Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Πρόσωπα και συμβάντα κατά το 1870 εις Λεμεσόν


 
                                                                            Μέρος Β΄

                                 

 Συνέχεια των αναμνήσεων του  Ευστάθιου Παρασκευά όπως μας τις άφησε σε
λεπτομερείς περιγραφές ο παλιός αυτός λεμεσιανός  μέσα από σειρά άρθρων που δημοσίευε με το ψευδώνυμο «Παλαίμαχος», στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού  στη δεκαετία του 1930, με τον γενικό τίτλο «Παλαιαί αναμνήσεις». Αποτελούσαν αναμνήσεις του από το 1869 που δέκα σχεδόν χρονών παιδάκι ήρθε από το Πισσούρι στη Λεμεσό για να φοιτήσει στο τότε «Αλληλοδιδακτικό Γυμνάσιο». Τις αναμνήσεις αυτές ο γράφων τις μάζεψε και μαζί και με κάποια σχετικά άρθρα τού επίσης παλιού λεμεσιανού σημαντικού διανοούμενου λαογράφου  Ξενοφώντος Φαρμακίδη, τις έκανε βιβλίο με δική του επιμέλεια και εκτενή εισαγωγή με τίτλο «Ευστάθιου Παρασκευά –Παλαιμάχου, Παλαιαί Αναμνήσεις. Η Λεμεσός κατά τον 19ον αιώνα».  

Λέει  λοιπόν ο Παλαίμαχος:

« Σήμερον θα δώσω εις τους αναγνώστας μου μερικά από τα κυριώτερα συμβάντα κατά το 1870 το δεύτερον έτος της μαθητείας μου εις Λεμεσόν.

Οι παλαιότεροι θα ενθυμούνται, είτε οι ίδιοι είτε από τους γονείς τους, ότι από το 1870 και τρία χρόνια κατόπιν ήτο η τόσον γνωστή «Αστοχία» που πείνασε ο κόσμος στην Κύπρο, ένεκα της ελλείψεως βροχών.  Έτσι το 1870 ήτο ο πρώτος χρόνος της δυστυχίας.


Η Λεμεσός γύρω στο 1870 φωτογραφημένη από το καμπαναριό της Φραγκοκλησιάς που μόλις είχε τελειώσει τη χρονιά εκείνη.
Κατά τον χρόνον αυτόν ήρχισε το κτίσιμον της Φραγκοκλησιάς το οποίον ετελείωσε την ημέραν του Αγ. Αντωνίου του αυτού χρόνου. Ήτο η ημέρα του κατακλυσμού. Ενθυμούμαι και δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι την ημέραν αυτήν προ μεσημβρίας  έγεινεν ο μεγαλύτερος σεισμός που δεν ξανάγεινε μέχρι σήμερον. Μποτίλιες έπεσαν από τα ράφια και έσπασαν, τζάρες,  δαμιτζάνες ανεποδογυρίσθησαν. Δεν είχαμεν θύματα διότι τότε εις την Λεμεσόν τα πλείστα σπίτια της ήτο από πλινθάρια και έτσι δεν έπεσε κανένα σπίτι. Και αυτός ο μεγάλος σεισμός της 17 Ιουνίου 1896 δεν μπορούσε να συγκριθή με αυτόν του 1870.

Τότε είχε διορισθή δια πρώτην φοράν Σχολάρχης ο αείμνηστος Διδάσκαλος Ανδρέας Θεμιστοκλέους· είχε διδάξει τον χρόνον αυτόν τα μαθήματα της τελευταίας τάξεως του Σχολαρχείου με μαθητάς τους μακαρίτας Λάμπρον Θ. Ρωσσίδη, Γεώργιον Θ. Μορίδην, Ευαγόραν Νικολαΐδη, Κωνσταντίνον Σολωμονίδην, Νικόλαον Δ. Υψαρίδην, Μιλτιάδην ΄Εβερτ (αδελφόν της μακαρίτιδος Ελένης Καραγεωργιάδου ιατρού) και ο Χριστόδουλος του  Έξαρχου. Αυτοί ήσαν οι πρώτοι απόφοιτοι πάντες από το Σχολαρχείον με σχολάρχην τον Αντρέαν.

 

ΜΙΑ ΑΞΕΧΟΥΣΑ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ

 

Την εποχήν αυτήν ύπήρχον εξέχουσαι φυσιογνωμίαι εις την Λεμεσόν για τας οποί­ας ανέφερα εις το προηγούμενον σημείωμα μου του 1869. Αι ίδιαι υπήρχαν και κατά το υπό περιγραφήν έτος, ουδενός αποθανόντος. Ουχ ήττον μία εξέχουσα προσωπικότητα δεν ανέφερα εις το παρελθόν επειδή ήθελα να γράψω λεπτομέρειας περί αυτής και το πράττω σήμερον. Πρόκειται περί του αειμνήστου Χριστοδουλή τού τότε ονομαζόμενου Χριστοδουλή του Χατζηπαυλή του πάππου του σημερινού δημάρχου και αδελφών του και των τέκνων Δημοσθένους Χατζηπαύλου.

Σαν να τον βλέπω μπροστά μου. Ντυμένος με την συνήθη ενδυμασίαν της τότε εποχής δηλ. βράκαν, ζιμπούνι γιλέκο, σάρπα και ποδίνες πάντοτε λουστραρισμένες, ήτο τύπος καλωσύνης και χρηστότητας, δια τούτο εθεωρείτο πολυσέβαστον πρόσωπον από όλους τους συμπολίτας του. Ήτο έμπορος και βιομήχανος ιδρύσας το εργοστάσιον οινοπνευμάτων το οποίον διετήρησαν κατόπιν οι υιοί του Δημοσθένης και Δημήτριος και ήδη οι εγγονοί του Χριστόδουλος, Αντώνιος και Δήμος.  Όσοι ευτύχησαν να εργασθούν εις το κατάστημα και εργοστάσιον του έγειναν κατόπιν με την βοήθειαν του καλοί έμποροι και καλοί πολίτες. Εκρίθη δια τας γενναίας συνδρομάς και δωρεάς του υπέρ Ιερών σκοπών. Τούτο πιστοποιεί και ο φίλος μου κ. Αρ. Πηλαβάκης εις το βιβλίον του «η Λεμεσός και τα Σχολεία της» όπου φαίνεται ότι κατέβαλε το πλείστον των δαπανών της ανεγέρσεως του Ναού Αγ. Ανδρόνικου, που εθεμελιώθη το 1830 και επερατώθη το 1850. Σύζυγος τούτου ήτο η αείμνηστος  Εσθήρ, προστάτις των ορφανών, αδελφή του αείμνηστου Γεωργίου Κακαθύμη του πρώτου εμπόρου των χαρουπιών και εφόρου και ταμία των Σχολείων κατά το έτος τούτο.

Μαζί με τα τόσα προσόντα του ο Χριστοδουλής του Χατζηπαυλή διεκρίθη καί ως άψογος οικογενειάρχης μορφώσας και αποκαταστήσας τα παιδιά του, ήτοι Δημοσθένην, Δημήτριον, Μαριούν μητέρα του ήρωος Χριστοδούλου Σώζου, Αρίστην Θ. Βέρα και την ζώσαν σεβαστήν δέσποινα Πηνελόπην Κ. Ρωσσίδου. Τον θάνατον του έκλαυσεν όλη η πόλις.

 

Ο ΣΑΪΤ ΠΑΣΑΣ ΕΙΣ ΛΕΜΕΣΟΝ

Κατά την εποχήν αυτήν επεσκέφθη την Λεμεσόν ο Διοικητής της Κύπρου Σαΐτ Πασάς. Ό Καϊμακάμης ειδοποίησε τους προεστούς και τους δασκάλους ότι θα φθάσει εις την πόλιν ο Διοικητής και απεφασίσθη να του κάμουν καλήν υποδοχήν. Ο διδά­σκαλος μας Γ. Λουκάς έκαμε και ετόνισε ένα τραγούδι και μας το εδίδαξε να το τραγουδούμεν και την ημέραν της αφίξεως μας ωδήγησεν εκεί όπου είνε σήμερον η παράγκα της κ. Αλεξάνδρας Κίρζη. Προεστοί χριστιανοί και Τούρκοι έφιπποι έτρεξαν εις τον ποταμόν της Γερμασόγειας προς υποδοχήν. ΄Εφεραν λοιπόν τον Πασάν εν συνοδεία απ' έξω δε από το σπίτι του Παναή της Παπαδιάς, νυν οικία κυρίας Πιερή εσταμάτησεν ο επίσημος ξένος και η συνοδεία του και ημείς εψάλαμεν το τραγούδι με επί κεφαλής τον Γεώργιον Ευθύβουλον και Νικόλαν Μαυρομούστακον που ήσαν και μεγαλύτεροι και πιο καλλίφωνοι και κατόπιν η συνοδεία προχώρησε και ημείς διελύθημεν.

Την επαύριον ο Παυλής Πελεντρίδης ο λεγόμενος Παυλή Μπέης έκαμε χορόν εις το σπίτι του όπου και είχεν ετοιμάσει και δωμάτιον δια να κοιμηθή ο Πασάς.  Το σπίτι του ήτο εκεί όπου είνε σήμερον εις την προκυμαίαν τα μαγαζιά και η οικία της άνω ρηθεί­σης κυρίας Αλεξάνδρας Κίρζη. Ήτο μία μεγάλη οικία κατώγειος, προ της εισόδου ήτο μία βεράντα με 5 καμάρες και κατόπιν άλλες δύο κομμένες με γυαλιά. Μέσα είχε Σάλες, σαλόνια και πολλά δωμάτια.

Τότε εγώ ήμουν οικότροφος εις το σπίτι του πατρός του διδασκάλου μου Γ. Λουκά, έμεινε δε εις αυτό και ο ίδιος ο οποίος είχε προσκληθεί εις τον χορόν τον παρεκάλεσα να με πάρει μαζί του, άλλα μου είπεν πως  δεν επιτρέπεται  η μεγάλη μου όμως επιθυ­μία να υπάγω και να ιδώ πρώτην φοράν χορόν με έδωσε την έμπνευσιν να του προτεί­νω να αφήσει το επανωφόρι του να το φέρω εγώ, το όποιον και εδέχθη. Πράγματι ολίγην ώραν επήρα το επανωφόρι και έτσι τα κατάφερα να εισχωρήσω εις το σπίτι.

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΗΜΠΕΗ

Μόλις εμπήκα μέσα εθαύμασα τον πλούτον του σπιτιού του Παυλήμπεη μέσα στο οποίον εδίδετο ο χορός προς τιμήν του διοικητού της Κύπρου Σαΐτ Πασά. Εις την σάλα είδα τον Πασάν εκάθητο εμπρός σε ένα ωραίο τραπέζι μαζί με άλλους. Επάνω εις το τραπέζι αυτό υπήρχαν ωραία ποτήρια και «τζαϊκά» με τα πιατάκια τους και 2-3 μποτίλιες. Τότε ηρώτησα τι πίνουν και μου είπαν ότι είνε η περίφημη μαστίχα της Χίου. Ηρώτησα επίσης και δια τα πράγματα που ήσαν επάνω στο τραπέζι, διότι μου εφάνηκαν ασυνήθιστα και εκατάλαβα ότι ήσαν πολύτιμα. Μου είπαν ότι τα ποτήρια και οι μποτίλιες ήσαν από κρύσταλλον και τα τσαϊκά με τα πιατάκια τους ήσαν «φαρφουρένια. Πρώτην φοράν έβλεπα τέτοια πράγματα και ήκουσα τέτοιαν ονομασίαν. Ο χορός άρχισεν, ήτο όλος ο καλός κόσμος της Λεμεσού με τες ωραίες της εποχής, ο Πασάς δεν εχόρεψε αλλ' έπινε με μερικούς εις το τραπέζι από το οποιον δεν εκινήθη. Εννοείται έπαιρναν και έφερναν διαφόρους μεζέδες που φαντάζομαι πόσον εκλεκτοί θα ήταν.

Αλλ' η περιέργεια μου δεν εσταμάτησεν έως εδώ, δια τούτο ήθελα να δω και να περιεργασθώ και το δωμάτιον όπου θα έμενεν ο Πασάς να κοιμηθεί ύστερα από τον χορόν. Επλησίασα στην πόρτα όπου έβλεπα καλά μέσα. Είδα μίαν μεγάλην «καριόλαν» με «ουμπρέλλαν» και ουρανόν, όπως εσυνηθίζετο τότε εις τα καλά σπίτια. Η ουμπρέλλα ήτο σκεπασμένη με βελούδον κεντημένον από τιρτίρι (κλωστήν) χρυσόν και εις τα άκρα της εκρέμμοντο φλόκοι χρυσοί πάλιν από τιρτίρι. Η χρυσή αυτή κλω­στή ήτο άφθονη και εις τα σκεπάσματα όπου εσχηματίζοντο με αυτήν έβλεπα κλαδιά διαφόρων σχημάτων και σχεδόν το ρούχο των σκεπασμάτων δεν εφαίνετο. Δεν έβλεπες επάνω ει την καριόλαν παρά κεντήματα από χρυσάφι και εις τα άκρα χρυσούς φλόκκους. Τα σινδόνια που μόλις εφαίνοντο ήσαν κεντημένα με «πιπίλαν» επίσης τα μαξιλαροκεντήματα. Το ταπέτο εις το δάπεδον ήτο πολύ ωραίον. Ενθυμούμαι ότι έφυγα με τόσον θαυμασμόν από ό,τι πλούσιον είδα που όταν εκοιμήθηκα έβλεπα είς τον ύπνον μου την μεγαλοπρέπειαν του σπιτιού του Παυλήμπεη.

 

Η ΑΝΥΨΩΣΙΣ ΤΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ

Την επαύριον το μεσημέρι ο Γεώργιος Ακάμας έκαμε του Πασά τραπέζι όπου παρεκάθησαν ο Καϊμακάμης Φεττή Εφένδης και μερικοί άλλοι χριστιανοί και Τούρκοι, ήτο δε τόση η ευχαρίστησις του διοικητού από τας περιποιήσεις που του έκαμαν εις την Λεμεσόν, ώστε οι έξυπνοι τότε προύχοντες να επωφεληθώσι της ψυχολογικής του στιγμής και να ζητήσουν κάτι. Και εζήτησαν ως χάριν όπως επιτρέψει να υψώνεται εις τον ιστόν της εκκλησίας Αγ. Νάπας η σημαία της, η οποία, ως είδομεν εις άλλον σημείωμα είχε απαγορευθή να υψώνεται. Μόλις τούτο έγεινε γνωστόν εις την πόλιν όλοι οι ναυτικοί της πόλεως έτρεξαν και εδιόρθωσαν τον ιστόν και ύψωσαν την σημαίαν προ της αναχωρήσεως του Πασά.

Ο αείμνη­στος Γιάγκος Αραούζος είχε 3 Μπουμπαρτοκάϊκα που εταξείδευαν εις την Αττάλειαν και Μερσίναν
 

ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Κατά το έτος τούτο απέθανεν η Αικατερίνη Φραγκούδη μήτηρ του αειμνήστου Σωκράτη Φραγκούδη και μάμμη του διακεκριμένου συμπολίτου μας κ. Γ. Φραγκούδη. Την αυτήν εποχήν ο περιβόητος Τζεσνόλης πρόξενος της Αμερικής ήρχισε τας ανασκαφάς του εις την Επισκοπήν της επαρχίας μας. Είνε γνωστόν ότι εσύλησε τον τόπον από περίφημα αρχαία αγάλματα και άλλα αντικείμενα.

  Ο αρχαιοκάπηλος Τσεσνόλα
Η συγκοινωνία τότε μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου εγείνετο με ιστιοφόρα εφόρτωναν κρασιά και έπαιρναν και επιβάτες επίσης δε και επιστολάς αφού η συγκοινωνία με το εξωτερικόν ήτο σπανία. Πλοίαρχοι που ήσαν ιδιοκτήται πλοίων ή εδούλευαν με μισθόν, ήσαν  οι Νικόλας Γεωργιάδης, Γεώργιος Λάμπης, Παναγής Λιβέρδος, Δημήτριος Μαρνέρος, Αντώνης Κυρηνιώτης, Μπεναρδής και Γεώργιος Τσαγγαρίδης. Ο αείμνη­στος Γιάγκος Αραούζος είχε 3 Μπουμπαρτοκάϊκα που εταξείδευαν εις την Αττάλειαν και Μερσίναν, είχε δε επίσης και ένα πλοίον μεγάλον συντροφικόν με τον Τρύφωνα Ηλιάδην. Αυτό εταξείδευεν εις την Ευρώπην με πλοίαρχον τον καπετάν Αλέξη. Ενθυμούμαι ότι όταν έφθαναν τα καΐκια του Αραούζου εις το λιμάνι της Λεμεσού ύψωναν την Τουρκικήν σημαίαν και έρριπταν κανονιοβολισμούς, τους οποίους όταν ηκούαμεν ελέγαμεν ότι έφθασε κανένα καΐκι του Αραούζου και έτσι ήτο η διαταγή του ιδιοκτήτου. Μετά παρέλευσιν ολίγου χρόνου ο Αραούζος ηγόρασε μιαν γολέτταν και έβαλε για καπετάνιον της κάποιον Κάσιον Ηλίαν Νουάραν ο οποίος επήρε το καράβι και έφυγε χωρίς ποτέ ο ιδιοκτήτης του να μάθη τι έγεινε και το καράβι και ο καπετά­νιος. Ο Θεός ξεύρει εάν εναυάγησαν ή ο καπετάνιος το επήρε και το εσφετερίσθη. Που να μάθη κανείς τότε με την έλλειψιν μέσων συγκοινωνίας.»

 

«Είχε δε επίσης και ένα πλοίον μεγάλον συντροφικόν με τον Τρύφωνα Ηλιάδην. Αυτό εταξείδευεν εις την Ευρώπην»