Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Προίκες, προικοσύμφωνα και προικοθήρες.

Ο θεσμός της προίκας είναι διαχρονικός (καθώς επίσης και των προικοθήρων…). Άλλαζε απλώς ανάλογα με τις εποχές μέχρι και σήμερα. Σε παλιότερες εποχές το προικοσύμφωνο ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για ένα μελλοντικό γάμο. Με το τελετουργικό μάλιστα κατάρτισης του λάμβανε και την σχετική νομική του υφή. Καταρτιζότανε κατά την ημέρα του «λογιάσματος» ενός μέλλοντος να τελέσει γάμο ζευγαριού, συνήθως από τον δάσκαλο στην παρουσία του κοινοτάρχη και του ιερέα ο οποίος το παραλάμβανε και το φύλαγε στην εκκλησιά για περίπτωση που θα χρειαζόταν να το επικαλεσθεί στο μέλλον κάποιος από το ζευγάρι. Απόσπασμα από ένα τέτοιο προικοσύμφωνο στη συνέχεια και κάνετε την  σύγκριση σε σχέση με το δημοσίευμα που το ακολουθεί.  

«Προικοσύμφωνον της πρώτης κόρης μας της μεγάλης, θυγατρός εμένα του Κωσταντή της

Μαρικκούς και της μακαρίτισσας της γεναίκας μου της Μαριτσούς, να πάρει νόμιμον άντρα της τον Γιωρκάτζην του Πασκάλη και της καρδιάς μας όλην την ευχήν μας. 4 κονιάματα το πρώτον σε ξύλον ούλον ζάρκα και χοντρόν δκυο δάκτυλα, και τα τρία άλλα σε πευκόξυλον που στάσσει πίσσαν που την μιαν μερκάν την απογιάτιστην. Τρία πουκάμισα τα δκυο μιτσιά και τόναν μεάλον ως χαμαί, δκυο πορεσιανά τέλεια ατρύπητα και ολόγερα, δκυο μεσοφόρκα παοτρικά σαπουνισμένα στον Πιδκιάν ένα ήμισυ ζευγάριν κλάτσες (την άλλην έως να γίνη ο γάμος έχει καιρόν να την πλέξη), έναν φουστάνιν αλατζένον δίμηον και ριωτόν και άλλον ένα που αλατζιάν χρουματιστήν που την εψούμνισα εγιώ ο Κωσταντής της Μαρικκούς πρόπερσι που το παναϋριν της Εληάς, δκυο παννιά (το έναν έχει λίγες τρύπες αλλά ράβκουνται) για το καλορίζικον, δκυό ζευκάρκα παπούτσια (το ένα μισοσολιασμένον εν έχει μήναν), 45πήχες

βρακοζώνιν που φυτίλλιν, τρεις κούβαρους νήμα 167 ½   πήχες, 25 ριάλια, 22 ππαράες και άσπρα, δκυο μαείρισσες καλαωμένες και ένα τηάνιν αγάνωτον, δκυο καντήλες με φκιορούδκια, τέσσερα πιάτα βαθουλά το έναν λλίον ραϊσμένον, έναν μαστραππάν της μακαρίτισσας της στετές μου, έναν φετζιάνιν, έναν κόσσιηνον και μιαν τατσιάν, έναν μιτσίν μαειρισσούιν χωρίς καππάτζιν, έναν χαρτζίξυλον που ξύλον ζωντανόν, έναν λυχνάρι χωματένον,έναν στρώμα με στούππες και τρεις μπακάρηδες για να ράψουν αν θέλουν τζ'άλλον καλλίτερον, ένανκομματούιν χωράφινίσιαμε μιάν κυλίστραν ενός γάρου, 2 όρνιθες μ'έναν πετεινάριν καννάουρον, μισήν οκκάν μακαρολίνια του σιερκού (και αν προφτάσουμεν κάμνουμέν τους τζι'άλλα),2 λίτρες λάιν και 12 ½  δρέμια χαλλούμιν, 40 κλωστές σκόρτους και δκυό βάζους κουτρούβιν.» 



Το δημοσίευμα είναι ένα χρονογράφημα με τίτλο «ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΝΥΜΦΑΙ» στην εφημερίδα «Χρόνος» ημερομηνίας 11 Δεκεμβρίου 1931:   

«Δεν ξέρω αν επροσέξετε αγαπητοί αναγνώσται τις ακόλουθες ειδοποιήσεις, που δημοσιευθήκανε στο περασμένο φύλλο της εφημερίδος μας. Είνε τόσον νό­στιμες ώστε αξίζει να τες σχολιάσουμε σήμερα για λίγο. Λοιπόν: «Νέος ηλικίας 24 ετών, σωφέρ και κάτοχος αυτοκινήτου ζητεί να συνάψη σχέσεις προς τον σκοπόν γάμου μετά νέας 15-20 ετών εχούσης ως προίκα μόνον ένα κλειστόν αυτοκίνητον Σεβρολέ και γνωριζούσης ανάγνωσιν και γραφήν. Αποταθείτε Ν. Χρ. Λοΐζου.» Και παρακά­τω: "Νέος ηλικίας 32 ετών, μικρέμπορος και κάτοχος αρκετής κτηματικής περιου­σίας ζητεί να συνάψη σχέσεις προς τον σκοπόν  γάμου μετά νέας οιασδήποτε ηλι­κίας εγγραμμάτου και εχούσης ως προίκα τουλάχιστον £300.Αι απαντήσεις δέον να γράφωνται ιδιοχείρως. Θα τηρήται δε εχεμύθεια απόλυτος. Απευθυντέον Ε.Δ.Μ.»

Οι   επίδοξοι γαμβροί διαφωνούν, καθ ολοκληρίαν εις μερικά ζητήματα. Ο πρώτος που είνε 24 ετών θέλει την επίδοξον συμβίαν του να είνε μεταξύ 15- 20 ετών ενώ ο άλλος, που είνε 32 ετών και επομένως εγνώρισε περισσότερον την τον νουν και τας καρδίας των ανθρώπων, αδιαφο­ρεί δια την ηλικίαν της   μελλούσης συμ­βίας  του  και  μας δίδει να εννοήσουμε ότι είνε  εις θεσιν να ενώση την τύχην του και με μίαν ογδοηκοντούτιδα δεσποινίδα, αρκεί μόνον να έχη εις το χέρι το κομπόδεμα των 300 στερλινών. Ο πρώτος όμως επίδοξος  είνε πιο πρακτικός και αντί να ζήτηση από την πενθεράν του 40 ομολογίες ή και περισσότερες ζη­τεί ένα  κλειστόν αυτοκίνητον.  Ασφαλώς ελαβεν υπ΄ όψιν του ότι οι ομολογίες του στην σημερινήν εποχήν δεν έχουν   καμιάν αξίαν και  είναι πιθανόν να ξυπνήση ένα πρωί με 40   παλιόχαρτα   στην τσέπην εφ' ώ εις το εξής πρέπει και το σχετι­κο
 
τραγούδι να μεταρρυθμισθή καταλλήλως. Και αντί ο αισθηματίας κανταδό­ρος να τραγουδά

«Κι' αν δεν σου δώσει η μάνα σου σαράντα ομολογίες»…

οφείλει εις το εξής να τραγουδά

«Κι' αν δεν  σου δώση η μάνα σου αυτοκίνητον κλειστόν και μάρκας Σεβρολέ      

θα σε βλέπη να σε χαίρεται σαν Παναγιά στο ράφι.»



Ο δε άλλος, ο οποίος είνε μικρέμπορος και κάτοχος αρκετής κτηματικής περιουσίας μου φαίνεται οι έπεσεν έξω. Έπρεπε να ορίση τουλάχιστον το ανώτατον όριον της ηλικίας της μελλούσης συμβίας του. Διότι έτσι, που το άφισεν απροσδιόριστον είνε πιθανόν ο αριθμός της ηλικίας να συναγωνίζεται τον αριθμόν των στερλινών. Ακόμα δε τον συμβου­λεύω όπως ορίση τας προικοθηρικάς α­παιτήσεις του εις δολλάρια ή φράγκα μή­πως εν τω μεταξύ η λίρα κατρακυλήση και έτσι εκτός της μούντζης του απομείνη και η απροσδιορίστου ηλικίας νύμφη. Το μόνον που μπορεί να σώση την κατάστασιν είνε ότι οι στερλίνες πρέπει να είνε τουλάχιστον 300. Επιδέχονται δηλ. εν ανάγκη οιανδήποτε αύξησιν.

-Καλημέρα σας. Αποδέχομαι τας α­παιτήσεις σας. Η θυγάτηρ μου θα σας δώση την ζητουμένην προίκα.

-Λυπούμαι πολύ. Αλλ' ένεκα του εκ­πεσμού της στερλίνας το ζητηθέν ποσόν δεν με ικανοποιεί πλέον. ΄Εδωσα εντολήν εις την εφημερίδα να προστεθή ένα επί πλέον  μηδενικόν εις το τέλος του ζητουμένου  αριθμού.

Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν δι όσας νύμφας κινδυνεύουν να μείνουν στο ράφι. Ας προμηθευθούν ενα καινουργές κλει­στόν αυτοκίνητον η τριακόσιες λίρες στην τσέπη κι' ας αποταθούν εις τας άνω διευθύνσεις. Θα τηρηθή απόλυτος εχεμύθεια. Ημείς δε δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάμωμεν παρά να ευχηθώμε  όπως γρήγορα ευρεθούν οι νύμφες καθώς και το κλει­στόν αυτοκίνητον και ή τριακόσιες προς χαράν άφατον της τσέπης των επιδόξων γαμβρών.»

 

Απαραίτητη διευκρίνιση: Οι φωτογραφίες των νεόνυμφων είναι από το αρχείο μου και δεν συνδέονται με το σχετικό δημοσίευμα.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Ο Βασίλης Μιχαηλίδης και ένα ατελείωτο σενάριο.

Ανάμεσα στα δεκάδες εκατοντάδες έργα που μου κληροδότησε ο Δάσκαλος Κωστής Κολώτας βρίσκεται και ένας φάκελος με τον τίτλο «Βασίλης».  Σ αυτόν περιλαμβάνεται ένα ατελείωτο σενάριο για τη ζωή και το έργο του εθνικού μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη που θα μπορούσε να γίνει είτε θεατρικό έργο είτε κινηματογραφικό έργο.

Εξ υιοθεσίας λεμεσιανός  ο ποιητής μας  αφού έζησε τα πιο πολλά χρόνια της ζωής του στην πόλη μας όπου και πέθανε το 1917, με πολλές ταλαιπωρίες πρέπει να ομολογήσουμε.

Εκτός από το σενάριο βρήκα και κάποιες ενδιαφέρουσες σημειώσεις για τη ζωή του που θα αποτελούσαν βάση για την εξέλιξη του σεναρίου. Ανάμεσα σ αυτές  και η πιο κάτω σημείωση, ατέλειωτη κι αυτή, με τον τίτλο «Οι συνθήκες της ζωής του  την περίοδο που έγραφε την ΑΝΕΡΑΔΑΝ», με τη δική της ιστορική αξία, που λέει:


Ευτέρπη Μιχαηλίδη- Αραούζου,
ο ανομολόγητος μεγάλος
και ανικανοποίητος έρωτας
του ποιητή που τον ενέπνευσε
να γράψει την «Ανεράδα». «Δεν είχε καμιά επαγγελματική κατοχύρωση. Ως υπάλληλος του Δήμου Λεμεσού, στο νοσοκομείο της πόλης, συχνά κινδύνευσε να χάσει τη δουλεία του. Βέβαια την εποχή κείνη κανένα σχεδόν επάγγελμα δεν είχε κατοχύρωση. όμως  τα οικονομικά του Δήμου, που ανά  πάσαν στιγμή κινδύνευε να τον αναγκάσουν να κλείσει το νοσοκομείο,  ήταν ένας εφιάλτης για τον ποιητή, που πολλές φορές αναγκαζόταν να σκύβει το κεφάλι, να ταπεινώνεται, να σιωπά, μπροστά στο φάσμα της ανεργίας και της πείνας.


Ο φίλος του Βασίλη,
Μιχαήλ Ηρ.Μιχαηλίδης, (δήμαρχος Λεμεσού 1913-14),
 στο σπίτι του συναντούσε ο ποιητής
την αδελφή του Ευτέρπη.
Το περιβάλλον ήταν πρωτόγονο:  Ένα νοσοκομείο-πτωχοκομείο.  Ένα παλιό κτήριο με  γύρω στα 15 κρεβάτια και που δέχεται πτωχούς ασθενείς για θεραπεία, μάλλον για να τους περιθάλψει στις τελευταίες μέρες του βίου των. Οι περισσότερο εισαγόμενοι δεν έβγαιναν ζωντανοί, κι άλλοι δεν έβγαιναν γιατί δεν είχαν πού να πάνε και πώς να ζήσουν. Ο ποιητή ήταν κι ο ίδιος αναγκασμένος να διαμένει και να ζει σ΄αυτό το νοσοκομείο και σ΄αυτό το περιβάλλον. Ζούσε λοιπόν καθημερινά και όλη μέρα, μέσα στην ανθρώπινη δυστυχία και τον ανθρώπινο πόνο.

Ο πρώτος διορισμός του ποιητή ήταν  “ Βασίλειος νοσοκόμος προσωρινώς και διά την εποπτείαν των σφαγείων”.  Και λίγο αργότερα διαβάζουμε στα ίδια πρακτικά: “Βασίλειος επιστάτης του πτωχοκομείου και επόπτης των εν τω σφαγείω σφαζομένων ζώων. Το συμβούλιο θεωρεί καλόν όπως ούτος ξαναγίνει και εκμάθει την φαρμακοποιίαν”    Και τό ωράριο, όπως διαβάζουμε από τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης “ πάντες οι υπάλληλοι  οφείλουσι να είναι εις τα εργασίας των από των ανατολών του ηλίου μέχρι των 12 μεσημβρινής  και από τας 2 ώρας μ.μ. μέχρι των δυσμών αυτού”
Σπύρος Αραούζος,
 δήμαρχος Λεμεσού 1914-1920,
 σύζυγος της«Ανεράδας»
 Ευτέρπης Αραούζου

Κατά τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Λεμεσό, κάποιοι βιογράφοι του μιλούν για ένα σφοδρό κι αποτυχημένο έρωτα. Λένε, (ο Γιάννης Λέφκης) ότι ερωτεύτηκε παράφορα μια πλουσικόρη της Λεμεσού, αδελφή ενός φίλου του. Να σημειώσουμε εδώ ότι στην μεγάλη προσπάθεια του ποιητή να ανέβει κοινωνικά, έκανε παρέα, όπως και στη Λάρνακα πριν, με «αριστοκράτες» νέους της εποχής.

Ο έρωτας λοιπόν αναπτύχθηκε  γιατί ο ποιητής μπορούσε να πηγαίνει και στο σπίτι της κόρης, πράγμα αδύνατο σε εκείνη την εποχή. Κι ακριβώς για τον έρωτά του αυτό έγραψε κάποια ποιήματά του ο ποιητής κι ανάμεσα τους και η Ανεράδα. Τελικά όμως, όπως συχνά συμβαίνει στην εποχή εκείνη ή συχνά αρέσκονται οι σύγχρονοι να φαντάζονται, η κόρη παντρεύτηκε άντρα της τάξεώς της. Κι έτσι ο ποιητής απογοητευμένος, ζήτησε την παρηγοριά στο ποτό  που θα τον οδηγήσει στον αλκοολισμό.

Βέβαια αυτό είναι πιθανόν, όμως φαίνεται είναι επηρεασμένο από παρόμοιες ρομαντικές ιστορίες και ειδύλλια της εποχής εκείνης.  Ας θυμηθούμε τον ατυχή έρωτα του Αχιλλέα Παράσχου και την επιστροφή των ερωτικών του επιστολών που τον ενέπνευσε να γράψει τον παροιμιώδη στίχο “τον κεραυνόν εις φάκελλον ευώδη κεκλεισμένον”»





Ο Βασίλης Μιχαηλίδης (στο μέσον) με τους τρόφιμους του Πτωχοκομείου Λεμεσού το 1916, λίγο πριν πεθάνει. Στο άκρο δεξιά η διευθύντρια Στυλιανή Πισήρη στα χέρια της οποίας ξεψύχησε ο ποιητής ομολογώντας της τον μεγάλο του έρωτα και ζητώντας της να βάλει στο φέρετρο του ένα ξερό λουλούδι που του έδωσε η Ευτέρπη όταν επισκέφτηκε το Πτωχοκομείο ως πρώτη κυρία Λεμεσού και το έκρυβε σαν ακριβό φυλακτό.

  



Η Ανεράδα όπως την φαντάστηκε
 σε χαρακτικό του ο χαράκτης Χαμπής
    στο ομώνυμο βιβλίο που έκανε
 και το αφιέρωσε στη μνήμη του φίλου
 του Κωστή Κολώτα.






             Δύο αποσπάσματα της Ανεράδας σε χαρακτικά του Χαμπή από το ομώνυμο βιβλίο.