Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Τα ποδήλατα… «δίδουν στο ευσεβές κοινό πολλήν ψυχωζημίαν»


Γνωστοί παλιοί λεμεσιανοί (Σπ. Μιχαηλίδης- Χρ. Μαλακάσας-Ι Γιορδαμλής-Κ Τσικκίνης) με τα ποδήλατα τους


 Ποιος δεν νοσταλγεί σήμερα τη Λεμεσό με τα στενά δρομάκια τα λίγα αυτοκίνητα, τις άμαξες με τα άλογα και τα πολλά ποδήλατα. Τότε που το ποδήλατο ήταν το μόνο και το πιο ασφαλές και υγιεινό μέσο διακίνησης. Τώρα το ποδήλατο το βάλαμε στα γυμναστήρια και τα υπνοδωμάτια μας σαν μορφή άσκησης για αδυνάτισμα και.. «physical fitting».
Κι όμως ! Στις εποχές για τις οποίες μιλάμε το ποδήλατο δεν ήταν ευλογία. Όπως δεν είναι σήμερα το αυτοκίνητο και οι μοτοσικλέτες. Μάλιστα το ποδήλατο για την εποχή εκείνη υπήρξε και πρόβλημα … ψυχικό , ηθικό και θρησκευτικό!
Αν δεν πιστεύετε για όλα αυτά τα περίεργα, μάρτυρας μου το δημοσίευμα που ακολουθεί. Είναι από την εφημερίδα «Χρόνος» της Λεμεσού ημερομηνίας 29 Ιουλίου 1937. Κάτω από τον τίτλο «ΠΟΔΗΛΑΤΑ!» (με θαυμαστικό παρακαλώ) στην τακτική στήλη της εφημερίδας
«Από όσα βλέπω» και υπογραμμένο από τον «ΦΑΡ», που προφανώς πρόκειται για τον δημοσιογράφο και μακαρίτη πια Αντώνη Φαρμακίδη ο οποίος ζούσε τότε στη Λεμεσό και λέει τα εξής:
«Τα ποδήλατα κατάντησαν στην πόλιν μας δημόσιος κίνδυνος Νο 1. Οι πεζοί δεν μπορούν πια να ξεμυττίσουν στους δρόμους. Απαγορεύεται. Θα τους μπλοκκάρουν αμέσως οι κατά κανόνα βιαστικοί ποδηλατισταί, οι οποίοι μας υπενθυμίζουν έτσι ότι ευρισκόμεθα εις… τον αιώνα της ταχύτητος!
Κάθε μέρα διαβάζουμε και κάτι παρόμοια : «Χθες, περί την μεσημβρίαν ο εκ του δείνα μέρους Κώστας Ηρακλέους παρεσύρθη υπό ποδηλάτου και ετραυματίσθη εις διάφορα μέρη του σώματος, μεταξύ δε άλλων υπέστην και εξάρθρωσιν της δεξιάς χειρός. Ο τραυματισθείς μετεφέρθη εις το εν τη πόλει μας Κυβερνητικόν Νοσοκομείον. Αλλά δεν είναι μόνον ο σωματικός κίνδυνος. Κινδυνεύομεν και ψυχικώς. Ιδού τι λέει είς συμπολίτης μας εις έμμετρον γλώσσαν:
«Πολλές πας το ποδήλατον τρέχουν ξυκλατσομένες
τζιε φαίνουνται οι ζάμπες τους άσπρες, πομαβρισμένες,
τζείνες έν πριν της εντροπής φαίνεται γεννημένες.
δεν ήν κατάστασις αυτή μέσα στην κοινωνίαν
διότι δειούν στους ευσεβείς πολλύν ψυχωζημίαν.
στον κόσμον συσχετίζεται ως μιάν επιδημίαν.
Σαν τον καρκίνον δηλαδή πον έχει θεραπείαν
και η σεβαστή κυβέρνησις πρέπει να επιβλέψη
σε τούτον το φαινόμενον να τους απαγορεύση.
Ιωάννης Μ. Μελάρης Πρακτικός Ιεροκήρυξ.
Δεν αμφιβάλλουμε ότι η Κυβέρνησις αυτή τη φορά θα σπεύση να λάβη τα μέτρα της και «να επιβλέψη σε τούτον το φαινόμενον». Έχουμεν όμως την γνώμην ότι και η εκκλησία έχει καθήκον να επέμβει. Διότι, συμφωνούμεν με τον πιό πάνω συμπολίτην μας ότι οι «ξεκλατσωμένες, με τες ζάμπες του τες άσπρες πομαβρισμένες» δίδουν στο ευσεβές κοινό «πολλήν ψυχωζημίαν. ΦΑΡ.»

 
 
 
Ποδηλάτισσα σήμερα με ... ¨πολλήν ψυχωζημίαν"

Τα «ελεεινά γύναια» και οι «αιωνίως πονηροί γέροι»…


Κάτω από το φαινομενικά «ιλαρό» ύφος, κρύβονται αντιλήψεις και νοοτροπίες φυλετικού και κοινωνικού ρατσισμού, μόλις 70 περίπου χρόνια πριν. Από τις γραμμές των χρονογραφημάτων με γενικό τίτλο «Στα πεταχτά» του λεμεσιανού, μακαρίτη πια , δημοσιογράφου Γεωργίου Ταλιαδώρου-Τέμπλαρ που δημοσίευε στην εφημερίδα «Αλήθεια» της πόλης, διαβάζουμε σ αυτό με ημερομηνία 31 Ιουλίου 1931 διαπιστώνοντας κάποια ήθη αλλά και κάποιες αντιλήψεις που σήμερα θα μας φαίνονταν μεσαιωνικές. Και όμως μας χωρίζουν μερικές μόνο δεκάδες χρόνια όπως λεγαμε.
Γράφει λοιπόν ο Τέμπλαρ, με καλοκαιρινό χρώμα, στο χρονογράφημα του αυτό:
«Συμφορά, καταστροφή στους καταστηματάρχας και εισαγωγείς καλτσών. Η μόδα των ανδρών να περπατούν χωρίς κάλτσες εγενικεύθη στη πόλη μας και τώρα βλέπεις πλην εκείνων που ελάνσαραν την μόδα, εκατοντάδες οπαδών πάσης κοινωνικής τάξεως και ηλικίας, να περπατούν χωρίς κάλτσες προς θλίψιν μεγάλην των καταστηματαρχών, οίτινες μας έλεγαν ότι περνούν ολόκληρες εβδομάδες για να κατορθώσουν να πωλήσουν ένα ζευγάρι κάλτσες. Και όταν τους ρωτήσαμε τι κάνουν για την κατάστασιν αυτήν, μας απάντησαν απελπισμένοι, ‘’αναθεματίζομε τους αίτιους’’ .
Η μόδα των γυμνών ποδιών προχωρεί και στις γυναίκες μας τώρα. Αύται άρχισαν να πετούν τες κάλτσες όταν βρίσκονται στα σπίτια των. Δέχονται χωρίς κάλτσες –και χωρίς ντροπή θα έλεγαν μερικοί- τας επισκέψεις των φίλων των και κάνουν, χωρίς πάντοτε κάλτσες, εμφανίσεις στα γειτονικά και φιλικά των σπίτια ώσπου να πάρουν το απαιτούμενο θάρρος για να κάμνουν τας εμφανίσεις των στους δρόμους, προκυμαίες εξοχικά κέντρα και στες εκκλησίες ακόμα, χωρίς φόβο και ντροπή. Άλλωστε κανείς δεν πρέπει να ξεχνά πως ζούμε στον εικοστό αιώνα. Και στον αιώνα του μεγάλου πολιτισμού και προόδου, εθεάθη γυναίκα διευθύνουσα άμαξα. Εκρατούσε με αρκετήν χάρι, δύναμη και τέχνη τα ρέτινα των αλόγων, τα οποία παραδόξως όταν εδεχόντουσαν τες σκληρές καμιτζιές της κυρίας δεν αγρίευαν, αλλά γαληνεμένα, λες ευχαριστημένα, έτρεχαν εκτελώντας το σκληρό καθήκον των. Και έτσι μας θύμησε μερικούς ηλίθιους συζύγους οίτινες καθημερινώς δέχονται και αυτοί πάντοτε αγογγύστως τα ραπίσματα των πονηρών γυναικών των, ρεζιλεύοντας έτσι το φύλο εις το οποίον ανήκουν.
Πράγματι, πόσοι καθημερινώς ηλίθιοι σύζυγοι δεν βρίζονται, δεν ραπίζονται και δεν φυλακίζονται από τα ελεεινά των γύναια τα οποία έχουν κουράγιο να τα καλοθρέβουν, καλοντύνουν, αγαπούν και περιποιούνται;»
Για να δώσει ο Τέμπλαρ συνέχεια και στην επόμενη έκδοση της εφημερίδας με ημερομηνία 7 Αυγούστου 1931:
«Η μόδα των γυμνών ποδιών προχωρεί, σχεδόν εκυριάρχησε εγενικεύθη στην πόλιν μας. Κυρίες και Δεσποινίδες της πόλεως μας κάνουν τώρα εμφανίσεις στο εξοχικό καφενείο του κ. Φούρναρη, στην προκυμαία και παντού με γυμνά τα πόδια.
Η κάλτσα τούς είναι ενοχλητική πλέον και απαισία. Αφίνουν να φαίνωνται τα ποδαράκια και να τα χαϊδεύουν αι ευεργετικές αχτίνες του ήλιου μαζύ και τα αγνά και πονηρά μάτια του κάθε ενός. Ιδίως εκείνων οίτινες είχον ξεχωριστήν αδυναμία στες ωραίες γάμπες. Έστω και αν ούτοι είνε νέοι, μεσήλικες ή γέροι. Ω! Προπαντός αυτοί οι αιωνίως ανήσυχοι γέροι που πάντα διψούν τα νειάτα, την εύθυμη ζωή και την ηδονή.»
Για όλα αυτά βέβαια σε τίποτα δεν φταίει ο μακαρίτης ο Τέμπλαρ. Ο Τέμπλαρ απλώς καταγράφει, επισημαίνει και είναι ο καθρέφτης και ο ερμηνευτής της εποχής του και των νοοτροπιών της…