Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

«Εαριναί Ιπποδρομίαι»

Όταν αναφερόμαστε συχνά στις πολλές και πολυποίκιλες πρωτιές που η πόλη αυτή έχει να επιδείξει στην ιστορία της Κύπρου, κινδυνεύουμε να θεωρηθούμε και... τοπικιστές( όχι πως δεν είμαστε!). Ο λόγος που επιμένουμε είναι να βοηθήσουμε κι εμείς με τον τρόπο μας τους συμπολίτες μας, γνωρίζοντας την ιστορία και την πλούσια και περήφανη παράδοση τους , να γίνουν πιο διεκδικητικοί για να αποκαταστήσουν επιτέλους τη Λεμεσό στη θέση που δικαιωματικά της ανήκει. Δεν πρέπει να αγνοούμε, για παράδειγμα ότι, σχεδόν όλα τα σημαντικά πνευματικά κινήματα και όλες οι νεοφανείς πνευματικές δημιουργίες του τόπου μας ξεκίνησαν από αυτή εδώ την πόλη για να μην αναφέρουμε και τις επιφανέστερες πνευματικές φυσιογνωμίες του τόπου που είτε γεννήθηκαν εδώ είτε ήλθαν και έδρασαν στη Λεμεσό όπου έβρισκαν το κατάλληλο πνευματικό περιβάλλον για να δράσουν και δημιουργήσουν. (Βλέπε και σχετική ανάρτηση για τις πρωτιές της Λεμεσού, μέρος πρώτον).
Θα αναφερθούμε σε μια πιο «πεζή» πρωτιά. Πρόκειται για τον ιππόδρομο που μονοπωλιακά, η Λευκωσία επιμένει να κρατά τις τελευταίες δεκαετίες. αρνούμενη το δικαίωμα αυτό σε άλλη πόλη. Βέβαια με την τροπή που πείρε ο ιππόδρομος τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας ως κατεξοχή χώρος διεξαγωγής τζόγου και μορφών παρανομίας, θα μπορούσε να πει κάποιος «να μας λείπει». Όμως και ο ιππόδρομος, όταν πρωτοεμφανίστηκε στη Λεμεσό ( από το 1879) και συνέχιζε να υπάρχει για πολλές δεκαετίες, είχε μια άλλη εντελώς διαφορετική μορφή από αυτή που ξέρουμε σήμερα σ’ αυτόν της Λευκωσίας.
Ήταν ο λεμεσιανός ιππόδρομος ευκαιρία για μια κοσμική και ψυχαγωγική εκτός από καθαρά αθλητική, έκφραση ζωής, με λαμπρές χοροεσπερίδες, «σουαρέ», «βεγγέρες», μεγαλοπρεπείς δεξιώσεις και άλλες συναφείς εκδηλώσεις που προσέλκυαν νέους και κοσμικούς όχι μόνο της Λεμεσού αλλά όλης της Κύπρου. Μερικούς λοιπόν μόνο μήνες μετά την άφιξη των Άγγλων στη Κύπρο, διοργανώνονται ,την άνοιξη του 1879, οι πρώτες κούρσες αλόγων στο δρόμο του Ζακακιού μέχρι το τούρκικο νεκροταφείο, ενώ το 1880 μεταφέρονται σε μια χωράφα στον δρόμο των Πολεμιδιών γνωστή τα χρόνια που ακολουθούν ως «ο Ιππόδρομος», ενώ το 1902 διοργανώνονται στο Γ.Σ.Ο.
Το 1912 ιδρύεται εξάλλου και η «Ιππική Εταιρία Λεμεσού» και στα 1922 ο «Όμιλος Φιλίππων».
Γνωστοί πολιτικοί, κοινωνικοί και κοσμικοί παράγοντες της πόλης μετέχουν ενεργά στις εκδηλώσεις των ιπποδρομίων είτε ως διοργανωτές, είτε ως ιδιοκτήτες ίππων είτε ως απλοί αλλά φανατικοί φιλοθεάμονες και σύσσωμη η λεμεσιανή καλή κοινωνία της εποχής συμβάλλει στην επιτυχία των σχετικών εκδηλώσεων που τον συνοδεύουν. Όλα αυτά καταμαρτυρεί και το δημοσίευμα μας από τον λεμεσιανό τύπο άλλων εποχών. Είναι από την εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού 9 Δεκεμβρίου 1910 όπου κάτω από τον τίτλο «Εαριναί Ιπποδρομίαι» λέει:
«Η επί των Ιπποδρομιών Επιτροπή συνελθούσα χθες απεφάσισε να προκηρύξη Εαρινάς Ιπποδρομίας, αι οποίαι θα λάβωσι χώραν εδώ την Δευτέραν και Τετάρτην της Διακαινησίμου, ήτοι 11/24 και 13/26 Απριλίου.
Η σχετική προκήρυξις μετά των κανονισμών υπό τους οποίους θα διεξαχθώσιν αι Ιπποδρομίαι θα δημοσιευθεί και θα αποσταλή εις τους ενδιαφερόμενους λίαν προσεχώς.
Ούτω οι Παγκύπριοι, οι Σκοπευτικοί Αγώνες και η ΄Εκθεσις τελούμενα εντός της αυτής εβδομάδος θα αποτελέσωσι μίαν σειράν εορτών και πανηγύρεων κοσμικών, αι οποίαι θα προσελκύσωσι βεβαίως θεατάς εξ απάσης της Νήσου.»




Τα πρώτα Ιπποδρόμια στην Κύπρο. Γκραβούρα, περιοδικό “The Graphic” του Λονδίνου 2 Μαΐου 1879.

Η στρατηγική και εμπορική σημασία της Λεμεσού κατά τον πρώτον αιώνα της Φραγκοκρατίας


                                                             ΜΕΡΟΣ Β :
Η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΡΕΑ  Επετηρίδα Κυπριακών Σπουδών τόμος Δ’

Η Λεμεσός είχε εμπορική σημασία για τους Λατίνους ακόμα και πριν από την κατάκτηση της το 1191 από τον Άγγλο βασιλιά Ριχάρδο. Οι πρώτοι από τους Λατίνους οι οποίοι άρχισαν να αξιοποιούν τη Λεμεσό εμπορικά ήταν οι Βενετοί, οι οποίοι εξασφάλισαν εμπορικά προνόμια στην Κύπρο το 1126, μετά από σχετική συμφωνία που υπέγραψαν με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό.16 Η Λεμεσός αναφέρεται σε συμβολαιογραφική πράξη του 1139. Σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτής της πράξης, οι Βενετοί έμποροι Domenico Rossani και ο συνέταιρος του διαμοιράστηκαν κεφάλαιο με αξία 46 χρυσά νομίσματα, ο καθένας παίρνοντας από 23, ενώ ήταν στη Λεμεσό. Συμφώνησαν να χρησιμοποιήσουν αυτά τα χρήματα για την αγορά εμπορευμάτων από το αιγυπτιακό λιμάνι της Δαμιέττης και να μεταβούν εκεί πάνω στο πλοίο που είχε για πλοίαρχο του τον Mario Montello.17 Η μεσαιωνική Λεμεσός διέθετε εξαιρετικές διευκολύνσεις για το αγκυροβόλημα των θαλασσινών σκαφών τόσο εντός όσο και εκτός του λιμανιού. Ιταλικά ναυτικά εγχειρίδια όπως το Compasso de Navigare, τα οποία γράφτηκαν στη λατινοκρατούμενη Πτολεμαΐδα της Παλαιστίνης, όπου ζούσαν Ιταλοί έμποροι από τις διάφορες Ιταλικές πολιτείες που είχαν οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή, κάνουν αναφορά στα κυπριακά λιμάνια της Λεμεσού και της Πάφου, όχι όμως σε αυτό της Αμμοχώστου.18
Η Λεμεσός ανέπτυξε αξιόλογη εμπορική δραστηριότητα στα πρώτα χρόνια της Λατινοκρατίας. Το Μάιο 1199 ο πρώτος Λουζινιανός βασιλιάς της Κύπρου, ο Αμάλριχος, πήρε 28,050 βυζαντινά νομίσματα από ένα σύνδεσμο Λατίνων εμπόρων με αντάλλαγμα την εκχώρηση σε αυτούς του δικαιώματος να εισπράττουν τα εμπορικά τέλη στη Λεμεσό για διετή περίοδο. Η Ιταλική πολι¬τεία της Πίσας απέδιδε μεγάλη σημασία στη Λεμεσό καθ' όλη τη διάρκεια του Που αιώνα αλλά και πιο ύστερα. Σύμφωνα με την έκθεση που ετοιμάστηκε το 1243/1244 από τους Βενετούς, στη Λεμεσό ζούσαν Πισάτες την εποχή αυτή όχι απλώς ως μεμονωμένα άτομα, αλλά με τη δική τους κοινοτική οργάνωση. Στην έκθεση γίνεται αναφορά στο σπίτι του Πισάτη Ούγου της Κλάρας, καθώς και στο προαύλιο "που ανήκει στους Πισάτες'". Αυτή η αναφορά σε προαύλιο κοινής και όχι απλώς ατομικής ιδιοκτησίας υποδηλώνει την ύπαρξη συμπαγούς κοινότητας Πισατών στη Λεμεσό, με τους δικούς της κοινοτικούς θεσμούς και οργάνωση. Η Λεμεσός μέχρι τα μέσα του Που αιώνα αποτελούσε το σημαντικότερο και ίσως το μοναδικό κέντρο εμπορικής δραστηριότητας για τους Πισάτες. Ακόμη και μετά την κατάληψη της Πτολεμαΐδας το 1291 από τους Μαμελούκους, που είχε ως συνέπεια την εμπορική άνοδο της Αμμοχώστου εις βάρος της Λεμεσού, ο Πισάτης πρόξενος που ήταν εγκατεστημένος στη Λεμεσό εκπροσωπούσε τους Πισάτες σε όλη την Κύπρο, όχι απλώς εκείνους που κατοικούσαν στη Λεμεσό. Η αυλή και η διοίκηση του Πισάτη προξένου βρισκόταν μέσα στον ξενώνα της κοινότητας, και ο ξενώνας ήταν κοντά στο βασιλικό τελωνείο, δηλαδή σε μικρή απόσταση από το λιμάνι. Το προσωπικό που υπηρετούσε στο προξενείο περιλάμβανε τον λεγόμενο sensarius, ο οποίος ήταν ο επίσημος μεσολαβητής της κοινότητας, το συμβολαιογράφο, ο οποίος ήταν και γραμματέας, και τον λεγόμενο platearius, ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα αστυνομευτικής φύσης. Ακόμη και το 1307, παρά το γεγονός ότι η Αμμόχωστος είχε πια ξεπεράσει τη Λεμεσό ως το κατ' εξοχήν εμπορικό λιμάνι της Κύπρου, ο Πισάτης συμβολαιογράφος της Λεμεσού, σε αντίθεση με αυτόν της Αμμοχώστου, έφερε τον τίτλο scribus atque notarius Pisani communis in Cipro, δηλαδή του γραφέα και συμβολαιογράφου της κοινότητας των Πισάτων στην Κύπρο, κάτι που του έδινε επίσημη ιδιότητα.
Η ιταλική πολιτεία της Γένοας είχε και αυτή εμπορική παρουσία στην Κύπρο, τουλάχιστο από το 1203. Σε αντίθεση με τους Πισάτες ωστόσο, και ακόμη με τους Βενετούς, οι Γενουάτες από πολύ ενωρίς, συγκεκριμένα από το 1218, απέκτησαν ακίνητη περιουσία στην Αμμόχωστο, καθώς και στη Λευκωσία. Εξ αιτίας της ναυτικής υποστήριξης την οποία έδωσαν στο βασιλιά Ερρίκο Α' της Κύπρου κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1228 -1233 μεταξύ των οπαδών του βασιλιά και αυτών του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β', τους εκχωρήθηκαν σημαντικά εμπορικά προνόμια σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας εμπορικής συμφωνίας τους 1232 μεταξύ του βασιλείου της Κύπρου και της Γενουάτικης πολιτείας. Σύμφωνα με τους όρους αυτής της συμφωνίας, η πολιτεία και ο λαός της Γένοας απέκτησαν το χωριό Despoyre στην επαρχία της Λεμεσού, μαζί με όλα τα προνόμια, έσοδα, κτήματα και τους δουλοπάροικους του χωριού. Όλα αυτά παραχωρήθηκαν στο Γενουάτη πρόξενο ως αντιπρόσωπο της πολιτείας.
Οι Γενουάτες απέκτησαν διάφορα ωφελήματα και μέσα στην πόλη της Λεμεσού. Τους παραχωρήθηκαν ορισμένες κατοικίες, καθώς και ένας πύργος στην παραλιακή περιοχή της πόλης. Οι κατοικίες και ο πύργος αυτός ήταν κοντά στο βασιλικό τελωνείο και στο δημόσιο δρόμο, και το 1294, κατά τη διάρκεια ενός πολέμου μεταξύ Βενετίας και Γένοας, ο βενετικός στόλος έπλευσε στη Λεμεσό και προξένησε ζημιές στον πύργο των Γενουατών και στον ξενώνα που είχαν στην πόλη. Οι κατοικίες που παραχωρήθηκαν στους Γενουάτες σύμφωνα με την συμφωνία του 1232 περιγράφονται ως κατοικήσιμες και διατηρημένες σε καλή κατάσταση. Ως εκ τούτου ήταν κατάλληλες για τη διαμονή σε αυτές των Γενουατών προξένων και υποπροξένων. Σε αυτούς τους πρόξενους και υπο-πρόξενους παραχωρήθηκε και το εξής σημαντικό προνόμιο, το δικαίωμα να προβαίνουν στην κατασκευή φούρνων και στη συσκευασία ψωμιού μέσα στους ξενώνες που είχαν στις διάφορες πόλεις της Κύπρου. Με το προνόμιο αυτό, εξασφάλισαν την αποεξάρτησή τους από εξωτερικούς προμηθευτές στην εκπλήρωση των βασικών αναγκών της κοινότητας τους. Το προνόμιο αυτό παραχωρήθηκε στη συνέχεια και σε Γενουάτες ιδιώτες. Γύρω στο 1243, ως συνέπεια της δήμευσης της περιουσίας των Βενετών στην Κύπρο από το βασιλιά Ερρίκο Α', για λόγους που παραμένουν ακόμη ανεξακρίβωτοι, μια κατοικία που ανήκε άλλοτε σε Βενετό παραχωρήθηκε στην πολιτεία της Γένοας.
Οι Βενετοί, που ήταν οι πρώτοι που αξιοποίησαν τη Λεμεσό και την Κύπρο γενικότερα στο πλαίσιο των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, συνέχισαν να αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις και δραστηριότητες στο νεοσύστατο Λατινικό βασίλειο της Κύπρου καθ' όλη την διάρκεια του 13ου αιώνα και μάλιστα σε αυξανόμενο βαθμό. Για άγνωστους λόγους ωστόσο κατασχέθηκαν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στο νησί το 1243, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Η έκθεση που συνέταξαν οι Βενετοί αυτή τη χρονιά μας παρέχει χρησιμότατες πληροφο¬ρίες, τόσο για τα περιουσιακά στοιχεία τους στη Λεμεσό και στις άλλες κυπριακές πόλεις, όσο και για τα ανάλογα στοιχεία που είχαν οι άλλες εμπορευόμενες Ιταλικές πολιτείες, όπως η Πίσα και η Γένοα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας παρέχει η έκθεση, η πολιτεία των Βενετών στη Λεμεσό είχε μια εκκλησία αφιερωμένη στον Ευαγγελιστή Μάρκο, τον πνευματικό προστάτη της Βενετίας, καθώς και δημόσια λουτρά, τα ετήσια έσοδα των οποίων ήταν 1,000 βυζαντινά νομίσματα, που αποτελούσε σεβαστό ποσό. Οι περιουσίες οι οποίες ανήκαν σε Βενετούς ιδιώτες περιλάμβαναν μία σειρά από δώδεκα συνεχόμενα σπίτια, καθώς και ένα οίκημα οι διαστάσεις του οποίου επέτρεπαν τη μετατροπή του σε καλυμμένη αγορά.26 Οι αγορές αυτού του τύπου λέγονταν φούντικες (Αραβικό funduq, Ιταλικό fondaco) και υπήρχαν σε όλη την περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου. Ήταν μουσουλμανικής προέλευσης και υπήρχαν αρχικά στην Αίγυπτο και στη Συρία, απ' όπου κατά πάσα πιθανότητα εξαπλώθηκαν στην Κύπρο μέσω των Λατίνων της Συρίας. Δεν ξέρουμε αν οι Βενετοί κατέγραψαν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στην έκθεση που ετοίμασαν το 1243/1244, ή απλώς τις περιουσίες που κατασχέθηκαν, αλλά εν πάση περιπτώ¬σει τα στοιχεία της έκθεσης αποδεικνύουν ότι είχαν περιουσίες στην Κύπρο πολύ μεγάλης αξίας. Από το περιεχόμενο της έκθεσης εξάλλου καθίσταται σαφές ότι η Λεμεσός ήταν το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο των Βενετών στην Κύπρο. Η Πάφος είχε πολύ ασήμαντη συμμετοχή στο βενετικό εμπόριο με την Κύπρο, ενώ η Αμμόχωστος ούτε καν αναφέρεται.
Άξιον αναφοράς είναι και το γεγονός ότι στην πιο πάνω βενετική έκθεση αναφέρονται Προβηγκιανοί έμποροι ως ιδιοκτήτες περιουσίας στη Λεμεσό. Αυτό αποτελεί μαρτυρία για τη χρήση της Λεμεσού από έμπορους άλλων εθνοτήτων κατά τον 13ο αιώνα, και όχι αποκλειστικά από τους Ιταλούς. Ένα ασυμπλήρωτο βενετικό ναυτικό εγχειρίδιο (portolano), το οποίο ίσως συντάχθηκε γύρω στα 1270, ακολουθεί τη διαδρομή ενός οδοιπορικού από την Πτολεμαΐδα στην Ευρώπη μέσω της Κύπρου. Περιλαμβάνει αναφορά στη Λεμεσό, αλλά όχι στην Αμμόχωστο και στην Πάφο. Η αναφορά στη Λεμεσό υποδηλώνει την ύπαρξη εμπορικών και ναυτιλιακών σχέσεων μεταξύ Λεμεσού και Πτολεμαΐδας κατά το δεύτερο ήμισυ του Που αιώνα. Η ύπαρξη τέτοιων σχέσεων υποδηλώνεται και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το βενετικό εμπορικό εγχειρίδιο που ονομάζεται Zibaldone da Canal. Manuschtto mercantile del sec. XIV, χρησιμοποιούνταν παρόμοια σταθμά και στις δύο πόλεις πριν από το 1291.
Η Λεμεσός περιγράφεται ως το κυριότερο κυπριακό λιμάνι στις αναφορές του Zibaldone. Εδώ ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι το εμπόριο μεταξύ της Λεμεσού και άλλων μεσογειακών λιμανιών κατά το 13ο αιώνα χαρακτηρίζεται καλύτερα ως εμπόριο μικρών παρά μεγάλων αποστάσεων. Από την κοντινή Πτολεμαΐδα γινόταν η εισαγωγή μοσχοκάρυδου, ζαφοράς και των λεγόμενων 'μικρών' καρυκευμάτων, όπως το πιπέρι, τα οποία έφερναν αυτή την ονομασία διότι πωλούνταν σε μικρές ποσότητες. Κατά τη δεκαετία του 1270 υπήρχε και εμπόριο μεταξύ της Λεμεσού και του Λαΐάτσο, που ήταν το κυριότερο λιμάνι στο βασίλειο της Μικρής Αρμενίας. Σε μία συμβολαιογραφική πράξη με χρονολογία τον Απρίλιο 1279 ο Γενουάτης έμπορος Pietro di Giusulfo διορίζει ως εκπροσώπους του τον Ottobuono Picamiglio και τα δύο αδέλφια του, και ανάμεσα στους μάρτυρες του εγγράφου κατονομάζει τον Arancio της Λεμεσού. Ο Arancio προφανώς ήταν έμπορος ο οποίος ήταν κάτοικος Λεμεσού και είχε εμπορικές δοσοληψίες στο Λαΐάτσο. Στη Λεμεσό γινόταν και η εισαγωγή λαδιού και σιτηρών από την Απουλία της Κάτω Ιταλίας, όπου οι Βενετοί είχαν αναπτύξει έντονη εμπορική δραστηριότητα κατά το δεύτερο ήμισυ του ΙΙου αιώνα. Ανάμεσα στις εξαγωγές που γίνονταν από τη Λεμεσό ήταν η ρητίνη, το λάδανο και το λουλάκι. Πιο σημαντική από όλες τις εξαγωγές, ωστόσο, ήταν η εξαγωγή άλατος, που άρχισε από τα τέλη του Που αιώνα.
Στα τέλη αυτού του αιώνα η Βενετία άρχισε την εμπορική εκμετάλλευση διαφόρων κοιτασμάτων άλατος σε διάφορα μέρη της Μεσογείου. Μεταξύ αυτών των περιοχών ήταν και η Κύπρος. Όπως αναφέρει ο Jean-Claude Hocquet, τα κοιτάσματα αυτά βρίσκονταν κυρίως σε νησιά με μικρό πληθυσμό και σε παραθαλάσσιες περιοχές. Αυτό διευκόλυνε και την εξαγωγή του άλατος με το πλοίο στη Βενετία. Η Βενετία άρχισε την εισαγωγή άλατος από τα μεσογειακά νησιά της Ιμπίθα, της Σαρδηνίας και της Κύπρου από τη δεκαετία του 1270. Επίσης γίνονταν εισαγωγές από την περιοχή της Κριμαίας και την Αλεξάνδρεια. Σύμφωνα με τον Hocquet, οι Βενετοί αξιοποίησαν τα κυπριακά κοιτάσματα άλατος, που βρίσκονταν στις αλυκές της Λάρνακας και της Λεμεσού, πάνω σε πιο σταθερή και τακτική βάση παρά εκείνα τα οποία βρίσκονταν αλλού. Είναι αξιοσημείωτο ότι η τοποθεσία της σημερινής Λάρνακας λεγόταν Salines, δηλαδή αλυκές, στα λατινικά έγγραφα της φραγκοκρατούμενης Κύπρου.
Το άλας της Κύπρου, το οποίο περιγράφεται ως bianchissimo et fortissimo, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στη Βενετία εξ αιτίας της καλής του ποιότητας. Ας σημειωθεί ότι τα μεγάλα κέρδη που προέρχονταν από την εξαγωγή άλατος διαφαίνονται και από το γεγονός ότι η εκμετάλλευση των δυο φυσικών αλυκών κοντά στη Λεμεσό και στη Λάρνακα ήταν βασιλικό μονοπώλιο. Το άλας επωλείτο σε ιδιώτες έμπορους και κατά τη δεκαετία του 1280 άρχισαν οι Βενετοί να το αγοράζουν σε μεγάλες ποσότητες. Ένα βενετικό εμπορικό διάταγμα με ημερομηνία 26 Απριλίου 1286 καθόριζε τιμή έξι λιρών και πέντε σορδάτων για κάθε μόδιο άλατος το οποίο θα εισήγαγαν τα βενετικά πλοία προερχόμενα από την Κύπρο, τη Σαρδηνία, και το Ras al-Makhbaz. Το άλας αυτό μεταφερόταν στη Βενετία μέσα στα ογκώδη πλοία που έφεραν την ονομασία caricatorri. Σε μεταγενέστερο νομικό διάταγμα με ημερομηνία τον Φεβρουάριο 1287, η τιμή του εισαγόμενου άλατος αυξήθηκε σε έξι λίρες δεκαπέντε σορδάτα το μόδιο. Αυτή η τιμή ωστόσο ίσχυε μόνο σε περίπτωση όπου ο εισαγωγέας είχε εκ των προτέρων υπογράψει σχετική συμφωνία με τους αρμόδιους Βενετούς αξιωματούχους. Σε αντίθεση περίπτωση θα έπαιρνε χαμηλότερη τιμή για το άλας που εισήγαγε, και σε σχετική απόφαση με ημερομηνία 5 Φεβρουαρίου 1292 η τιμή καθορίστηκε σε τεσσερισήμισι λίρες για κάθε μόδιο άλατος που προερχόταν από την Κύπρο και την Ιμπίθα. Εν τω μεταξύ οι βασιλείς της Κύπρου αποφάσισαν το 1301 να αυξήσουν τα τέλη τα οποία πλήρωναν οι εξαγωγείς του κυπριακού άλατος, με αποτέλεσμα οι Βενετοί έμποροι να υποχρεώνονται στην καταβολή 150 βυζαντινών νομισμάτων για κάθε 1,000 μόδια εξαγόμενου άλατος αντί το προηγούμενο ποσό των 60 βυζαντινών νομισμάτων. Παρά την αύξηση των τελών όμως το εμπόριο άλατος συνεχίστηκε με γοργό ρυθμό μέχρι την τουρκική κατάληψη της Κύπρου το 1571. Ας σημειωθεί επίσης ότι η αλυκή της Λάρνακας ήταν πολύ πιο σημαντική για την άντληση άλατος από αυτή της Λεμεσού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το άλας από την αλυκή της Λεμεσού δεν ήταν και αυτό εμπορεύσιμο. Δύο προϊόντα τα οποία σε μεταγενέστερες εποχές θα εξάγονταν σε μεγάλες ποσότητες ήταν το βαμβάκι και η ζάχαρη. Η καλλιέργεια του ζαχαροκάλαμου στην Κύπρο και η τεχνική της παραγωγής της ζάχαρης προήλθαν κατά πάσα πιθανότητα από την Εγγύς Ανατολή. Καλούπια ζάχαρης, τα οποία χρησιμοποιούνταν στα τελικά στάδια της ζαχαροπαραγωγής, έχουν ανευρεθεί στο φρούριο της Παλαίπαφου. Αυτό δεν απέχει πολύ από τη Λεμεσό και τα καλούπια αυτά ήταν κατεστραμμένα λόγω του σεισμού του 1222. Σύμφωνα με τον Oliver of Padeborn αυτός ο σεισμός προξένησε εκτεταμένες ζημιές ιδίως στην Πάφο, αλλά επίσης στη Λεμεσό και στη Λευκωσία. Η ανεύρεση τέτοιων καλουπιών τεκμηριώνει την καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου στη Φραγκοκρατούμενη Κύπρο και ειδικότερα στην περιοχή μεταξύ Λεμεσού και Πάφου, από την αρχή του Που αιώνα, οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες όμως για την εξαγωγή ζάχαρης από την Κύπρο χρονολογούνται όχι πριν από το 1299. Το ίδιο ισχύει για το βαμβάκι, το οποίο πιθανότατα άρχισε να καλλιεργείται στην Κύπρο κατά τον Πο αιώνα, χωρίς όμως να υπάρχουν ενδείξεις για την εξαγωγή του με χρονολογία πριν από τα μέσα του 14ου αιώνα. Ας τονιστεί ότι για την καλλιέργεια τόσο του βάμβακος όσο και του ζαχαροκάλαμου χρειάζονται μεγάλα αποθέματα, κεφαλαίου και πολύ εργατικό δυναμικό. Στην Κύπρο η παραγωγή τους βρισκόταν υπό τον έλεγχο των τριών μεγαλυτέρων κατόχων γης στο βασίλειο. Αυτοί ήταν το στέμμα, το τάγμα των Ιωαννιτών και η βενετική οικογένεια Κορνέρ. Οι περισσότερες φυτείες ζαχαροκάλαμου και βάμβακος, εξάλλου, βρίσκονταν στην παραλιακή περιοχή μεταξύ της Λέμπας και της Λεμεσού.
Τελειώνοντας, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η Λεμεσός, παρά το γεγονός ότι εκτοπίστηκε μετά το 1291 από την Αμμόχωστο ως το κυριότερο εμπορικό λιμάνι της Κύπρου, εξακολούθησε να έχει εμπορική δραστηριότητα, έστω σε περιορισμένο βαθμό, καθ' όλη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Παραδόξως δεν επωφελήθηκε όμως από την κατάληψη της Αμμοχστου, που έγινε το 1373 από τους Γενουάτες, και τον μετέπειτα εμπορικό μαρασμό αυτής της πόλης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμπορική ανάπτυξη της Λάρνακας κατά την Υστεροφραγκική εποχή και την εποχή της Βενετοκρατίας.

1 Regesta Regni Hierosolymitani. εκ. R. Rohricht, 2 τόμοι (Innsbruck, 1893-1904), II, αριθ. 755a.
2 D. Jacoby, "The Rise of a New Emporium in the Eastern Mediterranean: Famagusta in the Late Thirteenth Century", στο Μελέται και Υπομνήματα. Τόμος Α' (Λευκωσία, 1984), σ. 155 και υποαημ. 51-52.
3 όπ.π.. σσ. 158-159 και υποσημ. 66-71.
4 L. de Mas Latrie, Histoire de /' tie de Chypre sous le regne des princes dela maison de Lusignan, 3 τόμοι (Paris, 1852-1861), τόμος Β', σ. 39.
5 Mas Latrie, Histoire, τόμος Β ' ασ. 53-54; Hill, τόμος Β', ο. 125.
6 Mas Latrie, Histoire, τόμος Β', 54-55; Edbury, The Kingdom of Cyprus, σ. 110.
7 Jacoby, "Famagusta", σ. 159 και υποσημ. 77.
8 Jacoby, "Το Εμπόριο", σσ. 397-398.
9 όπ.π., α. 398.
10 Notai Genovesi in Oltremare. Atti rogati a Laiazzo da Frederico di Piazalunga (1274) e Pietro di Bargone (1277, 1279), εκ. Laura Balieto, CSFS 53 (Genoa, 1989) σσ. 356-357.
11 Jacoby, :To Εμπόριο", σ. 398.
12 J - C. Hocquest, Le sel et la Fortune de Venise, 2 τόμοι (Lille, 1979), τόμος A', σσ. 98-99.
13 όπ.π.. ο. 141.
14 Jacoby, 'To Εμπόριο', σ. 398.
15 Hocquet, Le sel, τόμος Β', σο. 204-205.
16 Hocquet, Le sel, τόμος A', σ. 210; Mas Latrie, Histoire, τόμος Β', ασ. 99-100.
17 Hocquet, Le sel, τόμος A', σσ. 100-101.
18 Jacoby, 'To Εμπόριο', σα. 417-418.
19 όπ.π., α. 420.
20 όπ.π.,σσ.418 καί 420.

































Η στρατηγική και εμπορική σημασία της Λεμεσού κατά τον πρώτον αιώνα της Φραγκοκρατίας

ΝΙΚΟΥ  ΚΟΥΡΕΑ Επετηρίδα Κυπριακών Σπουδών τόμος Δ’

Στην ανακοίνωση αυτή θα εξεταστεί η σημασία και η εξέλιξη της πόλης της Λεμεσού κατά τα πρώτα εκατό περίπου χρόνια της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο. Στο πρώτο μέρος της ανακοίνωσης θα γίνει ανασκόπηση της στρατηγικής σημασίας της πόλης, ενώ στο δεύτερο μέρος θα εξεταστεί η εμπορική της σημασία.

                                                                      ΜΕΡΟΣ Α:
Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΕΜΕΣΟΥ
Η Λεμεσός από τα τέλη του 12ου αιώνα και καθ' όλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα είχε αναμφισβήτητη στρατηγική σημασία, όχι μόνο για τους Λατίνους, οι οποίοι κατέκτησαν την Κύπρο το 1191, αλλά και για τους Μουσουλμάνους εχθρούς τους. Από γεωγραφικής άποψης είναι το καλύτερο λιμάνι της Κύπρου για συγκοινωνίες τόσο με τη Δυτική Ευρώπη, όσο και με την Αίγυπτο. Αυτό το γνώριζαν οι Λατίνοι καθώς και οι Αγγιουβίδες, η Μουσουλμανική δυναστεία η οποία είχε την Αίγυπτο και τη Συρία υπό την κυριαρχία της από το 12ο αιώνα μέχρι τα μέσα του Που. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο βασιλιάς Ριχάρδος Α' της Αγγλίας, φθάνοντας στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της Γ' Σταυροφο¬ρίας, η οποία είχε ως απώτερο σκοπό την ανακατάληψη των Ιεροσολύμων από τους Μουσουλμάνους, έπλευσε στη Λεμεσό. Εκεί ήδη βρίσκονταν η αδελφή του, η Ελεονώρα της Ακουϊτανίας, και η μνηστή του η Βερεγγάρια. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες Δυτικών χρονικογράφων της εποχής, παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις τις οποίες πήραν από τον άρχοντα της Κύπρου Ισαάκιο να παρακαθίσουν σε τραπέζι μαζί του, απέφυγαν επιμελώς να κατεβούν από το πλοίο τους λόγω της δυσπιστίας που έτρεφαν προς το άτομο του. Σε ορισμένες από αυτές τις Δυτικές πηγές προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Ισαάκιος είχε κακομεταχειριστεί Λατίνους ιεροπροσκυνητές, οι οποίοι λόγω θαλασσοταραχής είχαν αναγκαστεί να αράξουν στην Κύπρο. Οι διάφορες Δυτικές πηγές, ωστόσο, οι οποίες ιστορούν την κατάληψη της Κύπρου το 1191 από το βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο δίνουν εκδοχές για την άλωση της Λεμεσού από τις δυνάμεις του που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους.
Το Δυτικό χρονικό "Eracles" του Colbert - Fontainebleau προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Ισαάκιος Κομνηνός και οι δυνάμεις του εγκατέλειψαν τη Λεμεσό και έφυγαν ολοταχώς μόλις εθεάθη ο στόλος του βασιλιά Ριχάρδου να πλησιάζει το λιμάνι της πόλης. Ενώ οι δυνάμεις του αποβιβάστηκαν, ο ίδιος ο Ριχάρδος παρέμεινε πάνω στη γαλέρα του. Εκεί υποδέχτηκε ορισμένους Λατίνους έμπορους οι οποίοι ήσαν μόνιμοι κάτοικοι της Λεμεσού, και είχαν σπεύσει με τις βάρκες τους να τον συναντήσουν και να του δώσουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, ο Ισαάκιος Κομνηνός και οι δυνάμεις του είχαν φύγει για τα βουνά, ενώ ο λαός και οι έμποροι που είχαν παραμείνει στη Λεμεσό ήσαν έτοιμοι να τον υποδεχτούν με χαρά ως κυρίαρχο τους. Ο Ριχάρδος έστειλε τους εμπόρους πίσω στη Λεμεσό, μαζί με δύο ιππότες του, για να διαβεβαιώσουν τον επιτόπιο πληθυσμό ότι οι ζωές και τα αγαθά τους δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο από τον ίδιο και το στρατό. Διέταξε τις δυνάμεις του να στρατοπεδεύσουν σε απόσταση έξω από την πόλη, και τους έδωσε αυστηρές εντολές να μην κακοποιήσουν τους κατοίκους της Λεμεσού.
Κάπως διαφοροποιημένη εκδοχή από την πιό πάνω παρουσιάζεται στο χρονικό που φέρνει την ονομασία La Continuation de Guillaume de Tyr. Όπως ιστορούνται τα πράγματα στο χρονικό αυτό, ο Ισαάκιος Κομνηνός και ο στρατός του άρχισαν να υποχωρούν από τη Λεμεσό μόλις επιβεβαιώθηκε ο κατάπλους του Αγγλικού στόλου στο λιμάνι της πόλης, αλλά δεν κατόρθωσαν να ολοκληρώσουν την υποχώρηση. Ο Ριχάρδος, παρατηρώντας την υποχώρηση, αποβίβασε τις δυνάμεις του εσπευσμένα, διέταξε έφοδο και έδωσε μάχη με τον στρατό του Ισαάκιου στην ίδια την πόλη. Έλαβε μέρος και ο ίδιος στη μάχη, που είχε ως αποτέλεσμα την ήττα του Ισαάκιου και των δυνάμεων του. Η πιο λεπτομερής από τις διάφορες αφηγήσεις που ιστορούν την κατάληψη της Λεμεσού από τις δυνάμεις του Ριχάρδου, βρίσκεται ωστόσο στο χρονικό με ονομασία Itinerarium Peregrinorum et Gesta Regis Ricardi. Σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτού του χρονικού, μια μάχη στα ανοιχτά του λιμανιού της Λεμεσού προηγήθηκε της χερσαίας μάχης μεταξύ των δυο στρατών. Ο στόλος του Ριχάρδου κατά την έλευση του στα ανοικτά του λιμανιού της Λεμεσού βρέθηκε αντιμέτω¬πος με διάφορα εμπόδια, όπως μεγάλα βράχια και καταποντισμένα πλοία, τα οποία είχαν στηθεί εκεί με σκοπό να αποτραπεί η είσοδος του στο λιμάνι. Ο στόλος αντιμετώπισε και τα πυρά των τοξοτών του Ισάκιου, οι οποίοι επάνδρωναν πέντε γαλέρες που βρίσκονταν μέσα στο λιμάνι. Ο Ριχάρδος για να υπερπηδήσει τα εμπόδια αυτά έστειλε μικρά πλοιάρια επανδρωμένα και αυτά με τοξότες, τα λεγόμενα snekas, με εντολή να εξουδετερώσουν τους τοξότες του Ισαάκιου και στη συνέχεια να καταλάβουν το λιμάνι, όπως και έγινε. Με το λιμάνι υπό τον έλεγχο τους, οι Λατίνοι αποβιβάστηκαν και επιτέθηκαν εναντίον των χερσαίων δυνάμεων του Ισαάκιου, που βρισκόταν στην περιοχή του λιμανιού. Ο βασιλιάς Ριχάρδος αποβιβάστηκε σε μετέπειτα στάδιο με επιπρόσθετες δυνάμεις, και με την κάθοδο του ηττήθηκαν οι δυνάμεις του Ισαάκιου και αναγκάστηκαν να διαφύγουν.
Οι διαφορές μεταξύ αυτών των τριών πηγών σχετικά με την κατάληψη της Λεμεσού αφορούν κυρίως το βαθμό αντίσταστης που προσέφεραν οι δυνάμεις του Ισαάκιου Κομνηνού ενάντια σε αυτές του Ριχάρδου. Όλες συμφωνούν ωστόσο ως προς το γεγονός ότι η αποβίβαση των Αγγλικών δυνάμεων έγινε στη Λεμεσό, κάτι που τεκμηριώνει τη στρατηγική σημασία της ως το κυριότερο Κυπριακό λιμάνι κατά την τότε εποχή. Η στρατηγική αξία της Λεμεσού υποδηλώνεται και από την ύπαρξη του λεγόμενου βασιλικού δρόμου έξω από την πόλη, όπως αναφέρεται στο Itinerarium Peregrinorum. Τέτοιοι δρόμοι χρησιμοποιούνταν από το Βυζαντινό αυτοκράτορα και τους αξιωματούχους του, και έτσι η ύπαρξη τέτοιου δρόμου στη Λεμεσό ενδεικνύει τη στρατηγική και εμπο¬ρική σημασία που είχε για τους Βυζαντινούς. Ύστερα από την ολοκληρωτική κατάληψη της Κύπρου, ο Ριχάρδος και ο στρατός του ανεχώρησαν για την Παλαιστίνη, όπου σκόπευαν να πολεμήσουν τους Μουσουλμάνους με τις υπό-λοιπες δυνάμεις της Γ' Σταυροφορίας. Σύμφωνα με το Itinerarium Peregrinorum, ο Ριχάρδος έδωσε εντολή να συγκεντρωθεί ο στρατός του στη Λεμεσό και να επισκευαστούν τα πλοία που θα τους μετέφεραν στην Παλαιστίνη. Η ίδια πηγή ωστόσο μας πληροφορεί ότι ο ίδιος ο Άγγλος βασιλιάς ανεχώρησε όχι από τη Λεμεσό, αλλά από την Αμμόχωστο, όπου επιβιβάστηκε σε "μια από τις καλύτερες και πιο μεγάλες γαλέρες του", διότι βιαζόταν να φθάσει στη Πτολεμαΐδα προτού τελειώσει η πολιορκία της. Φαίνεται ότι οι πλείστες δυνάμεις του Ριχάρδου ανεχώρησαν όντως από τη Λεμεσό για την Παλαιστίνη, αλλά ότι ο ίδιος πήγε από τη Λευκωσία κετευθείαν στην Αμμόχωστο για την αναχώρηση του.
Οι Λατίνοι χρησιμοποίησαν τη Λεμεσό ως χώρο συγκέντρωσης δυνάμεων, αποστολής πολεμικού υλικού, και αναχώρησης για Σταυροφοριακές εκστρατείες καθ' όλη τη διάρκεια του Που αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε από τους Σταυρο¬φόρους της Ε' Σταυροφορίας, που άρχισε το 1217 με πολεμική εκστρατεία εναντίον των Μουσουλμάνων στην Παλαιστίνη. Όταν το 1220 οι Σταυροφόροι, υπό την αρχηγία του βασιλιά Ιωάννη των Ιεροσολύμων, επιτέθηκαν εναντίον της Αιγύπτου, οι Λατίνοι ιππότες της Κύπρου και ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας Ευστόργιος έλαβαν μέρος στην εκστρατεία, και η Λεμεσός χρησιμοποιήθηκε ως σταθμός ανεφοδιασμού. Όπως θα δούμε πιο κάτω, αυτή ήταν και η αιτία μιας Μουσουλμανικής θαλάσσιας επιδρομής εναντίον της Λεμεσού. Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, το 1227, η Λεμεσός προτάθηκε ως χώρος συγκέντρωσης στρατού για νέα σταυροφοριακή εκστρατεία εναντίον των Μουσουλμάνων. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β' ανέλαβε να ηγηθεί αυτής της εκστρατείας και το 1227 οι επιφανέστεροι Λατίνοι ευγενείς από την Κύπρο και τις λατινοκρατούμενες περιοχές της Συρίας και της Παλαιστίνης συγκεντρώθηκαν στην Κύπρο, περιμένοντας την άφιξη του. Το ταξίδι του Φρειδερίκου όμως αναβλήθηκε και τελικά έφθασε στην Κύπρο τον Ιούλιο 1228. Ξεκίνησε με το στρατό του από το Βρουνδίσιον της Κάτω Ιταλίας, και μετά από ταξίδι διαρκείας 24 ημερών έφθασε στη Λεμεσό. Κατά τη διαμονή του στην πόλη, έστειλε πρόσκληση στον τότε αντιβασιλέα της Κύπρου, τον Ιωάννη του Ιβελλίνου, να παρευρεθεί σε γεύμα μαζί του, στο οποίο να φέρει και τα παιδιά του, καθώς και τον ανήλικο βασιλιά της Κύπρου, τον Ερρίκο Α'. Ο αντιβασιλέας αποδέχτηκε την πρόσκληση, αλλά κατά τη διάρκεια του γεύματος ήλθε σε ρήξη με τον αυτοκράτορα διότι αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις εντολές του ότι έπρεπε, μεταξύ άλλων, να του παραδώσει τα εισοδήματα που είχε πάρει ως αντιβασιλέας από τότε που είχε πεθάνει ο βασιλιάς της Κύπρου Ούγος Α'. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με το φεουδαρχικό δίκαιο της Δύσης οι Γερμανοί αυτοκράτορες ήσαν οι κυρίαρχοι της Κύπρου από το 1197, όταν ο πρώτος Λατίνος βασιλιάς εστέφθη από τον απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα, τον επίσκοπο Conrad του Hildesheim. Ένεκα της ρήξης μεταξύ του Ιωάννη και του Φρειδερίκου, ο Ιωάννης με τους οπαδούς του διέφυγαν στο κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, όπου ετοιμάστηκαν να αντισταθούν. Ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος και ο στρατός του προχώρησαν από τη Λεμεσό στη Λευκωσία, η οποία κατελήφθη τον Αύγουστο 1228. Η τελική συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι δύο άντρες ευνοούσε σε γενικές γραμμές τον Φρειδερίκο, ο οποίος έθεσε τα κυριότερα κάστρα της Κύπρου υπό τον έλεγχο των οπαδών του. Αναχωρώντας για τη Δύση στις αρχές του 1229, ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος ξαναπέρασε από τη Λεμεσό, όπου άφησε το νεαρό βασιλιά της Κύπρου Ερρίκο Α', τον οποίο είχε πάρει μαζί του στην Παλαιστίνη. Εκεί τον είχε παντρέψει με την Αλίκη, την κόρη ενός από τους ευγενείς του.
Το 1237 η Λεμεσός επανεμφανίζεται στα σχέδια που οργανώνονται για την έναρξη νέας σταυροφοριακής εκστρατείας εναντίον των Μουσουλμάνων. Ο ευγενής Θιβάλδος της Καμπάνιας ο οποίος είχε οργανώσει εκστρατεία, πήρε συμβουλές από τους Λατίνους ευγενείς, τους κληρικούς και τους εκπροσώπους των Καθολικών στρατιωτικών ταγμάτων, δηλαδή των Τεμπλάρων και των Ιωαννίτων, που βρίσκονταν όλοι στις Λατινοκρατούμενες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, να πλεύσει με τις δυνάμεις του στη Λεμεσό και να συναντηθεί εκεί με τους Λατίνους αξιωματούχους. Προφανώς υπήρχε σκέψη να χρησιμοποιηθεί η Λεμεσός ως ορμητήριο για την επικείμενη σταυροφοριακή εκστρατεία. Οι σύμβουλοι του Θιβάλδου του είχαν δηλώσει ότι η Κύπρος ήταν εξίσου κοντά στην Αλεξάνδρεια και την Πτολεμαΐδα, και ότι θα μπορούσε εύκολα να αντλεί προμήθειες από το νησί. Τελικά όμως ο Θιβάλδος απεφάσισε να μην κάνει σταθμό στην Κύπρο και έπλευσε από το λιμάνι του Aigues Mortes της Νότιας Γαλλίας κατευθείαν στην Πτολεμαΐδα.
Ο σταυροφοριακός ηγέτης ο οποίος πραγματικά αξιοποίησε τα γεωγραφικά πλεονεκτήματα και τις διευκολύνσεις τις οποίες η Λεμεσός παρείχε ως ορμητήριο για εκστρατείες εναντίον των Μουσουλμάνων ήταν ο αρχηγός της Ζ' Σταυροφορίας, ο βασιλιάς Λουδοβίκος Θ' της Γαλλίας. Όπως το Θιβάλδο, ο Λουδοβίκος με τις δυνάμεις του ανεχώρησε από το λιμάνι του Aigues Mortes της Γαλλίας για την Κύπρο, φθάνοντας με το στόλο του στο λιμάνι της Λεμε¬σού στις 17 Σεπτεμβρίου 1248. Το ταξίδι του, όπως και αυτό του αυτοκράτορα Φρειδερίκου, ήταν διάρκειας 24 ημερών, αλλά πρέπει να έγινε από ευνοϊκότερες καιρικές συνθήκες, εφόσον μπόρεσε να καλύψει διπλάσια απόσταση από αυτή του Γερμανού αυτοκράτορα μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Προτού φθάσουν στην Κύπρο, ο Λουδοβίκος και οι αξιωματούχοι του είχαν μεριμνήσει να περισυλλέξουν μεγάλες ποσότητες από σιτηρά, κρασιά και άλογα για τους έφιππους στρατιώτες. Σύμφωνα με το χρονικό του Joinville, ο οποίος έλαβε μέρος και ο ίδιος στην εκστρατεία, οι αξιωματούχοι του Λουδοβίκου είχα αρχί¬σει να αγοράζουν κρασί στην Κύπρο μέχρι και δύο χρόνια πριν από την άφιξη του. Στη Λεμεσό συγκεντρώθηκαν όχι μόνο οι δυνάμεις του βασιλιά Λουδοβίκου, αλλά και αυτές του Κύπριου βασιλιά Ερρίκου Α' των Ιβελλίνων και των Καθολικών στρατιωτών ταγμάτων, δηλαδή των Τεμπλάρων και Ιωαννιτών. Οι τελευταίοι έφθασαν στην Κύπρο από την Πτολεμαΐδα. Ο στόλος του Λουδοβίκου περιλάμβανε και 15 γαλέρες των Γενουατών. Το Λουδοβίκο συνόδευε και ο αδελφός του, ο Κάρολος της Ανδεγαυίας, και στις δυνάμεις του προσετέθησαν σε κατοπινό στάδιο 1,000 ιππότες από τη Λατινοκρατούμενη Συρία, 400 ιππό¬τες από τη Φραγκοκρατούμενη Ελλάδα με αρχηγό τους τον Guillaume de Villehardouin, το Λατίνο πρίγκιπα της Αχαΐας και μια αγγλική δύναμη του κόμητα του Salisbury. Ο στρατός που τελικά απέπλευσε από το λιμάνι της Λεμεσού με προορισμό της Αίγυπτο το Μάιο 1249 αριθμούσε περισσότερους από 25,000 άνδρες, ενώ ο στόλος που τον μετέφερε αριθμούσε 1, 800 πλοία. Ο χρονικογράφος Joinville ο οποίος ήταν και στενός σύμβουλος του βασιλιά Λουδοβίκου, περιέγραψε τη θάλασσα ως κατάσπαρτη με τα πανιά των πλοίων.
Η διαμονή ενός τόσο πολυάριθμου στρατού στη περιοχή της Λεμεσού από το Σεπτέμβριο 1248 μέχρι τον Μάιο 1249 δεν μπορούσε παρά να δημιουργήσει ορισμένα προβλήματα. Αρκετοί πέθαναν εξαιτίας μίας επιδημίας που μάστιζε τις συγκεντρωμένες δυνάμεις των σταυροφόρων, και σύμφωνα με τον ληγάτο του πάπα ο οποίος συνόδευε το στρατό ανάμεσα σε αυτούς ήταν και 260 ιππότες του βασιλιά Λουδοβίκου. Διάφοροι δυτικοί χρονικογράφοι, όπως ο Matthew Paris και ο Raymond Pull, απέδωσαν αυτές τις απώλειες στο ανθυγιεινό κλίμα της Κύπρου, ενώ ο ανώνυμος συγγραφέας του Directorium πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η κατανάλωση των κυπριακών κρασιών χωρίς την προσθήκη νερού "intestina et cerebrum destruunt et comburunt" δηλαδή προκαλούσε εγκαύματα και καταστροφή στα έντερα και στον εγκέφαλο. Η κυπριακή κουζίνα αναφέρεται και αυτή ως ζημιογόνος παράγοντας. Σύμφωνα με το συγγραφέα του Directorium ως αποτέλεσμα της αδράνειας που έπληττε τους στρατιώ¬τες κατά τη μακρόχρονη παραμονή τους στην περιοχή της Λεμεσού, ξέσπασαν καυγάδες και δημιουργήθηκαν έριδες μεταξύ τους. Εκτός από τα πιο πάνω προβλήματα, η μακρόχρονη παραμονή των στρατιωτών στην Κύπρο ήταν και δαπανηρή, σε σημείο που αρκετοί Λατίνοι ευγενείς αναγκάστηκαν λόγω οικονομικών αναγκών να δανειστούν χρήματα από Ιταλούς εμπόρους, δίνοντας ως ενέχυρα τις περιουσίες που είχαν στη Γαλλία. Τα προβλήματα αυτά, που προέκυψαν κατά τη σταυροφοριακή εκστρατεία του βασιλιά Λουδοβίκου επηρέασαν και τις αντιλήψεις των μεταγενέστερων συγγραφέων της Δύσης, οι οποίοι κατά καιρούς υπέβαλλαν προτάσεις για σταυροφοριακές εκστρατείες, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η Κύπρος ως κατάλληλος χώρος για τη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων.
Η στρατηγική σημασία της Λεμεσού ήταν αντιληπτή όχι μόνο στους Δυτικούς χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους εχθρούς τους. Οι μουσουλμάνοι κυρίαρχοι της Αιγύπτου, αρχικά η δυναστεία των Αγγιουβίδων, και από τα μέσα του 13ου αιώνα οι Μαμελούκοι, γνώριζαν πολύ καλά ότι οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν την πόλη και το λιμάνι της Λεμεσού ως χώρο συγκέντρωσης χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων για σταυροφοριακές εκστρατείες εναντίον τους. Γι' αυτό το λόγο έστειλαν στόλο εναντίον της Λεμεσού τουλάχιστο δύο φορές κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα. Η πρώτη επιδρομή έγινε το 1220/1221, κατά τη διάρκεια της Ε' Σταυροφορίας. Οι μουσουλμάνοι παρατήρησαν ότι οι χριστιανικές γραμμές ανεφοδιασμού μεταξύ της Λεμεσού και της Αιγύπτου δεν είχαν επαρκή προστασία, και έστειλαν στόλο που αριθμούσε 20 γαλέρες εναντίον της Λεμεσού. Ο στόλος αυτός κατόρθωσε να κάνει αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον του λιμανιού με αποτέλεσμα να πυρποληθούν πολλά πλοία τα οποία βρίσκονταν μέσα στο λιμάνι. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της επιδρομής μέχρι και 13,000 χριστιανοί. Ας σημειωθεί επίσης το γεγονός ότι ο παπικός ληγάτος είχε πληροφορηθεί από κατασκόπους για την επικείμενη μουσουλμανική επιδρομή, αλλά, παρά ταύτα αμέλησε να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα για να αποτραπεί.
Η δεύτερη μουσουλμανική επιδρομή εναντίον της Λεμεσού έγινε τον Ιούνιο 1271. Ο Μαμελούκος σουλτάνος Baybars, ο οποίος από το 1265 είχε αρχίσει να καταλαμβάνει τις τελευταίες κτήσεις των Λατίνων στην Παλαιστίνη και τη Συρία, έστειλε στόλο εναντίον της Λεμεσού, ίσως για σκοπούς αντιπερασπασμού, μια και ο βασιλιάς της Κύπρου Ούγος Γ' είχε μεταβεί την ίδια εποχή με στρατό στην Πτολεμαΐδα της Παλαιστίνης. Σε αντίθεση με την προηγούμενη επιχείρηση, ωστόσο, η επιδρομή αυτή απέτυχε, διότι τα πλοία του μουσουλμανικού στόλου τσακίστηκαν πάνω στους υφάλους οι οποίοι βρίσκονται στις ακτές των θαλασσών γύρω από τη Λεμεσό. Οι μουσουλμάνοι στρατιώτες και τα πληρώματα του στόλου τους, που αριθμούσαν 1,800 άνδρες, όλοι αιχμαλωτίστηκαν. Η Λεμεσός δεν ξαναείδε μουσουλμανικό στόλο μέχρι το 1426, όταν οι Μαμελούκοι αποβιβάστηκαν εκεί, πρώτα λεηλατώντας και καταστρέφοντας την πόλη, και στη συνέχεια προχωρώντας μετά από τη μάχη που έδωσαν στη Χοιροκοιτία με τις δυνάμεις του βασιλιά Ιανού, να καταλάβουν τη Λευκωσία.
Υπάρχουν διάφορες εκδοχές στις αραβικές πηγές για την αποτυχία αυτής της θαλάσσιας επιδρομής εναντίον της Λεμεσού. Μια από αυτές ισχυρίζεται ότι οι μουσουλμάνοι τιμωρήθηκαν διότι προτού αναχωρήσουν έβαψαν τα πλοία τους μαύρα όπως ήταν βαμμένα αυτά των χριστιανών, με σκοπό να τους ξεγελάσουν, και έπλευσαν στη Λεμεσό με σημαίες οι οποίες έφεραν το σήμα του σταυρού, πάλι για σκοπούς παραπλάνησης των χριστιανών. Άλλη πιο λογική εκδοχή είναι ότι οι μουσουλμάνοι, συνηθισμένοι κυρίως στον χερσαίο πόλεμο, δεν είχαν στη διάθεση τους ικανούς και εμπειροπόλεμους ναυτικούς και πληρώματα για τα πλοία τους. Μια τρίτη εκδοχή από τον Άραβα ιστορικό Qirtay είναι ότι ο σουλτάνος Baybars ανέθεσε την αρχηγία του στόλου σε δύο ναυάρχους αντί σε ένα και ότι τα πλοία τσακίστηκαν στους υφάλους γύρω από τη Λεμεσό επειδή οι δύο αυτοί ναύαρχοι δεν είχαν καλή συνεννόηση μεταξύ τους, ο ένας αδιαφορώντας για την τύχη του συναδέλφου του όταν άρχισαν τα πλοία να τσακίζονται.15

1 "The Old French Continuation of William of Tyre, 1184-97". στο The Conquest of Jerusalem and the Third Crusade, Sources in Translation (εκ. και μετάφρ.) P.W. Edbury (Aldershot, 1996), σσ. 100-102; Chronicle of the Third Crusade, A Translation of the Itinerarium Peregrinorum et Gesta Regis Ricardi, ed. and transl. Helen J. Nicholson, σσ. 182-183.
2 Edbury, Conquest of Jerusalem, α. 176.
3 Edbury, Conquest of Jerusalem, σα. 102-103.
4  Nicholson, Itinerarium, σα. 182-185.
5 "L' estoire de Eracles empereur et la conqueste de la terre d' Outremer", στο Recueil des historiens des croisades, Historiens occidentaux, 5 vols. (Paris, 1844-1895), II, σσ. 321-349, και ειδικά τα χειρόγραφα C, D και G, σσ. 345-346.
6 "Eracles" σσ. 363-364.
7 όπ.π., σ. 31.
8 όπ.π., οα. 58-60.
9 όπ. π., σο. 74-75 και υποσημ. 1; Α. Forey, "Cyprus as a base for Crusading Expeditions from the West", οτο Η Κύπρος και οι Σταυροφορίες I Cyprus and the Crusades, εκ. Ν. Κουρέας και J. Riley - Smith (Λευκωσία, 1995), σ. 70.
10 G. Hill, A History of Cyprus, 4 τόμοι. (Cambridge, 1940-1952), Τόμος Β', σσ. 140-146.
11 Forey, "Cyprus as a Base", σσ. 72-73; Edbury, The Kingdom of Cyprus, σ. 75.
12 "Eracles", σσ. 345-346 χειρόγραφα C, D και G; Hill, τόμος Β ', σ. 87 και υποσημ. 4.
13 P.W. Edbury, The Lusignan Kingdom of Cyprus and its Muslim Neighbours, (Nicosia, 1993), 0.13; P. Thorau, The Lion ol Egypt, Sultan Baybars I and the Near East in the Thirteenth Century (London and New York, 1992) o. 207.
14 Regesta Regni Hierosolymitani. εκ. R. Rohricht, 2 τόμοι (Innsbruck, 1893-1904), II, αριθ. 755a.
15 D. Jacoby, "The Rise of a New Emporium in the Eastern Mediterranean: Famagusta in the Late Thirteenth Century", στο Μελέται και Υπομνήματα. Τόμος Α' (Λευκωσία, 1984), σ. 155 και υποαημ. 51-52.