Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΟΥ ΡΙΖΕΣ



Κυκλοφόρησε πριν μερικούς μήνες με την ευκαιρία και των εγκαινίων του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης στην Αθήνα, η αυτοβιογραφία του μεγάλου μας συμπολίτη, με τίτλο «Μιχάλης Κακογιάννης-Σε πρώτο πλάνο», καταγραμμένη από τον δημοσιογράφο Χρήστο Σιάφκο. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ο Μ Κακογιάννης ξετυλίγει τις παιδικές και νεανικές του αναμνήσεις από τα πρώτα κιόλας του χρόνια στη Λεμεσό, την πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέχρι που έφυγε για την Αγγλία για να δημιουργήσει την μεγάλη διεθνή καριέρα στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ας δούμε λοιπόν μερικές από αυτές για να σχολιάσουμε στη συνέχεια κάποια πράγματα: «Κι έτσι, για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, γεννήθηκα στη Λεμεσό στις 11 Ιουνίου 1922. Ο πατέρας μου λεγόταν Παναγιώτης και η μητέρα μου Αγγελική. Ήμουν το δεύτερο παιδί τους. Πριν από εμένα γεννήθηκε η


Στέλλα, μετέπειτα Σουλιώτη, η Γιαννούλα, μετέπειτα Γουέικφιλντ, και ο Γιώργος, που τον φωνάζαμε χαϊδευτικά «Γώγο». Ζούσαμε τότε στον πάνω όροφο μιας διπλοκατοικίας. Μέναμε συνέχεια σε νοικιασμένα σπίτια, ώσπου επέστρεψα από την Αγγλία δικηγόρος με δίπλωμα και τότε χτίσαμε το μεγάλο οικογενειακό σπίτι στου οποίου τα σχέδια συνέβαλα κι εγώ. Η τάση μου για τη σκηνοθεσία είχε αρχίσει από πολύ νωρίς. Ήδη από εκείνα τα πρώιμα χρόνια. Στο σπίτι μας, από την τραπεζαρία βγαίναμε σ’ ένα ταρατσάκι. αυτό ήταν η τέλεια σκηνή και επέμενα στις παραστάσεις μου να συμβάλλουν και τα αδέλφια μου. Όχι τόσο ο μικρός αλλά σίγουρα η Στέλλα και η Γιαννούλα. Ανεβάζαμε έργα που έγραφα εγώ. Ας πούμε, η κυρία τάδε που περιμένει το παιδί της να γυρίσει, κι αυτό αργεί, και την καταλαμβάνει πανικός, και κλαίει και οδύρεται. Τέτοια πράγματα…. …Η μάνα μου αντιμετώπιζε τις θεατρικές μου απόπειρες με χαμόγελο, διασκεδάζοντας. Ο πατέρας μου ήταν λίγο ανήσυχος ως προς τις καλλιτεχνικές μου τάσεις, τις οποίες δεν ενεθάρρυνε καθόλου. Άλλωστε, δεν είχαμε και ιστορικό ηθοποιών στην οικογένεια, εκτός πια κι αν δεν το ξέραμε. Πήγαινα και


κινηματογράφο, σ’ ένα χειμερινό, το Μαξίμ. Μια από τις πρώτες ταινίες που είχα δει ήταν γαλλική, περί έρωτος. Υπήρχε ένα «amour» στον τίτλο και ήταν ομιλούσα, parlant. Ο ήχος όμως ήταν αίσχος, δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Έτσι, όταν κάποια στιγμή ένας από τους ηθοποιούς είπε «bonjour», μια λέξη επιτέλους διακριτή, σύσσωμο το κοινό απάντησε επίσης με ένα ηχηρό «bonjour». Την ίδια εποχή, γύρω στο 1930, είχα δει και το Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο.» Να πούμε κατ αρχάς πως το ενοικιαζόμενο σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε βρισκόταν στην οδό ΄Οθωνος και Αμαλίας, πίσω ακριβώς από το σημερινό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης. Από το μπαλκόνι του σπιτιού αυτού ο μικρός Μιχάλης είχε τη δυνατότητα να βλέπει κρυφά τα βράδια, σινεμά από το καλοκαιρινό Θέατρο- Αίθουσα Ψυχαγωγίας «Διονύσια», που βρισκόταν ακριβώς απέναντι . Είναι δε παράξενο πως δεν αναφέρεται στο βιβλίο, αφού είναι σίγουρο ότι του σημάδεψε από πολύ νωρίς τη ζωή και την μετέπειτα τάση του για καλλιτεχνική και κινηματογραφική καριέρα και το θυμάται ακόμα πολύ χαρακτηριστικά.
Όσον αφορά στις πρώτες του κινηματογραφικές αναμνήσεις , θα εννοεί βέβαια ο Μ.Κ. όχι το «Μαξίμ», ( όπως πολύ μετέπειτα μετονομάστηκε) αλλά το «Θέατρο Χατζηπαύλου» στην οδό Αγίου Ανδρέου, λίγα μέτρα από το σπίτι του, όπου έδινε παραστάσεις ο κινηματογράφος «Πανόραμα» των αδελφών Χρυσοχού οι οποίοι προμηθεύονταν όντως γαλλικές ταινίες από την εταιρείες παραγωγών Πατέ και Γκωμόν της Γαλλίας. Η πρώτη μάλιστα ομιλουσα ταινία , αρχές του 1932, ήταν το «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικόν Μέτωπον», αφού το «Πανόραμα» προμηθεύτηκε μηχανήματα ομιλούντα κινηματογράφου πρώτο όχι μόνο στη Λεμεσό αλλά παγκύπρια.
Να έλθουμε τώρα στο πιο ενδιαφέρον νομίζουμε σχόλιο μας επί των λεγομένων του Μ.Κ. σχετικά με τις ανησυχίες του πατέρα του για τις καλλιτεχνικές του τάσεις που καθόλου δεν τις ενεθάρρυνε (ίσως να τις καταπίεζε κιόλας, γνωστού όντως του δεσποτικού του χαρακτήρα και που ο Μιχάλης τον αποκαλούσε «τύρρανο»).
Λέει ο Μ.Κ.: «Άλλωστε, δεν είχαμε και ιστορικό ηθοποιών στην οικογένεια, εκτός πια κι αν δεν το ξέραμε.»
Αγνοούμε αν όντως δεν το ήξερε η για κάποιο λόγο το παρασιωπά, όμως τέτοιες τάσεις είχε όντως και ο πατέρας του. Διότι ο Παναγιώτης Κακογιάννης πήρε μέρος σε δυο τουλάχιστον (ερασιτεχνικές βέβαια) θεατρικές παραστάσεις. Η πρώτη -που είναι και γνωστή- ήταν τον Φεβρουάριο του 1938 , όταν ο Μιχάλης ήταν 16 χρόνων και πριν αναχωρήσει για σπουδές στην Αγγλία, το φθινόπωρο του ίδιου έτους και επομένως θα έπρεπε να το θυμάται. Στην επιθεώρηση αυτή που ονομαζόταν σύμφωνα με τη σχετική αφίσα «Εσπερίς των Δικηγόρων», την σκηνοθεσία έκανε ο άγγλος πρόεδρος των δικαστηρίων Ντυμπρέ και πήραν μέρος όλοι οι γνωστοί την εποχή εκείνη μεγαλοδικηγόροι της πόλης ανάμεσα τους και ο Π. Κακογιάννης.
Η άλλη παράσταση έγινε το 1915, με ένα πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα μουσικής και θεάτρου, πριν βέβαια ο Μιχάλης γεννηθεί και πιθανόν όντως να μην το πληροφορήθηκε ποτέ. Δόθηκε στο Θέατρο Χατζηπαύλου υπέρ του Σώματος Προσκόπων Λεμεσού. Στο ένα από τα δύο μονόπρακτα, το «Δνις Τζάκσον» του Ι. Δεληκατρίνη έπαιζε και ο Π. Κακογιάννης το ρόλο του «Δημητράκου, Αθηναίου λιμοκοντόρου»…!
Επειδή λοιπόν τίποτα στη ζωή δεν είναι τυχαίο αλλά όλα εξηγούνται, ίσως η αντίθεση του πατέρα προς τις καλλιτεχνικές τάσεις του γιου να αποτελούσε απωθημένο κρυφής και ανικανοποίητης επιθυμίας του να κάνει ο ίδιος καλλιτεχνική καριέρα!
ΛΕΖΑΝΤΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ:

ΦΩΤΟ 1 Οι γονείς του Μιχάλη Κακογιάννη Αγγελική και Παναγιώτης
ΦΩΤΟ 2 Το σπίτι που γεννήθηκε στην Όθωνος και Αμαλίας όπως είναι σήμερα
ΦΩΤΟ 3 Μιχάλης, Γιαννούλα και Στέλλα (Σουλιώτου)
ΦΩΤΟ 4 Το Θέατρο Χατζηπαύλου στην οδό Αγίου Ανδρέου όπου η Λεμεσός , η Κύπρος και ο μικρός Μιχάλης είδαν για πρώτη φορά ομιλούντα κινηματογράφο
ΦΩΤΟ 5 Η αφίσα της «Εσπερίδας των Δικηγόρων»
ΦΩΤΟ 6 Το πρόγραμμα της γιορτής υπέρ των προσκόπων του 1915



Περιώνυμοι και αριστοκράτες αλλά … λήσταρχοι αρχαιοκάπηλοι

Της Άννας Μαραγκού
Με αφορμή το άνοιγμα των καινούργιων κυπριακών αιθουσών του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης με τα νέα εκθέματα προϊόν κλοπής από την Κύπρο του περιβόητου αμερικανού «διπλωμάτη» και αρχαιοκαπήλου Τσεσνόλα κατά τα έτη 1865-1876 τα εγκαίνια των οποίων τέλεσε ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, πολλά γράφτηκαν για πράγματα που λέχθηκαν από επίσημα χείλη ... διαφόρων βαθμίδων. Μερικά διαψεύσθηκαν ως αποτέλεσμα «παρεξήγησης». Μερικά μάλιστα πιθανόν να δημιουργούν και ευρύτερες συνέπειες και επιπτώσεις, ακόμα και στις σχέσεις μας με την Ελλάδα που διεκδικεί την επιστροφή των μαρμάρων της Ακρόπολης στην Ελλάδα.
΄Ο,τι και να συμβαίνει, απάντηση για την όλη ιστορία δίδει το ακόλουθο δημοσίευμα της εφημερίδας «Ευαγόρας» ημερ. 4 Μαίου 1902 με τον τίτλο «ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ» το οποίο είναι απόσπασμα εκτενούς συζήτησης που γινόταν τις μέρες εκείνες στο Νομοθετικό Συμβούλιο της Κύπρου σχετικά με τις κυπριακές αρχαιότητες.
Το ανάστημα και η λεβεντιά που όρθωσε ο γηραιός πολιτευτής της Λεμεσού Σωκράτης Φραγκούδης απέναντι στους άγγλους αποικιοκράτες, θάπρεπε να αποτελεί παράδειγμα για τους σημερινούς μας ηγέτες αν διάβαζαν κάπου κάπου και λίγο την Ιστορία αυτού του τόπου...
« Κατά την συζήτησιν της 18ης παραγράφου ο διευθυντής του Κτηματολογίου παρακαλεί το Συμβούλιον όπως η παράγραφος αύτη διατυπωθεί μετά ηπιωτέρου ύφους. Η λέξις λήστευσις δεν είνε, λέγει, κατάλληλος, διότι οι αρχαιότητες δεν ανήκουσιν εις μόνον τον τόπον της ανευρέσεως των αλλ’ εις ολόκληρον τον κόσμον και εφόσον η Κύπρος δεν έχει ικανά χρηματικά μέσα προς ανασκαφήν και διατήρησιν των αρχαιοτήτων, δικαιούνται τα μουσεία Λονδίνου, του Βερολίνου, των Παρισίων κ.α. να ενεργώσιν ανασκαφάς και τας ανευρισκομένας αρχαιότητας εκθέτωσιν εις την μελέτην του κόσμου εν ταις προθήκαις τούτων.
«Γνωρίζω τας διαθέσεις των εντ. Μελών ότι δεν επιθυμούσι να εξάγωνται της νήσου αι αρχαιότητες ειμή τα διπλά μόνον και προς την επιθυμίαν ταύτην προσπαθεί να συμμορφωθή η Α. Εξοχότης δια νομοσχεδίου, ούτινος ποιείται μνείαν εν τω εναρκτηρίω λόγω.»
Κατά των παραδόξων τούτων θεωριών του κ. Διευθυντού του Κτηματολογίου αντεπεξελθών ο γηραιός βουλευτής της Λεμησσού-Πάφου κ. Σ. Φραγκούδης είπε τα εξής:« Κύριε Πρόεδρε, η λέξις λήστευσις πρέπει να μείνει ως έχει διότι πράγματι λήστευσις ενεργείται κατά των αρχαιοτήτων της νήσου και υπεύθυνος επί ταύτη είνε η Κυβέρνησις. Αφήσωμεν τον περιλάλητον Σεσνόλαν όστις ίδρυσεν ολόκληρον Μουσείον εν Ν.Υόρκη δια των αρχαιοτήτων ας εσύλησεν εν Κύπρω, το έργον όμως τούτου εξηκολούθησεν και η αγγλική Κυβέρνησις άμα τη κατοχή της Κύπρου. Εάν η αγγλική κατοχή εγίνετο δέκα πρότερον έτη και η αγγλική Κυβέρνησις περιεφρούρει τας αρχαιότητας εν Μουσείω, θα είχομεν αρχαιολογικόν θησαυρόν σήμερον ισάξιον προς την αξίαν απάσης της νήσου.
Ως ο Σεσνόλας ηθέλησε να πλουτίσει την νέαν του πατρίδα Αμερικήν – διότι αυτός είνε Ιταλός- δι’ αρχαιοτήτων τής Κύπρου, ούτω και η αγγλική Κυβέρνησις φιλοτιμείται να πλουτίση το βρεττανικόν Μουσείον δια των αρχαιολογικών θησαυρών της νήσου μας. Είδον ιδίοις όμμασιν ανασκαπτομένας αρχαιότητας εν Αμαθούντι, συσκευαζομένας είτα εν κιβωτίοις μεταφερομένας εις το τελωνείον Λεμησσού ίνα εκείθεν αποσταλώσιν εις Λονδίνον.
Ο έντιμος προλαλίσας εξέφρασε θεωρίαν ότι οι αρχαιότητες δεν ανήκουσιν εις τον τόπον τούτον, αλλ’ εις όλον τον κόσμον και τούτο βεβαίως όπως δικαιολογήσει την ενεργουμένην σύλησιν. Ώστε πας άνθρωπος, κατά την θεωρίαν ταύτην, δικαιούται να κατέρχηται εις Κύπρον ως εις χώραν αδέσποτον και ν’ απάγη τας ανασκαπτομένας η οπωσδήποτε ευρισκομένας αρχαιότητας. Αλλά δεν είνε καλύτερον να παραμένωσιν αύται εν τω τόπω και να προσέρχονται οι αρχαιολόγοι και οι άλλοι άνθρωποι των επιστημών και των γραμμάτων να μελετώσι ταύτας εν ω τόπω εγένοντο και ανευρέθησαν;
Όσα έθνη ή λαοί εγένοντο κύριοι, οπωσδήποτε, της τύχης αυτών προυνόησαν και περιεφρούρησαν τας αρχαιότητας της χώρας των και επιτρέπουσι μεν εις τους ξένους αρχαιολόγους την ενέργειαν ανασκαφών, αλλ’ αι αρχαιότητες παραμένουσιν εν τω τόπω και επιτρέπεται μόνον η εξαγωγή διπλών και τινες προνομίαι ως προς τας δημοσιευομένας περί τούτων παραγματείας.
Από πολλού το Συμβούλιον προέτεινεν εις την Κυβέρνησιν να προταθή πίστωσις χρηματική, ίνα ενεργώνται ανασκαφαί και συντηρήται ευπρεπώς το Κυπριακόν Μουσείον, η πίστωσις δε αύτη δεν θα υπερέβαινε τας 1000 λίρας, ώστε να μην είνε μέγα βάρος εις τον προϋπολογισμόν. Εφόσον η Κυβέρνησις δεν πράττει τούτο και επιτρέπει διαρπαγήν των αρχαιοτήτων, θα επιμένωμεν αποκαλούντες ταύτην λήστευσιν και τι χείρον.»