Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Λεμεσιανά αφηγήματα-Παλιά κτίρια με ιστορία


                                
Το δεύτερο μέρος από μια σειρά δημοσιεύματων που ο Πάνος Φασουλιώτης δημοσίευσε σε συνέχειες  στην εφημερίδα του, Παρατηρητής από τις 26 Νοεμβρίου μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 1959 υπό τον τίτλο «Λεμεσιανά αφηγήματα-παληά κτίρια με ιστορία» ξετυλίγεται η ιστορία αυτού του δρόμου αλλά και άλλες σημαντικές πληροφορίες για τη Λεμεσό, Θα τα δούμε λοιπόν κι εμείς σε συνέχειες, διατηρώντας το ύφος γραφής και την ορθογραφία τους και θα σχολιάζουμε εκεί και όπου χρειάζεται:
Η σημερινή οδός Δημήτρη Μητρόπουλου, παλιότερα «οδός Αγοράς», είναι από τις αρχαιότερες οδούς της Λεμεσού, γνωστή παλιότερα και ως «ο δρόμος με τις καμάρες»  που κατέληγε στην «Πλατεία της Κουνναπιάς». Η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων φθάνοντας μέχρι τον μεσαίωνα. Ο δρόμος αυτός με την τόσο βαριά ιστορία και σημασία για την πόλη επιλέγηκε πρόσφατα να φιλοξενήσει μιας αμφιβόλου αξίας και σοβαρότητας «τουριστική ατραξιόν, τον…  «δρόμο της δόξας».

                                           Μέρος δεύτερο

«ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ  ΠΟΥ ΣΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΑΖΕ ΤΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 
 Οι Μέρικοι λοιπόν με το μικρό, γραφικό και σκιερό δασύλλιο και το καφενεδάκι, ήταν το πιο κεντρι­κό, εξ αιτίας των εκεί κυβερνητικών Γραφείων και Διοικητηρίου, μέρος, τής πρωινής ιδίως ζωής της Λεμεσού, μιας πόλεως που κατά μήκος επεκτεινόταν από την Αρναουτογειτονιά και Γέφυραν Τεσσάρων Φαναριών, προς Δυσμάς κ' έφθανε προς Ανατολάς ως την Φραγκοκκλησιά, μ' επίκεντρο την Αγιάναπα. Τα πέραν τής Εκκλησιάς των Κα­θολικών σπίτια ήταν α­ραιά. Κτίστηκε αργότερα το σπίτι τού Αγαθοκλή Φραγκούδη, σημερινό Μαντοβάνη και ο στίβος τού ΓΣΟ. Ο Δημόσιος Κήπος ήταν, προτού τον μεταβάλη ο Σώζος σε ωραίο υγιεινό πνεύμονα, ένας μαζόκαμπος, ιδιοκτησία θαρρώ του Πισκοπιανού μ. Χρυσοστομίδη και πάπ­που του συμπολίτου μας Δημοτικού Συμβούλου κ. Ηρακλή Μιχαηλίδη. Στο κέντρο τού απέραντου αυτού κάμπου και εκεί α­κριβώς πούναι τα φοινικόδενδρα και οι σημερινές θαυμάσιες τεχνητές λιμνίτσες, που τες ομορφαίνουν, με την παρουσία τους, κύκνοι και πάπιες υπήρχε ένα εκτεταμένο έλος, εστία κουνουπιών και πηγή ελωδών  πυρετών.
«Παρακάτω, κοντά στην Τζιαμούδαν
πούναι ο πευκόφυ­τος
Κήπος τού Αλλάχ, υπήρχαν και αραιά
  φτωχόσπιτα.»
Προς βορράν, επεκτει­νόταν ως το Κομισαριάτο, όπου υπήρχαν οι πρώτες με την κατοχή παρράκες πούταν στρατονισμένες, πριν κτισθούν οι καταυλισμοί Πολεμιδίων, οι δύο  και πέραν χιλιάδες Αγγλικού και, Ινδικού στρατού. Σήμερα είναι στην σειρά ομοιό­μορφα σπιτάκια ιδιοκτησία, της Κας Κρυσταλλίας Π. Παυλίδη. Παρακάτω,  κοντά στην Τζιαμούδαν πούναι ο πευκόφυ­τος Κήπος τού Αλλάχ, υπήρχαν και αραιά  φτωχόσπιτα. Πιο πέρα, γύρω στη σημερινή Πλατεία Η­ρώων, ήταν ο Τουρκομαχαλλάς  των καλούμενων Kεσόγληδων. Προς βορράν η περβόλα τού Βοντιτσιάνου, όπου είναι σήμερα ο Εθνικολαϊκός Σύλ­λογος, το θερινό Ριάλτο και που έφθανε ως την οδό Γλάδστωνος όπου βρί­σκεται το θερινό Κινημα­τοθέατρο «Αλάμπρα». Υ­πήρχαν και μερικά σπι­τάκια κοντά στην μικρή εκκλησιά τής Χρυσοροϊα­τίσσης, με συνέχεια το περβόλι τού Παπουή.
Ας επανέλθουμε όμως στην περιγραφή τής περιφερείας των Μέρικων τού παραλιακού αυτού κέντρου με την μεγάλη πρωινή κίνηση. Πέρα από το εν λόγω κέντρον και βορεινά των Κυβερνητ. Γραφείων, ήταν οι καμάρες με τες επί Τουρκοκρατίας στρατιωτικές εκεί αποθήκες και την βάσι  ενός κανονιού  που η Τουρ­κική Κυβέρνησι το έστησε για άμυνα τής πόλεως από πειρατικές επιθέσεις. Τον καιρό τής Ελληνικής επανάστασης του 1821 όπως και εις άλλην προ ολίγου καιρού, αφήγησι μου έγραψα, ένα εξοπλισμένο ελληνικό μπρίκι που τυχαία περνούσε από την παραλία μας, με μια δυό κανονιές το κατάστρεψε σκοτώνοντας μαζί και ένα μαύρο φημισμένο τούρκο κανονιέρη.
Στην θέσι πούναι σήμερα η Β΄ Δημοτική Αγορά ήταν η πλατεία τής Κουνναπιάς. Το όνομα αυτό το πήρε από ένα θεώρατο δένδρο- κουνναπιά- που υψωνόταν στο κέντρο τής πλατείας και που κάτω στην παχειά του σκιά και τα γύ­ρω πεζοδρομία βρίσκονταν τραπεζάκια  λαϊκών καφε­νείων. Εκεί, πούναι σή­μερα σιδεράδικα, άρχιζε το περιτοίχισμα τής μεγάλης Δημοτικής αγοράς.
 «Πιο πέρα, γύρω στη σημερινή Πλατεία Η­ρώων, ήταν ο Τουρκομαχαλλάς  των καλούμενων Kεσόγληδων.» Σκίτσο (1932) της περιοχής των Κεσόγληδων, του λεμεσιανού γλύπτη Χρυσόστομου Περδίου.
Υπήρχε και δευτέρα πολύ μικρότερη. Αυτή βρισκόταν στην οδό Αγίου Ανδρέου. Εκεί πούναι τώρα το μπακάλικο Μιχαηλίδη (Μεσανοήτη) ήταν η μια είσοδος της και η άλλη στην οδό Ουώλτερ Σένταλ, σημερινό κατάστημα Καλογήρου. Ο μέσα χώρος ήταν πρατήρια λαχανοπωλών και φρουτοπωλών, ως και κρεοπωλών.
Το μεγάλο παντοπωλείο, πούταν εις έκτασι τριπλάσιο τού μικρού, είχε επί­σης δυό εισόδους. Μιαν προς την πλατεία Κουνναπιάς,  πούταν και η κεντρι­κή, και μιαν άλλη προς την οδό Βικτωρίας πούναι σήμερα κομοδρομιά. Σε μια μεριά, προς την νότια πλευρά της πλατείας υπάρχει ένα, με Τούρκο ιδιοκτήτη, καφενείο και απάνωθέ του ένα ημιερειπωμένο μικρό ανωγάκι. Ολόκληρο το άνω και κάτω μέρος, με τον συνεχόμενο ως την καμάρα χώρο, χρησιμοποιείτο τα πρώτα χρόνια της Βρετ. Κατοχής, ως καταυλισμός ενός Σκωτικού Συντάγμα­τος. Στην άνω βορεινήν
 «… και μιαν άλλη προς την
οδό Βικτωρίας πούναι σήμερα
κομοδρομιά»,(σήμερα Ειρήνης).
πλευρά τού ανωγειού και κοντά σ΄ ένα μπαλκονάκι, σωζόνταν ως τελευταία εγχάρακτες  εις σκωτικήν, οι λέξεις: «GUIDHIN RICH». Τες έγραψε κάποιος στρατιώτης και σημαίνουν «God Save the Queen». «Ό Θεός Σώζοι τη Βασίλισσα».
Η μεγάλη αυτή Δημοτι­κή Αγορά εξυπηρετούσε τους κατοίκους των δύο τρίτων και πέραν τής πό­λεως, η δε μικρή τους περί την συνοικίαν Αγίας Τριάδος, Συναχώρι και Παμπούλα, όπως έως τώρα είναι με το όνομα αυτό γνωστή η βορειοανατολι­κή αυτή μεριά τής Λεμεσού. Στην Παμπούλα, σ’ ένα μέρος της  οδού Γλάδστωνος βρέθηκαν πριν 8 χρόνια από εκσκαφή αυλακιού που είχε κάμει το Δημαρχείο  για τοποθέτησι υδροσωλήνων, ειδω­λολατρικής περιόδου τάφοι με ανθρώπινους σκελετούς και χριστιανικής επίσης περιόδου, που ση­μαίνει ότι η αρχαία πόλις της Λεμεσού άρχιζε, όπως κ' ένα παλαιό χρονικό αναφέρει, από την οδό Γλάδστωνος και επε­κτεινόταν προς βορράν ως το σημερινό προάστειο Μέσα Γειτονιά, που την παληά εποχή η τοποθεσία αυτή αποτελούσε συ­νοικία της Λεμεσού. Γι’ αυτό παρέμεινε και το όνομα Μέσα Γειτονιά.
Η συνοικία του Αγίου Νικολάου δημιουργήθηκε κατά τα τελευταία χρόνια. Εκεί ήταν το Νεκροταφείο της πόλεως, που ανηγέρθη  επί Τουρκοκρα­τίας και ανήκε εις την ενορία  Αγ. Νάπας, όπως το κατοπινό, επί Αγγλικής Κατοχής, δημιουργηθέν  τής  Αγ. Ζώνης, α­νήκε στην ενορία Καθο­λικής.
Συνοικία Αγίου Νικο­λάου δεν υπήρχε. Μονάχα στον δρόμο αριστερά πριν φθάσουμε στο Νεκροταφείο βρισκόταν ένα σπήλαιο με μικρό πλάι στην είσοδο του τενεκεδένιό σπιτάκι, πούταν η κατοικία μιας φτωχής συμπαθούς γυναικός. 
Η τότε Λεμεσός με 7 έως 8 χιλ. κατοίκους είχε δυό Δημοτικές αγορές και δυό νεκροταφεία και η σημε­ρινή με 40 έως 45 χιλιά­δες μιάν αγοράν, ένα μι­κρό ομοίωμα αγοράς εις το μέρος  τής πλατείας και ένα νεκροταφείο, Οι  Αγιονικολήτες και Σιναχωρήτες αναγκάζονται καθη­μερινά να διανύουν απόστασι τριών και πέραν μιλίων για να προμηθευθούν τα ψώνια των και τέσσερα μίλια οι Αγιανναπήτες για να κηδεύσουν τους νεκρούς των.
 
«Στην θέσι πούναι σήμερα η Β΄ Δημοτική Αγορά ήταν η πλατεία τής Κουνναπιάς».
Στην γκραβουρα αυτή του 1897, δεξιά η μεγάλη κουνναπιά.
                                                                   Έπεται το τρίτο μέρος



  





  


Λεμεσιανά αφηγήματα-Παλιά κτίρια με ιστορία

Τα κυβερνητικά κτίρια και η γύρω περιοχή όπως περιγράφονται από τον Φασουλιώτη. Τα δένδρα που φαίνονται  είναι οι «Μέρικοι» με την ομώνυμη πλατεία που θα δούμε στη συνεχεία των δημοσιευμάτων.
Η σημερινή οδός Δημήτρη Μητρόπουλου, παλιότερα «οδός Αγοράς» είναι από τις αρχαιότερες οδούς της Λεμεσού, γνωστή παλιότερα και ως ο δρόμος με τις καμάρες. Η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων φθάνοντας μέχρι τον μεσαίωνα. Ο δρόμος αυτός με την τόσο βαριά ιστορία και σημασία για την πόλη επιλέγηκε πρόσφατα να φιλοξενήσει μιας αμφιβόλου αξίας και σοβαρότητας «τουριστική ατραξιόν, τον…  «δρόμο της δόξας».
Μέσα από μια σειρά δημοσιεύματα που ο Πάνος Φασουλιώτης δημοσίευσε σε συνέχειες  στην εφημερίδα του, Παρατηρητής από τις 26 Νοεμβρίου μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 1959 υπό τον τίτλο «Λεμεσιανά αφηγήματα-παληά κτίρια με ιστορία» ξετυλίγεται η ιστορία αυτού του δρόμου αλλά και άλλες σημαντικές πληροφορίες για τη Λεμεσό, Θα τα δούμε λοιπόν κι εμείς σε συνέχειες, διατηρώντας το ύφος γραφής και την ορθογραφία τους και θα σχολιάζουμε εκεί και όπου χρειάζεται:

                                           Μέρος πρώτο

«ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ  ΠΟΥ ΣΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΠΡΟΣΟΜΟΙΑΖΕ ΤΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 

Το κτίριο, τελωνειακό μέγαρο, κοντά στην μεγάλη  και γηραλαία μας απο­βάθρα, που απετέφρωσε πριν λίγο καιρό η πυρκαϊά και παραμένει τώρα ημιερειπωμένο, έχει κι αυτό, όπως και πολλά άλλα, που τον παληό καιρό βρίσκον­ταν στήν σειρά του κατά μήκος της παραλίας και που το πνεύμα τής προό­δου, και εξελίξεως εξάλει­ψε, την ιστορία του. Κτίστηκε τα δύο πρώτα, μετά την Βρεττανική Κατοχή, χρόνο για την στέγασι όλων γενικά των υπαρ­χόντων τώρα κυβερνητικών τμημάτων. Στον πρώτο και μοναδικό όροφο του, στεγαζόταν το Διοικητήριο, με διοικητήν  τον Μίτσιελ, που παρόμοιον εις μόρφωσι – διπλωματούχος της φιλοσοφίας τού  πανεπιστημίου της  Οξφόρδης και διδάσκαλος των νεαρωτέρων παιδιών της Βασιλίσσης Βικτωρίας με πνευματικήν  καλλιέργεια, αληθινήν  ευγένεια και πραγματικές  διοικητικές ικανότητες, δεν ξανάστειλε  τα κατοπινά χρόνια το υπουργείον Αποικιών στην Κύπρο.
 Χριστόδουλος Χουρμούζιος
Παράπλευρα, στον ίδιο όροφο, ήταν το Κτηματο­λόγιο, το Γραφείο Γεωρ­γίας, που  συχνά το επι­σκεπτόταν και παρέμενε σ αυτό επί αρκετές μέρες ο τότε, κατά τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, διευ­θυντής τής Γεωργίας διά­σημος και διεθνούς φήμης  Έλλην γεωπόνος Γεννά­διος. Οι κατά τα πρώτα χρόνια της Κατοχής Βρεττανικές Κυβερνήσεις επιδεί­κνυαν, ως φαίνεται, προς την νέαν των αποικία, την μικράν νήσον μας, κάποιο είδος στοργής κ' ένα ειλι­κρινές ενδιαφέρον για την ανάπτυξι και πρόοδο της,  παρά κατά τα τελευταία αυτά χρόνια. Παρετήρησαν οι επί Ντισραέλυ και Γλάστωνα κυβερνώντες ότι ο τόπος ήταν γεωργικός και ο λαός, στην μεγάλη του πλειονότητα, ελληνι­κός και με ελληνικήν συνείδησι. Ζήτησαν γι αυτό και πέτυχαν από την  Ελ­λάδα την αποστολή στην Κύπρο και τον διορισμό εις θέσιν τμηματαρχών τής Γεωργίας, διασήμων Ελ­λήνων επιστημόνων, ως ήτο ο Γεννάδιος, ο διαδεχθείς αυτόν Φούμης και κατόπιν θαρρώ ο Σαρακωμένος αμφότεροι εξ ίσου διακεκριμένοι επιστήμονες. Αργότερα, σαν από σχε­δίου, αποφασίστηκε η σκόπιμα, από γεωργικής απόψεως, προγραμματι­σμένη πισωδρόμησι του τόπου, με τον διορισμό, σ ένα τόσον μεγάλης και ζωτικής σημασίας κρατικόν τμήμα, βρεττανών αδαών και ανεπιστημόνων τες περισσότερες φορές.
Ας κλείσω όμως την παρένθεσι που άνοιξα, για να περικλείσω θλιβερά ι­στορικά γεγονότα μιας πε­ριόδου, που όπως όλοι ελπίζω και εύχομαι να τερματι­σθή προ της λήξεως του παρόντος χρόνου και ας συνεχίσω την περί του κατεδαφισθέντος κτιρίου αφήγησι μου.
Στο κατώγειο, στεγάζον­ταν οι αίθουσες του Δικαστηρίου, του Ταχυδρομείου και Τελωνείου. Οι παλαιοί θα θυμούνται τον τρόπο πού γινόταν η δια­νομή των επιστολών. Τό­τε, στην εποχή που αναφέρομαι, ιδιαίτερα ταχυδρομικά  κιβώτια δεν υπήρχαν. Ο διευθυντής, που ήταν πάντα άγγλος και στην τοτινή δική μας εποχή  ήτο κάποιος κύριος Σμίθ πούχε μάθει καλά τα ελληνικά, με το προ­σωπικό του, φώναζαν με­γαλόφωνα τα αναγραφό­μενα επί των επιστολών ονόματα και ο ενδιαφερό­μενος αφού απαντούσε: Ε­δώ, του διδόταν το γράμ­μα. Ο πληθυσμός ήτο πο­λύ ολίγος, 7   έως 8 χιλιά­δες και όλα  σχεδόν τα ολίγα πρόσωπα πούχαν εξωτερική  και εσωτερικήν ταχυδρομικήν αλληλογρα­φία, γνωστά στους υπαλ­λήλους. Εάν κανένας από την επαρχία τύχανε να έχη γράμμα στο όνομα του, πράγμα σπανιώτατο, του υπεβάλλοντο, πριν του παραδοθή, σχετικές ερευ­νητικές ερωτήσεις ή του εζητείτο η παρουσία γνω­στού προσώπου που θα διεπίστωνε την ταυτότητα του.
Παράπλευρα τού εν λό­γω κτιρίου όπου είναι τώ­ρα οι τελωνειακές αποθή­κες, πριν κτισθούν, υπήρ­χε ένα δασωμένο σκιερό μέρος. Το επιλεγέν για φύτευσι στόν τόπο αυτό δένδρο ήταν το γνωστό με το όνομα Μέρικοι. Ένα είδος που ευδοκιμεί κον­τά στην θάλασσα και αναζωογονείται από την αρ­μύρα και την πνοή της. Κάτω από την παχειά σκιά των υπήρχαν τραπεζάκια και καρέκλες τού μοναδι­κού εκεί  καφενείου Ριαλά. Στην άλλη, την ανατολι­κή πλευρά του δασυλ­λίου, ήταν σε απλά χαμη­λά πλινθόκτιστα δωμάτια, στεγασμένα τα δικηγορι­κά γραφεία. Παράπλευρα σχεδόν τού καφενείου, Ρια­λά, ήταν το γραφείο του αειμνήστου Χριστόδουλου Σώζου, τού ήρωα Δημάρ­χου Λεμεσού και πιο πέ­ρα, πίσω ακριβώς  σ΄ ένα ανώγειο, που επί Τουρκοκρατίας  χρησίμευε ως Διοι­κητήριο, το ναυτιλιακό γρα­φείο τού αειμν. Σπύρου Αραούζου, κατοπινού επί­σης Δημάρχου Λεμεσού. Πιο πέρα, αντικρύ  στο
Η οδός Κουμανδαρίας
μέρος που η οδός. Κουμανδαρίας βγαίνει  στην παραλιακή οδό Σπύρου Αραούζου, υπήρχε ένα χα­μηλό ανωγάκι κτισμένο άνωθε μεγάλης καμάρας που  κάτωθε της ήταν αμ­μουδιά και τες τρικυμι­σμένες μέρος τα. κύματα την πλημμύριζαν φθάνον­τας εις τον δρόμο. Στο ανωγάκι αυτό στεγάσθη­κε η πρώτη Κυπριακή Ατ­μοπλοϊκή Εταιρεία, που διάθετε δυό ατμόπλοια που έκαμναν το εβδομαδιαίο τακτικό τους εις Αίγυπτο δρομολόγιο, με  τακτικές προσεγγίσεις εις  Πόρτ-Σάΐδ και Αλεξάνδρεια. Πλοίαρχος τού ενός εξ αυτών, θαρρώ τής «Κύπρου», ήτο ο εκ της νήσου Κά­σος καταγόμενος καπετάν Μιχάλης; Πρώην πλοίαρ­χος ιδιοκτήτου ιστιοφόρου και αδελφός τού δημοφιλέστατου,  τήν εποχή εκείνη στην πόλι και επαρχία μας; Διακεκριμένου  γιατρού και ποιητού Διαγκουση, πατρός της συμπολίτιδος μας Κας Θάλειας Γαλανίδη, διευθυντού τής Εταιρείας Κομβίων. Ο γραμματέας τής πρώτης και τελευταίας αυτής Λεμεσιανής Ναυτιλιακής επιχειρήσεως, ήτο ο κ. Χριστόδουλος Χουρμούζιος, δευτερότοκος υιός τού  Άρχοντος Πρωτοψάλτου αειμν. Στυλιανού Χουρμουζίου. Μετά την διάλυσι τής εν λόγω εταιρείας, ο Χουρμούζιος ανέλαβε την διεύθυνσι τής εφημε­ρίδος τού πατρός του «Σάλπιγγας». Ο Χριστόδουλος Χουρμούζιος είναι από πολλών τώρα ετών εγκατεστημένος εις Λονδίνο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα υπηρέτησε ως Γραμματεύς τής εκεί Ελ­ληνικής Πρεσβείας. Τού­τον διαδέχθηκε, στην διεύθυνσι τής αρχαιότατης ι­στορικής αυτής Εφημερί­δος τής Λεμεσού, ο νεώ­τερος αδελφός του κ. Ευ­ριπίδης Χουρμούζιος, πα­τέρας τού σημερινού διευθυντού τής εγκρίτου Α­θηναϊκής εφημερίδος «Καθημερινή» κ. Αιμιλίου Χουρμουζίου διακεκριμένου δια­νοουμένου.»

Έπεται το δεύτερο μέρος