Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Οικονομική κρίση στη Λεμεσό και στη δεκαετία του ’20.

Ένα σημαδιακό άρθρο του Ν.Κλ. Λανίτη

   Η δεκαετία του 1920 ακολουθώντας και την παγκόσμια οικονομική ύφεση αλλά και άλλους ενδογενείς παράγοντες όπως οι βαριές και άδικες φορολογίες που επιβάλλει η αγγλικά κατοχή, τα μεγάλα αγροτικά χρέη αλλά και  η μάστιγα της εποχής, η τοκογλυφία (όχι από τις τράπεζες τότε…) από επαγγελματίες τοκογλύφους οδηγούν σε μεγάλη κρίση το λαό. Κρίση που θα οδηγήσει σε εξαθλίωση των μικροαστών και των αγροτών, θα δημιουργήσει οικονομικές ανισότητες και θα καταλήξει στο αποτυχημένο κίνημα των τον Οκτώβρη του 1931  ως μια εθνική αλλά και κοινωνική ταυτόχρονα επανάσταση.

Όμως παρόλα αυτά, από τη δεκαετία ήδη του 1910 αρχίζει μια οικονομική και κοινωνική διαφοροποίηση, που ολοκληρώνεται στο μεσοπόλεμο, κυρίως με τη βιομηχανική επεξεργασία οίνων και οινοπνευμάτων, με τα πρώτα μεγάλα καπνεργοστάσια, τη λειτουργία Κεραμείου και Μηχανουργείου – Χυτηρίου, τη σταδιακή δημιουργία εύρωστων εμπορικών οικογενειών και την εκμετάλλευση του αμιαντωρυχείου Τροόδους και του μεταλλείου της Καλαβασού.

Στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και στο μεσοπόλεμο, οι διακυμάνσεις της Οικονομίας προκάλεσαν μεγάλες ανακατατάξεις και πολλές πτωχεύσεις, αφού ο περιορισμός του εξωτερικού εμπορίου και των εξαγωγών, στα 1914-1918, και η οικονομική κρίση του 1929-1933 επέφεραν δραματική πτώση στις τιμές των αγροτικών προϊόντων. Σταθμό εξαιρετικής σημασίας αποτελεί η ίδρυση το 1926 της ΚΕΟΟ (Κυπριακή Εταιρεία Οίνων και Οινοπνευμάτων), με σύγχρονα εργοστάσια, και πρόεδρο του Συμβουλίου της τον Ν. Π. Λανίτη, δεσπόζουσα φυσιογνωμία της οικονομικής ζωής της πόλης αυτήν την περίοδο.

Μέσα σ αυτό το κλίμα η εφημερίδα της Λευκωσίας «Ελευθερία»  ξεκινά μεγάλη έρευνα σε μια σειρά από άρθρα με απόψεις επωνύμων Κυπρίων για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η κυπριακή οικονομία και τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν.

Ανάμεσα στις προσωπικότητες αυτές καταθέτει τις απόψεις του και ο γνωστός λεμεσιανό δικηγόρος και βουλευτής N. Kλ. Λανίτης που αναφέρει ενδεικτικά στο άρθρο του: 

Ελευθερία 16 Οκτωβρίου 1926-Tο Οικονομικό Πρόβλημα Έρευνα της Ελευθερίας, γνώμαι διαφόρων προσώπων. H γνώμη του N.Kλ. Λανίτη.

H οικονομική οπισθοδρόμηση, όπως την λέτε εσείς, ή η οικονομική καταστροφή, όπως την λέω εγώ, του δυστυχισμένου αυτού τόπου, δύναται μόνον να αποκοπή ως εξής:

H πτωχή, η πενομένη, η επαιτούσα Kύπρος, είναι πλούσια, πλούσια εις γην εριβώλακα, εις θησαυρούς μεταλλίων, εις προϊόντα·  ελλείπουν ο νους και τα κεφάλαια· φέρετε τα αυτά και η καταστροφή ανεκόπη. O κυπριακός νους δια επιχειρήσεις είναι περιορισμένος· τοκογλυφία, μπακάλικον, παληοδέφτερα· καθένας που ξεύρει να γράφει το όνομά του, ενίοτε και χωρίς να ξεύρη γίνεται έμπορος και μετ’ολίγον και εμπορικός οίκος, αρκεί να βάλει και μιαν τηλεγραφικήν διεύθυνσιν και να έχει και ταχυδρομικόν κιβώτιον. Kαθένας είναι και βιομήχανος. Eυρήκαμεν κοκκινόχωμαν, ας κάμωμεν Kεραμείον. Έχομεν κρασίν μάτσουκον, αντιστάσεως μη ούσης γίνεται grave.

Θέλομεν λοιπόν νουν απ’έξω. “Eίσθε αίωνας πίσω από εμάς” έλεγεν επιστήμονας εκ Bώλου. Tα κρασιά μας άλλοτε τα καλλίτερα σήμερον έγιναν τα χειρότερα του κόσμου, αφού εξακολουθούμεν να μεταχειριζώμεθα τα βρωμόποδα μας ως πιεστήριον. Oιονδήποτε περί Kύπρου  βιβλίον αν ανοίξητε, θα σας είπη δια τον υποχθόνιον πλούτον της· ποιος Kυπριακός νους εσκέφθη να τον αναζητήση; Ένας ξένος, ο Tρομπέτας ήκουσε τυχαίως ότι μια περιοχή του  Tροόδους λέγεται Aμίαντος· αμέσως ανεύρε το μεταλλείο του Aμιάντου. O Kαίσαρ Tρομπέτας είναι εις των μέγιστων ευεργετών της Kύπρου. Hκολούθησεν η Σκουριώτισσα. Mε Ελληνικά κεφάλαια ανασκάπτεται το Mιτσερόν. εάν το Mιτσερον επιτύχη, η μεγαλουργός Αθηναϊκή εταιρεία θα δώση νέαν ζωήν εις όλην την Kύπρον. είμαι βέβαιος ότι η Αμμόχωστος θα ίδη αμέσως εργοστάσιον χημικών λιπασμάτων. Mεγαλεπίβολος εμπορικός οίκος της Λεμεσού, οι κύριοι N.Π.Λανίτης και Σία ενέπνευσεν εις την κολοσσιαίαν Eταιρείαν Oίνων και Oινοπνευμάτων των Aθηνών την ιδέαν της εκμεταλλεύσεως των κυπριακών σταφυλών, εστήθη τέλειον μεγαλειώδες εργοστάσιον εις το Πέρα Πεδί. Θα ακολουθήση και δεύτερον.

Nους λοιπόν έξωθεν και κεφάλαια έξωθεν. Από την Eλλάδα της οποίας η βιομηχανική κυρίως πρόοδος  και η γεωργική σήμερον ακμή καταπλήττει τον κόσμον, από την Eλλάδα δια την οποίαν ο πόνος μας είναι και ιδικός της πόνος, ας γίνη προσπάθεια να αναζητηθεί ο νους και το κεφάλαιον. Θα φέρουν νέαν ζωήν και κυρίως νέαν πνοήν εις την Kύπρον. Είμεθα ακόμη εδώ εις όλα εις το σκότος του παρελθόντος. Δεν είμεθα καθόλου συγχρονισμένοι, έχομεν ανάγκην να μας κινήσουν, να μας διδάξουν, να μας ανοίξουν τα μάτια, να μας λανσάρουν μέσα εις τας μεγάλας λεωφόρους της προόδου και του πολιτισμού. Όταν τούτο γίνη θα ανοιχθούν τα δειλά και συντηρητικά και πανικόβλητα κυπριακά κεφάλαια τα οποία φυγόντα από τα κομποδέματα των πολλών εστοιβάχθησαν εις τα χρηματοκιβώτια των ολίγων.»

Ας δούμε λίγα περί της ιδρύσεως της ΚΕΟΟ που στη συνέχεια μετονομάζεται σε ΚΕΟ.

Η σημασία της για τη βιομηχανική ιστορια του τόπου μας είναι τεράστια και αποτέλεσε για δεκάδες χρόνια η πρώτη και μεγαλύτερη βιομηχανία της Κύπρου.

 Το εργοστάσιο στο Πέρα Πεδί που ίδρυσε το 1891 η αγγλική εταιρεία Centaur Wine and Spirits Company αφού πέρασε διαδοχικά σε διάφορα ιδιοκτησιακά καθεστώτα και κλείνει το 1926 αγοράζεται από την νεοϊδρυθείσα εταιρεία ΚΕΟΟ με πρόεδρο τον μεγαλοεπιχειρηματία Ν. Π. Λανίτη με τη συμμετοχή και της Ελληνικής εταιρείας Οίνων και Οινοπνευματωδών. Και όπως λέει και ο Ν. Κλ. Λανίτης πράγματι στο τέλος του 1928 λειτουργεί και το  δεύτερο εργοστάσιο της στη Λεμεσό στο χώρο του πρώτου παλιού Παντοπωλείου (δίπλα στο μετέπειτα δεύτερο μικρό Παντοπωλείο που σήμερα μετατράπηκε σε θέατρο).Μερικά παλιά κτίρια του που βλέπουν προς την οδό Ειρήνης (τότε Βικτωρίας) απέναντι από το Κάστρο κατεδαφίζονται και κτίζονται σύγχρονα γραφεία όπως τα ξέρουμε και σήμερα. Την ίδια χρονιά ιδρύεται και το εργοστάσιο στη Μαλλιά.

Η παραγωγη εμφιαλωμένου κρασιού στο Πέρα Πεδί αρχίζει και το Δ.Σ της Eταιρείας στην πέμπτη του συνεδρίαση που έλαβε χώρα στη Λεμεσό στις 7 Aπριλίου 1927 αποφασίζει:

« όπως εις μεν τον λευκόν οίνον δοθή το όνομα Bεραγγέρα, συζύγου Pιχάρδου του Λεοντόθυμου, ης οι γάμοι εγένοντο εν τινι παρεκκλησίω εν τω φρουρίω Λεμεσού μετά την κατάληψιν της Nήσου υπό του Pιχάρδου του A’ βασιλέως της Aγγλίας κατά το 1191 μετά του στέμματος Nορμανδίας, Γαλλίας.  Eις δε τον ερυθρόν οίνον το όνομα Oθέλλος, ού σώζεται μέχρι σήμερον εν Aμμοχώστω ο πύργος ονομαζόμενος “Πύργος του Oθέλλου” με την εικόνα του πύργου επί της φιάλης

 

 
 
 
Φώτο 1.  Ν. Κλ. Λανίτης

Φώτο 2.  Ν. Π. Λανίτης ιδρυτής της ΚΕΟ

Φώτο 3.  Το πρώτο εργοστάσιο της ΚΕΟ απέναντι από το Κάστρο

Φώτο 4.  Άμαξα διανομής προϊόντων ΚΕΟ

Φώτο 5.  «Εις δε τον ερυθρόν οίνον το όνομα Oθέλλος». Η πρώτη ετικέτα του 1927 όπως δημοσιεύτηκε στις 24 Ιουνίου 1927 στην εφημερίδα της κυβέρνησης για κατοχύρωση..

Φώτο 6. Τα ορυχεία του Αμιάντου.

Φώτο 7. Λίγο μετά που γράφτηκε το άρθρο του Ν. Κλ. Λανίτη λειτουργεί και ο εναέριος που μεταφέρει το μετάλλευμα από το Τρόοδος στην παραλία της Λεμεσού για εξαγωγή.

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Η Λεμεσός με τα νώτα στραμμένα στη θάλασσα


Με πρόφαση την επιστροφή στη Λεμεσό ενός παλιού του φίλου από την Αίγυπτο, ο Ι. Α. Τριτοφτίδης μόνιμος επιφυλλιδογράφος της εφημερίδας «Αλήθεια» μας δίνει τη φορά αυτή, στην έκδοση της ημερομηνίας 20 Ιουλίου 1923 ( 100 σχεδόν  χρόνια πριν), μέσα από ένα γλαφυρό και παραστατικό άλλα και με αρκετή δόση λεπτού χιούμορ, το κλίμα μιας εποχής στη Λεμεσό αυτής της δεκαετίας του ΄20, συγκρίνοντας το μάλιστα με αυτό του τέλους του 19ου αιώνα. Το κείμενο είναι μακροσκελές και λεπτομερές. Σας μεταφέρουμε εδώ μόνο μικρά αποσπάσματα:

 «Κάποιος που απουσίασε κάμποσα χρόνια στο εξωτερικό, μας επανήλθε με το προτελευταίο βαπόρι για να δροσιστεί κι αυτός από τα Αιγυπτιακά χαμψίνια στα δικά μας βουνά και τες Κυπριώτικες εξοχές. Όταν έφευγε απ’ εδώ ήταν η εποχή εκείνη που η Λεμεσός είχε περιφρονητικά τα νώτα της στραμμένα προς την θάλασσαν, ο δε Δημόσιος Κήπος ήτα ένα  χωράφι ιδιωτικό πολύ έξω από την πόλιν. Ήτο η εποχή που τα νερά της θάλασσας μας διέσχιζαν τα αξέχαστα βαπόρια της Έισα-Μίνορ Κόμπανι, η «Χίλντα», η «Φορτούνα», η «Ελπίδα» και που από το παντοπουλείον της Κουνναπιάς επέστρεφεν ένας με το καλάθι γεμάτο και ρέστα ακόμη στο χέρι από το σελίνι που προώριζε για την διατροφήν του. Σήμερον όμως που  μας επανέρχεται με την διπλή χρυσή καδένα και το μαύρο από έβενο μπαστούνι με την  χρυσή λαβή, με τα δακτυλίδια του στα δάκτυλα και τες Αιγυπτιακές στο πορτφεϊγ του, τίποτε από την περασμένη του ζωή που είξευρε, δεν βρίσκει. Αραιωμένες μόνο κατά φάλαγγες των γνωστών του και αγνώριστες πολλές της πόλης τοποθεσίες, αφού ψάχνει να βρή το σπίτι του Δασκάλου του Αντρέα, την προεξοχή του Σκαρνούφα, του Ταλιαδώρου το χάνι, του Σίννου τα Καμηλαριά, με τόσην επιμονή και με τόσην επιθυμίαν όσην έχει ο επισκεπτόμενος το Κάϊρον να αντικρύση τες Πυραμίδες και την Σφίγγα»…


«- Όλα αυτά φίλε μου, ανάγονται εις την Ιστορίαν, του είπα: το απόγευμα σε περιμένω στην «Βιέννη» για να κάνουμε μια βόλτα μαζί…

  Εις τας 5 ½  συναντήθημεν και σαν καλός ξεναγός με ένα αμάξι που πήρα από τον σταθμόν της παραλίας διηυθύνθημεν το πρώτον προς το Κομισαριάτο: του ήτο γνωστόν το μέρος αφού άγει την ηλικίαν της εδώ αγγλικής κατοχής, του έκαμεν αίσθησιν η τόση νέκρα αφού ενυπάρχει εκεί τόση φυσική ζωή»…

« Εθαύμασε κατόπιν το Παντοπουλείον μα δεν μπόρεσε και πάλιν να μη αφήση ένα απορίας μουρμούρισμα και ένα θαυμασμού ξεφωνητό όταν, πριν να το διαψεύσω, εφαντάσθηκεν ότι το περιτοίχισμα εκείνο της πλατείας με τους τζίγκους και τους τενεκκέδες εχρησίμευε για μάνδρισμα των προβάτων των αγομένων επί σφαγήν.

Περάσαμεν κατόπιν την προκυμαίαν καθ’ όλην αυτής την έκτασιν, από του σταθμού των αμαξών μέχρι του μέρους αυτής το οποίον τόσον συχνά το τελωνείον χρησιμοποιεί δι’ αποθήκην και εθαυμάσαμεν μαζί τον φλοίσβον του κύματος και το μωσαϊκόν του κόσμου του καθισμένου εκεί, μα και συγχρόνως  την ιδιότροπην αντίληψιν να αναμιγνύεται προς την έκθεσιν του ωραιόκοσμου εκείνου και η έκθεσις τόσων επίπλων, μεταχειρισμένων σκευών  διαλαλουμένων   προς πώλησιν υπό τους ήχους  της φιλαρμονικής με την διαπεραστικήν φωνήν του κάθε πλανώδιου τελλάλη και τα απαίσια τελλαλίσματα του και προς την περιπατητικήν παρέλασιν η οικτρά  τοιαύτη των επαιτούντων πτωχών και των κάθε ακόμη εκμεταλλευτών των σωματικώς αναπήρων.

Καταμετρήσαμεν μαζί την αποβάθραν με τους αλερετουριστάς θαυμαστάς της και εδώ εθαυμάσαμεν την αντοχήν των ποδών των ενδιαφερομένων, αμφοτέρων των φύλων,  οι οποίοι επί 3 και 4 ακόμη ώρας πηγαινοέρχονται χωρίς να προσέχωσιν ή να λαμβάνουσιν υπ’ όψιν των τα διανυόμενα χιλιόμετρα, αλλά μονάχα των οφθαλμών τας οπτικάς ακτίνας και των χειλέων τας σπασμώδεις κινήσεις επισφραγιζομένης κατ’ αυτόν τον τρόπον και της ιατρικής αληθείας ότι το ιώδιον ωφελεί την κυκλοφορίαν»

 
 

 
 
 
 
 
 
 
  Ιωάννης Τριτοφτίδης










Όταν έφευγε απ’ εδώ ήταν η εποχή εκείνη που η Λεμεσός είχε περιφρονητικά τα νώτα της στραμμένα προς την θάλασσαν.(Λεμεσός τέλη του 19ου αιώνα)

 
«Το απόγευμα σε περιμένω στην  Βιέννη». Ξενοδοχείο GRAND  HOTEL VIENNA, κατόπιν CONTINETAL (Αρχείο Χρ. Σεργίδη)

 
… «διηυθύνθημεν το πρώτον προς το Κομισαριάτο»…

 
«Περάσαμεν κατόπιν την προκυμαίαν καθ’ όλην αυτής την έκτασιν, από του σταθμού των αμαξών μέχρι του μέρους αυτής το οποίον τόσον συχνά το τελωνείον χρησιμοποιεί δι’ αποθήκην».

 
… «εθαυμάσαμεν μαζί τον φλοίσβον του κύματος και το μωσαϊκόν του κόσμου του καθισμένου εκεί…» (Φωτογραφία 1924, αρχείου Τάσου Ανδρέου)

 
… «την αποβάθραν με τους αλερετουριστάς θαυμαστά της,  οι οποίοι επί 3 και 4 ακόμη ώρας πηγαινοέρχονται».

 

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

1931: Μια διάλεξη «περί της ρυμοτομίας και εμφανίσεως Κυπριακών πόλεων»



Αυτή η πόλη ταλαιπωρείται αφάνταστα και προσπαθεί να βρει τον χαρακτήρα και την ταυτότητα της εξ αιτίας εγκληματικής αδιαφορίας και ολιγωρίας ιδιαίτερα τα τελευταία 50 χρόνια. Αναπτύχθηκε και μεγάλωσε υδροκέφαλα χωρίς προγραμματισμό και όραμα. Και όμως υπήρξαν οραματιστές και σώφρονες, επιφανείς πολίτες που έγκαιρα και με αποτελεσματικές εισηγήσεις  που αν εισακούοντα ίσως να προλαβαίναμε το έγκλημα που έγινε εις βάρος της.

Προηγήθηκε βέβαια και η περίοδος της αγγλικής  αποικιοκρατίας  που κάθε άλλο παρά έγνοια είχε για την ορθολογιστική ανάπτυξη της.

Κτίσαμε άναρχα, «αναπτυχθήκαμε» καταστρέφοντας και όταν ξυπνήσαμε ήταν αργά: «Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα.»

Σήμερα η Λεμεσός βρίσκεται σε οργασμό έργων για να αποκατασταθεί το χαμένο της πρόσωπο και να κερδηθεί το χαμένο έδαφος τόσων δεκαετιών αδράνειας ή ακόμα χειρότερα, λανθασμένων πολιτικών και χειρισμών.

Το  κείμενο  που ακολουθεί, από την εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού ημερομηνίας 28 Αυγούστου 1931,  είναι σημαδιακό και θα μπορούσε να είναι καθοριστικό αν τότε το εξακολουθούσαμε. Ανήκει στο μεγάλο τέκνο της Λεμεσού, τον ρηξικέλευθο και οραματιστή σε πολλά θέματα, Γεώργιο Φραγκούδη, για τον οποίο μιλήσαμε κι άλλοτε από τη σελίδα αυτή. Εκτός των άλλων πολλών δραστηριοτήτων του, πολιτειολόγος, πολιτικός, δικηγόρος, συγγραφέας  κ.λ.π. ασχολείτο και με τη ρυμοτομία των πόλεων καταρτίζοντας μάλιστα το πολεοδομικό σχέδιο της δεύτερης του πόλης, της Καλλιθέας, που αποτελούσε για την εποχή του ( δεκαετία του 1920-30) μια επαναστατική πρόοδο στην Ελλάδα.

Ας δούμε το δημοσίευμα λοιπόν:

«ΜΙΑ ΔΙΑΛΕΞΙΣ ΕΙΣ ΠΛΑΤΡΕΣ

Επ’ ευκαιρία της εν Κύπρω παρουσίας του γνωστού δημοσιολόγου κ. Γεωργίου Σ. Φραγκούδη ο Δήμος Λεμεσού παρεκάλεσε αυτον όπως δώση μίαν διάλεξιν.

Ο κ. Φραγκούδης απεδέχθη την πρόσκλησιν και την πρωίαν της παρελθούσης Κυριακής ωμίλησεν εις το εν Πλάτραις ξενοδοχείον του κ. Ιωαννίδη, γνωστού όντος ότι εκεί κάθε Κυριακή μαζεύεται πλείστος κόσμος εξ όλων των πόλεων της Κύπρου.

Το θέμα της διαλέξεως του ήτο «περί της Ρυμοτομίας και εμφανίσεως Κυπριακών πόλεων». Την διάλεξιν  παρηκολούθησαν όλοι σχεδόν οι Δήμαρχοι της Κύπρου ως και πολύς κόσμος εξ αμφοτέρων των φύλων.

Τον ρήτορα επαρουσίασε εις το κοινόν δι’ ολίγων θερμών λέξεων ο αντιδήμαρχος Λεμεσού κ. Σωκράτης Τορναρίτης.

Όλαι αι πόλεις της Κύπρου είπε ο κ. Φραγκούδης θα είνε εις αιωνίαν καταδίκην  την στιγμήν κατά την οποίαν οι Δήμοι και η Κυβέρνησις δεν φανώσιν αυστηρότατοι εις το ζήτημα της ρυμοτομίας. Εις άλλα μέρη πριν κτίσουν μιαν πόλιν φροντίζουν πρώτον δια την ρυμοτομίαν της.

Εδώ στην Κύπρον επειδή οι ΄Αγγλοι δεν διακρίνονται δια καλλωπιστικάς τάσεις το ζήτημα της ρυμοτομίας  παρημελήθη. Αυτό όμως δεν συμβαίνει και εις την Γαλλίαν.

Απαραίτητον θεωρεί την ίδρυσιν ενός επισήμου «Γραφείου Σχεδίων πόλεων και  κωμοπόλεων». Και  την στιγμήν κατα την οποίαν η Κυβέρνησις θα αρνηθεί την ίδρυσιν και υποστήριξιν τοιούτου Γραφείου οφείλουν  οι Δήμοι των πόλεων και κωμοπόλεων να το αναλάβουν.

Εκάκισε το σύστημα μερικών καταστηματαρχών οίτινες χρησιμοποιούν δι’ επιγραφάς των καταστημάτων των μη ελληνικά ονόματα, ως οι πλείστοι των αγοραστών να μην ήσαν ΄Ελληνες. Επέστησε την προσοχήν  του Δήμου εις το ζήτημα αυτό.

Ετόνισεν ως απόλυτον ανάγκην δια τας πόλεις της Κύπρου την κατασκευήν δημοσίων ουρητηρίων, λουτρών, παρόλον είπε που

είνε εναντίον των Μπεν-Μιξτ, πλατειών και δασών. Εκάκισε πολύ και εχαρακτήρισεν ως καταδυναστικόν το ζήτημα της υπάρξεως ενός και μόνου παντοπωλείου από το οποίον ζημιώνουν πολύ οι πολίται. Παντοπωλεία, είτε πρέπει να υπάρχουν σε κάθε γειτονιάν η συνοικίαν ώστε ο κόσμος να προμηθεύεται ευκόλως το κρέας, τα λαχανικά και όλα ό,τι χρειάζεται όπως συμβαίνει εις όλας τας πολιτισμένας χώρας.

Έθιξε κατόπιν το  ζήτημα του περιορισμού    εις ωρισμένον χώρον μακρυά από τα όρια της πόλεως των δημοσίων γυναικών αι οποίαι γίνονται πάντοτε αιτία πολλών σκανδάλων. Εκάκισε την μανίαν μας εις το να χρησιμοποιούμεν ξένας λέξεις ως π.χ. το «μερσί» αντί του ελληνικότατου «ευχαριστώ», το οποίον «μερσί» χρησιμοποιείται σήμερον παντού ως και εις τα χωρία.

Κατόπιν έστρεψεν τον λόγον δια την ρυμοτομίαν της Λεμεσού την οποίαν ως πόλιν την γνωρίζει καλλίτερα από κάθε άλλην πόλιν της Κύπρου. Χρειάζονται, είπε, να ανοιχθούν λεωφόροι μεγάλοι με πλάτος 15-20 μέτρων από την προκυμαίαν μέχρι των πλησιεστέρων προς την πόλιν βουνών και από το νεκροταφείον μέχρι του κομμεσαριάτου, ο δρόμος του οποίου είναι μία από τας καλλίστας λεωφόρους.

 Μετά το πέρας της ωραίας διαλέξεως του κ. Φραγκούδη η οποία υπερήρεσε και κατεχειροκροτήθη, ο προοδευτικός Δήμαρχος της Λευκωσίας κ. Δ. Δέρβης εγερθείς ηυχαρίστησε τον κ. Φραγκούδην δια την θαυμασίαν του διάλεξιν δηλώσας ότι η Λευκωσία έκαμε σχέδιον ρυμοτομίας και η  εκτέλεσις του οποίου αρχίζει τον προσεχή Οκτώβριον».

Παρά της έγκαιρες λοιπόν νουθεσίες και προειδοποιήσεις του Φραγκούδη, ελάχιστα κάναμε, για πολλές δεκαετίες, για να προλάβουμε το κακό. Αν εξαιρέσεις τα Δημοτικά Λουτρά που κάναμε και κατεδαφίσαμε στη συνέχεια, κάποιες λεωφόρους, και «του περιορισμού  εις ορισμένων χώρον μακρυά από τα όρια της πόλεως των δημοσίων γυναικών» , αφού καταργήθηκαν οι οίκοι ανοχής και εγκαταστάθηκαν σε κρυφά διαμερίσματα, μασσατζίδικα και καμπαρέ στην τουριστική κυρίως περιοχή εκτός δημοτικών ορίων, κατά τα άλλα τίποτα.

 

Φώτο1 Γεώργιος Σ. Φραγκούδης

 

Φώτο 2 «Εκάκισε το σύστημα μερικών καταστηματαρχών οίτινες χρησιμοποιούν δι’ επιγραφάς των καταστημάτων των μη ελληνικά ονόματα…»

 

Φώτο 3  & 3Α Η Λεμεσός κατά την εποχή της «αραβοποίησης», στη δεκαετία 70-78

 

Φώτο 4 Δημοτικά Λουτρά, κτίστηκαν λίγα χρόνια μετά τη διάλεξη του Φραγκούδη.

 

Φώτο 5  Η Λεμεσός όπως ήταν την εποχή της διάλεξης

 

Φώτο 6&7 Δεκαετία του ’70 η  άναρχη «ανάπτυξη» αρχίζει

 

 

 

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

«Έχει ο καιρός γυρίσματα».

Οι ρώσοι στη Λεμεσό άλλοτε και σήμερα.

 Θα ήταν ίσως η πιο ταιριαστή παροιμία, σχετική με το σημερινό μας θέμα, το οποίο είναι οι ρώσοι στην Κύπρο άλλοτε και σήμερα, η  παροιμία του τίτλου μας, «έχει ο καιρός γυρίσματα».

Γύρω στο 1920, μετά από τις καταστροφικές συνέπειες που έφερε στον κόσμο ο  Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι ρώσοι, (όπως και στον επόμενο πόλεμο, τον Β΄ Παγκόσμιο), πλήρωσε βαρύ τίμημα και μεγάλο μερίδιο από τις συνέπειες αυτές. Ακλούθησε μάλιστα την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 που σηματοδότησε την απαρχή  του σοσιαλιστικού καθεστώτος,  που συντάραξε τη χώρα  πολιτικά και οικονομικά.

Ένα τόπος λοιπόν που δέχθηκε κάποιο αριθμό εξαθλιωμένων προσφύγων ήταν και η Κύπρος και πιο ιδιαίτερα η Λεμεσός. Είναι μια πτυχή σχετικά άγνωστη στην ιστορία της πόλης μας.

Κάποιες δυστυχισμένες κοπέλες ήρθαν μαζί τους και στα χρόνια που ακλούθησαν, ως «καλλιτέχνιδες» στα καμπαρέ της πόλης. Χαρακτηριστικό είναι και το σκίτσο του Γιώργου Φασουλιώτη στη σατιρική του εφημερίδα «Το γέλιο», τέλη της δεκαετίας του 20- αρχές του 30. (Βλέπε σχετικό σκίτσο).

Μια μικρή γεύση του θέματος αυτού θα πάρουμε μέσα από ένα τρυφερό αλλά και πολύ σκληρό συνάμα κείμενο της Γεωργία Ματθαίου-Λοφίτου, παλιάς λεμεσιανής ποιήτριας δημοσιογράφου και λογίας στην εφημερίδα «Σάλπιγξ» ημερομηνίας 29 Απριλίου 1921 θα δούμε στη συνέχεια.

Πριν ενενήντα  χρόνια, τα γεγονότα που περιγράφει η Λοφίτου, μας οδηγούν μοιραία σε κάποιες σκέψεις στο σήμερα που αν και άλλαξαν βέβαια τα οι ιστορικές συνθήκες  με το τότε, δεν μπορούμε να αποφύγουμε  κάνουμε κάποιες σκέψεις και κάποιους προβληματισμούς μέσα από κάποιες συγκρίσεις...

Ας δούμε όμως πρώτα το κείμενο κάτω από τον τίτλο, «ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ»: 

«Από πέντε και πλέον μήνες  κατοικούν εδώ κοντά μας,  απάνω εις το στρατόπεδο των Πολεμιδιών, μερικά από τα θύματα των τελευταίων αποτελεσμάτων του πανευρωπαϊκού πολέμου, μερικά φύλλα πεσμένα στον άνεμο.

Αυτοί οι άνθρωποι είνε Ρώσσοι, έχουν κάπου μια πατρίδα, κάποτε ανέπνευσαν τον ωραίον άνεμον της ελευθερίας και  ησθάνθησαν μέσα εις την ψυχήν των τας απολαύσεις της ζωής.

Αυτοί οι εγκαταλελειμμένοι ,αυτά τα ερείπια των σημερινών γεγονότων, αυτοί οι χριστιανοί δεν έχουν σήμερον Πατρίδα, δεν έχουν ούτε καν τους καθημερινούς πόρους της ζωής.

Ηλθαν σε μας κάποιαν πρωίαν θλιβεράν και σκοτεινήν , δίχως ψυχήν και δίχως αισθήματα. Έφεραν μαζύ τους τον βαθύ πόνον της απογνώσεως  και ερίχτησαν μέσα στον ουρανόν μας σαν πουλιά ξένα σπρωγμένα από την καταιγίδα και τον κεραυνόν.

Η Κυβέρνησις εφάνη κάπως καλή. Σε μια στιγμή ευσπλαχνίας έριξε λίγα ψίχουλα στα άρρωστα αυτά πουλιά  και τους παρεχώρησεν ένα άσυλον, οπωσδήποτε για να περάσουν τες κακές μέρες.

Εψηφίστηκε μάλιστα και  ένα κοντύλι και ένα μηνιαίο επίδομα παρεχωρήθη στους δυστυχισμένους αυτούς  από Λιρ. 150 περίπου. Το κοντύλι τούτο τελευταίως ηλαττώθη σε  Λιρ.80, καθώς μας λέγουν και τώρα τίποτε, ούτε οβολός πια γι’ αυτούς.

Όσοι μπορούν να εργάζωνται ρίχνονται με όρεξι στη δουλειά και φορτώνονται  ευχαριστημένοι το αχθοφορικό σακκί δίχως να νοιάζωνται αν τα χέρια τους κι’ οι πλάτες τους δεν είναι καμωμένες για τόσα βαρετά φορτία.

Είδαμεν γυναίκες δυστυχισμένες, γέρους αναπήρους και πληγομένους του πολέμου.

Όλοι αυτοί πέρασαν από μπροστά μας θλιμμένοι αδύνατοι ταπεινοί.

Δεν μας έτειναν το χέρι αλλά τα βλέμματα τους μας άγγιξαν τες ψυχές. Χθες ακόμα δυό δυστυχισμένοι  έδωσαν τέλος στη ζωή τους  με τραγικές αυτοκτονίες .Σήμερα μια άλλη πέθανε από θλίψη  και μαρασμόν.

Επιτέλους αυτός ο ολάκερος κόσμος που υποφέρει, πιστεύει τον θεόν τον οποίον πιστεύομεν. Δεν πρέπει να μείνουν να πεθάνουν έτσι σαν σκυλιά.

Δεν είναι ανάγκη βέβαια να στερηθούμεν για να τους συνδράμωμεν, αλλά κάτι από ό,τι μας περισσεύει. Ενα ασήμαντο ποσό ο καθένας μας για να γλυκάνωμεν λίγο όλες αυτές τες ψυχές που πονούν! ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΟΦΙΤΗ»

Ενενήντα  λοιπόν χρόνια μετά από τις αρχές  της δεκαετίας του ’20, η Κύπρος γέμισε και πάλιν από ρώσους. Όχι βέβαια ως πρόσφυγες από την άνοδο του σοσιαλιστικού συστήματος  ή του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και θύματα της άθλιας οικονομικής κατάστασης που ακολούθησε τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που προηγήθηκαν και ακολούθησαν αυτόν αλλά με την πτώση του, μέσα από τρεις κατηγορίες. Μερικοί, (τη δεκαετία του ’90 κυρίως), και πάλιν ως πρόσφυγες μιας οικονομικής  δυσπραγίας που  επικράτησε  στην άλλοτε κραταιά Σοβιετική Ένωση με το τέλος πλέον του σοσιαλιστικού καθεστώτος, ή ως οικονομικοί μετανάστες, έλληνες  ποντιακής καταγωγής  ή ρωσσοπόντιοι μεταμφιεσμένοι σε έλληνες. Ήρθαν επίσης δυστυχισμένα νεαρά κορίτσια από όλες σχεδόν τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες που σέρνονται στην πορνεία με τον πιο άγριο τρόπο εκμετάλλευσης...  Τέλος μια τρίτη μεγάλη κατηγορία είναι οι ρώσοι επιχειρηματίες και τραπεζίτες που εγκατέστησαν εδώ τις επιχειρήσεις και τις τράπεζες τους ,προσφέροντας μια σημαντική ανάσα ζωής στην καταρρέουσα οικονομία μας. Ο αριθμός τους μάλιστα μαζί, με το καλοπληρωμένο προσωπικό τους, αποτελεί τον δεύτερο στο σύνολο του πληθυσμού της Λεμεσού.

Σ αυτούς να μην παραλείψουμε ασφαλώς να αναφέρουμε και τους ρώσους τουρίστες που αποτελούν πλέον τον κυριότερο αιμοδότη της τουριστικής μας βιομηχανίας και της οικονομίας μας γενικότερα.

 Μια σύγκριση επομένως  του 1920 με το σήμερα δικαιολογεί την παροιμία, «έχει ο καιρός γυρίσματα»…

 
ΦΩΤΟ 1 Η Γεωργία Λοφίτου, χορεύοντας, σε μια σπάνια φωτογραφία από την πρώτη ταινία που γυρίστηκε από κύπριο, τον λεμεσιανό Αντώνη Πηλαβάκη το 1917.

 ΦΩΤΟ 2 Αφίσα που κυκλοφόρησε στη Ρωσία το 1921 με σύνθημα « Θυμήσου αυτούς που πεινούν».

 ΦΩΤΟ 3 & 4  Πεινασμένα  και άστεγα προσφυγόπουλα ρωσάκια.

 ΦΩΤΟ 5  «…ρίχνονται με όρεξι στη δουλειά και φορτώνονται  ευχαριστημένοι το αχθοφορικό σακκί…».

ΦΩΤΟ 6  «Πως διασκεδάζουν οι ρωσσίδες. Ρωσσίδα και λεμεσιανός δανδής».

Φώτο 7  Ρωσίδες «καλλιτέχνιδες» του σήμερα.

Φόροι στους λυμπούρους, τους κοριούς και κουρκουτάδες.

  Η βαθιά οικονομική κρίση που ζούμε, έφερε και θα φέρει ακόμα περισσότερο, με τον ερχομό της τρόικα, θανατηφόρα χαράτσια και φαρμακερούς φόρους.

Οι φορολογίες στους πολίτες, είτε δημοτικές είναι αυτές, είτε κρατικές, είτε οποιουδήποτε άλλου είδους, ήταν και παραμένουν πάντοτε για τον λαουτζίκο, ένας εφιάλτης, ιδιαίτερα σε καιρούς χαλεπούς και οικονομικής ύφεσης.

Όμως συχνά γίνονται αφορμή και αντικείμενο σαρκαστικής σάτιρας, σαν να θέλουμε να ξορκίσουμε  το κακό που μας βρίσκει άμα αυτές γίνονται επαχθείς και αβάστακτες.

Κάτι τέτοιο γίνεται και στους δύσκολους καιρούς της αρχής της δεκαετίας του 30, όταν μετά την εξέγερση των «Οχτωβριανών του 31» ακολουθεί το μαύρο σκοτάδι της καταπιεστικής «παλμεροκρατίας» (από τον δικτάτορα κυβερνήτη Πάλμερ), που κράτησε δέκα χρόνια και γονάτισε τους εξαθλιωμένους οικονομικά κυπρίους με βαριές φορολογίες.

Σαν να μην έφταναν όμως όλα αυτά φαίνεται ότι έρχεται τότε (όπως και σήμερα) και ο Δήμος της πόλης να αυξήσει δυσβάστακτα τους δημοτικούς φόρους.

Βρισκόμαστε λοιπόν στο 1933, τρία χρόνια ύστερα από την ανάληψη για δεύτερη φορά (η πρώτη για ένα μόνο χρόνο 1926-27) ,της δημαρχίας από τον Χριστόδουλο Χατζηπαύλου , που κράτησε μέχρι το 1943, όταν έχασε τις εκλογές από τον αριστερό Πλουτή Σέρβα.

Για νάμαστε όμως δίκαιοι, η δημαρχία Χατζηπαύλου χαρακτηρίστηκε ως μια από τις πιο πλούσιες και αποδοτικές στην ιστορία της Λεμεσού και η δεκαετία 1930-1943 που διατέλεσε Δήμαρχος, ως η «χρυσή δεκαετία» της Λεμεσού από άποψη έργων υποδομής, πολλά από τα οποία απολαμβάνουμε μέχρι σήμερα ( το δημοτικό μέγαρο, τα δημοτικά λουτρά, δημόσια αποχωρητήρια, ασφαλτόστρωση πολλών δρόμων, στέγαση της μεγάλης δημοτικής αγοράς, δημιουργία των παιδικών εξοχών Πλατρών και πολλά πολλά άλλα).

Για να γίνουν επομένως όλα αυτά δεν υπήρχε, όπως δεν υπάρχει μέχρι και σήμερα άλλη συνταγή, (ούτε καν αυτή του… μαγικού ραβδιού), από την γνωστή και αιώνια μέθοδο της «μακράς χείρας» στις τσέπες των φορολογουμένων δημοτών!

Την μέθοδο λοιπόν αυτή σατιρίζει έμμετρα και σαρκαστικά ο Γιώργος Φασουλιώτης στη σατιρική του εφημερίδα «ΤΟ ΓΕΛΙΟ» ημερομηνίας 28 Μαΐου 1933 κάτω από τον τίτλο «ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟΥ»:

«Συνελθόντες τελευταίως εις σπουδαίας συνεδρίας

προς επίλυσιν δυσκόλων και μεγάλων ζητημάτων,

ως το της Ρυμοτομίας, των Λουτρών, της Λειψυδρίας,

κτήσιμον Παντοπωλείων, δημοσίων αποπάτων,

προκυμαίας, επαιτείας και ηλεκτροφωτισμού,

ευπρεπών Ουρητηρίων κι ασφαλτώσεως των δρόμων,

συμμορφούμενοι δεόντως  προς τον περί Δημαρχείων νόμον

εντελλόμεθα την λήψιν του εξής κανονισμού:

Επειδή παρετηρήθη ότ’ εις πλείστας ευκαιρίας

επληρώσατε τους φόρους άνευ διαμαρτυρίας

κι’ επειδή υπάρχει γνώμη  και μεγίστη βεβαιότης

ότι σας διακατέχει η αυτή καρτερικότης,

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ εψηφίσθη όπως υπό διαφόρους

τρόπους και κανονισμούς

σας αυξήσωμεν τους φόρους

και εν γένει τους δασμούς

και θα βάλωμεν τους φόρους πρώτα-πρώτα εις τα νοίκια

τα πτερά των ορνιθίων και των ζώων τα καλλίκια

εις τους γάτους, τα ποντίκια

κουρκουτάδες και σκουλήκια

εις τα χώματα, στους άμμους, εις τες πέτρες, στα χαλίκια

στες καρφίτσες, στα ρολόγια, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια

στα βατράχια, στους καούρους στους κοργιούς και στους λυμπούρους,

σ’ όσους είνε ξυρισμένοι

σ’ όσους έχουν τα μουστάκια

σ’ όσους είνε παντρεμένοι

κι’ όμως δεν έχουν… παιδάκια

αλλά και εις όσους έχουν

για να μάθουν… να προσέχουν.

Φόρον σ’ όλας τας παρθένους

σ’ όλους τους ερωτευμένους

σ’ όλους τους διαζευγμένους

και τους ξαναπαντρεμένους.

Φόρους σ’ ότι θα φοράτε

καινουργή ή μπαλλωμένα

άσχετον αν τα χρωστάτε

ή αν είνε πλερωμένα.

Φόρους και εις ότι φάτε

φόρους και εις ότι πιήτε,

φόρους, φόρους ολοένα

ώσπου όλοι σας να βγήτε

ά σ σ ο ν   κ α ι  τ ρ ι α ν τ α έ ν α ».

 

Λεζάντα:

 

Φώτο 1 Σκίτσο του Χρ. Χατζηπαύλου από τον Γ. Φασουλιώτη στο «ΓΕΛΙΟ», αμέσως μετά την εκλογή του, το 1930.

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Φώτο 2 χαρακτηριστικό σκίτσο του Γ Φασουλιώτη στην εφημερίδα του, Το Γέλιο, για τις βαριές φορολογίες της δεκαετίας του ΄30.

 
 










Φώτο 3 Το δημοτικό μέγαρο Λεμεσού έργο της δημαρχίας Χρ. Χατζηπαύλου

 












Φώτο 4 Τα δημοτικά λουτρά ( απέναντι από το ΓΣΟ)