Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

ΛΕΜΕΣΙΑΝΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ-ΜΟΛΙΣ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ.

Εισαγωγή
Ένα μικρό αφιέρωμα στο Καρναβάλι του 1961 μέσα από τις αποκλειστικές φωτογραφίες  του αρχείου μου από τον παλιό φωτογράφο Γιώργο Βατυλιώτη που αν και λευκωσιάτης ερχόταν στη Λεμεσό και απαθανάτιζε όλα τα σημαντικά γεγονότα της Λεμεσού ( πρώτη Γιορτή του Κρασιού, καρναβάλια, Ανθεστήρια, Καλλιστεία κ.λ.π.) και μου εμπιστεύτηκε τα αρνητικά των φωτογραφιών αυτών. Αφιερώνεται στη μνήμη του μαζί με την ευγνωμοσύνη των λεμεσιανών για την καταγραφή και προσφορά του αυτή στην ιστορία της πόλης μας.
Η πενηντάχρονη σήμερα καρναβαλίστικη εκείνη  παρέλαση διαδραματίζεται στον παραλιακό δρόμο, την Αγίου Ανδρέου και την οδό Γλάδστωνος (εδώ ένα μικρό μόνο μέρος των φωτογραφιών αυτών).


Χιλιάδες κόσμου στο
 παραλιακό δρόμο. 
Στην παρέλαση,  οι κανταδόροι 
(εδώ η ομάδα κανταδόρων Φανάρη),
 παρελαύνουν και τραγουδούν ανάμεσα
 στα άρματα, χωρίς (τότε) «ενιαία μουσική» βέβαια…!























Τα… «τσικό» των κανταδόρων
 Γιωργαλλέττου  με τα
 παιδιά του Γιώργου, Περικλή
 και Λώλλο και άλλους φερέλπιδες
 νέους κανταδόρους,  παρουσιάζονται 
για πρώτη φορά στο λεμεσιανό καρναβάλι 
ως αυτόνομη ομάδα φέροντες 
στις πλάτες του το L (μαθητευόμενοι)!













Η νεοσύστατη φιλαρμονική του 
Δήμου Λεμεσού με επικεφαλής 
τον μαέστρο της ελλαδίτη Πριτσούλη, 
παρελαύνει όχι ντυμένη καρναβαλίστικα
 αλλά με την επίσημη μεγαλοπρεπή στολή της.
















Αντίθετα η  φιλαρμονική της ΕΔΟΝ
 με τους μουσικούς μεταμφιεσμένους
 σε αρλεκίνους και πιερότους και με
 επικεφαλής τον μαέστρο τους 
 Κόκο
 ( μόλις διακρίνεται), που πολλοί
θα τον θυμάστε να πετά ψηλά
 και να
  πιάνει με μαεστρία ζογκλέρ
 το μαεστρικό ραβδί του!













Σατιρικό … «πολιτικογεωγραφικό» άρμα: Η συνάντηση κορυφής των τεσσάρων μεγάλων και ισχυρών  του πλανήτη με τη μορφή των τεσσάρων υψηλοτέρων κορυφών της γης, Άλπεις, Έβερεστ, Κιλιμάντζαρο και Πυρηναία.

Ήταν τότε και η εποχή των πρώτων δορυφόρων στο διάστημα, πηγή έμπνευσης και του καλλιτέχνη στο άρμα αυτό.
















                                            Δαυίδ και Γολιάθ σε πραγματικά ανθρώπινα μεγέθη

 Ο πιερότος-κιθαριστας του αείμνηστου
 Κωστάκη Μαυρογένη δέσποζε
 της παρέλασης με τον όγκο και την
 τέχνη του.


Και ελλείψει τότε παιδικής καρναβαλίστικης παρέλασης, τα παιδιά διασκεδάζουν στο κινηματοθέατρο Ριάλτο που τις μέρες του καρναβαλιού μετατρεπόταν ( μαζί με το Γιορδαμλή , το Ελλάς, το Ρεκάλ) σε ένα τεράστιο κέντρο διασκέδασης για πλούσιους και φτωχούς.



Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Κι όμως το νηστικό αρκούδι χορεύει...!

Χαρακτηριστικό εξώφυλλο του σατιρικού περιοδικού «Το Γέλιο» του Γιώργου Φασουλιώτη του 1934. Το κοινό της παρέλασης απαρτίζεται από ζητιάνους!


Το λεμεσιανό καρναβάλι μέσα από την μακραίωνη ιστορία του γνώρισε μέρες λαμπρές και πέρασε μέρες δύσκολες. Συμβάδιζε πάντα ανάλογα και με τις αντίστοιχες επικρατούσες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.
Κατά τους βαλκανικούς πολέμους  για παράδειγμα όπως και κατά την περίοδο του αγώνα 55-59 και τα χρόνια που ακλούθησαν την τουρκική εισβολή του 1974 και άλλες, ατονούσε εντελώς και κάθε καρναβαλίστικη δραστηριότητα αναστέλλεται.
Όμως αντίθετα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, φτώχειας και δυσκολιών όπως αυτή που περνάμε  και σήμερα ή ακόμα και χειρότερα,  φούντωνε και θριάμβευε,  διαψεύδοντας την παροιμία-κανονα που λέει πως το νηστικό αρκούδι δεν χορεύει,  αλλά επιβεβαιώνοντας την άλλη παροιμία πως «η φτώχεια θέλει καλοπέραση»!
Θα πάμε λοιπόν στη δεκαετία του 1930 μια από τις πιο δύσκολες δεκαετίες της σύγχρονης ιστορίας μας, όχι μόνο λόγω της επικρατούσας στο διάστημα του μεσοπόλεμου παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αλλά επιπρόσθετα και λόγω της καταπιεστικής αγγλικής κατοχής με τις βαριές φορολογίες και την σκληρή δικτατορική παλμεροκρατία που επιβλήθηκε μετά από την εθνική εξέγερση των οκτωβριανών του 1931.
Μέσα από τρία δημοσιεύματα των λεμεσιανών εφημερίδων της εποχής δίδεται ανάγλυφη η εικόνα των λεγόμενων μας.
Εφημερίδα Χρόνος 27 Φεβρουαρίου 1931: «ΟΙ ΑΠΟΚΡΕΩ
Τόση γαλήνη! Και είχε πληρέστατο δίκαιο συνομιλητής μου. Το νευρικό σύστημα του ανθρώπου κουράζεται το ίδιο με την υπερβολική γαλήνη όπως και με τη μεγάλη τρικυμία. Έτσι επέρασε η πρώτη Κυριακή των καρναβαλιών. Οι παθητικές φωνές που άλλοτε διαλαλούσαν της κολομπίνας το τρελό φιλί και οι πλάνοι πιερότοι που εύθυμα σκορπούσανε  στον αέρα τα μικροσκανδαλάκια , δεν ακούστηκαν φέτος. Δεν συναντήσαμε στον δρόμο καμμιά εύθυμη παρέα κρυμμένη κάτω από την προστατεύουσα μαύρη μάσκα να μας κάμη κανένα αστείο πείραγμα , ούτε περνώντας από τα διάφορα καμπαρέ και τες ταβέρνες φτιάσανε στα φτιά μας  τα τρελλά γέλια και της σαμπάνιας τα ανοίγματα. Δεν είδαμε άρματα γεμάτα αμέριμνους και γελαστούς μασκαράδες. Τίποτε από αυτά.
Μια φρικτή κουραστική γαλήνη. Και γυρνώντας τους σιωπηλούς δρόμους θυμούμαστε με συγκίνηση πώς περνούσαμε άλλοτε τες μέρες αυτές. Γέλια τραγούδια αμεριμνησία  χαρά. Μια ολιγόλεπτη ευτυχία τέλος πάντων ικανή όμως να μας αποζημιώση για την ολόχρονη εντατική εργασία μας. Σήμερα όμως; Στο πέρασμα των ίδιων δρόμων δεν βλέπουμε παρά πρόσωπα κατσουφιασμένα από τες φροντίδες. Ο καθένας και μια τραγωδία. Όλοι παλιάτσοι άβαφτοι αλλά πραγματικοί. Όλοι ανεβασμένοι στη σκηνή αλλά δίχως να υπάρχη κανένας να μας χειροκροτήση διότι είναι όλοι το ίδιο δυστυχείς. Και προς τι να ντυνόμαστε κλόουν όταν το ρούχο στοιχίζει τόσον ακριβά, αφού μάλιστα είμαστε πιο φυσικοί αμασκάρευτοι; Προς τι αι κολομπίναι να κρυφτούν κάτω από τη μάσκα για να δώσουν ένα κλεφτό φιλί όταν αδιάντροπα δίδουν χιλιάδες υπό τα όμματα και τα χειροκροτήματα της κοινωνίας; Προς τι οι πιερόττοι για να λένε τα σκανδαλάκια , όταν όλοι τα ξέρουν; Και προχωρώ τον άχαρο νυχτερινό μου περίπατο. Κάποια βιασμένα λυπητερά ακόρντα πιάνου ξεφεύγουν από ένα νυκτερινό κέντρο. Οι θαμώνες μόλις μετρώνται στα δάκτυλα τη μιας μου χειρός. Πένθιμα τα ακόρντα λες και κλαίνε μια δυστυχία. Τα σερπαντέν τα κομφετί και όλη αυτή η γαλλική εισαγωγή δεν έχουν φέτος κατανάλωσι. Ο κόσμος δεν πετά φέτος τα λεφτά του στους δρόμους. Δεν τα πετά διότι δεν έχει. Και φυσικά δίχως  λεφτά δεν υπάρχει κέφι. Αμ καλά, νηστικιά αρκούδα χορεύει; Και κέφι δεν εννοώ πως δεν έχουν γι αυτούς τους λίγους  ελάχιστους με τα πραγματικά κεφάλαια και το προσποιητό κέφι, γι αυτούς με τα ονομαστικά κεφάλαια , αλλά εννοώ το κέφι του κοσμάκη. Αυτούς που ζούνε στο περιθώριο της κοινωνίας και που γλεντούσαν μια φορά τον χρόνο. Κάθε Καρναβάλι. Κάθε χρόνο μια φορά το έριχναν κι αυτοί έξω. Φέτος όμως πώς; Πόσος κοσμάκης την Κυριακή θα κάνη απόκρεω με ελιές και κρεμμυδάκια! Είναι λυπητερό και πραγματικό γιατί έτσι κατήντησε τον κόσμο η φετινή παγκόσμια κρίσις . Χτες είδα άνθρωπο ντυμένο με ξεσχισμένο παντελόνι, ψαθάκι και ξεθωριασμένη βελάδα. Μερικά παιδάκια τον πήραν για μασκαράτα και του έκαναν πρόγκα. Δεν ήταν παρά ένας δυστυχής ελεηθείς με διαφόρων εποχών καλύμματα για να σκεπάζη τη γύμνια του.
Και φέτος καρναβάλια δεν θα έχουμε; Με ξαναρωτά ο φίλος μου. Τι να πω του ανθρώπου; Κάμνοντας προβλέψεις όπως στες ιπποδρομίες  του απαντώ: Γκανιάν θάναι η γκαμήλα, πλασέ η αρκούδα, απαραίτητες δια χρηματισμόν μασκαράτες και μερικά παιδάκια. Ας είδομεν.»
Παρόλη όμως την αρχική απαισιοδοξία και το «μουρμουρητό» του συντάκτη, το άρθρο συμπληρώνεται ως ακολούθως:
«Και όμως. Αι προβλέψεις μου δεν επαληθεύθησαν. Την περασμένην Κυριακήν είχαμε τα ζωηρότερα καρναβάλια. Ο τόπος που πεινά είναι ο τόπος που διασκεδάζει και περισσότερον.» 
Εφημερίδα Χρόνος 5 Φεβρουαρίου 1934: «ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΟΠΕΡΑΣΗ
Εισερχόμεθα εις το Τριώδιον και η πόλις μας ετοιμάζεται να υποδεχθή τον καρνάβαλον εν τυμπάνοις και χοροίς. Τα κοστούμια τον μασκαράτων ξεσκονίζονται, οι τζάζ-μπάντ χορδίζουν τα όργανα των, ο  κοριτσόκοσμος ανυπομονεί και αι αίθουσαι των χορών καθαρίζονται. Επεκράτησε βλέπετε να διασκεδάζωμεν κατά τες Αποκρηές υπό οιασδήποτε συνθήκας. Είτε πλούσιοι είμεθα είτε πτωχοί είνε ανάγκη να κρύψωμεν το πρόσωπον μας υπό το προσωπείον και να γλεντήσωμεν. Εις την ιδικήν μας περίπτωσιν μάλιστα η παροιμία «η φτώχεια θέλει καλοπέραση» εφαρμόζεται πλήρως. Διότι όσο πτωχαίνομε τόσο θέλουμε και να καλοπερνούμε. Και είναι γεγονός ότι μόνον κάτω από μια μάσκα μπορεί κανείς να καλοπεράση και να κρύβει το κενόν του βαλάντιον.»
Παρατηρητής 9 Φεβρουαρίου 1934 :«Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΙΚΩΝ
Δια την προσεχή εβδομάδα μας αναγγέλλονται χοροί πάσης αποχρώσεως. Χοροί μεταμφιεσμένων και μη, χοροί αμεταμφιέστων  και χοροί απαιτούντες μίαν πλήρη μεταμφίεσιν.   Ολόκληρος σχεδόν η προσεχής εβδομάς θα περάση εν μέσω χορευτικής ευθυμίας και υπό τους ήχους της κορυβαντιώσης τζαζ. Εάν κρίνω μεν εκ των προη­γουμένων ετών και της  διαθέσεως του κοινού όλοι οι προαναγγελλόμενοι χοροί θα στεφθώσιν υπό πλή­ρους επιτυχίας. Η επιτυχία δε αυτή έκτος του ότι θα ικανοποί­ηση τους διοργανωτάς, θα σημειώση και το έξης αποτέλεσμα. Θα διάψευση δηλαδή την παροιμίαν  ότι «νηστικό αρκούδι δεν χορεύει». Οι συμπολίται μας έστω και νηστικοί θα χορεύσωσι και θα παραχορεύσωσι μάλιστα.»
Έτσι και φέτος λοιπόν , εν μέσω της μεγάλης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και τις χίλιες μύριες δυσκολίες που εδώ περνάμε, οι χοροί θα δώσουν και θα πάρουν και οι συμμετοχές στη μεγάλη παρέλαση θα ξεπεράσουν κάθε προηγούμενο!!
 Σκίτσο από το ίδιο περιοδικό του 1931 στο οποίο οι κύπριοι βουλευτές σέρνοντας το άρμα των φόρων μαστιγώνονται από τον άγγλο Κυβερνήτη.

Στη δύσκολη οικονομικά δεκαετία του ’50 όπου οι κύπριοι μεταναστεύουν ομαδικά για να επιβιώσουν, ο Κύπρος Τόκας αναπαριστά αυτή τη φυγή με την καρναβαλιστική αυτή αναπαράσταση το 1951 με τίτλο «Η κυπριακή νεολαία καταδιωγμένη από το φάσμα της ανεργίας» .

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Λαμπρό λεμεσιανό καρναβάλι διανθισμένο και με «μερικάς ασχημίας»…

Μεγάλη παρέλαση καρναβαλιού στην Αγίου Ανδρέου

Το Καρναβάλι του μέσα από την μακραίωνη ιστορία του γνώρισε μέρες δόξης λαμπρές αλλά και «διανθισμένες» και με καταστάσεις  και γεγονότα όχι και τόσο ένδοξα η λαμπρά, ανάλογα και με τις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της κάθε εποχής.
 Φαινόμενα καθόλου κολακευτικά που συνέβαιναν χωρίς  όμως να αλλοιώνουν καθόλου τη φυσιογνωμία του ως μιας λαμπρής, πλατιάς και γνήσιας λαϊκής γιορτής με πολλαπλές πτυχές και πολύπλευρη σημασία.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές , (εν όψει της έναρξης των φετινών εκδηλώσεων του λεμεσιανού καρναβαλιού), μια ανακοίνωση του Δήμου Λεμεσού που λέει ότι: «η Αστυνομία, στη διάρκεια των εκδηλώσεων του καρναβαλιού στη Λεμεσό, θα προβαίνει σε συλλήψεις όσων χρησιμοποιούν σπρέι ή οποιοδήποτε άλλο είδος προκαλεί οχληρία, σύμφωνα με απόφαση του Δημάρχου Λεμεσού Ανδρέα Χρίστου, της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού και αρμόδιων λειτουργών του Δήμου, οι οποίοι συζήτησαν το θέμα αυτό στη διάρκεια σύσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Δημοτικό Μέγαρο της πόλης. Πρέπει, επιτέλους, να καταλάβουν όλοι, δήλωσε ο κ. Χρίστου, ότι το καρναβάλι είναι εορτή χαράς και γέλιου και όχι χώρος εκτόνωσης κάποιων ολίγων, οι οποίοι, με τις πράξεις τους, θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των πολιτών και ιδιαιτέρως των μικρών παιδιών.  'Η Αστυνομία είναι αποφασισμένη να πατάξει τις κακές συνήθειες, κυρίως νεαρών ατόμων, οι οποίοι, με τη χρήση σπρέι, αυγών και άλλων υλικών, προκαλούν οχληρία, παρεμποδίζοντας τον υπόλοιπο κόσμο να παρακολουθήσει και να χαρεί τις εκδηλώσεις. Δεν θα επιτραπεί  όπως τονίζεται στην ανακοίνωση,  να επαναληφθούν τα κακά προηγούμενα του παρελθόντος». 
Στην περίοδο του λεμεσιανού καρναβαλιού παρατηρούνταν όπως είπαμε συχνά, από  πολύ παλιά, και  ανεπιθύμητα  παρεπόμενα φαινόμενα και σ αυτά θα αναφερθούμε  για  να σταματήσουμε να παρελθοντολογούμε εξιδανικεύοντας και νοσταλγώντας το παρελθόν και συγκρίνοντας το με το σήμερα για να λέμε « ω πόσο ωραία ήταν όλα τότε , πόσο χαλάσαμε και πόσο ασεβείς είναι οι νέοι μας σήμερα».  Και μάλιστα ίσως και πολύ πιο επικίνδυνα από τα σημερινά. Ιδού λοιπόν για του λόγου μας  το ασφαλές οι παραπομπές από δημοσιεύματα σε παλιές εφημερίδες της Λεμεσού  για  τα «κακά φαινόμενα του παρελθόντος»,  ενδεικτικά και λίγα μόνο από τα πολλά. Πάμε πολύ πίσω, στη  δεκαετία  του 1920 μιας μάλιστα  από τις πιο λαμπρές δεκαετίες στην ιστορία του λεμεσιανού καρναβαλιού:
  Στις 7 Φεβρουαρίου 1920 η «Αλήθεια» γράφει: «Την περασμένη Κυριακή ως γνωστόν είχομεν την πρώτην επίσκεψιν του Καρνάβαλου. Αλλά τι επίσκεψις Θεέ μου ήτο εκείνη! Μερικαί απελπιστικαί ασχημίαι που εγρονθοκοπούσαν ανηλεώς και την στοιχειωδεστέραν καλαισθησία, απετέλεσαν τα καρναβαλίστικα θεάματα του δρόμου. Μήπως θα εθέλατε να τα παρακολουθήσετε; Εγώ τουλάχιστον θα επροτιμούσα να καταδικασθώ εις ισόβια δεσμά παρά να υποχρεωθώ να ατενίζω καθ' εκάστην παρομοίας ασχημίας. Εννοείται ότι ο κανών είχε και τας ελαχίστας εξαιρέσεις του και εθεάθησαν και πάλιν οι σοβαροί και μυστηριώδεις πιερότοι οι οποίοι εφ αμάξης παρελαύνοντες ανά τας οδούς έρριπτον άνθη εις ορισμένας δεσποινίδας.  
 Όμως στις 14 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς διαβάζουμε πως: «Η αποκριάτικη κίνησις η οποία κατά την πρώτην Κυριακήν υπήρξε ασυνήθως ζωηρά, έφθασεν εις το ζενίθ της την τελευταίαν Κυριακήν. Εις τους δρόμους κίνησις και θόρυβος δαιμονιώδης, αληθής δε πόλεμος με λουβάναν, με κομφετί και με παλιόχαρτα ακόμη διεξήγητο μεταξύ του κόσμου και των ομίλων των μεταμφιεσμένων οι οποίοι πυκνοί, είτε πεζοί είτε με άμαξας περιέρχοντο την πόλιν..»
Λεμεσιανοί καρναβαλιστές στη χρυσή δεκαετία του ‘20

Το 1922 η εφημερίδα «ΚΗΡΥΞ» της Λεμεσού γράφει  κάτω από τον τίτλο, «ΠΕΤΡΟΠΟΛΕΜΟΣ»: «Το καρναβάλι ετελείωσε λοιπόν και ετελείωσε και ο.. πετροπόλεμος. Η Αστυνομία εθεώρηαε περιττόν να τον απαγορεύσει και εξηκολούθησε ανενόχλητος το έργον του και την τελευταίαν Κυριακή. Τα σερπαντίν και κομφετί εχρησιμοποιούντο μόνον από ολίγους μασκαράδες οι δε... εξυπνότεροι και ευγενέστεροι έρριπτον πετρίτσες, διάφορα όσπρια και τζάμια ακόμη... Ενθυμούμεθα όταν προ τινός εις κάποιον ανθοπόλεμον των Αθηνών ερρίφθησαν από ένα μέρος και ολίγα φασόλια, το πράγμα εσχολιάσθη διαφοροτρόπως και ενεγράφη ότι ήσαν... «Κυπριακής προελεύσεως!!»
Το 1926 δεν έλειψαν και πάλι τα «άτοπα και επικίνδυνα έθιμα» όπως αυτά που περιγράφει ο ανταποκριτής της από την Λεμεσό στην λευκωσιάτικη  «Ελευθερία» στις 3.3.1926: «Εφιστώμεν την προσοχήν της αστυνομίας και ιδία του αγρύπνου αστυνόμου μας επί ενός ατόπου το οποίον συμβαίνει από πολλού και το οποίον πολλάκις ετονίσαμεν χωρίς όμως να ληφθεί η δέουσα πρόνοια. Πρόκειται περί του ελεεινού και επικίνδυνου εθίμου του να ρίπτωσι εναντίον των διασχιζόντων καθ' ομίλους ή κατά μόνας μεταμφιεσμένων διάφορα μικροπράγματα ήτοι πετραδάκια,
λουβάναν και λοιπά διά των οποίων μπορεί να χάσει κανείς την ορασίν του αν δεν θραυσθεί η κεφαλή του. Συνεπεία δε του παραλόγου τούτου εθίμου συνέβησαν πολλάκις έριδες ων το αποτέλεσμα υπήρξε πάντοτε δυσάρεστον. Από τον Κέρβερον αστυνόμον μας αναμένομεν να τεθεί τέρμα εις το επικίνδυνον τούτο έθιμον. Οι επιθυμούντες εκ των πολιτών να διασκεδάσωσιν δύνανται να κάμουσιν χρήσιν κομφετί και σερμπαντίνων και ουχί πετραδάκια και χώματα.»





Φασόλια και στο αθηναϊκό καρναβάλι… «κυπριακής προελεύσεως»!

Σημείωση:  Η φωτογραφία χωρίς λεζάντα είναι του 1958 και ανήκει στο αρχείο Φοίβου Σταυρίδη από την ιστοσελίδα του: http://larnacainhistory.wordpress.com/

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Οι πλημμύρες στη Λεμεσό

Ο φετινός χειμώνας αποτελεί ευλογία από πλευράς βροχών. Σύμφωνα μάλιστα με τα στατιστικά στοιχεία που υπάρχουν στο αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα ο Γενάρης που μας έφυγε είναι ο τρίτος πιο βροχερός μήνας από τα τέλη του 19ου αιώνα που υπάρχουν τα στοιχεία αυτά.
Όμως  η πολυομβρία σε άλλες εποχές εκτός από ευλογία, αφού μάλιστα η οικονομία του τόπου τότε εξαρτιόταν κυρίως από τη γεωργική παραγωγή και ως γνωστόν άνευ βροχών ουδέν, εν τούτοις ενίοτε ήταν και κατάρα. Η λεμεσός διαμεσου των αιώνων, αναμεσα στις πολλές καταστροφες που γνωρισε και κάποτε μάλιστα την αφανιζα κυριολεκτικά  ήταν και οι πλημμυρες.
Τέτοιες φοβερες πλημμύρες γνώρισε τρείς προς το τέλος του 20ου αιώνα. Στις 16 Οκτωβρίου, και 12 Δεκεμβρίου του 1880 και στις 30 Οκτωβρίου 1894.
Λεπτομερείς περιγραφές μας άφησε ο παλιος λεμεσιανός Ευστάθιος Παρασκευάς μεσα από σειρα άρθων που δημοσιευε στην εφημερίδα «Αλήθεια» τγης Λεμεσού με τον γενικό τίλο «Παλαιαί αναμνησεις» και αποτελουσαν αναμνησεις του από το 1869 που δεκα σχεδόν χρονων ήρθε από το Πισσουρι στη Λεμεσό για να φοιτησει στο τότε «Αλληλοδιδακτικό Γυμνάσιο». Τις αναμνησεις αυτές ο γράφων τις μαζεψε και μαζί και με καποια σχετικα άρθρα του επ’ισης παλιου λεμεσιανου Ξενοφωντος Φαρμακιδη, τις έκανε βιβλίο με δικη του επιμελεια και εκτενη εισαγωγή.
Ένα μικρό μόνο σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο αυτό δημοσιεύουμε παρακάτω. Για τα υπόλοιπα στο βιβλίο, διατηρώντας την ορθογραφία και το γραφικό του στυλ !
 Λέει λοιπόν ο Παρασκευάς:
«΄Ητο καλή η ευκαιρία για μένα από  την τελευταίαν πλημμύραν των ποταμών και των δυστυχημάτων που συνέβησαν, να ενθυμηθώ τας παλαιάς πλημμύρας της Λεμεσού και να δώσω εις τους αναγνώστας μου μερικάς περιγραφάς αυτών:
Αι πειό ονομασταί πλημμύραι της Λεμεσού έγειναν την 16ην Όκτωβρίου και 12 Δεκεμβρίου του 1880 και την 30 Όκτωβρίου 1894. Θα ομιλή­σω φυσικά δια την πρώτην και έπειτα δια τας αλλάς.
Εκείνην την ημέραν 16 Όκτ. Υπήγα και εγώ να πάρω τον καφέ μου πρωί – πρωί  εκεί, οπότε ήρχισαν βροχές διαρκείς· εις τας 10 π.μ. ακούσθηκεν ότι κατέβη η «Βαθειά» - όπως έλεγαν και λέγουν ακόμη τα κατεβάσματα των νερών της βροχής από ωρισμένον σημείον βορειοδυτικώς της πόλεως, όπου ευρίσκετο και το σπίτι μας. Έτρεξα αμέσως και εις την διασταύρωσιν των δρόμων Αγ. Ανδρέου και Βικτωρίας. Το νερό ήτο επάνω στους τοίχους των σπιτιών πλέον των τεσσάρων ποδών. Επεχείρησα να περάσω άλλ' η ορμή του νερού δεν με άφινε. Τότε ο Κυριάκος, πενθερός του κ. Ηλία Ηλιάδη που ήτο μέσα στο μαγαζί του Λοϊζή πατρός της κας Πολυξένης Λοϊζιάδος με εφώναξε και επήγα μέσα. Από την πόρτα παρετήρησα ότι ένα μικρό μαγαζί - το μόνον που υπήρχε τότε - και όλη η έκτασις έως στα χάνια είχε καλυφθή με νερό, ήτο μία λίμνη
 Η 2α ΠΛΗΜΜΥΡΑ
Αύτη, ως είπαμεν, έγεινεν εις τάς 12 Δεκεμβρίου 1880 ημέραν του Αγίου Σπυρίδωνος. Αι βροχές άρχισαν μόλις ανέτειλεν ο ήλιος και εξηκολούθησαν χωρίς να σταματήσουν μέχρι της 9ης π.μ. Το νερό που ήρχετο από τον δρόμον Ελευθερίας και από την βαθειάν της Τζαμούδας έφθασεν εις τους τοίχους των σπιτιών - οι δρόμοι τότε δεν είχαν πεζοδρόμια και ήσαν πολύ βαθύτεροι εις το μέσον - που ήσαν 1 ½  πόδι υψηλότεροι από το μέσον του δρόμου. Αμέσως εγώ έλαβα προφυλακτικά μέτρα δια το σπίτι μου και κατόπιν εβγήκα έξω και εστάθηκα στην πόρτα μου. Αίφνης βλέπω να κατρακυλά από τον δρόμον Ελευθερίας ένας όγκος νερού μαύρος ύψους δύο μέτρων και να ορμά μέσα στην πόλιν. Εφοβήθηκα και εμπήκα μέσα και έως να φθάσω την σκάλαν το νερόν έσπασε την πόρταν και κατέκλυ­σε το σπίτι ολόκληρον εις ύψος ενός μέτρου. Ανέβηκα στο ανώγειον που ήτο ή αδελφή μου και ο αδελφός μου. Από το δώμα του σπιτιού εκύτταξα κάτω και βλέπω τα νερά των τριών δρόμων να συναντώνται εις την διασταύρωσιν να στριφογυρίζουν και να παλαίουν ούτως ειπείν μεταξύ των. Άνευ υπερβολής ήσαν εις ύψος ενός πήχεος.
Ήτο ένα θέαμα μεγαλοπρεπές αλλά και ένας όγκος επικίνδυνος δια τους περιοί­κους, δια τούτο απεφασίσαμεν να εγκαταλείψωμεν το σπίτι μας. Από δώμα σε δώμα εφθάσαμεν εις την καμαρόπορτα των περβολιών του μακ. Μαυροσκούφη και απ' εκεί κατεβήκαμεν κάτω εις την δεξαμενήν.
Τότε μας εφώναξεν από την ταράτσαν η κ. Μαυροσκούφη να ανεβούμεν εις το σπίτι της που το μισό ήτο κτισμένον από πέτραν. Μέσα από το νερόν επεράσαμεν, που μας έχωνε κάτω από την μέσην, αλλά όταν εμπήκαμεν και επεράσαμεν τον ηλιακόν δια να ανεβούμεν την σκάλαν, μας έχωσε πάνω από την μέσην. Από το σπίτι του Μαυροσκούφη είδαμεν να χαλούν όλα τα αντικρυνά σπίτια, εις το μέρος όπου είνε σήμερον η οικία της κ. Μιχ. Πηλαβάκη (τότε ήσαν σταύλοι ανήκοντες εις τον κ. Μαυροσκούφην). Ενθυμούμαι ότι οι σταύλοι αυτοί, το σπίτι του μακ. Σίττα και όλα μέχρι της διασταυρώσεως των δρόμων Σπάρτης και Ελλάδος έπεσαν μέχρι θεμελίων. Έτσι σαν έβλεπα κάτω έπεσεν ένα κομμάτιν ύψος από την σάλαν, οπότε τους είπα ότι πρέπει να φύγωμεν απ' εδώ και συγκεντρωθούμεν στην ταράτσαν. Πράγματι απεσύρθημεν όλοι εκεί αλλά εγώ πάντοτε σκεπτικός ήθελα να φύγωμεν απ' εκεί. Ο αδελφός μου, η αδελφή μου και εγώ κατεβήκαμεν την σκάλαν και χωσμένοι έως το στήθος εις το νερόν επροχωρούσαμεν προς τον περίβολο ν της Καθολικής, εις την ταράτσαν της όποιας υπήρχε πλήθος κόσμου. Σαν προχωρήσαμε 15 βήματα το τρίπατο του Μαυροσκούφη κατέπεσεν, ευτυχώς όμως δεν παρέσυρε και την πτέρυγα που ήτον η ταράτσα η φιλοξενούσα την οικογένειαν Μαυροσκούφη. Εφθάσαμεν εις τον περίβολον της Εκκλησίας, πριν φθάσωμεν ημείς ήρχισε βροχή και χάλαζα και μόλις κατωρθώσαμεν με πολλά βάσανα να βγούμε ζωντανοί από το νερόν που μας έχωνε έως στο στήθος. Εκεί το νερόν είχε γεμίσει τον περί­βολον και την Εκκλησίαν. Εις μιαν γωνιάν της Εκκλησίας ήτο λιποθυμισμένος ο υπα­στυνόμος Καφιέρος από το κρύο νερό που ευρίσκετο βοηθών τον κόσμον. Ο Παπά Ηλίας τον έτριβε με σπίρτο και έτσι συνήλθε. Επάνω στην ταράτσαν ο κόσμος διηγείτο τα βάσανα του, τας καταρρεύσεις των σπιτιών κλπ.
 Εις τας 3 μ.μ. εσταμάτησε το ρεύμα του νερού και ο καθένας έτρεχε στα σπίτια του. Άλλα δεν θα ξεχάσω το θέαμα.  Όσα σπίτια συνώρευαν με το σπίτι του Μαυροσκούφη έπεσαν όλα, και εις μιαν περιοχήν εκεί υπήρχεν ένας λόφος πλέον 4 μέτρων, αποτελούμενος από πλιθάρια, πόρτες, τράβες, έπιπλα κτλ.
Τότε εργάται του Δημαρχείου και ζαπτιέδες έως το βράδυ ειργάσθησαν και ήνοιξαν τον δρόμον και το νερόν που είχε σταματήση ήρχισε να τρέχει εις την θάλασσαν.
 Θύματα εκ πνιγμού υπήρξαν πολλά εις την Τουρκικήν συνοικίαν. Από τους δικούς μας ενθυμούμε ένα παιδί που ευρίσκετο εις ένα μαγαζί που έμενεν ο Πελλο Σιουκρής και ο Λαυρέντιος του Αγ. Νικολάου, οι οποίοι ευρέ­θησαν πνιγμένοι.»
Λεζάντες:
Φώτο 1 Ο Ευστάθιος Παρασκευάς
Φώτο 2 Γκραβούρες από τις πλημμύρες στη Λεμεσού το 1880
Η οικία Μαυροσκούφη  στην οδό
Φώτο 3. Θράκης που κατάρρευσε από τις πλημμύρες όπως είναι σήμερα.