήνας από τα τέλη του 19ου αιώνα που υπάρχουν τα στοιχεία αυτά.
Όμως  η πολυομβρία σε άλλες εποχές εκτός από ευλογία, αφού μάλιστα η οικονομία του τόπου τότε εξαρτιόταν κυρίως από τη γεωργική παραγωγή και ως γνωστόν άνευ βροχών ουδέν, εν τούτοις ενίοτε ήταν και κατάρα. Η λεμεσός διαμεσου των αιώνων, αναμεσα στις πολλές καταστροφες που γνωρισε και κάποτε μάλιστα την αφανιζα κυριολεκτικά  ήταν και οι πλημμυρες.
Τέτοιες φοβερες πλημμύρες γνώρισε τρείς προς το τέλος του 20ου αιώνα. Στις 16 Οκτωβρίου, και 12 Δεκεμβρίου του 1880 και στις 30 Οκτωβρίου 1894.
Λεπτομερείς περιγραφές μας άφησε ο παλιος λεμεσιανός Ευστάθιος Παρασκευάς μεσα από σειρα άρθων που δημοσιευε στην εφημερίδα «Αλήθεια» τγης Λεμεσού με τον γενικό τίλο «Παλαιαί αναμνησεις» και αποτελουσαν αναμνησεις του από το 1869 που δεκα σχεδόν χρονων ήρθε από το Πισσουρι στη Λεμεσό για να φοιτησει στο τότε «Αλληλοδιδακτικό Γυμνάσιο». Τις αναμνησεις αυτές ο γράφων τις μαζεψε και μαζί και με καποια σχετικα άρθρα του επ’ισης παλιου λεμεσιανου Ξενοφωντος Φαρμακιδη, τις έκανε βιβλίο με δικη του επιμελεια και εκτενη εισαγωγή.
Ένα μικρό μόνο σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο αυτό δημοσιεύουμε παρακάτω. Για τα υπόλοιπα στο βιβλίο, διατηρώντας την ορθογραφία και το γραφικό του στυλ !
 Λέει λοιπόν ο Παρασκευάς:
«΄Ητο καλή η ευκαιρία για μένα από  την τελευταίαν πλημμύραν των ποταμών και των δυστυχημάτων που συνέβησαν, να ενθυμηθώ τας παλαιάς πλημμύρας της Λεμεσού και να δώσω εις τους αναγνώστας μου μερικάς περιγραφάς αυτών:
Αι πειό ονομασταί πλημμύραι της Λεμεσού έγειναν την 16ην Όκτωβρίου και 12 Δεκεμβρίου του 1880 και την 30 Όκτωβρίου 1894. Θα ομιλή­σω φυσικά δια την πρώτην και έπειτα δια τας αλλάς.
Εκείνην την ημέραν 16 Όκτ. Υπήγα και εγώ να πάρω τον καφέ μου πρωί – πρωί  εκεί, οπότε ήρχισαν βροχές διαρκείς· εις τας 10 π.μ. ακούσθηκεν ότι κατέβη η «Βαθειά» - όπως έλεγαν και λέγουν ακόμη τα κατεβάσματα των νερών της βροχής από ωρισμένον σημείον βορειοδυτικώς της πόλεως, όπου ευρίσκετο και το σπίτι μας. Έτρεξα αμέσως και εις την διασταύρωσιν των δρόμων Αγ. Ανδρέου και Βικτωρίας. Το νερό ήτο επάνω στους τοίχους των σπιτιών πλέον των τεσσάρων ποδών. Επεχείρησα να περάσω άλλ' η ορμή του νερού δεν με άφινε. Τότε ο Κυριάκος, πενθερός του κ. Ηλία Ηλιάδη που ήτο μέσα στο μαγαζί του Λοϊζή πατρός της κας Πολυξένης Λοϊζιάδος με εφώναξε και επήγα μέσα. Από την πόρτα παρετήρησα ότι ένα μικρό μαγαζί - το μόνον που υπήρχε τότε - και όλη η έκτασις έως στα χάνια είχε καλυφθή με νερό, ήτο μία λίμνη
 Η 2α ΠΛΗΜΜΥΡΑ
Αύτη, ως είπαμεν, έγεινεν εις τάς 12 Δεκεμβρίου 1880 ημέραν του Αγίου Σπυρίδωνος. Αι βροχές άρχισαν μόλις ανέτειλεν ο ήλιος και εξηκολούθησαν χωρίς να σταματήσουν μέχρι της 9ης π.μ. Το νερό που ήρχετο από τον δρόμον Ελευθερίας και από την βαθειάν της Τζαμούδας έφθασεν εις τους τοίχους των σπιτιών - οι δρόμοι τότε δεν είχαν πεζοδρόμια και ήσαν πολύ βαθύτεροι εις το μέσον - που ήσαν 1 ½  πόδι υψηλότεροι από το μέσον του δρόμου. Αμέσως εγώ έλαβα προφυλακτικά μέτρα δια το σπίτι μου και κατόπιν εβγήκα έξω και εστάθηκα στην πόρτα μου. Αίφνης βλέπω να κατρακυλά από τον δρόμον Ελευθερίας ένας όγκος νερού μαύρος ύψους δύο μέτρων και να ορμά μέσα στην πόλιν. Εφοβήθηκα και εμπήκα μέσα και έως να φθάσω την σκάλαν το νερόν έσπασε την πόρταν και κατέκλυ­σε το σπίτι ολόκληρον εις ύψος ενός μέτρου. Ανέβηκα στο ανώγειον που ήτο ή αδελφή μου και ο αδελφός μου. Από το δώμα του σπιτιού εκύτταξα κάτω και βλέπω τα νερά των τριών δρόμων να συναντώνται εις την διασταύρωσιν να στριφογυρίζουν και να παλαίουν ούτως ειπείν μεταξύ των. Άνευ υπερβολής ήσαν εις ύψος ενός πήχεος.
Ήτο ένα θέαμα μεγαλοπρεπές αλλά και ένας όγκος επικίνδυνος δια τους περιοί­κους, δια τούτο απεφασίσαμεν να εγκαταλείψωμεν το σπίτι μας. Από δώμα σε δώμα εφθάσαμεν εις την καμαρόπορτα των περβολιών του μακ. Μαυροσκούφη και απ' εκεί κατεβήκαμεν κάτω εις την δεξαμενήν.
Τότε μας εφώναξεν από την ταράτσαν η κ. Μαυροσκούφη να ανεβούμεν εις το σπίτι της που το μισό ήτο κτισμένον από πέτραν. Μέσα από το νερόν επεράσαμεν, που μας έχωνε κάτω από την μέσην, αλλά όταν εμπήκαμεν και επεράσαμεν τον ηλιακόν δια να ανεβούμεν την σκάλαν, μας έχωσε πάνω από την μέσην. Από το σπίτι του Μαυροσκούφη είδαμεν να χαλούν όλα τα αντικρυνά σπίτια, εις το μέρος όπου είνε σήμερον η οικία της κ. Μιχ. Πηλαβάκη (τότε ήσαν σταύλοι ανήκοντες εις τον κ. Μαυροσκούφην). Ενθυμούμαι ότι οι σταύλοι αυτοί, το σπίτι του μακ. Σίττα και όλα μέχρι της διασταυρώσεως των δρόμων Σπάρτης και Ελλάδος έπεσαν μέχρι θεμελίων. Έτσι σαν έβλεπα κάτω έπεσεν ένα κομμάτιν ύψος από την σάλαν, οπότε τους είπα ότι πρέπει να φύγωμεν απ' εδώ και συγκεντρωθούμεν στην ταράτσαν. Πράγματι απεσύρθημεν όλοι εκεί αλλά εγώ πάντοτε σκεπτικός ήθελα να φύγωμεν απ' εκεί. Ο αδελφός μου, η αδελφή μου και εγώ κατεβήκαμεν την σκάλαν και χωσμένοι έως το στήθος εις το νερόν επροχωρούσαμεν προς τον περίβολο ν της Καθολικής, εις την ταράτσαν της όποιας υπήρχε πλήθος κόσμου. Σαν προχωρήσαμε 15 βήματα το τρίπατο του Μαυροσκούφη κατέπεσεν, ευτυχώς όμως δεν παρέσυρε και την πτέρυγα που ήτον η ταράτσα η φιλοξενούσα την οικογένειαν Μαυροσκούφη. Εφθάσαμεν εις τον περίβολον της Εκκλησίας, πριν φθάσωμεν ημείς ήρχισε βροχή και χάλαζα και μόλις κατωρθώσαμεν με πολλά βάσανα να βγούμε ζωντανοί από το νερόν που μας έχωνε έως στο στήθος. Εκεί το νερόν είχε γεμίσει τον περί­βολον και την Εκκλησίαν. Εις μιαν γωνιάν της Εκκλησίας ήτο λιποθυμισμένος ο υπα­στυνόμος Καφιέρος από το κρύο νερό που ευρίσκετο βοηθών τον κόσμον. Ο Παπά Ηλίας τον έτριβε με σπίρτο και έτσι συνήλθε. Επάνω στην ταράτσαν ο κόσμος διηγείτο τα βάσανα του, τας καταρρεύσεις των σπιτιών κλπ.
 Εις τας 3 μ.μ. εσταμάτησε το ρεύμα του νερού και ο καθένας έτρεχε στα σπίτια του. Άλλα δεν θα ξεχάσω το θέαμα.  Όσα σπίτια συνώρευαν με το σπίτι του Μαυροσκούφη έπεσαν όλα, και εις μιαν περιοχήν εκεί υπήρχεν ένας λόφος πλέον 4 μέτρων, αποτελούμενος από πλιθάρια, πόρτες, τράβες, έπιπλα κτλ.
Τότε εργάται του Δημαρχείου και ζαπτιέδες έως το βράδυ ειργάσθησαν και ήνοιξαν τον δρόμον και το νερόν που είχε σταματήση ήρχισε να τρέχει εις την θάλασσαν.
 Θύματα εκ πνιγμού υπήρξαν πολλά εις την Τουρκικήν συνοικίαν. Από τους δικούς μας ενθυμούμε ένα παιδί που ευρίσκετο εις ένα μαγαζί που έμενεν ο Πελλο Σιουκρής και ο Λαυρέντιος του Αγ. Νικολάου, οι οποίοι ευρέ­θησαν πνιγμένοι.»
Λεζάντες:
Φώτο 1 Ο Ευστάθιος Παρασκευάς
Φώτο 2 Γκραβούρες από τις πλημμύρες στη Λεμεσού το 1880
Η οικία Μαυροσκούφη  στην οδό
Φώτο 3. Θράκης που κατάρρευσε από τις πλημμύρες όπως είναι σήμερα.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Οι τελευταίες τρυφερές αλλά και θλιμμένες στιγμές

 Στην πλούσια ιστορία της Λεμεσού στον τομέα του Πολιτισμού και των Τεχνών δια μέσου των αιώνων πλέον-αφού βρισκόμαστε για καλά στον 21ο και η ιστορία αυτή ξεκινά από τον 19ο-είναι σε όλους γνωστό πως η πόλη μας, είτε γέννησε, (Αιμ. Χουρμούζιος, Γ. Φραγκούδης, Γλ. Αλιθέρσης, Ι. Ν. Σαρίπολος, Μ. Κακογιάννης και πολλούς άλλους), είτε δέχτηκε στους κόλπους της με αγάπη την πλειοψηφία των επιφανών δημιουργών του πνεύματος και της προόδου του τόπου μας, που φιλοξένησε και ανάθρεψε (Γ. Λεύκης. Ν. Νικολαΐδης, Σόλων Μιχαηλίδης). Και όπως, σχεδόν και κάθε προοδευτικό κίνημα και ιδέα που ξεκίνησε επίσης από αυτήν εδώ την πόλη.
Ανάμεσα στους μεγάλους δημιουργούς του τόπου μας που αν και δεν τους γέννησε εντούτοις τους φιλοξένησε και τους ανέδειξε, ήταν και ο εθνικός μας ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης.
Τις τελευταίες στιγμές της ζωής του μεγάλου μας ποιητή θα δούμε  μέσα από τη διήγηση του δημοσιογράφου Γ. Στρέϊτ που από τις στήλες της εφημερίδας «Αλήθεια» της Λεμεσού  το 1936, περιγράφει τις τελευταίες ώρες της ζωής του ποιητή στο «Δημοτικό Πτωχοκομείο» της πόλης το 1917, όπως του τις διηγήθηκαν αυτοί που τις έζησαν:
« Ένα από τα φρικτότερα παράπονα του ποιητή ήταν γιατί δεν μπόρεσε να αποχτήσει ό,τι αγάπησε πολύ στη ζωή του. Την ανεξάρτητη ζωή, μεγάλη μόρφωση… μια γυναίκα.
΄Ενας άλλος σταθμός του ποιητή αρκετά περίεργος, ήταν δυό μερες πριν πάει στον κάτω κόσμο. Κάλεσε κοντά του  δύο πρόσωπα, τα πιο αγαπητά στον κόσμο.
Τον κ.  Αλέκο Ζήνωνα, Δημοτικό Σύμβουλο, που ήταν ο μόνος στην πόλη που πιο πολύ τον σεβόταν και φρόντιζε γι αυτόν και την διευθύντρια του ασύλου που γι αυτόν ήταν μια σωστή  δεύτερη μάνα. Η μέρα αυτή ήταν η πρώτη που ο Βασίλης ένοιωσε πιο πολύ από κάθε άλλη κοντά του τον θάνατο. ΄Ηταν η πρώτη στιγμή που ο ποιητής αισθανόταν πως θ’ άφηνε για πάντα.
Ο ποιητής μπροστά στα δύο αυτά πρόσωπα, που τούδωσαν κάθε παρηγοριά, υπογράμμισε τον φόβο του για τον θάνατο και  τέλος χάρισε  στην κ. Πισίρη μιαν μεγάλην εικόνα της Παναγίας που σώζεται ακόμη στο άσυλο και μια λίρα χρυσή. Αυτά και οι στίχοι του ήταν η μόνη κληρονομιά που άφησε. Όταν ο κ. Αλέκος έφυγε από το θάλαμο κι έμεινε μόνος ο ποιητής με την διευθύντρια, μια δεύτερη σκηνή πολύ τραγική άρχισε πάλιν να ξετυλίγεται. Ο Βασίλης έδειξε στην κυρία Πισίρη ένα γαρύφαλο κατάξερο πούταν κρυμμένο στο σεντούκι του και την παρακάλεσε να του το βάλει στον τάφο, όταν πεθάνει. Ένα σεντούκι. Φέρετρο  ενός γαρύφαλλου ,όχι μιας παλιάς ιστορίας… ενός ωραίου ονείρου, μιας χίμαιρας πούμεινε σ’ όλη του τη ζωή απραγματοποίητη.
Ο ποιητής αγαπούσε μια αγγελόμορφη, όπως την έλεγε, γυναίκα. Η αγάπη του, ο έρωτας του γι αυτήν, ξεπέρασε τον κύκλο λατρείας. Μια μέρα που τον ζύγωσε στ’ άσυλο, ο Βασίλης την κοίταξε με μια βαθειά έκσταση. Σιωπηλά. Όταν τον ρώτησε πως περνά στο άσυλο, απάντησε αφηρημένα «Μη φύγετε, σας αγαπώ!, χρόνια…». Η αριστοκράτισσα επισκέπτρια διακόπτωντας τον, του πέταξε στην αγκαλιά, απαλά, με χαμόγελο το γαρύφαλλο απαντώντας μελαγχολικά: «Δυστυχώς, δεν μπορώ να σου χαρίσω τίποτε άλλο από αυτό το άνθος», κι’ έφυγε. Πριν χαθεί τούριξε μία ακόμη ματιά. Τον πλάνεψε; τον αγάπησε; τον ερωτεύτηκε; κανείς δεν το ξέρει. Μπορεί όμως και νάμενε σ’ όλη της ζωή κοντά στον ποιητή, αν του κόσμου ο ρυθμός ήταν διαφορετικός. Ο Βασίλης με την παρθενική του ποιητική ψυχή, πήρε το γαρύφαλο και τόκρυψε ως τη στερνή του ώρα χωρίς να μάθει κανένας το τρυφερό του ειδύλλιο. Η Διευθύντρια πούμαθε πρώτη και τελευταία την όμορφη αυτή ιστορία, όταν πέθανε ο ποιητής, τούβαλε το λουλούδι μέσα στην τσέπη και το πήρε μαζί του στον υπόγειο κόσμο, σύμφωνα με την τόσο μεγάλη επιθυμία του.
Η γυναίκα που τάραξε τόσο πολύ τα φρένα του Βασίλη ποια νάταν; Κανένας δεν ξεύρει σίγουρα. Η κ. Πισίρη τον πίεσε όσο μπορούσε να της δώσει την γλυκειά εξομολόγηση μα στάθηκε αδύνατο. Δυό μέρες υστερώτερα ο ποιητής έκλεισε τα μάτια. Στον νεκρικό του θάλαμο ήταν μόνος.
Πέθανε ξαφνικά ήσυχα, σφίγγοντας με τη αγκαλιά του ένα δεφτέρι και ένα μολύβι.
Λίγα λεπτά πριν της τραγικής στιγμής  τα ζήτησε από την κ. Πισίρη για να γράψει το τελευταίο του τραγούδι μα στάθηκε αδύνατο.
Ο μεγάλος αετός, ο κύκνος έγειρε το κεφάλι κι απόθανε ήσυχα.
΄Ετσι λοιπόν ήσυχα, ειρηνικά και απλά πέθανε ο μεγάλος ποιητής μας παίρνοντας μαζί του στον τάφο το μεγάλο ερωτικό του μυστικό όπως αξίζει σε όλους τους μεγάλους ποιητές»
Πάσχα του 1917 γίνεται λοιπόν η τελευταία συνάντηση στο πτωχοκομείο με τη γυναίκα που αγάπησε  37 χρόνια πριν και τον ενέπνευσε να γράψει την «Ανεράδα». Η Ευτέρπη Μιχαηλίδη-Αραούζου (τώρα πλέον κυρία δημάρχου), επισκέπτεται το πτωχοκομείο για να μοιράσει πασχαλινά δώρα στους τροφίμους.  
Λίγους μήνες μετά το Σάββατο 26 Νοεμβρίου (8 Δεκεμβρίου  με το νέο ημερολόγιο) του 1917, πεθαίνει σε ηλικία 68 χρονών περίπου, στο δημοτικό Πτωχοκομείο της πόλης μας ο εθνικός βάρδος της Κύπρου. Ο Βασίλης Μιχαηλίδης. Πεθαίνει Σάββατο προς Κυριακή όπως περίπου ταιριάζει η ημερομηνία όπως το ήθελε πάντα και το κατέγραψε και σε στίχο που τον απάγγελλε συχνά με μια πικρή θλίψη στο πρόσωπο, στα τελευταία του χρόνια:
«Θεέ μου και να πέθαινα ένα Σαββάτο βράδυ
την Κυριακή με το πρωί να κατεβώ στον Άδη».
Οι τρόφιμοι του Πτωχοκομείου Λεμεσού το 1917 λίγο πριν πεθάνει ο ποιητής (στο μέσον). Στο άκρο δεξιά η διευθύντρια Μ. Πισίρη


Σημείωση:Μελετητές της ζωής και του έργου του Βασίλη Μιχαηλίδη λένε πως η μοιραία αυτή γυναίκα και μεγάλος έρωτας του ποιητή, δεν ήταν άλλη απο την Ευτέρπη Αραούζου το γένος Μιχαηλίδη σύζυγος του τότε Δημάρχου Λεμσού Σπύρου Αραούζου και αδελφή του επιστήθιου φίλου του Βασίλη Μιχαηλίδη, του Μιχαήλ Μιχαηλίδη επίσης μετέπειτα Δημάρχου Λεμεσού.
Εξ ου άλλωστε και η επίσκεψη της εκείνη και η συνάντηση της με τον ποιητή που γινόταν υπό την ιδιότητα της πρώτης κυρίας της πόλης.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Ο πολιτικός Χριστόδουλος Σώζος

Του Πέτρου Παπαπολυβίου*

ΤΙΜΗΘΗΚΕ προχθές Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου, στη Θεσσαλονίκη με ειδική εκδήλωση η 95η επέτειος του θανάτου του δημάρχου Λεμεσού Χριστόδουλου Σώζου, που σκοτώθηκε πολεμώντας στο Μπιζάνι της Ηπείρου, ως απλός στρατιώτης, στη διάρκεια της πολύμηνης πολιορκίας των Ιωαννίνων. Ο Χριστόδουλος Σώζος, κατά την άποψή μας, ήταν η σημαντικότερη πολιτική φυσιογνωμία της εποχής του. Πρακτικός και πραγματιστής πολιτευτής, εργατικός και προοδευτικός δήμαρχος, ξεχώριζε γιατί ήταν από τους λίγους Κύπριους πολιτικούς των έργων και όχι των λόγων. Ως βουλευτής κατέθεσε το πρώτο ενωτικό ψήφισμα που ενέκρινε το κυπριακό Νομοθετικό Συμβούλιο, τον Απρίλιο του 1903 και κατάφερε να τον σέβονται ακόμη και οι Βρετανοί, αφού πάντοτε προετοιμαζόταν και μελετούσε πριν από τις κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις.
Ως δήμαρχος Λεμεσού υπήρξε καινοτόμος: Ο Δημόσιος Κήπος, ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης, η Γεωργική Έκθεση, η δημιουργία φιλαρμονικής, υπήρξαν πρωτοφανείς ενέργειες για την κυπριακή στασιμότητα και αδράνεια και ήταν καρπός δικών του προσπαθειών.
Μια από τις άγνωστες πολιτικές πρωτοβουλίες του Σώζου ήταν η υποστήριξη, την Άνοιξη του 1912, στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, της διεκδίκησης της κυπριακής αυτονομίας, που τη θεωρούσε ότι θα έφερνε την Κύπρο πιο κοντά στην ένωση με την Ελλάδα, έχοντας ως μεγάλο παράδειγμα μίμησης το πρότυπο της Κρήτης. Η πρωτοβουλία
του έπεσε στο κενό και καταδικάστηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτευτών και του Τύπου, ενώ παρέμεινε για δεκαετίες στη βιβλιογραφική σιωπή. Οι επιθέσεις που δέχθηκε ο Χριστόδουλος Σώζος τον πίκραναν, και σε μια επιστολή προς τον στενότερο πολιτικό του φίλο, τον βουλευτή Ιωάννη Κυριακίδη, έγραφε, το Μάιο του 1912:
«Εις την Κύπρον το προδότης και πατριώτης είναι συνώνυμα και έχασαν και τα δύο την σημασίαν των σήμερον. Ο πολιτευόμενος σήμερον ονομάζεται πατριώτης, αύριον προδότης, και μεθαύριον υπερπατριώτης».
Λίγους μήνες αργότερα, μόλις ξέσπασε ο «βαλκανοτουρκικός πόλεμος», ο Χριστόδουλος Σώζος αναχώρησε από τους πρώτους για να καταταχθεί εθελοντικά στον ελληνικό Στρατό.
Ήταν 40 χρονών και πατέρας ενός τετράχρονου αγοριού. Ο παππούς του ήταν αγωνιστής της επανάστασης του 1821, ο πατέρας του πολέμησε στην Κρήτη το 1866, ενώ ο ίδιος είχε προσπαθήσει να καταταχθεί εθελοντής και στον πόλεμο του 1897. Στην επιστολή που έστειλε στην γυναίκα του Ερμιόνη, δικαιολόγησε ως εξής την ενέργειά του:
«Ημείς έχομεν καθήκοντα τα οποία ουδεμία δύναμις, ουδέν φίλτρον πρέπει να τα εμποδίζη από του να ενασκώνται. Αν είμεθα ηγέται των υποδούλων λαών, οφείλομεν διά του παραδείγματός μας και της θυσίας μας να τους
παιδαγωγώμεν, όπως και εκείνοι γίνωσιν άνθρωποι συναισθανόμενοι τα καθήκοντά των.»
Αυτά, στην Κύπρο του 1912.


• Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο
Κύπρου.

Δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο  στις 8 Δεκέμβριου 2007

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Η ΛΕΜΕΣΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΟΚΡΑΤΙΑΣ


Της Νάσας Παταπίου
Από το βιβλίο "Λεμεσός, ταξίδι στους χρόνους μιας πόλης" ,έκδοση του Δήμου Λεμεσού (2006). Γενική επιμέλεια Τίτου Κολώτα και Άννας Μαραγκού 
Ευφραίνου εν Κυρίω, Νεάπολις Νεμεσού των Κυπρίων                                             
Ακολουθία των Αγίων Ρηγίνου και Ορέστου
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Όπως μαρτυρείται από τις πηγές, η πόλη της Λεμεσού προϋπήρξε της φραγκι­κής κατάκτησης. Σε αυτήν αναφέρονται, με την ονομασία όμως Νέμεσος, τόσο η Άννα Κομνηνή, ομιλώντας για τη στάση του Ραψομάτη, όσο και ο Κωνσταντί­νος Πορφυρογέννητος αναφερόμενος στις πόλεις της Κύπρου. Τέτοια ανα­φορά υπάρχει ακόμα και στο Συναξάριο και στην Ακολουθία των Αγίων Ρηγί­νου και Ορέστου που τιμώνται στη Φασούλλα Λεμεσού.
Εφόσον ο τύπος Λεμεσός μαρτυρείται μετά την έλευση των Λατίνων στη νήσο, εύλογα λοιπόν δυνατόν να ασπασθούμε την άποψη του Σίμου Μενάρδου, ότι ο τύπος Λεμεσός δηλαδή, όπου το Ν από το Νέμεσος μετατρέπεται σε Λ, οφείλεται καθαρά στην προφορά των Φράγκων. Η πόλη της Λεμεσού μάς γίνεται γνωστή, και μάλιστα με αυτή την ονομασία, από τον 12ο αιώνα και συγκεκριμένα κατά την τρίτη Σταυροφορία, το 1191, όταν ο Ριχάρδος ο επονο­μαζόμενος Λεοντόθυμος, βασιλιάς της Αγγλίας, πορευόμενος προς απελευθέ­ρωση των Αγίων Τόπων, έφθασε στην Κύπρο, είτε εξαιτίας θαλασσοταραχής είτε βάσει σχεδίου για κατάληψη της ίδιας της νήσου.

ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΙΧΑΡΔΟ
Στα πιο πάνω γεγονότα αναφέρονται ο χρονογράφος Benedict of Peter­borough στο Χρονικό του, ο Νεόφυτος ο Έγκλειστος στο έργο του Περί των κατά χώραν Κύπρου σκαιών, καθώς και ο Wilbrand von Oldenburg στο Οδοιπο­ρικό του. Σύμφωνα με τις αναφερόμενες πηγές, όταν ο Ριχάρδος μαζί με τη μνηστή του Βερεγγάρια της Ναβάρρας και την αδελφή του, Ιωάννα, προσάρα­ξαν στη Λεμεσό λόγω θαλασσοταραχής, ο τότε βυζαντινός τύραννος της Κύπρου Ισαάκιος Κομνηνός συμπεριφέρθηκε προσβλητικά, τόσο στη μνηστή του Ριχάρδου όσο και στην αδελφή του. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τους χρονογράφους, απετέλεσε την αφορμή για να επιτεθεί ο Ριχάρδος στην Κύπρο. Έτσι αφού έφθασε αργότερα στη Λεμεσό και αποβίβασε το στρατό του, επετέθη εναντίον του Ισαακίου. Μαζί με τον Ριχάρδο έφθασε επίσης στη Λεμεσό και αυτός ο ίδιος ο μάγιστρος των Ιωαννιτων. Μαρτυρείται ακόμη ότι ο Ριχάρδος είχε τότε τη στήριξη Λατίνων εμπόρων που διαβιούσαν στη Λεμεσό.
Κυνηγημένος από τις δυνάμεις των Άγγλων, ο Ισαάκιος κατέφυγε στην ενδοχώρα, όπου τελικά ηττήθηκε στην Τριμυθούντα, στη Μεσαορία, και συνε­λήφθη αιχμάλωτος. Ολόκληρη η Κύπρος κατελήφθη στη συνέχεια από τις δυνάμεις του Ριχάρδου. Ο ίδιος, ευχαριστημένος από την κατάκτηση της Κύπρου, του κειμηλίου των θαλασσών, αφού πρώτα τέλεσε τους γάμους του με τη Βερεγγάρια στη Λεμεσό, αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους για να πραγματοποιήσει τα πρωταρχικά σχέδια του, για τα οποία εξεστρατευσε από τη μακρινή χώρα Ιγκλιτέρρα. Οι ίδιες πηγές μάς πληροφορούν επίσης ότι η Λεμε­σός, την οποία αναφέρουν ως Limesun ή Lamezis, είχε πολυσύχναστο λιμάνι, η οχύρωση της όμως χαρακτηρίζεται μάλλον ασθενής. Η Λεμεσός αναφέρεται επίσης τότε και ως επισκοπική έδρα.
ΝΑΪΤΕΣ ΚΑΙ ΛΟΥΖΙΝΙΑΝ. Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΕΠΙ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ!
Τον επόμενο χρόνο, το 1192, η Κύπρος περνά από τα χέρια του Ριχάρδου στους Ναΐτες ιππότες και ακολούθως στον Γκυ ντε Λουζινιάν, τον ιδρυτή ουσιαστικά της δυναστείας του φραγκικού βασιλικού οίκου που θα κυριαρχήσει στην Κύπρο σχεδόν τρεις αιώνες. Από το 1192, και από το 1197 ιδιαίτερα, με την έναρξη δηλαδή της Φραγκοκρατίας, οπότε και συνεστήθη επισήμως το φρα­γκικό βασίλειο της Κύπρου, αρχίζει ουσιαστικά και η ανάπτυξη της πόλης της Λεμεσού, που θα διαρκέσει μέχρι και το 1489, χρονολογία κατά την οποία αρχίζει η βενετική κυριαρχία στη μεγαλόνησο.
Η Κύπρος, και στην συγκεκριμένη περίπτωση η Λεμεσός, υπήρξε για τους Σταυροφόρους, και γενικά για τους Δυτικούς εμπόρους ή και ταξιδιώτες, θαλάσσιος σταθμός και πολύτιμη βάση για ανεφοδιασμό. Σημαντικό σταθμό στην ιστορία της πόλης αποτελεί η εγκατάσταση στην Κύπρο πολλών κατοίκων από το λατινικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ συνεπεία της ίδρυσης του φραγκικού βασιλείου και κυρίως της πτώσης της Πτολεμαΐδας στα χέρια των Αράβων. Αυτοί, μαζί με άλλους - εμπόρους, φεουδάρχες, ιππότες, ολόκληρα θρησκευ­τικά και στρατιωτικά τάγματα, όπως οι Ναΐτες και Ιωαννίτες ιππότες, καθώς και ξένους διαφόρων εθνοτήτων  επιλέγουν τη Λεμεσό ως νέο χώρο εγκατάστα­σης στην Κύπρο. Στην επιλογή αυτή τούς οδήγησε το γεγονός ότι η Λεμεσός είναι λιμάνι που γειτνιάζει με άλλα εμπορικά κέντρα της Ανατολής. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε την άποψη διακεκριμένου ιστορικού και ειδικού για την περίο­δο της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο, ο οποίος τονίζει ότι η Λεμεσός υπήρξε κατά τον 13ο αιώνα το κύριο λιμάνι του φραγκικού βασιλείου της Κύπρου. Η Λεμεσός ήταν επίσης πόλη με πλούσια νερά που περιστοιχιζόταν από εύφορα κτήματα. Οι αμπελώνες που βρίσκονται στην περιοχή της Λεμεσού θεωρούνται οι σπουδαιότεροι σε όλη την Κύπρο και έχουν μάλιστα ταυτιστεί από τους ταξι­διώτες και τους περιηγητές με τους αμπελώνες Εγκαδί, που αναφέρονται στο Άσμα Ασμάτων. Επιπλέον, οι περισσότερες φυτείες ζαχαροκάλαμου βρίσκονταν κατά μήκος των νοτίων και δυτικών ακτών, μεταξύ Λέμπας και Λεμεσού.
Μέχρι το τέλος της περιόδου των Luslgnan η παραγωγή ζάχαρης βρισκό­ταν στα χέρια του στέμματος, των Ιωαννιτων και του κυπριακού κλάδου της βενετικής οικογένειας Κορνάρο. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαία η εκεί εγκατάσταση των Ναϊτών και Ιωαννιτων. Οι Ιωαννίτες μάλιστα, μετά τη διάλυση του τάγματος των Ναϊτών, επέλεξαν το γειτονικό Κολόσσι ως έδρα της Μεγάλης Κομμανταρίας. Δεν είναι επίσης τυχαία η απόκτηση της Επισκοπής από την ισχυρή βενετική οικογένεια των Κορνάρο.
Το 1203 οι Ιωαννίτες ιππότες κατείχαν περιουσία στην επισκοπική περιφέ­ρεια της Λεμεσού. Ο Φράγκος βασιλιάς Ούγος ο Α' παραχώρησε επίσης το 1210 στους Ιωαννίτες διάφορα μετόχια στο Κολόσσι, στο Φοίνικα, και περιου­σίες στη Λεμεσό. Μετά την απώλεια ολόκληρης της Λατινικής Συρίας στους Μαμελούκους, το 1291, όσοι από τα στρατιωτικά τάγματα επέζησαν έπλευσαν προς την Κύπρο και για δύο δεκαετίες οι Ναΐτες και οι Ιωαννίτες διατηρούσαν τις μονές τους εντός ή πλησίον της Λεμεσού. Οι Ναΐτες είχαν στην ιδιοκτησία τους και έναν πύργο στη Γερμασόγεια, κύρια όμως βάση τους ήταν το Κολόσσι. Το 1279, επειδή αυτοί εξανάγκασαν τον Ούγο Γ' να εγκαταλείψει τη Συρία και να επιστρέψει στην Κύπρο, ο βασιλιάς αφαίρεσε τα κυπριακά τους εισοδήματα και κατέστρεψε τις οικίες τους στην Πάφο και τη Λεμεσό. Με τη διάλυση του τάγματος των Ναϊτών, το 1313, όλες οι κτήσεις τους πέρασαν στα χέρια των Ιωαννιτών.
Εκτός από τους Ναΐτες και τους Ιωαννίτες ιππότες εγκαθίστανται επίσης στη Λεμεσό Δομινικανοί, καθώς επίσης και το Στρατιωτικό Τάγμα του Αγίου Θωμά των Άγγλων ή της Κανταβρυγίας (de Cantorbery). Υπάρχουν επίσης παροικίες εμπόρων από την Πίζα, από την Γένουα και από τη Βενετία.
ΠΑΡΟΙΚΙΕΣ ΕΜΠΟΡΩΝ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ
Αξίζει να αναφέρουμε κάποιες ιστορικές ειδήσεις, διαφωτιστικές για το θέμα, σχετικά με τις παροικίες εμπόρων που υπήρχαν στη Λεμεσό, τόσο από την Πίζα και τη Βενετία όσο και από τη Γένουα. Γενουάτες ίσως να υπήρχαν στη Λεμεσό από τα τελευταία χρόνια της βυζαντινής περιόδου. Πρώτη μαρτυρία σταθερής παρουσίας έχουμε το 1203 και απ' ό,τι φαίνεται κατοικούσαν από τότε κυρίως στην Αμμόχωστο και στη Λεμεσό, όπου η βασίλισσα Αλίκη τούς παραχώρησε οικόπεδα, για να κτίσουν κοινοτικές οικοδομές. Το πρώτο προνόμιο τούς εκχω­ρήθηκε από τους Lusignan το 1218. Παροικία Πιζάνων, όπως πιστοποιείται από ενετικό έγγραφο, υπήρχε στη Λεμεσό γύρω στο 1243 ή το 1244. Ήδη από την περίοδο 1126-1143, το χρυσόβουλλο του Ιωάννη Β' Κομνηνού, που παραχωρή­θηκε στους Βενετούς, παρείχε σε αυτούς άδεια ελεύθερης εισόδου στα κυπριακά λιμάνια. Η προσέγγιση σ' αυτά ήταν ο ενδιάμεσος σταθμός προς την Αλεξάνδρεια, τη Δαμιέττη και τα άλλα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου. Οι Βενετοί έμποροι φαίνεται να επεκτάθηκαν στην Κύπρο γύρω στα 1136, αφού βρίσκουμε μαρτυρίες για ταξίδια μεταξύ Λεμεσού και Αλεξάνδρειας. Γίνεται φανερό ότι το εμπόριο, πριν από την κατάκτηση της Κύπρου το 1191, είχε μικρή σημασία. Η ενετική παρουσία τον 13ο αιώνα στην Κύπρο έγινε πιο έντονη, κυρίως μάλιστα στη Λεμεσό, όπου οι Βενετοί είχαν οικίες, καταστήματα και κτήματα. Η Λεμεσός ήταν τότε το βασικό κέντρο της ενετικής παροικίας στην Κύπρο. Αξίζει να σημειώσουμε ότι την ίδια εποχή, κάποιος Βενετός στη Λεμεσό ήταν κάτοχος συμπλέγματος δώδεκα σπιτιών και ένας άλλος είχε μεγάλο σπίτι, που έγινε αργότερα το fondaco, ο φούντικας κατά τον Λεόντιο Μαχαιρά, η δημόσια δηλαδή αποθήκη της πόλης. Οι Βενετοί είχαν επίσης στη Λεμεσό την δική τους εκκλησία, αφιερωμένη στον προστάτη τους Άγιο Μάρκο, καθώς επί­σης και ένα λουτρό που εξασφάλιζε το ετήσιο, σεβαστό εισόδημα των 1,000 βυζαντινών.


 

Από το Compasso da navigare, εγχειρίδιο ναυσιπλοΐας, ναυτικό δηλαδή οδηγό ή βιβλίο λιμανιών που συντάχθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα, διαπιστώ­νουμε ότι η Κύπρος τυγχάνει ξεχωριστής μεταχείρισης. Στον οδηγό αυτό αναφέ­ρονται το λιμάνι της Πάφου, αλλά κυρίως το λιμάνι της Λεμεσού. Το εμπόριο μεταξύ Λεμεσού και Αγιάς μαρτυρείται από τη δεκαετία του 1270. Από ενετικό έγγραφο πληροφορούμαστε, επίσης, ότι πριν από το 1291 χρησιμοποιούνταν στη Λεμεσό και την Άκρα παρόμοια σταθμά, ενδεικτικό των στενών εμπορικών σχέ­σεων που υπήρχαν μεταξύ των δύο αυτών λιμανιών. Έχουμε επίσης μία ακόμη σημαντική μαρτυρία που αφορά στο εμπόριο της Λεμεσού: ο Αμάλριχος (Aimery) Lusignan, που είχε στεφθεί βασιλιάς της Κύπρου το 1197, εκμίσθωσε τα εμπο­ρικά τέλη (comerc) της Λεμεσού για μια διετία. Η εκμίσθωση αυτή απέφερε εισό­δημα 28,050 αργυρών δουκάτων. Στις αρχές, επίσης, του 14ου αιώνα η Λεμε­σός αποτελεί σημείο ελλιμενισμού των πλοίων και τόπο ανάπαυλας για τις νηο­πομπές προσκυνητών.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν δεν θα είναι φυσικά εύκολα για τη Λεμεσό, όπως δεν ήταν, βεβαίως, και για ολόκληρη την Κύπρο. Λαμβάνει χώρα τότε σειρά επιδρομών εναντίον της πόλης, άλλοτε από τους εχθρούς εξ Ανατολών, όπως οι Σαρακηνοί, και άλλοτε από τους Γενουάτες, αλλά και σειρά θεομη­νιών. Την πόλη ταλανίζουν κατά καιρούς σεισμοί και πλημμύρες, με αποτέλε­σμα αυτή να παρουσιάζει μια καθόλα θλιβερή εικόνα στα κείμενα των χρονο­γράφων, αλλά και των περιηγητών. Συνοπτικά, τα γεγονότα έχουν χρονολογικά ως εξής: η πόλη, αναπτύσσεται από τα πρώτα χρόνια της φραγκοκρατίας, ο πληθυσμός της αυξάνεται με την εγκατάσταση ατόμων από το μέχρι προ τίνος λατινικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Ιδρύονται μοναστήρια από τα διάφορα τάγματα, οικοδομούνται κατοικίες για τους νέους κατοίκους καθώς και μέγαρα, αφού εδώ μεταξύ άλλων εγκαταστάθηκαν βαρώνοι, φεουδάρχες, αλλά και έμποροι, κυρίως Βενετοί και Γενουάτες.
Το 1221 το λιμάνι της Λεμεσού επλήγη από καταστροφική επιδρομή των Σαρακηνών. Οι Σαρακηνοί σκότωσαν και αιχμαλώτισαν πλήθος κόσμου και κατέστρεψαν μεγάλο μέρος του χριστιανικού στόλου που έλαβε μέρος στην πέμπτη Σταυροφορία στην Αίγυπτο και μετά την αποτυχία της απεσύρθη στο λιμάνι της Λεμεσού. Τον Οκτώβριο του 1220 συγκλήθηκε στη Λεμεσό από τον απεσταλμένο του πάπα καρδινάλιο Πελάγιο ειδική συνέλευση κύριος στόχος της οποίας ήταν η πνευματική υποδούλωση της ορθόδοξης εκκλησίας. Το πρακτικό της συνόδου της Λεμεσού επικυρώθηκε στη Δαμιέττη, το Μάιο του 1221. Ακολούθησε ο εκτοπισμός των ορθοδόξων επισκόπων από τα αστικά κέντρα, όπου είχαν τις έδρες τους οι Λατίνοι επίσκοποι, σε αγροτικά κέντρα: ο επίσκοπος Λευκωσίας εκτοπίστηκε στη Σολέα, ο Σαλαμίνος στην Καρπασία, ο Πάφου στην Αρσινόη και ο Λεμεσού στα Λεύκαρα. Επίσης, στις 21 Ιουλίου του 1228, ο Γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος ο Β', αρχηγός της έκτης Σταυ­ροφορίας, όταν έφτασε, ως άλλος Ριχάρδος, στη Λεμεσό με ισχυρές στρατιω­τικές δυνάμεις, προέβαλε δικαιώματα κηδεμονίας επί του θρόνου της Κύπρου και στη συνέχεια κατέλαβε τη Λεμεσό και τις άλλες πόλεις της Κύπρου. Ο στρατός του όμως τελικά ηττήθηκε από το φραγκικό στρατό του βασιλείου. Αξιοσημείωτο είναι, πως για να υποστηρίξουν τότε οι Γενουάτες τον πόλεμο των Φράγκων της Κύπρου εναντίον του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β' Hohenstaufen, ο βασιλιάς Ερρίκος Α' τους παραχώρησε έναν οχυρωμένο πύργο στις ακτές της Λεμεσού, κοντά στο λιμάνι και το βασιλικό τελωνείο. Εξάλλου, στη Λεμεσό και συγκεκριμένα στην τοποθεσία Καμένο Ρυάκι, όπως αναφέρεται σε δυτική πηγή (Actum in Cypro apud casale quod dicitur Kamevoriak prope Nicosium), θα στρατοπεδεύσει στο πλαίσιο της έβδομης Σταυροφορίας το 1248-49, ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος θ', ο μετέπειτα Άγιος Λουδοβίκος. Το 1271 η πόλη της Λεμεσού δέχτηκε την επίθεση του σουλτάνου της Αιγύπτου. Το σχέδιο όμως του σουλτάνου τελικά απέτυχε και αιχμαλωτίστηκε μεγάλος αριθμός πλοίων από το στόλο του. Ανώνυμος Κύπριος συγκεκριμένα σημειώνει σε χειρόγραφο: «...Την αυτή ημέρα τον Ιούλιον ήλθον ης την Νεμεσσών κάτεργα των Αγαρηνών...».
Όσον αφορά στην περίπτωση του σφετερισμού του στέμματος της Κύπρου από τον Αμάλριχο, αυθέντη της Τύρου, και την εκδίωξη του αδελφού του, νόμιμου βασιλέως, ο Μαχαιράς σημειώνει τα εξής: «...ωμόσαν του κυρού της Τύρου και εδιαλαλήσαν τον δια κουβερνούρην. Ακόμη έπεψεν εις την Πάφον και εις την Νεμεσόν και εις όλα τα κάστρα, και επήραν τον όρκον τους, και εδιαλαλήθην παντού δια κουβερνούρης». Έχουμε, δηλαδή, την αναγνώριση του Αμάλριχου από τον πυργοδεσπότη Λεμεσού. Ο φιλόδοξος Αμάλριχος για να εκδιώξει το 1306 τον επιληπτικό και ανίκανο αδελφό του από το θρόνο και, τέλος, να τον εξορίσει το 1308, είχε την στήριξη των Ναϊτών. Για τον παραπάνω λόγο, το τάγμα των Ναϊτών στην Κύπρο βρισκόταν σε ισχυρή θέση. Γι αυτό, όταν το Μάιο του 1308 έφτασαν οι παπικές οδηγίες για τη σύλληψη των Ναϊ­τών, ο Αμάλριχος πρότεινε σε αυτούς μια ήπια μορφή κατ' οίκον κρατήσεως. Αυτοί όμως δεν υπάκουσαν και προετοιμάστηκαν για αντίσταση. Παραδόθη­καν την 1η Ιουνίου του 1308, έπειτα από ολιγοήμερη πολιορκία των οικιών τους στη Λεμεσό.
Το Νοέμβριο του 1330 μνημονεύεται από τον Μαχαιρά και από άλλους χρο­νογράφους μία φοβερή πλημμύρα του ποταμού Πεδιαίου, που προκάλεσε ανυπολόγιστες ζημιές στην πρωτεύουσα: «...εκατέβην ο ποταμός της χώρας τόσον μέγας και εξηρίζωσεν πολλά δεντρά... και εχάλασεν πολλά σπιτία και έπνιξεν πολλύν λαόν». Την ίδια εποχή πλημμύρισε και ο ποταμός της Λεμεσού προκα­λώντας εξίσου μεγάλες καταστροφές και το θάνατο πολλών κατοίκων.
Η διαμάχη μεταξύ Γενουατών και Ενετών εμπόρων, που ζούσαν στην Κύπρο, υπήρξε η αφορμή που προκάλεσε την εισβολή των πρώτων στο νησί και κατέληξε στην κατάκτηση από αυτούς της Αμμοχώστου. Το γεγονός αυτό δεν άφησε ανεπηρέαστη την πόλη της Λεμεσού. Το 1373 όταν οι Γενουάτες πληροφορήθηκαν ότι η άμυνα της πόλης δεν ήταν αρκετά ισχυρή στράφηκαν εναντίον της και σύμφωνα με τον χρονογράφο: «...απεζεύσαν και εκάψαν τα σπιτία, και οι λας εφύγαν, και εποίκαν μεγάλην ζημίαν». Το 1402, οι Γενουάτες, που είναι ήδη κύριοι της Αμμοχώστου και εξακολουθούν κατά καιρούς να διε­νεργούν επιδρομές, τόσο στη Λευκωσία όσο και στο υπόλοιπο βασίλειο της Κύπρου, πολιόρκησαν τη Λεμεσό. Όπως ο Φλώριος Βουστρώνιος διηγείται, για να λύσει ο βασιλιάς Ιανός την πολιορκία έστειλε τον συνεσκάρδο του με στρατιωτικές δυνάμεις. Αυτός κατόρθωσε τελικά να λύσει την πολιορκία και να ματαιώσει την κατάληψη της πόλης από τους Γενουάτες, να συλλάβει γύρω στους 80 αιχμαλώτους και επιπλέον να τους αποσπάσει ένα πυροβόλο όπλο. Το 1407 οι Γενουάτες πολιόρκησαν και πάλι το φρούριο της Λεμεσού, απωθή­θηκαν όμως χάρη στην έγκαιρη επέμβαση του Ενετού διοικητή του ναυτικού Carlo Zeno. Κατά τα γραφόμενα του ίδιου χρονογράφου, μια μεγάλη επιδημία (morbo) θα πλήξει λίγο αργότερα τον τόπο και θα διαρκέσει 13 μήνες αποδε­κατίζοντας τον πληθυσμό τόσο των πόλεων όσο και των χωριών της Κύπρου. Ακολούθως, μια επιδρομή ακρίδας θα προκαλέσει μεγάλες καταστροφές στη γεωργία, γεγονός που θα επιφέρει σιτοδεία.
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ
Όλες οι πιο πάνω θεομηνίες, όπως ξηρασία, ανομβρίες, πλημμύρες, επιδρομή ακρίδας, σεισμοί, επιδημίες, αλλά και οι συχνές επιδρομές, τόσο των Σαρακη­νών όσο και των Μαμελούκων, ήταν οι αιτίες που η Λεμεσός σκιαγραφείτο με μελανά χρώματα από τους ταξιδιώτες και τους περιηγητές της εποχής. Όταν το 1395 ο Ogier d' Anglure έφτασε στην Κύπρο και προσάραξε στο λιμάνι της Λεμεσού, έγραψε σχετικά στο οδοιπορικό του: «Αποβιβαστήκαμε στη Λεμεσό, η οποία κάποτε ήταν μια θαυμάσια πόλη.... Μεγάλο τμήμα της πόλης αυτής είναι ακατοίκητο και όπως γνωρίζω όλες αυτές οι καταστροφές προκλήθηκαν από τους Γενουάτες κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ των ιδίων και του βασιλιά της Κύπρου. Οι Γενουάτες κατέχουν μία ακόμη σπουδαία πόλη με ωραίο λιμάνι, που ονομάζεται Αμμόχωστος». Εξάλλου ο δομινικανός μοναχός Felix Faber, πορεύομενος το 1483 προς τους Αγίους Τόπους επισκέφθηκε τη Λεμεσό και παράθεσε στο ταξιδιωτικό του μία περιγραφή της πόλης. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η πόλη, την οποία αποκαλεί Νιμόνια, είναι επισκοπική έδρα και διαθέτει καλό λιμάνι, είναι όμως μία πόλη ερειπωμένη. Η γεωγραφική της θέση, σημειώνει, είναι πολύ σημαντική, αφού βρίσκεται αντίκρυ σε σπου­δαία λιμάνια όπως η Τύρος και η Σιδώνα. Από εδώ, συνεχίζει, με ούριο άνεμο, μπορεί κανείς να ταξιδέψει σε σπουδαία εμπορικά λιμάνια της περιοχής για εμπορικές υποθέσεις σε ένα ημερονύχτιο. Εδώ στην πόλη της Λεμεσού, γρά­φει, εγκαταστάθηκαν οι Ναΐτες ιππότες, καθώς και οι ιππότες του τάγματος του Αγίου Ιωάννου μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Σαλαδίν. Ο ίδιος ο Faber αποδίδει στα παραπάνω τάγματα την οχύρωση της Λεμεσού και του λιμανιού της κοντά στο οποίο, όπως γράφει, οικοδομήθηκε ισχυρό κάστρο. Μάς πληροφορεί επίσης ότι έκτισαν μοναστήρια και εκκλησίες λατινι­κού δόγματος, των οποίων τώρα μόνο τα ερείπια μπορεί κανείς να αντικρύσει. Η εικόνα αυτή της πόλης, καταλήγει ο δομινικανός μοναχός, ήταν επακόλουθο διαφόρων δεινών που έπληξαν την πόλη, όπως οι επιθέσεις των Σαρακηνών, οι πλημμύρες, οι σεισμοί και άλλα. Δεν παραλείπει όμως να αναφερθεί στους θαυμάσιους αμπελώνες και στα εξαιρετικά κρασιά της Λεμεσού.
ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΑΜΕΛΟΥΚΩΝ
Στις αρχές του 15ου αιώνα η Λεμεσός θα δεχθεί επιθέσεις αντεκδίκησης από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου για τις πειρατίες που διενεργούσε το βασί­λειο της Κύπρου σε δικά τους πλοία. Η ανάμειξη μάλιστα του ιδίου του Philip Picquigny, βαΐλου, διοικητή δηλαδή, της Λεμεσού - γιατί από τις προαναφερό­μενες πειρατίες «εγόραζεν κρυφά τα κούρση»-, όπως γράφει ο Λεόντιος Μαχαιράς, τόσο αυτός όσο και ο διοικητής της Αλυκής εξόργισαν τον σουλ­τάνο της Αιγύπτου. Έτσι το Σεπτέμβριο του 1424 έστειλε έξι γαλέρες εναντίον της Λεμεσού. Ο Φράγκος βασιλιάς Ιανός, για να τους αντιμετωπίσει, έστειλε στη Λεμεσό στράτευμα υπό την αρχηγεία του Philip Provosto. Εκεί, εξαιτίας αποτυχημένων ενεργειών, ο Provosto σκοτώθηκε και οι Μαμελουκοι στη συνέ­χεια λεηλάτησαν την πόλη και αφαίρεσαν τα εμπορεύματα, ιδίως υφάσματα, τα οποία ήταν αποθηκευμένα στην οικία του βαΐλου της βενετικής παροικίας των εμπόρων της Λεμεσού, Alfonso Santamaria. Προτού όμως αναχωρήσουν, μάς πληροφορεί ο Μαχαιράς, συνέχισαν τις καταστροφές: «Και εκάψαν την Λεμεσόν, και έναν καράβιν κρητικόν και έναν κάτεργον κουρσάρικον, τα οποία ήταν συρμένα στην γην. Και ως γοιον έρχουνταν, εμπλάσαν δύο γριππαρίες κουρουκιώτικες και εκάψαν τες... Και επήγαν εις τα Κουβούκλια και εποίκασιν πολλήν ζημίαν...». Σύμφωνα με τις πηγές, επί φραγκοκρατίας, και συγκεκρι­μένα κατά τον 14ο αιώνα, διοριζόταν στη Λεμεσό ένας βάιλος (διοικητής). Το ίδιο στην Πάφο, την Αμμόχωστο, αλλά και στο Ακρωτήριο του Αποστόλου Ανδρέα, στην Καρπασία. Στη Λευκωσία, την αντίστοιχη θέση με αυτή του βάιλου κατείχε ο βισκούντης. Τόσο ο βισκούντης όσο και ο βάιλος ήταν υπεύ­θυνοι για την νόμιμη τάξη της περιοχής στην οποία είχαν δικαιοδοσία. Σε έγγραφο του 1469 ενημερώνεται ο βάιλος Λεμεσού ότι, έπειτα από αίτημα του βάιλου της παροικίας των Βενετών, το Σεκρέτο αναγνώρισε ως Βενετό υπήκοο τον γιό ενός υπαλλήλου τους στη Λεμεσό.
Η πόλη θα δεχθεί νέα επίθεση το επόμενο έτος. Στις 3 Αυγούστου 1425, σύμφωνα με τις ειδήσεις που έφθασαν στο βασιλιά, ο εχθρικός στόλος, αφού προσάραξε στη χερσόνησο της Καρπασίας, έφτασε στη συνέχεια στην περιοχή της Αμμοχώστου και έκαψε τα χωριά Καλοψίδα και Τράπεζα. Στις 10 Αυγού­στου: «...έκαψαν τα Κελλία και την Αραδίππου, και ούλον το απλίκιν το δεσποτι­κών, και το απλίκιν του πύργου της Αλυκής, και την Αγρίνουν, και την Βρωμολαξιάν και το Κίτιν...». Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Μαχαιράς, το κάστρο της Λεμεσού κυριεύθηκε από μία δίοδο του που από παράλειψη έμεινε ανοικτή. Κατά τον ίδιο, κάποιοι σκλάβοι Σαρακηνοί, που εργάζονταν στο κάστρο, γνώρι­ζαν την «...τρύπαν όπου ήτον εις την Λεμεσόν, εις το κάστρον, και δεν ήταν κτι­σμένη αππέσσω». Έτσι υπέδειξαν τη δίοδο στον εχθρό, που κατόρθωσε να το κυριεύσει και μεταξύ άλλων να φονεύσει και αυτόν τον Stefano da Vicenza, διοικητή του κάστρου. Τότε η πόλη λεηλατήθηκε και τα οχυρά του φρουρίου καταστράφηκαν μερικώς. Το καλοκαίρι του 1426 ακολούθησε νέα επίθεση ενα­ντίον της Κύπρου από τους Μαμελούκους. Αυτή τη φορά έφτασαν προς τα νότια παράλια της Κύπρου και κατέλαβαν πρώτα τη Λεμεσό, γεγονός που βύθισε σε θλίψη τον κόσμο της Κύπρου, «...και το να γροικήση ο λαός μας πως επήραν οι Σαρακηνοί την Λεμεσόν, επικράνθησαν πολλά». Αναφερόμενος ο Μαχαιράς στα πιο πάνω γεγονότα μνημονεύει μεταξύ άλλων ότι: «...το κάστρον της Λεμεσού το έκτισεν ο ρε (Τ)ζενίους». Ο φραγκικός στρατός του βασιλείου της Κύπρου, του οποίου ηγήθηκε ο ίδιος ο βασιλιάς Ιανός, αντιμετώπισε το στράτευμα των Μαμελουκων στη μάχη της Χοιροκοιτίας. Ο στρατός του βασιλιά ηττήθηκε και ο ίδιος, καθώς και ένας μεγάλος αριθμός Κυπρίων, που γλίτωσαν το θάνατο, αιχμαλωτίστηκαν και ακολούθως μεταφέρθηκαν στο Κάιρο, ως λάφυρα στον Μαμελούκο σουλτάνο. Έκτοτε η Κύπρος κατέστη φόρου υποτε­λής στην Αίγυπτο πληρώνοντας ετησίως βαρύτατο φόρο σε είδος μάλιστα, όπως καμηλωτά υφάσματα, για τα οποία τότε φημιζόταν. «Τζαμιλότια δια την πάγαν του σουλτάνου», σημειώνει ο Μαχαιράς. Μετά την ήττα στη Χοιροκοιτία, ο ίδιος χρονογράφος αναφέρει την εξέγερση των χωρικών της Κύπρου, όπου τότε, διεκρίθη ως αρχηγός τους στο Λευκόνοικο ο ρε Αλέξης. Στην ίδια εξέ­γερση έλαβαν μέρος και οι κάτοικοι της Λεμεσού, οι οποίοι και εξέλεξαν δικό τους αρχηγό: «Εβαλαν οι χωριάτες καπετάνον εις την Λεύκαν, άλλον καπετάνον εις την Λεμεσόν, άλλον εις την Ορεινήν, και εις την Περιοτερώναν άλλον, και εις την Μόρφου καπετάνον, και εις το Λευκόνοικον ρήγαν Αλέξην, και όλοι οι χωρ-γιάτες εδόθησαν εις την 'πόταξιν του...».
Οι γενουατικές αρχές, που κατείχαν την Αμμόχωστο, ήταν υπεύθυνες τόσο ι   για την άμυνα της Αμμοχώστου όσο και για την άμυνα της Λεμεσού. Μεταξύ του 1457 και του 1461 φρουρούσαν τη Λεμεσό τριάντα έως εξήντα μισθοφόροι υπό τη διοίκηση ενός καπετάνιου. Λάμβαναν για μισθό ένα δουκάτο το μήνα και από την Αμμόχωστο προμηθεύονταν πολεμοφόδια και τροφοδοσία. Για να προσελκύσουν ξένους εμπόρους στο λιμάνι της Αμμοχώστου, οι γενουατικές αρχές, που λόγω του μονοπωλίου που επέβαλαν άφησαν την Αμμόχωστο έξω από τους μεγάλους ναυτικούς άξονες, από τη δεκαετία του 1440 και μετά άρχισαν να χορηγούν με κάποια γενναιοδωρία άδειες σε Έλληνες, σε Ενετούς και σε Φράγκους της Κύπρου, για να πάνε να φορτώσουν μέλι, βαμβάκι, και προπάντων ζάχαρη στην Πάφο ή τη Λεμεσό.
Η ΛΙΜΝΗ (ΑΛΥΚΗ) ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Καταγράφοντας την ιστορία της πόλης της Λεμεσού αυτή την συγκεκριμένη εποχή, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στην παρακείμενη με την d    πόλη Αλυκή, γνωστή ως Αλυκή της Λεμεσού ή Λίμνη της Λεμεσού (lago di Limisso) όπως απαντάται στις πηγές της φραγκοκρατίας. Αξίζει, επίσης, να αναφέρουμε ότι η εκμετάλλευση της Λίμνης της Λεμεσού υπήρξε σημαντικό­τατη πηγή πλούτου, πράγμα που τεκμηριώνεται και μέσα από τη διαθήκη του Κύπριου μεγιστάνα, που ήταν κάτοχος της κατά τον 15ο αιώνα, του Ιωάννη Ποδοκάταρου, πλούσιου εμπόρου και φεουδάρχη της εποχής, στα χέρια του οποίου πέρασε από την βασιλική ιδιοκτησία. Το γεγονός αυτό συνδέεται με την καταβολή λύτρων για την απελευθέρωση του βασιλιά Ιανού, από τους Μαμελούκους, που είχε αιχμαλωτιστεί το 1426 στη μάχη της Χοιροκοιτίας. Ο Ιωάν­νης Ποδοκάταρος είχε καταβάλει τότε ένα μεγάλο ποσό για την απελευθέ­ρωση του βασιλιά και ως αντάλλαγμα τού παραχωρήθηκε η Αλυκή της Λεμε­σού. Από ένα άλλο έγγραφο του 1468 πληροφορούμαστε ότι ο βασιλιάς Ιάκω­βος Β' έδωσε εντολή να πληρωθούν πολύτιμα υφάσματα, τα οποία του προμή­θευσε Βενετός έμπορος από τις εισπράξεις του φόρου για το αλάτι και από την εκμίσθωση της Λίμνης της Λεμεσού. Η Λίμνη της Λεμεσού ήταν φημισμένη και ως ιχθυότοπος. Για να επιδοθεί κάποιος στην αλιεία στο συγκεκριμένο χώρο εκείνη την εποχή όφειλε να πληρώσει φόρο, την gabella, όπως ονομαζό­ταν. Όπως μας πληροφορεί ο Φλώριος Βουστρώνιος, η Λίμνη Λεμεσού είχε πληθώρα ψαριών, ιδίως συναγρίδες (dorade), νοστιμότατες και φημισμένες σε όλη την Κύπρο. Η Λίμνη υπήρξε πηγή εσόδων και ως Αλυκή, για το αλάτι της, παρόλο που αυτό θεωρείτο δεύτερης ποιότητας σε σχέση με το αλάτι των Αλυ­κών της Λάρνακας. Το ετήσιο εισόδημα της Αλυκής της Λεμεσού στην βενε­τική περίοδο ανερχόταν στα 2,000 δουκάτα. Ο Leonardo Dona, γιός του Βενε­τού τοποτηρητή της Κύπρου, επισκέφθηκε το 1557 τη Λίμνη της Λεμεσού και αναφέρεται σε αυτήν σε ένα χειρόγραφο του. Μεταξύ άλλων, σημειώνει ότι την ίδια εποχή που επισκέφθηκε τη Λίμνη της Λεμεσού είχε πληροφορηθεί ότι αυτή είχε εκμισθωθεί από την οικογένεια Κορνάρο. Ο Dona δεν παρέλειψε επί­σης να επισκεφθεί και τη Λεμεσό, την οποία ονομάζει Νέα Λεμεσό (Limisso nuova), και να περιγράψει το κάστρο της, που ήταν μερικώς κατεστραμμένο από τον καιρό του πολέμου, όπως γράφει χαρακτηριστικά. Τέλος, όσον αφορά στη Λίμνη της Λεμεσού, όπως και σήμερα έτσι και τότε, ο χώρος αυτός αποτε­λούσε έναν σπουδαίο υδροβιότοπο και ήταν χώρος θαυμάσιος για κυνήγι. Από την περιοχή Ακρωτηρίου Λεμεσού, τόσο επί φραγκοκρατίας όσο και επί βενετοκρατίας, προμηθεύονταν οι Φράγκοι βασιλείς και αργότερα οι Βενετοί διοι­κητές της Κύπρου κυνηγετικά γεράκια, τα γνωστά φαλκόνια, και στη συνέχεια τα εκπαίδευαν για το κυνήγι.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Μεγάλης σημασίας κείμενο για την ιστορία της εκκλησίας της Κύπρου κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας, αποτελεί το Συνοδικών, κείμενο το οποίο απο­δίδεται στον επίσκοπο Αμαθούντος Γερμανό. Πρόκειται ουσιαστικά για τα πρα­κτικά της συνόδου που συγκάλεσε ο ίδιος στη Λεμεσό, λίγο μετά τη χειροτονία του, στις 28 Ιανουαρίου 1320. Στο κείμενο, ο επίσκοπος που συγκάλεσε την σύνοδο κατονομάζεται ως: «Γερμανός ελέω θεού ταπεινός Επίσκοπος Αμα­θούντος προέδρου (sic) πόλεως Νεμεσού και Κουραίων...». Η λατινική επι­σκοπή περιελάμβανε τις ελληνικές επισκοπές Κουρίου και Αμαθούντος και το 1222 ο Έλληνας επίσκοπος υποχρεώθηκε να μετοικήσει στα Λεύκαρα. Πληρο­φορίες που έχουμε από μία πηγή αναφέρουν ότι από τις 10 Απριλίου 1369 και μετά, ο επίσκοπος Λεμεσού φορολογείτο με 1,000 φιορίνια. Επειδή ο φόρος αυτός αποτελούσε το ένα τρίτο των ετήσιων επισκοπικών εσόδων, συμπεραί­νουμε ότι τα έσοδα της επισκοπής Λεμεσού ανέρχονταν στις 3,000 φιορίνια.
Με βάση τις αναφορές, στους Λατίνους επισκόπους Λεμεσού συγκαταλέγο­νται ο Nicolo Dona το 1479, ο Guy d' Ibelin, ο Galesius de Montolif, ο Pietro Goneme και άλλοι. Από έγγραφα που έχουν διασωθεί σχετικά με τον δομινι­κανό επίσκοπο Λεμεσού, Guy d' Ibelin, προκύπτουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την ιδιωτική ζωή των τότε κληρικών της νήσου. Ο επίσκοπος Λεμεσού Guy d' Ibelin χειροτονήθηκε το 1357 κι ήταν αυτός που έστεψε τον Πέτρο Α', βασιλιά της Κύπρου, και έλαβε μαζί του μέρος στη σταυροφορία της Αιγύπτου. Ο δια­σωθείς κατάλογος των βιβλίων, που περιείχε η βιβλιοθήκη του επισκόπου Λεμεσού, μαρτυρεί την πνευματική καλλιέργεια του. Στα βιβλία του περιλαμβά­νονταν μεταξύ άλλων μία πραγματεία για τις ασθένειες των αλόγων, συγγράμ­ματα φιλοσοφίας και θεολογίας, από τα οποία δεν έλειπαν ούτε τα έργα του Θωμά του Ακινάτη. Όπως φαίνεται από την απογραφή της περιουσίας του μετά το θάνατο του, η κατοικία του Guy d' Ibelin στη Λεμεσό ήταν μάλλον ταπεινή και σχεδόν χωρίς έπιπλα. Το 1436 τοποτηρητής της εκκλησίας της Λεμεσού υπήρξε ο Lancelot Lusignan, από τον βασιλικό οίκο των Λουζινιάν, ανεψιός του καρδιναλίου Ούγου.
Από το 1564 έως ο 1568 τη θέση του τοποτηρητή της Επισκοπής Λεμεσού, όταν ο επίσκοπος Andrea Monecigo βρισκόταν στη Βενετία, είχε ο γνωστός ιστορικός Στέφανος Lusignan. Μάλιστα στις 27 Απριλίου 1588, όταν η Κύπρος πλέον είχε περάσει στην εξουσία των Τούρκων, ο Σίξτος Δ' έχρισε τον Στέ­φανο Lusignan επίσκοπο Λεμεσού κατά τίτλον μόνο (in partibus), τίτλο που διατήρησε ως το θάνατο του.
Η ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΜΙΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ (1296)
Γύρω στο 1296 ο Guillaume de Saint-Etienne ολοκληρώνει στη Λεμεσό τη συγ­γραφή μιας νομικής πραγματείας με τον τίτλο Saterian (διασκευή του lex saturiane), όρο που προσδιόριζε νόμους που αφορούσαν ταυτόχρονα ποικίλα θέματα. Το έργο βασίστηκε σε διάφορα κείμενα, που αφορούσαν στην ιστορία του Τάγματος του Αγίου Ιωάννου των Ιεροσολύμων, καθώς και στον καταστα­τικό χάρτη του τάγματος. Το έργο είναι νομικού, ιστορικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Το ιστορικό του τμήμα δανείζεται στοιχεία από έναν συνεχιστή του Γουλιέλμου της Τύρου, περιλαμβάνει όμως πληροφορίες και από άλλες πηγές. Όλα αυτά τα κείμενα είχαν μεταφερθεί στην Κύπρο μετά την απώλεια του Αγίου Ιωάννη της Άκρας και την εγκατάσταση των Ιωαννιτών στη Λεμεσό. Ο Guillaume de Saint-Etienne έζησε στη Λεμεσό από το 1296 μέχρι το 1303 υπηρετώντας ως δάσκαλος της Κομμανταρίας (Commanderie) του Τάγματος στην Κύπρο. Πιθανολογούμε ότι μετά το 1248 λειτουργούσε στη Λεμεσό σχο­λείο γραμματικής. Το σχολείο πρέπει να λειτουργούσε σύμφωνα με διάταγμα του λεγάτου του πάπα που υποχρέωνε τότε τους χωρεπισκόπους της Αμμοχώ­στου, της Λεμεσού και της Πάφου να συντηρούν ο καθένας από ένα σχολείο γραμματικής.
ΦΥΤΕΙΕΣ ΖΑΧΑΡΟΚΑΛΑΜΟΥ
Το 1458, ο κόμης Γαβριήλ Capodilista από την Πάδοβα της Ιταλίας, πορεύομενος στους Αγίους Τόπους στάθμευσε στη Λεμεσό. Στο οδοιπορικό του περιγρά­φει την πλούσια σε νερά και φυτείες περιοχή της Επισκοπής. Είδε μεταξύ άλλων, όπως γράφει, πλούσια περιβόλια με εσπεριδοειδή καθώς και μπανανιές. Ο Capodilista δεν παρέλειψε να περιγράψει τις μπανανιές, άγνωστα τότε για την Ευρώπη δένδρα καθώς και τα φρούτα τους. Είδε επίσης χαρουπιές, αλλά κυρίως απέραντες εκτάσεις με φυτείες ζαχαροκάλαμου, οι οποίες, όπως γρά­φει, ήταν ιδιοκτησία της βενετικής οικογένειας των Κορνάρο. Όπως αναφέρει, τα περιβόλια αυτά και οι φυτείες ζαχαροκάλαμου, αρδεύονταν από ποτάμια της περιοχής. Βενετικά έγγραφα των ετών 1406 και 1416 μαρτυρούν τη σημασία των υδάτων που προαναφέραμε και μάς κάνουν γνωστή τη διαμάχη που ξέσπασε για την εκμετάλλευση τους μεταξύ της οικογένειας Κορνάρο της Επισκοπής και των ιπποτών του Αγίου Ιωάννου που κατείχαν το γειτονικό Κολόσσι. Η κατά­σταση παρακμής όμως στην οποία βρίσκεται η Λεμεσός εξακολουθεί να εμφανί­ζεται στα κείμενα των περιηγητών. Ο Sebastian Mamerot αναφέρει ότι, φτάνοντας στη Λεμεσό γύρω στο 1470, συνάντησε μια πόλη φτωχή και κατεστραμμένη από τους Μαυριτανούς και τους Σαρακηνούς. Στην πόλη υπήρχαν μόνο δύο φτωχικές εκκλησίες, ο καθεδρικός ναός της Παναγίας και μία άλλη, που είναι ελληνική. Λίγο αργότερα, ο Felix Faber αντίκρισε την ίδια εικόνα στην πόλη, ενώ μεταξύ άλλων σημειώνει ότι η Λεμεσός διαθέτει μόνο μία αξιοθρήνητη εκκλησία που στέκει όρθια και αυτή χωρίς καμπάνες. Τέλος, ο Francesco Suriano αναφέρει ότι η Λεμεσός είναι εντελώς κατεστραμμένη εξαιτίας των πο­λέμων και των σεισμών.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΚΟΛΟΣΣΙΟΥ
Σημαντικό μνημείο της περιοχής της Λεμεσού κατά τα χρόνια της Φραγκοκρα­τίας αποτελεί αναμφισβήτητα το κάστρο του Κολοσσίου. Το τοπωνύμιο Κολόσσι απαντάται στις πηγές στα μεσαιωνικά χρόνια ως Colos, ενώ η ονομασία Κολόσσι απαντάται από τον 13ο αιώνα. Ήδη από το Σεπτέμβριο του 1210 το Κολόσσι παραχωρήθηκε ως δωρεά στους Ιωαννίτες ιππότες από τον Ούγο Α', Φράγκο βασιλιά της Κύπρου. Στη συνέχεια, όταν οι τελευταίες χριστιανικές κτήσεις στη Συρία πέρασαν στα χέρια των Αράβων, οι Ιωαννίτες αντικατέστη­σαν το σπουδαίο φρούριο που απώλεσαν στην Άκρα με το φρούριο που οικο­δόμησαν στο Κολόσσι. Στις αρχές του 14ου αιώνα το Κολόσσι είχε περάσει για σύντομο χρονικό διάστημα στην εξουσία των Ναϊτών ιπποτών, λίγο πριν από την οριστική διάλυση του τάγματος τους. Όπως αναφέρει ο Φλώριος Βου-οτρώνιος, το φρούριο και το χωριό Κολόσσι ήταν πλέον το 1308 στην εξουσία των Ιωαννιτών ιπποτών. Έκτοτε το Κολόσσι αποτέλεσε την έδρα του τάγματος τους, της γνωστής ως Μεγάλης Κομμανταρίας, της ανώτερης δηλαδή στρα­τιωτικής διοίκησης. Η μεγάλη Κομμανταρία ήταν πλούσια σε γεωργικά προϊό­ντα, όπως σιτηρά, βαμβάκι, ζαχαροκάλαμο, αμπέλια, ελαιόδενδρα και χάρου- πιες. 'Αλωστε, το φημισμένο από τα μεσαιωνικά χρόνια κρασί της Κύπρου, η γνωστή κουμανταρία, οφείλει την ονομασία του από την ίδια τη μεγάλη Διοί­κηση (Commanderie). Όπως αναφέραμε πιο πάνω, η εκμετάλλευση του νερού της περιοχής από τους Ιωαννίτες του Κολοσσίου και τους Κορνάρους της Επι­σκοπής για τις φυτείες τους, υπήρξε η αιτία διαμάχης που διήρκεσε πολλά χρόνια. Το Κολόσσι δέχθηκε επιθέσεις και υπέστη καταστροφές, τόσο από τους Γενουάτες, το 1372 και το 1402, όσο και από τους Μαμελούκους, το 1413, 1425 και 1426. Το 1460 οι Ιωαννίτες τήρησαν στάση ουδετερότητας στον πόλεμο μεταξύ του Ιακώβου Β' του Νόθου, του σουλτάνου της Αιγύπτου και του Λουδοβίκου της Σαβοΐας. Το φρούριο του Κολοσσίου, που σώζεται έως σήμερα, κτίστηκε κατά τον 15ο αιώνα και φαίνεται ότι άντεξε στους ισχυρούς σεισμούς που έπληξαν και κατέστρεψαν τη Λεμεσό και την γύρω περιοχή το 1567 και το 1568. Η όλη εμφάνιση του φρουρίου παραπέμπει σε παρόμοιους και μεγάλων διαστάσεων πύργους, που συναντά κανείς στην Ευρώπη και ιδιαί­τερα στη Γαλλία την ίδια περίπου εποχή. Το οικοδόμημα φέρει τα οικόσημα του βασιλείου της Κύπρου και της Αρμενίας, που άρχισαν να χρησιμοποιού­νται μετά το 1393, καθώς και τα οικόσημα του μεγάλου διοικητή του τάγματος. Μάλλον πρόκειται για τον μεγάλο μάγιστρο Antoine Fluvian, που ανήλθε στη θέση το 1421, ή τον διάδοχο του, Jean de Lastic (1427). Υπάρχουν επίσης τα οικόσημα του μεγάλου μάγιστρου Jean de Milli (1454-1461), καθώς και ένας θυρεός αταύτιστος, που πρέπει όμως να αποδοθεί σε κάποιον άλλο μεγάλο μάγιστρο. Τα οικόσημα αυτά αποτελούν ένδειξη ότι το φρούριο πιθανόν δεν είχε αρχίσει να οικοδομείται πριν από το 1421 και ότι η αποπεράτωση της οικο­δόμησης του πρέπει να έγινε γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα. Το 1488, το Κολόσσι περιέρχεται στην κατοχή της οικογένειας Κορνάρο και συγκεκριμένα στην κατοχή του αδελφού της βασίλισσας Αικατερίνης, Γεωργίου. Ο Γεώργιος, αφού έπεισε την αδελφή του να παραιτηθεί από τα δικαιώματα της επί του θρόνου της Κύπρου, πήρε από τη Γαληνότατη ως αντάλλαγμα τα δεκατέσσερα χωριά που αποτελούσαν την Κομμανταρία της Ρόδου στην Κύπρο. Έκτοτε ο αρχηγός της οικογένειας έφερε τον τίτλο του μεγάλου ιππότη. Μετά την κατά­κτηση της Κύπρου από τους Τούρκους, ο τίτλος ήταν απλώς και μόνο τιμητι­κός, ενώ το 1799 πέρασε στην βενετική οικογένεια των Mocenigo μέσω επιγαμίας με ένα μέλος της οικογένειας των Κορνάρο.
Το φρούριο του Κολοσσίου περιέγραψε πρώτη φορά τον 16ο αιώνα ο Φλώριος Βουστρώνιος, λίγο αργότερα αναφέρθηκε σε αυτό ο Στέφανος Lusignan και το 1847 το μελέτησε ο Louis de Mas Latrie. Με περισσότερη πληρότητα όμως μελετήθηκε από τον βαρώνο Rey και, παρόλο που ο ίδιος δεν το είχε επισκεφθεί, κατόρθωσε να δώσει μία ακριβή περιγραφή στη βάση των πληρο­φοριών των de Vogue και Duthoit. Το φρούριο είναι κτισμένο σε πεδιάδα και ελέγχει το δρόμο από τη Λεμεσό προς την Πάφο αντικρίζοντας την περιοχή Ακρωτηρίου, ώστε στην εποχή του ως αμυντικό έργο προσέφερε ασφάλεια στην περιοχή. Το υφιστάμενο φρούριο διαδέχθηκε ένα παλαιότερο κτίσμα, που ανάγεται στον 13ο αιώνα. Έχει πλάτος 21 μέτρα και ύψος 29 μέτρα, ενώ οι τοί­χοι του είναι πάχους 3 μέτρων. Αποτελείται από τρία πατώματα και το ισόγειο φαίνεται να χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος. Το δεύτερο πάτωμα διαιρεί­ται σε δύο μεγάλες αίθουσες. Στη δυτική αίθουσα υπάρχει ένα τζάκι και στην ανατολική μια μεγάλη τοιχογραφία, συνήθης και χωρίς κάποια τεχνοτροπία, στην οποία απεικονίζεται η Σταύρωση του Ιησού πλαισιωμένου από την Πανα­γία και τον Άγιο Ιωάννη. Το τρίτο πάτωμα επίσης αποτελείται από δύο μεγάλες αίθουσες με τζάκι και θα ήταν προφανώς κατοικία του μεγάλου διοικητή. Κάθε δωμάτιο έχει 4 παράθυρα στα οποία αντιστοιχούν καθίσματα λαξευμένα στον τοίχο του φρουρίου. Στις τέσσερις πλευρές της οροφής υπάρχουν 19 πολεμίστρες. Υπάρχει, επίσης, και η λεγόμενη καταχύστρα, επάνω ακριβώς από την είσοδο του φρουρίου, απ' όπου έριχναν στον εχθρό ζεματιστό λάδι για να εμποδίσουν την είσοδο του στο φρούριο. Στην ανατολική πλευρά του φρου­ρίου βρίσκεται το οικόσημο των Lusignan πλαισιωμένο από τα οικόσημα των δύο μεγάλων μαγίστρων του τάγματος, Lastic και de Milli. Στη νότια πλευρά του φρουρίου εξασφαλιζόταν η είσοδος στο δεύτερο πάτωμα με μία κρεμαστή γέφυρα. Τόσο η κρεμαστή γέφυρα όσο και η βάση που την στήριζε αντικατα­στάθηκαν το 1933 με πέτρινη σκάλα, αυτήν που υπάρχει μέχρι σήμερα και μιαν άλλη, επίσης νέα, κινητή γέφυρα. Τέλος, στα ανατολικά του φρουρίου ευρί­σκονται τα κατάλοιπα οικοδομήματος, που αποτελούσε εργοστάσιο παραγω­γής ζάχαρης από τις φυτείες ζαχαροκάλαμου, που υπήρχαν τότε άφθονες στη γύρω περιοχή.
ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ
Φαίνεται ότι η πόλη της Λεμεσού δεν ανέκαμψε ούτε κατά τα χρόνια της βενε­τικής κυριαρχίας από τις καταστροφές που είχε υποστεί από τους προηγούμε­νους αιώνες, όπως οι επιθέσεις των Γενουατών το 1330 και των Μαμελούκων το 1426, αλλά και οι σεισμοί του 1439. Έτσι, όπως τεκμηριώνεται μέσα από τις πηγές, η εικόνα της Λεμεσού την περίοδο αυτή είναι εικόνα παρακμής. Η πόλη φαίνεται ότι είχε χάσει ολότελα το αστικό της καθεστώς πριν από την έναρξη της ενετικής διακυβέρνησης. Πηγές από τα έτη 1540 και 1550 εκτιμούν ότι ο πληθυσμός της Λεμεσού ήταν περίπου 500 με 600 ψυχές, ενώ έγγραφο της απογραφής του πληθυσμού της Κύπρου του έτους 1563 αναφέρει ότι οι κάτοι­κοι" της ανέρχονταν στους 800. Σχετικά με τις καλλιέργειες ζαχαροκάλαμου και την παραγωγή ζάχαρης, η γειτονική με την Λεμεσό Επισκοπή αποτελούσε και επί βενετοκρατίας το κύριο κέντρο καλλιέργειας και παραγωγής. Στην περιοχή Λεμεσού υπήρχε μεγάλη παραγωγή και εξαγωγή χαρουπιών, καθώς και καλλιέργειες από βαμβάκι.
Ο ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΣ ΣΕΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1491 ΚΑΙ Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΤΟ 1539
Σημαντική χρονολογία, τόσο για την ιστορία της πόλης της Λεμεσού όσο και για την ιστορία της μεγαλονήσου, αποτελεί η 24η Απριλίου 1491, ημερομηνία κατά την οποία έγινε ένας από τους πιο καταστροφικούς σεισμούς που έπλη­ξαν ποτέ την Κύπρο. Στον καταστροφικό αυτό σεισμό αναφέρονται τόσο οι περιηγητές και οι χρονογράφοι όσο και κάποια βενετικά έγγραφα, καθώς και κάποιες χρονογραφικές σημειώσεις σε κυπριακά χειρόγραφα. Ο ιερέας της Κοφίνου παπά Αθανάσιος Φόρης σημείωσε στην αρχή ενός κώδικα τις κατα­στροφές που προκάλεσε ο σεισμός στην Κύπρο και όσον αφορά τη Λεμεσό γράφει ότι καταστράφηκε ο θόλος της Καθολικής εκκλησίας Λεμεσού, που ήταν αφιερωμένος στον ζωοδότη Σταυρό. Φαίνεται ότι μετά την καταστροφή της από το σεισμό η εκκλησία αυτή δεν ξανακτίστηκε. Εξάλλου η σημερινή Καθολική Λεμεσού, που είναι σύγχρονη, είναι αφιερωμένη στην Παναγία. Επι­τύμβια μαρτυρία του 13ου αιώνα βεβαιώνει ότι στη θέση της σημερινής Πανα­γίας της Καθολικής υφίστατο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους μοναστήρι Φραγκισκανών, στη θέση του οποίου κτίστηκε άλλη εκκλησία τον 16ο αιώνα.
Ένα άλλο επίσης έγγραφο, που προέρχεται από το Κρατικό Αρχείο του Μιλάνου και αναφέρεται στις καταστροφές του μεγάλου σεισμού, γράφει ότι στη Λεμεσό καταστράφηκε ο πύργος και το φρούριο, το κάστρο δίπλα στη θάλασσα, καθώς και όλα τα σπίτια και οι εκκλησίες της πόλης. Ο περιηγητής Dietrich von Schachten από την Έσση που έφθασε στην  Κύπρο το καλοκαίρι του 1491 γράφει στο οδοιπορικό του για το σεισμό και αναφέρεται και στη Λεμεσό την οποία έτυχε να επισκεφθεί δύο φορές, μία κατά το ταξίδι του στους Αγίους Τόπους και μία άλλη κατά την επιστροφή του, όπου τότε μάλιστα αναγκάστηκε να παραμείνει στο νησί σχεδόν ένα μήνα.
Όταν έφθασε πρώτη φορά στη Λεμεσό, τον Ιούλιο του 1491, έγραψε σχε­τικά: «Η Λεμεσός ήταν κάποτε μια ωραία πόλη, αλλά τώρα μοιάζει με χωριό. Διαθέτει, όμως, ένα ισχυρό φρούριο στη θάλασσα, τμήμα του οποίου έχει καταστρέψει ο σεισμός. Από τον ίδιο σεισμό επίσης, επειδή το έδαφος έχει χωριστεί στα δύο, καταστράφηκαν πολλές εκκλησίες και κατοικίες, καθώς επί­σης και η κατοικία του επισκόπου». Τις ίδιες πληροφορίες μάς δίνουν επίσης και άλλοι περιηγητές, μεταξύ αυτών ο Μιλανέζος ιερέας Pietro Casola, ο Γερ­μανός ευγενής Alexander von Zweibrucken, και άλλοι. Ο πρώτος, σημειώνει για τα σπίτια της Λεμεσού: «Οι κάτοικοι της πόλης δεν ξοδεύουν πολλά χρή­ματα για να καλύψουν τις κατοικίες τους, γιατί χρησιμοποιούν για αυτές πρά­σινα κλαδιά ή καλάμια». Ο δεύτερος, γράφει ότι η πόλη δεν διαθέτει σπίτια παρά μόνο μικρές καλύβες, όπου κατοικούν φτωχοί άνθρωποι. Τα παραπάνω μαρτυρούν μάλλον τις καταστροφές που προκάλεσε ο σεισμός, τόσο στα σπί­τια όσο και στις εκκλησίες. Μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1491 η Λεμεσός δέχθηκε επίθεση και υπέστη καταστροφές από τους Οθωμανούς κατά τη διάρκεια του βενετοτουρκικού πολέμου των ετών 1537-1540. Η επίθεση αυτή συνέβηκε στις 14 Μαΐου του 1539. Σύμφωνα με την αναφορά του Βενετού καπετάνιου Αμμοχώστου, Andrea Dandolo, οκτώ πολεμικά πλοία (fuste) λεηλά­τησαν τις Αλυκές (Λάρνακα) και τη Λεμεσό όπου, αφού πρώτα κατέλαβαν το κάστρο της πόλης, στη συνέχεια το έκαψαν.
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Οι περιηγητές συνεχίζουν να αποκαλούν τη Λεμεσό χωριό και να σημειώνουν ότι κάποτε ήταν σπουδαία πόλη, καθόλο το διάστημα της βενετοκρατίας. Ο Le Saige, έμπορος μεταξιού από το Douai, έφθασε στη Λεμεσό το 1518, και την αποκαλεί χωριό που γειτνιάζει με τη θάλασσα και μοιάζει σαν να μην έχει λιμάνι. Στη συνέχεια γράφει ότι η Λεμεσός έχει ισχυρό φρούριο και η ίδια κάποτε ήταν μια πόλη μεγάλη και οχυρωμένη. Ακόμα και αυτό το κρασί της Λεμεσού, που οι άλλοι ταξιδιώτες εκθειάζουν, δεν άρεσε στον Le Saige όταν το δοκίμασε, γιατί, όπως σημειώνει, μύριζε πίσσα, την οποία οι παραγωγοί συνήθιζαν να βάζουν στα πιθάρια τους, όπου το αποθήκευαν. Την καταστροφή του κάστρου της Λεμεσού από τους Οθωμανούς το 1539 αναφέρει και ο Άγγλος περιηγητής John Locke στο ταξιδιωτικό του, όταν επισκέφθηκε την πόλη το 1552. Αυτή η πόλη, γράφει, είναι κατεστραμμένη και τίποτα αξιόλογο δεν έχει να επιδείξει εκτός από το φρούριο της. Όμως και αυτό, συνεχίζει, παρουσιάζει τώρα εικόνα παρακμής και ένα τμήμα του είναι ερειπωμένο, γιατί καταστράφηκε εδώ και 10 ή 12 χρόνια από τους Τούρκους. Ο Locke εντυπω­σιάστηκε κατά την επίσκεψη του στην αγορά της Λεμεσού. Εκεί αντίκρυσε πρώτη φορά, όπως γράφει, σμήνος ακρίδες, που ταλάνιζαν την Κύπρο πολύ συχνά εκείνη την εποχή. Στη συνέχεια αναφέρεται στον τρόπο που οι χωρικοί της περιοχής της Λεμεσού προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τις ακρίδες που κατέστρεφαν τις εσοδείες.
Μία ιστορική είδηση από βενετικό έγγραφο του 1491 που αφορά στη Λεμεσό αποδεικνύει ότι η παρακμή της πόλης είχε ήδη επισυμβεί πριν από τον μεγάλο καταστροφικό σεισμό, που και αυτός, ασφαλώς, επιδείνωσε την όλη κατάσταση. Το 1491, η Κοινότητα Αμμοχώστου, με πρέσβη τον Ιωάννη Ανδρεούτση, υπέβαλε μεταξύ άλλων αιτημάτων στη Γαληνότατη και το αίτημα για διαμεσολάβηση της Αυθεντίας στην Αγία Έδρα, ώστε να ενωθεί η Λατινική επι­σκοπή της Λεμεσού με εκείνην της Αμμοχώστου. Η κοινότητα υποστήριξε ότι η επισκοπή Λεμεσού βρισκόταν σε μεγάλη οικονομική ένδεια και η πόλη της Λεμεσού είχε καταντήσει ένα χωριό, που δεν δικαιολογούσε την ύπαρξη λατίνου επισκόπου. Μια άλλη ιστορική είδηση, που προέρχεται και αυτή από βενε­τική πηγή του 1507, μάς πληροφορεί ότι το αρχαίο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη de Monfort, που βρίσκεται στη Λευκωσία και έχει ετήσιο εισόδημα 200 δουκάτα, είχε παραχωρηθεί από το βασιλιά Ιάκωβο Β' στον επίσκοπο Λεμεσού Αντώνιο de Cucanea και ακολούθως στους διαδόχους του, οι οποίοι φρόντι­ζαν μόνον να ιδιοποιούνται τα εισοδήματα του και το άφησαν να περιέλθει σε παρακμή και εγκατάλειψη.
ΕΚΛΟΓΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ
Μια άλλη ιστορική είδηση, που αφορά στην πόλη της Λεμεσού και προέρχεται από ανέκδοτο βενετικό έγγραφο του 1567, αναφέρεται στην εκλογή ορθόδο­ξου επισκόπου Λευκάρων, επισκόπου δηλαδή Λεμεσού. Το Σεπτέμβριο του 1567 επίσκοπος Λεμεσού (vescovo di Limisso) εξελέγη, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ο παπά Ιωάννης, οικονόμος της εκκλησίας της Παναγίας της Οδηγήτριας Λευκωσίας. Σε βενετικό έγγραφο του 1546 επικυρώνεται η εκλογή του παπά Ιωάννη Σμερλίνο ως επισκόπου Λευκάρων και Λεμεσού (di Lefcara e Limisso) και επίσης σε ένα άλλο του 1548 η εκλογή του Στέφανου Φλαγκή.
Το1521, ένα από τα αιτήματα που υπέβαλαν οι πρέσβεις της κοινότητας της Λευκωσίας στην Αυθεντία αφορούσε στους παροίκους που εγκατέλειπαν συνέ­χεια το νησί, γεγονός που ζημίωνε τόσο το Δημόσιο Ταμείο όσο και τους φεου­δάρχες, επειδή ακριβώς δεν εφαρμόζονταν τα σχετικά μέτρα και οι ποινές που είχαν θεσπιστεί. Ιδιαίτερα τα δύο μεγάλα και ισχυρά χωριά στη Λεμεσό, η Επι­σκοπή των Κορνάρων και το Κολόσσι της Μεγάλης Κομανταρίας, προσέφεραν καταφύγιο στους φυγάδες παροίκους του νησιού, γι' αυτό η Κοινότητα ζητούσε από την Αυθεντία να ενεργήσει ώστε τα παραπάνω χωριά να μην προσφέρουν άσυλο στους παροίκους και οι τελευταίοι να αποβάλουν την τάση φυγής. Ένα άλλο αίτημα της ίδιας πρεσβείας αφορούσε και πάλι στη Λεμεσό και με αυτό η Κοινότητα ζητούσε να οριστεί ξανά η πόλη, μαζί με την Πάφο, τόπος παράδο­σης του αλατιού στους χωρικούς. Όλοι οι χωρικοί, από 15 χρόνων και άνω, πλήρωναν από παλαιότερα ένα βυζάντιο για να έχουν το δικαίωμα να παίρνουν ανάλογη ποσότητα ψιλό αλάτι, που προς εξυπηρέτηση τους παραδιδόταν αλε­σμένο στη Λεμεσό ή στην Πάφο. Επειδή από μια περίοδο και μετά η συνήθεια της παράδοσης του αλατιού στις πιο πάνω πόλεις δεν εφαρμοζόταν, οι χωρικοί των επαρχιών αναγκάζονταν να διανύσουν απόσταση εξήντα με ογδόντα μιλίων για να μεταβούν στις Αλυκές. Το Κολλέγιο αποφάσισε όπως η βενετική διοίκηση στην Κύπρο αποστέλλει δια θαλάσσης στη Λεμεσό και στην Πάφο την αναγκαία ποσότητα αλατιού για την εξυπηρέτηση των κατοίκων.
Όπως αναφέρεται σε αίτημα της κοινότητας Λευκωσίας προς τη Βενετία το 1559, ο αρχιεπίσκοπος και οι Λατίνοι επίσκοποι συνήθιζαν κατά την βενετική περίοδο να μισθοδοτούν δύο δασκάλους των γραμμάτων και της θεολογίας για να διδάσκουν τους υφιστάμενους τους καθώς και άλλα πρόσωπα. Επειδή όμως η συνήθεια αυτή σταμάτησε να εφαρμόζεται, πολλά άτομα εγκατέλειπαν τις εκκλησίες και άρχισαν να πηγαίνουν στο εξωτερικό για να σπουδάσουν. ΓΓ αυτό, στο προαναφερθέν αίτημα, ζητείται από την Αυθεντία να δώσει εντολή στη βενετική διοίκηση του νησιού να παρέμβει, ώστε να διατίθεται κάθε χρόνο ένα ποσό από τα εισοδήματα του αρχιεπισκόπου και των επισκόπων της Πάφου και της Λεμεσού για τη μισθοδοσία ενός ή δύο δασκάλων.
ΛΕΜΕΣΟΣ: Η ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Μία ενδιαφέρουσα και σπάνια πληροφορία για τη Λεμεσό αναφέρεται στα Ημερολόγια του σπουδαίου Βενετού χρονογράφου Marino Sanuto το 1533. Σύμφωνα με επιστολή του τότε Βενετού τοποτηρητή και μετέπειτα δόγη, Marco Antonio Trevisan, επειδή οι ορθόδοξοι επίσκοποι (vescovi greci) Πάφου και Λεμεσού είχαν πεθάνει, έπρεπε να διενεργηθούν εκλογές για πλήρωση των επισκοπών. Έτσι, για την Πάφο εξελέγη επίσκοπος ο Νικόλαος Mortato και για τη Λεμεσό, ο πρωτόπαπας της Αγίας Οδηγήτριας Λευκωσίας, Πέτρος Generin. Η σημασία όμως αυτής της ιστορικής είδησης έγκειται στο ότι η Λεμεσός απα­ντάται στη συγκεκριμένη πηγή ως Bericaria, γεγονός που μαρτυρεί ότι η ανά­μνηση της άφιξης του Άγγλου βασιλιά στη Λεμεσό κατά την Τρίτη Σταυροφο­ρία, καθώς και η τέλεση των γάμων του με τη Βερεγγάρια το 1192, υπήρξε πολύ ισχυρή, ώστε η πόλη της Λεμεσού να αποκαλείται σε ένα τέτοιο βενετικό κείμενο, Βερεγγάρια. Εξ' όσων γνωρίζω δεν υπάρχει άλλη πηγή, παλαιότερη ή νεώτερη, στην οποία να απαντάται η Λεμεσός με την ονομασία Βερεγγάρια.

ΕΛΑΦΡΥ ΙΠΠΙΚΟ (STRADIOTI) ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΗ ΛΕΜΕΣΟΥ
Από τα μέσα του 15ου αιώνα, στο πλαίσιο των πολεμικών αναγκών της για τη συγκρότηση ελαφρού ιππικού, η Γαληνότατη Δημοκρατία προσελάμβανε
μισθοφόρους πολεμιστές, γνωστούς στις βενετικές πηγές ως stradioti, λέξη που προέρχεται από την ελληνική λέξη στρατιώτης. Ήδη από την εποχή της βενετικής προστασίας στην Κύπρο, από το 1473 δηλαδή, είχε αποσταλεί από αποικίες της Βενετίας ελαφρύ ιππικό στο νησί για την καλύτερη άμυνα του. Το ελαφρύ ιππικό αποτελούσαν κυρίως εξελληνισμένοι Αλβανοί, Ελληνοαλβανοί δηλαδή, οι stradioti, όπως ήδη προαναφέραμε. Οι ιππείς αυτοί στρατολογήθηκαν κυρίως από ελληνικές περιοχές που αποτελούσαν κτήσεις των Βενετών. Οι stradioti υπήρξαν γενναίοι πολεμιστές, ορμητικοί και φοβεροί στις συγκρούσεις, τέλειοι γνώστες της ιππευτικής, ανθεκτικοί στις κακουχίες, λιτοδίαιτοι και, τέλος, πιστοί σε αυτούς που υπηρετούσαν. Αργότερα, κυρίως το 1540, μετά την πτώση της Μονεμβασίας και του Ναυπλίου στα χέρια των Τούρκων, πολλοί εγκαταστάθηκαν με τις οικογένειες τους στην Κύπρο. Τους παραχωρήθηκαν τότε επίσης κτήματα στην περιοχή Πωμού και Τηλλυρίας, καθώς και ένα χωριό στην περιοχή Αμμοχώστου, το οποίο σήμερα δεν υφίσταται πλέον, απαντάται       όμως στα βενετικά έγγραφα και στην προφορική παράδοση της περιοχής του  χωριού Αυγόρου. Όπως μαρτυρείται στην έκθεση του Domenigo Trevisan, Βενετού καπετάνιου Αμμοχώστου, η Λεμεσός, καθώς και η γύρω περιοχή, είχε το 1560 ισχυρή ακτοφρουρά από stradioti. Από την ίδια πηγή πληροφορούμα­στε ότι υπεύθυνος για τη φρούρηση της με 50 ιππείς σε αυτή την ίδια τη Λεμεσό ήταν ο διοικητής (capitano) Δημήτριος Μάνεσης, γόνος σπουδαίας οικογένειας stradioti με καταγωγή από το Ναύπλιο. Στις ακτές, επίσης, της Λεμεσού υπηρετούσε ως διοικητής ο Ανδρέας Ροντάκης με 29 ιππείς και στο Βασιλοπόταμο ο συγγενής του, Κόντος Ροντάκης, με 19 ιππείς. Ο Κόντος Ροντάκης έπεσε το 1571 κοντά στην Αμμόχωστο σε ενέδρα εναντίον των Τούρ­κων. Στον άνισο εκείνο πόλεμο μεταξύ των υπερασπιστών της Κύπρου και των ορδών του Λαλά Μουσταφά το 1570-1571, υπερασπίσθηκαν ή έχασαν τη ζωή τους και άλλα μέλη της ιδίας οικογένειας. Εξάλλου, στην γειτονική Αυδήμου, τα παράλια φρουρούσε ο διοικητής Ανδρέας Κουρτέσης με 27 ιππείς. Ο Κουρτέσης βρισκόταν ακόμη το 1570 στην Κύπρο, και ως καπετάνιος ανέλαβε μαζί με άλλους την υπεράσπιση της Λευκωσίας. Την επιδεξιότητα των stradioti στην κονταρομαχία παρατήρησε ο Γάλλος κληρικός Denis Possot όταν επισκέ­φθηκε το 1532 την Κύπρο. Στο πανηγύρι του Αγίου Ιωάννη, στη Λεμεσό, είδε σε μια κονταρομαχία, όπως γράφει, τους πιο επιδέξιους κονταρομάχους και τα πιο εκπαιδευμένα άλογα, το δε βραβείο κέρδισε ένας Αλβανός stradioto.
ΣΧΕΔΙΟ ΤΩΝ ΒΕΝΕΤΩΝ ΓΙΑ ΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Αναφορικά με τις οχυρώσεις της Κύπρου, ενώ η βενετική διοίκηση έδειξε ιδιαί­τερη φροντίδα και δαπάνησε υψηλά ποσά για την επισκευή των οχυρώσεων της Αμμοχώστου και της Κερύνειας και στην πρωτεύουσα κατασκεύασε, σύμ­φωνα με το προμαχωνικό σύστημα, νέα οχύρωση, αντιθέτως, δεν έδειξε την ίδια προσοχή για το φρούριο της Λεμεσού, τους δύο πύργους που φρουρού­σαν το λιμάνι της Πάφου, καθώς και τα φρούρια του Πενταδάκτυλου. Εντού­τοις, το 1540 η βενετική Σύγκλητος απέστειλε στην Κύπρο τον Alvise da Ponte να διερευνήσει την περιοχή Λεμεσού και να ετοιμάσει έκθεση για το κατά πόσο θα μπορούσε να οικοδομηθεί εκεί ένα φρούριο. Το 1558, έπειτα από αίτημα της κοινότητας της Λευκωσίας προς τις βενετικές αρχές που ισχυρίζο­νταν ότι σε καιρούς έκτακτης ανάγκης η Αμμόχωστος δεν θα ήταν ικανή να προσφέρει άμυνα σε όλους, ετοιμάσθηκε ένα σχέδιο για οικοδόμηση μεγάλου φρουρίου στις νότιες ακτές της Κύπρου. Τότε, ο επιφανής στρατιωτικός μηχα­νικός Ιωάννης Ιερώνυμος Sanmicheli, προγραμμάτισε να οικοδομήσει στη Λεμεσό, σύμφωνα με σχέδιο Βενετών εμπειρογνωμόνων, μία οχύρωση με δώδεκα προμαχώνες. Η οχύρωση θα είχε περίμετρο τρία μίλια και προβλεπό­μενο ύψος δαπάνης 100,000 δουκάτα. Το έργο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε και ο ίδιος ο Sanmicheli πέθανε από ελώδη πυρετό στην Αμμόχωστο το επό­μενο έτος. Στα Κρατικά Αρχεία Βενετίας σώζεται έκθεση του, στην οποία κατα­γράφονται οι δυσκολίες τις οποίες, όπως έγραφε, θα αντιμετώπιζε για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου έργου.
ΔΙΟΙΚΗΤΕΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΠΙ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ
Στα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας, λόγω της μεγάλης σημασίας της, η Αμμόχωστος ήταν υπό τη διοίκηση ενός Ενετού καπετάνιου. Για στρατιωτικούς λόγους αποστέλλονταν, επίσης, Ενετοί διοικητές στην Κερύνεια και την Πάφο, όπου υπήρχαν φρούρια, και στις Αλυκές, για τη μεγάλη οικονομική σημασία τους. Όλες οι άλλες επαρχίες είχαν Κύπριους διοικητές.
Η Λεμεσός, παρόλο που βρισκόταν σε παρακμή, συνέχισε να έχει μια κάποια σημασία, αφού διέθετε ένα μικρό λιμάνι που εξυπηρετούσε την τοπική και κάποτε τη διεθνή ναυτιλία, ένα μισοερειπωμένο κάστρο, και ίσως ένα ένδοξο παρελθόν. Για το λόγο αυτό διοριζόταν σε αυτήν ένας κυβερνήτης με τον τίτλο του καπετάνιου, από τους ευγενείς της Λευκωσίας, που είχε και στρατιωτική εξουσία. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το 1505 διοικητής Λεμεσού υπήρξε ο Νικόλαος Συγκλητικός, μέλος της οικονομικά εύρωστης οικογένειας των Συγκλητικών της Κύπρου. Ο Νικόλαος Συγκλητικός ήταν φεουδάρχης και έμπορος, κυρίως βαμβακιού, το οποίο διοχέτευε στις αγορές της Βενετίας. Ο αδελφός του, Ευγένιος, ο πλουσιότερος ίσως Κύπριος στις αρχές του 16ου αιώνα και κόμης Rocca, υπήρξε ο κτήτορας της εκκλησίας και του μοναστη­ριού του Αγίου Μάμαντος Μόρφου. Ως διοικητής Λεμεσού υπηρέτησε το 1509 και ο Πέτρος Ποδοκάταρος. Επίσης σε ανέκδοτο έγγραφο των Κρατικών Αρχείων Βενετίας ως διοικητής Λεμεσού μνημονεύεται ο Cesare Ficardo.
ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΤΟ 1570
Η Κύπρος ζούσε κάτω από την μόνιμη απειλή των Οθωμανών, των οποίων η ισχύς αυξανόταν συνεχώς, αφού σιγά-σιγά οι βενετικές κτήσεις, η μία μετά την άλλη, περνούσαν υπό την εξουσία τους. Μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου από τους Οθωμανούς το 1518, στην οποία η Κύπρος ήταν φόρου υποτελής από το 1426, συνέχισαν και οι Βενετοί να καταβάλλουν το φόρο υποτελείας στους Οθωμανούς, πολύ συχνά δε, αντιμετώπιζαν τις απειλές τους. Το 1570 ο σουλτά­νος Σελίμ Β', ζήτησε με απεσταλμένο στη Βενετία να του παραδοθεί η Κύπρος, απειλώντας μάλιστα ότι σε περίπτωση άρνησης θα κηρύξει πόλεμο εναντίον της Γαληνότατης για να καταλάβει το νησί. Ακολούθησε ο γνωστός πόλεμος της Κύπρου, που διήρκεσε από το 1570 έως το 1571, μέχρι και την κατάληψη της Αμμοχώστου, οπότε περνώντας η Κύπρος στην εξουσία των Τούρκων κατέληξε από βασίλειο να γίνει επαρχία του ανατολικού τμήματος τού οθωμανικού κρά­τους. Οι πρώτες επιθέσεις των Τούρκων για κατάληψη της Κύπρου έπληξαν τη Λεμεσό. Ο στόλος των Τούρκων αποβιβάστηκε πρώτα στη Λάρα της Πάφου και ακολούθως στο Κάβο Γάτα, στη Λεμεσό. Αφού πρώτα λεηλάτησαν το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου των Γάτων, το έκαψαν στη συνέχεια και προχώρησαν στη Λεμεσό προκαλώντας καταστροφές, τόσο στην πόλη όσο και σε τρία γειτονικά χωριά. Ο διοικητής του ελαφρού ιππικού Πέτρος Ροντάκης έσπευσε, μαζί με τους stradioti του, να αντιμετωπίσει τον εχθρό. Προτού οι Τούρκοι διαφύγουν για να συνεχίσουν την πορεία τους προς τις Αλυκές, δέχθηκαν την επίθεση του Ροντάκη και των ιππέων του, που κατόρθωσαν να φονεύσουν αρκετούς, ενώ άλλους τους συνέλαβαν αιχμαλώτους και τους έστειλαν στην πρωτεύουσα δια­βιβάζοντας ταυτόχρονα στη βενετική διοίκηση αναφορά για ό,τι είχε συμβεί. Ο γνωστός Θρήνος της Κύπρου για την άλωση της από τους Τούρκους, ο οποίος αποδίδεται στον Σολομώντα Ροδινό, πατέρα του Νεοφύτου Ρόδινου από την Ποτάμιου της Λεμεσού, διέσωσε το παραπάνω επεισόδιο:
Ήλθασιν και 'ραχτήκασιν ως κάτω στ' Ακρωτήριν
και έβγησαν και 'κάψασιν εκεί το μοναστήριν
τον Άγιον Νικόλαον, οπού 'ταν φροντιστήριν
[που] 'τάγιζεν ξένους και φτωχούς και όλον το παναγύριν.
Αρμένισεν και 'γύρισεν την Λεμεσόν να πιάση
Και ο Ροντάκης βιστουρά και φεύγει πού να φθάσει...
ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Β. Arbel, "Cypriot Population under Venitian Rule (1473-1571): A Demographic Study", Μελέται και Υπομνήματα, 1, Λευκωσία 1984, 183-215.
Β. Arbel, «Η Κύπρος υπό ενετική κυριαρχία», Ιστορία της Κύπρου, Μεσαιωνικόν Βασίλειον Ενετοκρατία, τ. Δ', Α', Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ', έκδ. θ. Παπαδόπουλλος, Λευκωσία 1995, σσ. 445-536.
F. Bustron, Historia, overo commentarii de Cipro. Chronique de I'JIe de Chypre,έκδ. Rene de Mas Latrie, Collection de documents inedits sur I'histoire de
France, Melanges historiques, Choix de documents. ,
Παρίσι 1886.
C. D. Cobham, Excerpta Cypria. Materials for a History of Cyprus, Cambridge
1908.
W. H. Rudt de Collenberg, "Les premiers Podocataro. Recherches basees sur le testament de Hugues (1452)", Θησαυρίσματα 23 (1993), 130-182.
G.        Grivaud, Excerpta Cypria Nova I, Voyageurs occidentaux a Chypre au XVeme
siecle,
Πηγές και Μελέτες της Κυπριακής Ιστορίας,
XV, Λευκωσία 1990.
G. Grivaud-N. Patapiou, P. Valderio, La guerra di Cipro, Πηγές και Μελέτες της
Κυπριακής Ιστορίας, XXII, Λευκωσία 1996. Ο Enlart, L'art gothique et la    Renaissance en Chypre, HI, Παρίσι 1899. G. Hill, A History of Cyprus, ll-lll,  Cambridge 19522.
D.        Jacoby, «Το εμπόριο και η οικονομία της Κύπρου (1191-1489)», Ιστορία της
Κύπρου, ό.π.
σσ. 387-454.
Α. Manno, "Politica e architettura militare: le difese di Venezia (1557-1573)", Studi
Veneziani, N. S. XI, 1986, 91-139. L. Makhairas, Recital concerning the Sweet Land of Cyprus entitled 'Chronicle',
έκδ. R. M. Dawkins, HI, Οξφόρδη 1932. Σίμος Μενάρδος, Τοπωνυμικοί και Λαογραφικοί Μελέται, Δημοσιεύματα του
Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, IV, Λευκωσία 1970. θ. Παπαδόπουλλος, «Ο θρήνος της Κύπρου», Κυπριακοί Σπουδαί, ΜΔ, Λευκωσία
1980, 1-78.
Ν. Παταπίου, «Η κάθοδος των Ελληνοαλβανών stradiodi στην Κύπρο (ΙΣΤ' αι.)», Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XXIV, Λευκωσία 1998,161-209.
Ν. Παταπίου, «Η οικογένεια των stradioti Μαυρέση και η Κύπρος», Κυπριακοί Σπουδαί, ΞΔ-ΞΕ, 2001-2002, Λευκωσία 2003, 235-257.
Γ. Πλουμίδης, Κανονισμοί της Νήσου Κύπρου (1507-1522), Δωδώνη, Παράρτημα αρ. 32, Ιωάννινα 1987.
J. Richard, "Guy d' Ibelin, Ο. P., eveque de Limassol et I'inventaire de ses biens", Bulletin de correspondence hellenique, LXXIV, 1950, 98-133.
J. Richard, Documents des archives du Vatican (XlVe etXVe siecles), Παρίσι 1962.
J. Richard, Le livre des remembrances de la secrete du royaume de Chypre (1468-1469), Πηγές και Μελέτες της Κυπριακής Ιστορίας, Χ, Λευκωσία 1993.
Μ. Sanuto, / diarii, έκδ.Ε Stefani, Βενετία 1879-1903,1-LVIII.
θ. Σταυρίδης, «Ο σεισμός του 1491 στην Κύπρο», Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XXIV, Λευκωσία 1998, 125-144.
Archivio di Stato di Venezia, Senato Deliberazioni, Mar, Secreta, Misti. Civico museo Correr, Z. Falier, Relazioni della presa di Nicosia, ms Cicogna 3596/22.
Civico Museo Correr, ms. Dona dalle Rose, n. 45.
Civico museo Correr, Z. Falier, Due lettere di Zuan Falier, ms Cicogna 3596/18.