Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Οι πρώτες σοβαρές διακοινοτικές ταραχές στην Κύπρο ανήμερα του Κατακλυσμού του 1912

  Η γιορτή του Κατακλυσμού στην μεγάλη αποβάθρα της Λεμεσού
Ανάμεσα στις πολλές και περιφανείς πρωτιές που κατέχει η Λεμεσός μέσα από την ιστορία του τόπου είναι και κάποιες θλιβερές. Μια από αυτές είναι ότι η Λεμεσός είναι η πόλη της Κύπρου όπου σημειώθηκαν οι πρώτες ουσιαστικά σοβαρές ταραχές ανάμεσα στα δύο μεγάλα σύνοικα στοιχεία του τόπου μας, ελλήνων και τούρκων μετά την Αγγλοκρατία το 1878.
Στις 14 (27 με το νεο ημερολόγιο) Μαΐου του 1912 σημειώθηκαν στη Λεμεσό οι πρώτες μετά την τουρκοκρατία σοβαρές διακοινοτικές ταραχές ανάμεσα σε τούρκους και έλληνες με πολλούς νεκρούς και τραυματίες και στις δυό πλευρές. Τα ακριβή αίτια που προκάλεσαν τα γεγονότα παραμένουν ασαφή και σκοτεινά, με έντονες τις υποψίες ότι ο πάντα ύποπτος ( γνωστός ως… «διαίρει και βασίλευε») ρόλος των άγγλων στην ιστορία και τη μοίρα αυτού του νησιού δεν ήταν ούτε και σ αυτά τα γεγονότα ασήμαντος. Παρά δε το γεγονός ότι οι άγγλοι αφέντες του νησιού την εποχή εκείνη διόρισαν ανακριτική επιτρο¬πή αποτελούμενη από τον διοικητή Λεμεσού W. Bolton καί τους δικαστές Στ. Σταυρινάκη καί Σαμή Εφ. Γιορκαντζήπαση, ουδέποτε έγινε γνωστό το πόρισμα της. Ίσως όχι τυχαία…
Ας πάρουμε λοιπόν τα πράματα από την αρχή και ας τα δούμε μέσα από το σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Αλήθεια» της Λεμεσού ημερομηνίας 18 (31 με το νέο ημερολόγιο) Μαΐου 1912 :
«Το ήσυχο πανηγύρι του Κατακλυσμού κατέληξε φευ! το απόγευμα της Δευτέρας εις αιματηράν τραγωδίαν, ήτις παρ' ολίγον να είχε τρομακτικά καθαυτό αποτελέσματα, μεταβαλλόμενων των συμπλοκών εις μίαν αγρίαν φυλετικήν σύρραξιν εξοντώσεως των δύο συνοίκων φυλών.
Το αίμα έβαψεν άφθονον το ειρηνικόν έδαφος, οπού διεξήγετο η φαιδρότερα των Πανηγύρεων, και πωληταί και αγορασταί, ανήκοντες εις τας δύο εθνότητας και ζώντες μέχρι της στιγμής εκείνης εν σχετική αρμονία, μετεβλήθησαν εντός ολίγων λεπτών εις αγρίους αντιπάλους, ζητούντας να σφάξουν αλλήλους. Τα φυλετικά ένστικτα επρόβαλαν αμέσως εν όλη τη αγρία μεγαλοπρεπεία των και η λαϊκή ψυχή ορμητική εις τα αισθήματα της, συνεταράχθη βαθύτατα εξεγερθέντος του θρησκευτικού και φυλε¬τικού μίσους το οποίον εκληρονόμησεν από τόσας γενεάς.
Εις τούτο συνέτεινε πάντως και η κατάστασις των πνευμάτων, τα όποια ευρίσκοντο εν εξάψει εκατέρωθεν συνεπεία των τελευταίων πολιτικών γεγονότων και της υπό των Τούρκων επιθέσεως κατά των μαθητών του εν Λευκωσία Γυμνασίου.Η πρώτη συμπλοκή συνέβη εις Τζαμούδαν περί την 4ην μ.μ. η αφορμή δ' εδόθη υπό ομίλου Τούρκων οίτινες τρις διήλθον εφ' αμάξης δια της Τζιαμούδας, επιδεικτικώς προκαλούντες και πειράζοντες τους ημετέρους. Την τρίτην μάλιστα φοράν, κατά πληροφορίας ακριβείς, οι Τούρκοι κατήλθον της αμάξης και εισήλθον εις το Ελληνικόν καφενείον της Τζαμούδας εξηρεθισμένοι ιδίως εκ της θέας της Ελληνικής σημαίας δι ης εκοσμείτο το καφενείον. Εισελθόντες ήλθον εις λόγους προς τινας εν αύτω εκ των ημετέρων, μετ' ου πολύ δε ήλθον και εις χείρας και επλήγωσαν δύο εις τον ώμον, ενώ εδέχοντο και αυτοί κτυπήματα καρεκλών και ξύλων από τους αόπλους οίτινες αμέριμνοι εκάθηντο ησύχως εντός του καφενείου.Μετά το κατόρθωμα τούτο οι Τούρκοι ταραξίαι ετράπησαν εις φυγήν, ενώ οι δικοί μας κατεδίωκον αυτούς,και εκάλουν συγχρόνως εις βοήθειαν και άλλους. Η συνοι¬κία έγεινεν, ως είκός, ανάστατος αμέσως και εις τους ήχους του κρουομένου μετ' ου πολύ κώδωνος προσέτρεξαν εκατοντάδες ανθρώπων, οι οποίοι εξηρεθισμένοι πλέον εζήτουν μεγαλοφώνως να τραπούν προς την Τουρκικήν συνοικίαν. Τούτο πράγματι και εγένετο,μάτην προσπαθούντος του διευθυντού της Αστυνομίας να εμπόδιση το κίνημα. Οι Τζαμουδιώτες εξαγριωμένοι διηυθήνθησαν προς την παρά τον ποταμόν Τουρκικήν συνοικίαν, οπόθεν τέλος δια των συμβουλών τινών εγκρίτων πολιτών επέστρεψαν εν σώματι προς την πόλιν, ήτις ήτο ήδη ανάστατος από εξωγκωμένας ειδήσεις. Η έξαψις ήτο τοιαύτη, ώστε δυ¬στυχώς το κακόν δεν ήτο ανθρω¬πίνως δυνατόν να προληφθεί. Οι εκ της Τζαμούδας εισελθόντες εν σώματι εις την πόλιν συνηντήθησαν προς τινάς Οθωμανούς παρά την οδόν Βικτωρίας και η σύρραξις αγρία και γενική πλέον επήλθε μοιραίως. Ο σπινθήρ μετεδόθη εις όλην την πόλιν και ιδίως εις τον δρόμον τον φέροντα προς το Διοικητήριον, όπου ήτο το μέγα πλήθος των πανηγυριστών. Τι ηπηκολούθησεν δεν είνε βεβαίως εύκολον να περιγραφή. Αλλ' η φήμη περί συγκρούσεως εις την Τζαμούδαν μετέδωκε κατ' αρχάς τον πανικόν εις τον γυναικείον και παιδικόν κόσμον, όστις ηρξατο φεύγων με
θόρυβον και φωνάς και τρεχάματα. ΄Επειτα η συμπλοκή εγενίκευθη ταχύτατα και το πανηγύρι μετε¬τράπη εις λυσσαλέον πόλεμον, εις τον οποίον κάθε Έλλην εκτύπα αδιακρίτως κάθε Τούρκονκαι ο Τούρκος κάθε ΄Ελληνα.Κάμαι εξήστραψαν, ρόπαλα ανυψούντο και κατέπιπτον και όλα εκεί κάτω, τραπέζια, καρέκλαι, έπιπλα μετεβλήθησαν εις τόσα όργανα φονικά.
Την στιγμήν εκείνην πάντες οι άνδρες της Αστυνομίας εξήλθαν ένοπλοι του Καταστήματος της Αστυνομίας με την λόγχην εφ όπλου τούτο δ'επέτεινεν την ταραχήν και την σύγχισιν και εγένετο αφορμή να συμβούν τα περισσότερα δυστυχήματα, διότι οι διευθύνοντες την αστυνομικήν δύναμιν χωρίς λόγον ισχυρόν και χωρίς να αναμετρήσουν τας συνεπείας, έδωκαν διαταγήν εις τους ζαπτιέδες εξ ών οι πλείστοι σημειωτέον ότι ήσαν Τούρκοι, να μεταχειρισθούν τάς λόγχας των και να πυροβολήσουν μάλιστα κατά του πλήθους. Λέγουν δ' άνευ λόγου καθαυτό, διότι την στιγμήν εκείνην εις την πλατείαν του Διοικητηρίου και τα πέριξ δεν υπήρχον παρά μόνον Έλληνες, διότι οι ολίγοι Τούρκοι είχον απωθηθή εντός των καφενείων των, ενώ άλλοι είχον καταφύγει εντός αυτής της Αστυνομίας. Δεν υ¬πήρχε λοιπόν λόγος να διαταχθή πυρ κατά του κόσμου ο οποίος επί τέλους ούτε ένοπλος ήτο, άλλ' ούτε κατά της εξουσίας εστρέφετο. Δεν ευρίσκομεν δια τούτο λόγους να εκφράσομεν την αγανάκτησιν και την αποδοκιμασίαν ημών κατά του απάνθρωπου μέτρου και απορούμεν πώς εδόθη τοιαύτη εξουσία εις κατώτερα φανατικά όργανα,τα οποία επυροβόλουν από των παραθύρων της Αστυνομίας κατ' αυτής της μάζης του κόσμου και χωρίς να αποβλέπωσιν εις συμπλεκομένους ή μη άλλ' αδιακρί¬τως κατά παντός όστις έτυχε να ευρεθή εις την πανήγυριν του Κατακλυσμού.
Υπό τοιούτους ορούς και με τοιαύτην αντίληψιν της εκπληρώσεως των αστυνομικών
καθηκόντων, άπορον δεν είνε πώς είχομεν τόσα θύματα και δη τόσας θανατη¬φόρους πληγάς. Αι αστυνομικαί σφαίραι εσύριζον προς πάσας τας διευθύνσεις, δυστυχώς δε ουχί πάντοτε εις μόνον τον αέρα. Πολλοί υπήρξαν οι οποίοι επληγώθησαν από σφαίρας —πάντες αυτοί ΄Ελλη¬νες κατά παράδοξον αληθινά σύμπτωσιν — δύο δε και εβλήθησαν κατάστηθα και κατέπεσαν δια να μην εγερθώσιν αλοίμονον ποτέ, το εκ Πάχνας παλικκάριν και και ο ατυχής μαθητής του Γυμνασίου Θουκιδίδης Λαμπής ο οποίος εδέχθη την δολοφόνον σφαίραν ριφθείσαν από του παραθύρου της Αστυνομίας ενώ είχεν καταφύγει δια να σωθή εις γειτονικόν εκεί φούρνον.
Ούτω η ατυχής ανάμιξις της Αστυνομίας επεδείνωσεν την κατάστασιν και αν επέφερεν εν τέλει την λήξιν της συμπλοκής, κατώρθωσε τούτο με θυσίαν πολυτίμου και αθώου αίματος, το οποίον πάντως άνευ αυτής δεν θα εχύνετο με τοσαύτην φευ! άφθονίαν.
Αι συμπλοκαί παύουσιν κατ' αυτόν τον τρόπον εδώ, δια να ανανεωθώσι μετ' ολίγον αλλού, κατέπαυσαν τέλος ολοσχερώς κατά την εσπέραν, οπότε οι Τούρκοι είχον συγκεντρωθή απαξάπαντες υπό την προστασίαν της Αστυνομίας εις διάφορα κέντρα, από τα όποια αργότερα μετεφέρθησαν τη συνοδεία ζαπτιέδων εις τα σπίτια των. Ταυτοχρόνως σχεδόν κατέφθανεν από τα Πολεμίδια και ο Λόχος του αγγλικού στρατού, κληθείς εσπευσμένως προς φύλαξιν της πόλεως. Ο στρατός δυνάμει διατάγματος του Μ.Αρμοστού καταλαβών την πόλιν, διεμοιράσθη εις διάφορα κέντρα, οπόθεν ένοπλος φυλάττει την τάξιν. Αλλ' η τάξις βραδύτατα επανέρχεται, διότι ο κόσμος διατελεί εν αναστατώσει αληθινή, την οποίαν δυστυχώς υποθάλπουσι ποικίλας ψευδείς και γελοίαι διαδόσεις.
ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ
Και τώρα ο θλιβερός απολογισμός της ατυχέστατης συρράξεως. Κατά τας πληροφορίας του κυβερνητικού ιατρού 46 τραυματίαι Έλληνες και Τούρκοι διήλθον δια τού Δημοτικού Νοσοκομείου. Εκ τούτων τινές φέρουσιν πληγάς εκ των αστυνομικών όπλων, άλλοι από ρεβόλβερ, και οι περισσότεροι από άλλα αμβλέα όργανα. Είς είνε σοβαρώτερον πληγωμένος και ενδέχεται να αποθάνη. Αλλ’ εις τούτους δέον να προστεθή και εικοσάς τουλάχιστον άλλων τραυματιών, οίτινες νοσηλεύονται εις ιδιωτικά οικήματα και κλινικάς ώστε ο ολικός αριθμός των τραυματιών πρέπει να υπολογισθεί εις 60—70.
 Ο αθλητής
 και πανελληνιονίκης
 Κώστας Γεωργίου
Μεταξύ των βαρέως πληγωμένων συγκαταλέγεται επίσης, δυστυχώς, και ο γνωστός αθλητής και πανελληνιονίκης Κώστας Γεωργίου, όστις εδέχθη τραύμα σοβαρώτατον εις το άνω μέρος του μηρού δια μαχαίρας, ήτις του απέκοψε την αρτηρίαν. Το τραύμα κατηνέχθη ύπο Τούρκου, τον οποίον το ωραίον παλληκάρι έκρατει χαμαί ύπο τους πόδας του. Η κατάστασις του συμπαθέστατου νέου, εμπνέει δυστυχώς ακόμη μεγάλας ανησυχίας. (Σημ. Θα υποκύψει από σηψαιμία λίγες μέρες μετά.)
Ως προς τους νεκρούς ο αριθμός αυτών περιορισθείς κατ' αρχάς εις τρείς ανήλθε δυστυχώς την επαύριον εις πέντε, εξ ων τρείς Έλληνες καί δύο Οθωμανοί, δύο εκ των βαρέως πληγωμένων θανόντων την νύκτα. Οι φονευθέντες εκ των ιδικών μας ( είνε ο Κωστής Τίκκης ράπτης, ο εκ Πάχνας χωρικός και ο πολύκλαυστος μαθητής Θουκυδίδης Λαμπής ο οποίος δεν ηδυνήθη να επιζήσει εις το διαμπερές τραύμα της αστυνομικής σφαίρας, ήτις του διετρύπησε το ήπαρ. Επίσης υπό σφαίρας των αστυνομικών όπλων απέθανε και ο Παχνιώτης χωρικός, ενώ οΤίκκης έπεσε κατά την συμπλοκή υπό καιρίου τραύματος δια μαχαίρα το οποίον του κατήνεγκεν εκ των όπισθεν κάποιος άγνωστος Τούρκος.»
Μέσα λοιπόν από τις γραμμές της εξιστόρησης αυτής των γεγονότων προβάλλει συγκεκαλυμμένος αλλά διάφανος ο ρόλος των Άγγλων. Ρόλος για το οποίον ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου ( και αργότερα διατελέσας Οικουμενικός Πατριάρχης, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μελέτιος Μεταξάκης, διαμαρτυρήθηκε έντονα στον άγγλο διοικητή χαρακτηρίζοντας «δολοφονική» την επίθεση της Αστυνομίας. Διαμαρτυρία την οποίαν ασφαλώς οι Άγγλοι έγραψαν εις τα παλαιότερα των υποδημάτων τους!
Στήν πάνδημη κηδεία του παλληκαριού αθλητή Κώστα Γεωργίου , στην οποία χοροστάτησε ο Μεταξάκης εξεφώνησαν επικήδειους οι Ν. Κλ. Λανίτης, Χριστόδουλος Χουρμούζιος, Αριστόδημος Πηλαβάκης και Μενέλαος Δ. Φραγκούδης. Από τον ωραίο επικήδειο του Μ. Φραγκούδη παραθέτουμε το ακόλουθο συγκινητικό απόσπασμα: «Κοίταξε ειρωνεία! Το μαχαίρι δεν τον πέτυχε κατάστηθα, δεν τούκοψε με μιας παλληκαρίσια της ζωής το νήμα. Τον βρήκε στο πόδι, στο πόδι το γρήγορο, το δυνατό πού τον έφερε θριαμβευτή στο δρόμο της ζωής του. Τον έριξε σ’ ένα κρεβάτι πόνου με μια ασήμαντη ελπίδα να ζήσει μια πανάθλια ζωή, σακάτης για πάντα. Ειρωνεία! Ο Κώστας ο φτεροπόδαρος με δεκανίκια! Αλλ’ όχι, ή Μοίρα δεν θέλησε σπλαχνικά να τον ποτίσει καί το ύστερο αυτό φαρμάκι».
Ο Κώστας Πιλάβάκης γράφει στο βιβλίο του «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς»:
«Η ψυχρότητα ανάμεσα στις δύο φυλές κράτησε για ένα χρόνο περίπου. Ελάχιστοι Τούρκοι παρουσιάσθηκαν τον επόμενο χρόνο στη γιορτή του Κατακλυσμού. Οι συναλλαγές όμως γρήγορα επανελήφθησαν και η επικοινωνία των δυο συνοίκων στοιχείων δεν άργησε να γίνει στενή όπως και πριν από τις ταραχές. Σ' αυτό συνετέλεσε και η στάση του Μητροπολίτου Μεταξάκη που εξέδωσε εγκύκλιο «δι' ειρήνευσιν προς τους Μωαμεθανούς συμπολίτας η μάλλον συνδούλους ημών έχοντας τόσα κοινά συμφέροντα κοινωνικά, πολιτικά και προσωπικών σχέσεων».
Για λίγα όμως μόνο χρόνια . Για να ακολουθήσουν κι άλλες διακοινοτικές ταραχές κι άλλες κι άλλες… Με τους Άγγλους να παίζουν πάντα τον αφανή αλλά και αδιαφανή και πρωτεύοντα ρόλο τους στα γεγονότα.

 Η εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού
στην πρωτοσέλιδη είδηση
της για τα γεγονότα του 1912.

Το Κυπριακό έθιμο του Κατακλυσμού και η Κύπριδα Θεά Αφροδίτη

Η φιλόλογος και ερευνήτρια Άννα Νεοφύτου σε συνέντευξη της πρός το Κορνήλιο Χατζηκώστα της Κυπριακής εφημερίδας “Η Σημερινή”, ξεναγεί τον αναγνώστη στα νάματα της Κυπριακής λαϊκής παράδοσης τόσο για τη γιορτή του Κατακλυσμού όσο και του Ψυχοσάββατου και της Κυριακής της Πεντηκοστής, οι οποίες γιορτές έλκουν επίσης τις ρίζες τους από την αρχαία Ελληνική παράδοση και είναι σχετικές μεταξύ τους..

Το έθιμο του Κατακλυσμού πηγάζει από τη λατρεία της Κύπριδας Θεάς Αφροδίτης και του Άδωνη που γιόρταζαν οι αρχαίοι Κύπριοι στην Πάφο, και την Αμαθούντα, όπου υπήρχαν βωμοί της Αφροδίτης και του Άδωνη.
H Αφροδίτη της Κύπρου, μαρμάρινο άγαλμα που χρονολογείται γύρω στον 1ο αιώνα π.Χ., και αναπαριστά την Θεά Αφροδίτη γυμνή. Το άγαλμα αυτό γνωστό και ως η Αφροδίτη των Σόλων, βρέθηκε στην ομώνυμη αρχαιολογική περιοχή των Σόλων της Κύπρου [από το 1974 βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή], κατά την διάρκεια καλλιέργειας ιδιωτικής γης. Το άγαλμα βρέθηκε χωρίς χέρια μέχρι τους ώμους, και τα κάτω μέρη των ποδιών από τα γόνατα και κάτω. Ο κατασκευαστής του είναι άγνωστος, σήμερα βρίσκεται και κοσμεί το Κυπριακό Μουσείο στη Λευκωσία, και θεωρείται σήμα κατατεθέν της Κύπρου.
Πώς έχει καθιερωθεί η γιορτή του Κατακλυσμού στην Κύπρο? Η Ορθοδοξία βιώνει σήμερα την τριλογία της Πεντηκοστής με πολλή κατάνυξη και συγκίνηση. Το Ψυχοσάββατο, την Κυριακή της Πεντηκοστής ή όπως την αποκαλεί ο λαός μας “του Γονατιστού” και τέλος τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος ή του Κατακλυσμού.
Σύμφωνα με τη Χριστιανική παράδοση, όταν ο Χριστός θανατώθηκε πάνω στο Σταυρό κατήλθε μέχρις Άδου ταμείων, για να φέρει το λυτρωτικό Του μήνυμα και στους νεκρούς του άχαρου και σκοτεινού κάτω κόσμου. Λυπήθηκε τον φυλακισμένο άνθρωπο και με την Ανάσταση του απελευθέρωσε τις ψυχές από τον αραχνιασμένο κι αγέλαστο κόσμο της φθοράς, επιτρέποντας τους να κινούνται στον πάνω κόσμο, ανάμεσα στους ζωντανούς, στα ηλιόχαρα πλάσματα του Θεού. Για πενήντα μέρες είναι ελεύθερες οι ψυχές, την πεντηκοστή όμως μέρα από την Ανάσταση του Χριστού οι ψυχές ξαναγυρίζουν στη φυλακή τους, στον μαύρο και σκοτεινό κόσμο των νεκρών.
Οι αντιλήψεις αυτές μας συνδέουν με τον κόσμο του Ομήρου, στη συγκλονιστική ραψωδία Λ, όπου ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη για να βρει το δρόμο του γυρισμού στην πατρίδα. Συγκλονισμένος συναντά τη μητέρα του, που πέθανε μέσα στα χρόνια της ατέλειωτης αναμονής του γιου της, και ακούει τα λόγια της: “Γύρεψε, παιδί μου, όσο πιο γρήγορα μπορείς το φως του ήλιου, ξαναγύρνα στον κόσμο των ζώντων…”. Κι ο Αχιλλέας ομολογεί “καλύτερα δούλος και να βλέπω το φως του ήλιου, παρά Βασιλιάς των νεκρών στον Άδη”. Αυτή η αγάπη για τη ζωή και το φως διαπερνά ολόκληρη την αρχαία Ελληνική σκέψη.
Και επηρεάζει και το Χριστιανισμό? Ακόμα και μετά το μπόλιασμα των ανθρώπων με το Χριστιανισμό, ο Ελληνικός κόσμος έμεινε πιστός στις αρχαίες αυτές Ελληνικές αντιλήψεις, ριζωμένες τόσο στο δημοτικό τραγούδι όσο και στη Χριστιανική Ορθόδοξη τελετουργία σε όλον τον Ορθόδοξο κόσμο. Ο αποχωρισμός γεμίζει την ψυχή με μια γλυκιά λύπη. Τα αποχαιρετιστήρια δείπνα με τα κόλλυβα ετοιμάζονται από την Παρασκευή για τις ψυχές των νεκρών τους. Οι εκκλησίες παλιά γέμιζαν με πιάτα από κόλλυβα, με ένα κερί αναμμένο, που θα ευλογούσε ο ιερέας.
Την Κυριακή της Πεντηκοστής, “του Γονατιστού” όπως τη λέμε, οι ιερείς γονυκλινείς αναπέμπουν δεήσεις για τις ψυχές των νεκρών προς τον Πατέρα και τον Υιόν, διά του Αγίου Πνεύματος, να οδηγηθούν οι ψυχές στο φως της αλήθειας, της μετάνοιας, της σωτηρίας. Όλοι, ιερείς και εκκλησίασμα, πέφτουν στα γόνατα, προσεύχονται για τους δικούς τους νεκρούς να πορευτούν στο δρόμο τον κατηφορικό προς τον σκοτεινό κόσμο, έχοντας οδηγό το Άγιο Πνεύμα, που φωτίζει και αγιάζει όλους και όλα. Τα κεριά που ανάβονται στην εκκλησία είναι το σύμβολο του Αγίου Πνεύματος, στο οποίο επαφίεται η ασφαλής πορεία του ανθρώπου. Η τελευταία μέρα της τριλογίας είναι η γιορτή του Αγίου Πνεύματος, η Σύναξη του Αγίου Πνεύματος, η οποία ονομάζεται Κατακλυσμός.
Σε όλην την Κύπρο υπάρχει η συνήθεια να κατακλύζονται, ιδιαίτερα οι νέοι και οι νέες, να εκτοξεύουν νερό ο ένας στον άλλο να φύγει κάθε κακό από κοντά τους, όπως στην Ορά της επαρχίας Λάρνακας: “Τα κοπέλια, οι κοπέλλες εγεμώνναν τες σύκλες νερόν, έλουννεν ο ένας τον άλλον. Να κατακλυστούσιν να πάει το πάσα κακόν. Εκάμναμεν πιτσικλήστρες με τα καννιά [καλάμια]“.
Ποιος είναι ο συμβολισμός της ταύτισης της γιορτής του Κατακλυσμού με τη γιορτή του Αγίου Πνεύματος? Στις παράλιες πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, οι κάτοικοι ξεχύνονταν στις ακρογιαλιές παίζοντας, βουτώντας στη θάλασσα ή ρίχνοντας θαλασσινό νερό, που καθαρίζει τους ρύπους, σωματικούς και ψυχικούς. Σε πολλές περιοχές οι κάτοικοι επιβιβάζονταν σε βάρκες και ανοίγονταν στο πέλαγος με τη συνοδεία βιολιών και τραγουδιών [για παράδειγμα στο χωριό Ξυλοφάγου]. Αλλού περνούσαν τη μέρα στο ακροθαλάσσι και ύστερα επέστρεφαν στην κοντινή κωμόπολη μέσα σε ατμόσφαιρα πανηγυριού, για να καθίσουν στα καφενεία, να διασκεδάσουν με φαγητό, ποτό, χορό και τραγούδι.
Αμαθούντα (Παλιά Λεμεσός)
Το έθιμο του Κατακλυσμού θεωρείται στη ρίζα του ειδωλολατρικό, δηλαδή πηγάζει από τη λατρεία της Θεάς Αφροδίτης και του Άδωνη που γιόρταζαν οι αρχαίοι Κύπριοι στην Πάφο, την Αμαθούντα(Παλιά Λεμεσο΄) και όπου υπήρχαν βωμοί της Αφροδίτης και του Άδωνη. Προσκυνητές κατέβαιναν από τα διάφορα χωριά της περιοχής. Τη λατρεία της θεάς συνόδευαν λουτρά καθαρμού και αθλητικοί αγώνες, τραγούδια και χοροί, ποιητικοί και μουσικοί αγώνες. Κρίνοντας από το περιεχόμενο των τελετών του Κατακλυσμού σήμερα διαπιστώνουμε την ομοιότητα με τις εκδηλώσεις της αρχαίας λατρείας της Αφροδίτης και του Άδωνη. Ο καθαρμός διά του ζώντος ύδατος σήμερα, το φως του Αγίου Πνεύματος που κατακλύζει την ψυχή του ανθρώπου.
Οι καθιερωμένες γιορτές του Κατακλυσμού στις διάφορες πόλεις της Κύπρου πόσο χρονολογούνται? Παρόμοιες οι τελετές στις άλλες πόλεις, στη Λάρνακα, τη Λεμεσό, την Πάφο, τη Λάμπουσα στον Καραβά, στην Αμμόχωστο [στην περιοχή Γλώσσα], την Κώμα του Γιαλού, στην Πεντάγυια, στην περιοχή Μόρφου. Από τις γύρω κοινότητες συνέρρεαν πλήθος άνθρωποι, που έρχονταν για να θαυμάσουν τους αθλητές, να θαυμάσουν τα ινδάλματά τους, που στήριζαν τη νίκη τους στην προσωπική τους αξία, την εντατική προετοιμασία, την αγάπη τους για το άθλημα και μόνο. Η σχέση του ανθρώπου με το νερό συμβολίζει μέσα από τους αιώνες την αναγέννηση της γης, τη γονιμότητα, την καρποφορία. Τα έθιμα είναι πανάρχαια στη ρίζα τους, που όμως μεταλλάχτηκαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου με τις διαφορετικές συνθήκες ζωής, με τις καινούργιες εμπειρίες των ανθρώπων του τόπου μας.
Υπάρχουν τοπικές ιδιαιτερότητες στα έθιμα της γιορτής αυτής? Τι συμβολίζουν? Τα έθιμα του Κατακλυσμού είναι μοναδικά για την Κύπρο, από τα τέλη του 19ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει γραπτή μαρτυρία ότι οργανώνονται αγώνες στη θάλασσα καθώς και μουσικοί, χορευτικοί, ποιητικοί αγώνες και διαγωνισμοί με τσιαττιστά [ρίμες]. Οι ποιητικοί αγώνες και πάλι μας συνδέουν με τους αγώνες στην αρχαιότητα. Η κάθε περιοχή έχει τις ιδιαιτερότητές της.
Στην Κερύνεια, το πρώτο αγώνισμα ήταν ο ολισθηρός ιστός. Ένας στύλος της Ηλεκτρικής [σ.σ. της παλαιάς εταιρείας παροχής ηλεκτρισμού, σήμερα Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου-ΑΗΚ] πάνω στην ξύλινη αποβάθρα δενόταν με σχοινιά. Μέσα από μια βάρκα από κάτω άλειφαν τον ιστό με λίπος, και τον περιέχυναν με θαλασσινό νερό, για να γίνεται πολύ πιο γλιστερός. Ο διαγωνιζόμενος προσπαθούσε να περπατήσει πάνω στο κατάρτι μέχρι την άκρη του και να πιάσει μια μικρή Ελληνική σημαία και μετά να πέσει στη θάλασσα. Μόνο πολύ εξασκημένοι κολυμβητές μπορούσαν να κερδίσουν. Έπειτα ακολουθούσαν αθλήματα όπως η κωπηλασία, ιστιοπλοία, αθλητικοί αγώνες, κολύμβηση μικρών και μεγάλων αποστάσεων. Το κυνήγι της πάπιας, η εύρεση του σημαδεμένου μήλου [το μήλο μας παραπέμπει στους αγώνες ομορφιάς, στη λατρεία της Αφροδίτης], η εύρεση μιας μπουκάλας που άφηναν με τρόπο να πέσει από τη βάρκα στο βυθό.
Το βράδυ γίνονταν οι μουσικοί αγώνες, οι ποιητικοί αγώνες, οι χορευτικοί αγώνες, και οι κριτές να στέκουν προσεκτικοί να μην αδικήσουν κανέναν. Σπουδαίοι χορευτές στην Κερύνεια ο Γιαννακός από το Δίκωμο, που άφησε εποχή, ο Κυριάκος ο Ξύστρας από τον Άγιο Επίκτητο, ο Θεοχάρης Σάββα από την Κερύνεια και ο ανεπανάληπτος χορευτής του δρεπανιού Κούντουρος. Οι επιδέξιοι τσιαττιστές, ειδικοί και στο ερωτικό τραγούδι, όπως ο Μιχαήλ Πέσιογγες, ο Βασίλης Χαπέσιης, που τα ποιήματά τους, όσα διασώζονται, διατηρούν τη δροσιά και την επικαιρότητά τους.
Κάθε περιοχή έχει διαφορετικά έθιμα στη λεπτομέρειά τους, σε γενικές όμως γραμμές όλα είναι αγώνες που θα αναδείξουν τον τέλειο στο σώμα και το πνεύμα άνθρωπο, το καλόν και αγαθόν μιας εποχής γεμάτης αθωότητα, ευπρέπεια και ήθος.



Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

"Ιφ! μωρέ και σ έφαγα!"

Λένε ( και σωστά ίσως) πως η νεολαία κάθε εποχής είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας της. Σήμερα κατηγορούμε και προπηλακίζουμε τους νέους και την συμπεριφορά τους, νοσταλγώντας οι παλιότεροι, τις εποχές που οι νέοι "ήταν υπόδειγμα χρηστής συμπεριφοράς και σεβασμού στους θεσμούς και της κοινωνικής ηθικής". Ιδού όμως ένα αδιάψευστο δημοσίευμα της εφημερίδας "Παρατηρητής" ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου 1930 που έρχεται να διαψεύσει τα δεδομένα αυτά! Όχι λοιπόν!  Η νεολαία σήμερα δεν είναι ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη άλλων εποχών.Απλώς οι νέοι είναι νέοι, με τα καλά και τα κακά τους, παραμένοντας πάντα καθρέφτης δικός μας,  εμάς τον μεγαλύτερων...

Οι οικονομικές κρίσεις είναι διαχρονικές, η αντιμετώπιση τους...;

Οικονομικές κρίσεις γνώρισε ( και θα γνωρίσει ακόμα) ουκ ολίγες αυτός ο τόπος δια μέσου των χρόνων. Το 1931 ήταν ένας από αυτούς τους χρόνους που η Κύπρος και η Λεμεσός γνώριζε μια από τις μεγαλύτερες στην ιστορία της. Κρίση που ακολούθησε την εθνική και κοινωνική εξέγερση  με κορύφωση τα περιβόητα "οχτωβριανά του ΄31 " και την καταστολή τους με επιβολή της πολύχρονης σκληρής δικτατορίας γνωστής ως "Παλμεροκρατίας", από το όνομα του τότε κυβερνήτη Πάλμερ.
Ο εμπορικός οίκος όμως Ν.Π.Λανίτης είχε το ... "αντίδοτο" της κρίσης αυτής και ιδού πως το προτείνει στη διαφήμιση του τον Δεκέμβρη του 1931...

Ειδικές εκπτώσεις δια φιλανθρωπικούς σκοπούς!

Ήταν εποχές( όχι και πολύ μακρινές) που τα καμπαρέ της πόλης δεν ήταν μόνο χώροι συνεύρεσης των ερωτιδέων λεμεσιανών για ανεύρεση πρόσκαιρου έρωτα αλλά και χώροι οικογενειακής διασκέδασης και "καλλιτεχνικής απόλαυσης", όπως αποδεικνύεται περίτρανα και αδιάψευστα και από την ανωτέρω διαφήμιση στον "Παρατηρητή" ημερομηνίας 7 Ιουλίου 1963 στην οποίαν ο δαιμόνιος επιχειρηματίας του είδους Κώστας Τριανταφυλλίδης,  διαφημίζει όχι μόνο ό,τι καλύτερο είχε να προσφέρει στο φιλοθεάμον κοινό της λεμεσιανής κοινωνίας αλλά και να προσφέρει και ειδικές τιμές για διοργάνωση εσπερίδων από σωματεία αλλά και δια φιλανθρωπικούς σκοπούς βασιζόμενος όπως λέει στην βασική εμπορική αρχή, "εν τη καταναλώσει" το κέρδος...!

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Οι καμηλάρηδες και τα καμηλαριά


Γκαμήλες στη Λεωφόρο Μακαρίου της Λεμεσού το 1955. Φωτογραφία Barlow. Αρχείο Τίτου Κολώτα. Της "πομπής" ... ηγείται ο καμηλάρης Αχιλλής Ιακώβου- Τταγκουρής εξ Άρσους

     
Η μεταφορά προϊόντων και υλικών κατά το παρελθόν
Του Γιάννη Βιολάρη, αρχαιολόγου
ΜΕΧΡΙ και την περίοδο του μεσοπολέμου, τη μεταφορά διαφόρων προϊόντων και υλικών από τη μια περιοχή της Κύπρου στην άλλη αναλάμβαναν οι καμηλάρηδες. Τα καραβάνια με τις καμήλες κινούνταν από την κεντρική πεδιάδα του νησιού, τη Μεσαορία, μέχρι τη Λάρνακα και τη Λεμεσό, την Πάφο και τη Λευκωσία και γενικά όπου υπήρχαν αρκετά πλατιοί δρόμοι για να μπορούν να κινούνται οι φορτωμένες καμήλες. Μετέφεραν σιτηρά, χαρούπια, κρασί, λάδι, φρούτα και κηπευτικά, όσπρια, βαμβάκι, κάρβουνα και καυσόξυλα, πέτρες, ασβέστη... ακόμη και αρχαιότητες. Οι καμηλάρηδες δούλευαν είτε ως απλοί μεταφορείς, οπότε πληρώνονταν για τη μεταφορά
(έπαιρναν το λεγόμενο κκιρά, δηλαδή το αγώγιο), είτε αγόραζαν οι ίδιοι γεωργικά προϊόντα ή άλλα υλικά και τα μεταπωλούσαν χονδρικά ή λιανικά με κέρδος. Μετέφεραν το πλεόνασμα μιας περιοχής σε άλλες όπου υπήρχε έλλειψη των συγκεκριμένων προϊόντων ή υλικών. Φρόντιζαν να επιστρέφουν φορτωμένοι με αντίστοιχα εμπορεύματα, τα οποία πωλούσαν σε χωριά που συναντούσαν στο δρόμο της επιστροφής ή τα μετέφεραν στον τελικό προορισμό τους. Σημειώνουμε ότι αναφέρονται και καμηλάρηδες στην υπηρεσία μεγάλων μοναστηριών.
Το επάγγελμα του καμηλάρη ήταν κληρονομικό από πατέρα σε γιο ή από θείο σε ανιψιό. Για να μπορεί κάποιος να διεξάγει μεταφορές έπρεπε να έχει τουλάχιστον ένα καττάριν, δηλαδή έξι καμήλες. Οι καμηλάρηδες ήταν μια ιδιαίτερη επαγγελματική τάξη, που δεν τη ζήλευαν πολύ φαίνεται και γι’ αυτό όταν ήθελαν να υποτιμήσουν κάποιον του έλεγαν, «εσού για καμηλάρης έκαμνες». Στο κεφάλι φορούσαν ένα συγκεκριμένο είδος άσπρου μαντιλιού με κόκκινα πλουμιά και κρόσσια που έπεφταν στο μέτωπο, το λεγόμενο μαντίλι του καμηλάρη. Στο πουκάμισό τους είχαν συνήθως ένα φυλακτό για το φθόνο και το βάσκανο οφθαλμό, ενώ στο λαιμό της κάθε καμήλας κρεμούσαν γαλάζιες χάντρες για τον ίδιο λόγο. Το σαμάρι και τα λουριά της καμήλας ήταν επίσης διακοσμημένα με χρηματιστές κλωστές, κρόσσια και χάντρες.Οι καμήλες προχωρούσαν δεμένες με σχοινί, η μια πίσω από την άλλη, σε ευθεία γραμμή, και αυτό ήταν το λεγόμενο καττάριν. Ο καμηλάρης είτε περπατούσε μπροστά είτε, σε μεγάλα ταξίδια, καβαλούσε την πρώτη καμήλα. Όταν πλησίαζαν σε κάποιο χωριό, ο καμηλάρης φυσούσε την κόρνα του, που ήταν ένα βουκέρατο ή ένα μεγάλο θαλάσσιο κοχύλι, και φρόντιζε να κατεβαίνει από την καμήλα, διότι απαγορευόταν να εισέρχεται και να διασχίζει τα χωριά καβάλα στην καμήλα, για λόγους ηθικής. Λέγεται ότι οι καμηλάρηδες ήταν λιγομίλητοι και ιδιότυποι άνθρωποι, γιατί το επάγγελμά τους απαιτούσε να ταξιδεύουν μέρες και νύχτες μόνοι συνήθως (δεν μετέφεραν επιβάτες), και δεν αναμιγνύονταν παρά μόνο με συναδέλφους.
Στο λαιμό της κάθε καμήλας υπήρχε περασμένο ένα καμπανελλί, με εξαίρεση την τελευταία που είχε ένα μεγαλύτερο, το λεγόμενο καμηλαρίσιμο. Ο ήχος του τελευταίου καθησύχαζε τον μισοκοιμισμένο καμηλάρη που καθόταν, όπως προαναφέρθηκε στην
πρώτη καμήλα του καραβανιού. Έδιναν μεγάλη σημασία στη «φωνή», στον ήχο των καμπανελλιών, διότι ήταν ένα είδος ηχητικής «ταυτότητας» για το κάθε καττάριν, όπως και για τα κοπάδια των βοσκών.
Τα σαμάρια των καμήλων τα κατασκεύαζαν εξειδικευμένοι τεχνίτες στη Μόρφου και στο Βαρώσι, ενώ συχνά οι ίδιοι οι καμηλάρηδες έφτιαχναν τα σχοινιά για το φόρτωμα κλώθοντας και πλέκοντας τις τρίχες από τις καμήλες. Σημειώνεται ότι κούρευαν της καμήλες με ψαλίδι όταν μεγάλωναν οι τρίχες τους και το μαλλί το χρησιμοποιούσαν για να υφαίνουν μάλλινα χειμερινά σεντόνια καφέ χρώματος. Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών περιποιούνταν οι ίδιοι οι καμηλάρηδες τα ζώα τους βουρτσίζοντάς τα με μια ειδική μεταλλική κτένα σε σχήμα Π (το λεγόμενο τασαΐν ή ξυστρίν) και αλείφοντας με ζωικό λίπος τις πληγές που δημιουργούνταν στο σώμα του ζώου από τα φορτία (πολλές καμήλες υπέφεραν και από την ψώρα). Κάτω από τα σαμάρια τοποθετούσαν ψάθες
από φλούδι ή (καλύτερα) χαράρκα, δηλαδή σακιά που υφαίνονταν από τρίχα ζώου και όχι από φυτικό νήμα. Σημειώνεται ότι τα χαράρκα ήταν στην ουσία οι μεγάλοι σάκκοι με τους οποίους φόρτωναν κατά κανόνα τις καμήλες και χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη μεταφορά άχυρου και γενικά προϊόντων που έχουν μεγάλο όγκο και μικρό βάρος.
Ο κάθε καμηλάρης είχε το πόστο του σε περβόλες (δηλαδή ανοικτούς χώρους μέσα στις πόλεις) και σε χάνια των πόλεων και τις υπαίθρου, τα οποία χρησίμευαν ως σταθμοί. Υπάρχουν και διάφορα σχετικά τοπωνύμια, όπως οι «νηστιές τους καμηλάρηδες» στο Δίκωμο, όπου έλεγαν ότι εκεί στάθμευαν τα καραβάνια για φαγητό και ξεκούραση. Στη Λευκωσία αναφέρεται, ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια, περιοχή με το όνομα Καμηλαριόν ή Καμηλαργιόν. Στις πόλεις υπήρχαν, λοιπόν, τα καμηλαρκά για τη στέγαση των καμήλων. Ήταν διαρρυθμισμένα όπως και τα χάνια, οι διαστάσεις τους όμως ήταν προσαρμοσμένες στις ανάγκες των καμήλων: τα υπόστεγα που κάλυπταν τις πάχνες ήταν ψηλότερα, ενώ οι πάχνες, που ήταν καμωμένες από πηλό, ήταν χαμηλότερες διότι οι καμήλες συνηθίζουν να τρώνε και να πίνουν καθισμένες.
Όταν έφταναν στο χάνι ο καμηλάρης έλυνε τις καμήλες και τις έδενε την κάθε μια ξεχωριστά στα παλούκια που υπήρχαν δίπλα από τις πάχνες. Στο κέντρο της αυλή του καμηλαριού υπήρχε συνήθως βρύση με λίθινες γούρνες για το πότισμα των καμήλων.
Υπήρχε επίσης ξενώνας, καφενείο και μαγειρείο για τους καμηλάρηδες.
Αναφέρουμε, τέλος, ότι οι καμήλες εκτοπίστηκαν με τη δημιουργία σύγχρονου οδικού δικτύου και την εμφάνιση των φορτηγών αυτοκινήτων, συνέχισαν να χρησιμοποιούνται σε μέρη όπου δεν υπήρχαν σύγχρονοι δρόμοι.
Πρωτοδημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο ημερομ.  21 Δεκεμβρίου 2008
                       Ο καμηλάρης Αχιλλής Ιακώβου-Τταγκουρής, σήμερα (Φωτογραφία Τ. Κολώτας)

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

ΟΙ ΔΗΜΑΡΧΟΙ ΛΕΜΕΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ

                            Ο ήρωας-Δήμαρχος Χριστόδουλος Σώζος 1908-1912
Τέταρτος στη σειρά Δήμαρχος Λεμεσού (προηγήθηκε σε δεύτερη θητεία ο Ιωάννης Καραγεωργιάδης από 1896 μέχρι 1908), μπορεί δίκαια και για πολλούς λόγους να θεωρηθεί ως ο σημαντικότερος μέχρι σήμερα Δήμαρχος Λεμεσού και έχει χαρακτηρισθεί ως ο Μέγας Αναμορφωτής της.
Όπως επισημαίνει και ο καθηγητής της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Πέτρος Παπαπολυβίου: «Στα τέσσερα χρόνια της Δημαρχίας του Σώζου η Λεμεσός άλλαξε πραγματικά όψη και ο Λεμεσιανός πολιτικός αναδείχθηκε ως ο πρώτος Κύπριος Δήμαρχος με όραμα και σχεδιασμό για την πόλη του, αποδεικνύοντας παράλληλα και αξιοζήλευτες ικανότητες για την επιτυχή εισαγωγή θεαματικών καινοτομιών σε μια περιοχή που μόλις εξερχόταν από την Οθωμανική κυριαρχία.»
Και πράγματι με το όραμα που είχε και πραγματοποίησε σε σημαντικά έργα και καινοτομίες για τα δεδομένα της εποχής στα χρόνια της δημαρχίας του Σώζου η Λεμεσός άλλαξε κυριολεκτικά όψη. Επί των ημερών της δημαρχίας του η Λεμεσός γίνεται μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη.
Μερικά από τα έργα αυτά είναι:
Ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης, πρώτος από τις υπόλοιπες πόλεις της Κύπρου, η έναρξη των έργων για την κατασκευή της προκυμαίας της Λεμεσού, σημαντικά αντιπλημμυρικά έργα που την έσωσαν σε μεγάλο βαθμό από τη μάστιγα των πλημμυρών που την ταλαιπωρούσαν εκατοντάδες χρόνια,
Η κατασκευή νέων δρόμων και επίστρωση όλων των δρόμων της Λεμεσού με άσφαλτο καθώς και η ονομασία όλων των οδών της πόλεως.
Η κατασκευή, ανέγερση καφενείου, δενδροφύτευση και επίπλωση με παγκάκια του Δημοτικού Κήπου που θεωρήθηκε τότε ως ο ωραιότερος της Ανατολής και ο στολισμός του με αγάλματα που εισήγαγε από την Ελλάδα.
Η δημιουργία δημοτικής φιλαρμονικής (1908), υπο την διεύθυνση του Καλλιγέρη, που έδιδε κάθε Κυριακή κονσέρτα μέσα στον Δημ. Κήπο σε ειδικό χώρο που διαμόρφωσε, προσφέροντας ποιοτική ψυχαγωγία τους δημότες του.
Κτίζει επίσης καινούργια αποβάθρα ειδικά για την εξαγωγή οίνων και σταφίδων. Μεριμνά και βάζει αυστηρούς κανονισμούς για την καθαριότητα της πόλης και δημιουργεί σύγχρονο χοιροσφαγείο. Αυστηρός αλλά και δίκαιος, στην εφαρμογή των κανονισμών αυτών και των νόμων δεν δίστασε να οδηγήσει και τον ίδιο τον πατέρα του ακόμα για κάποιο σχετικό παράπτωμα! Επιτυχημένος δικηγόρος και προοδευτικός πολιτευτής διατέλεσε επίσης και βουλευτής αλλά και ρηξικέλευθος επιχειρηματίας. Μαζί με άλλους τρεις προοδευτικούς λεμεσιανούς υπήρξε συνιδρυτής το 1901, της Λαϊκής Τράπεζας Λεμεσού (αρχικά ως Λαϊκό Ταμιευτήριο) και συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία της πρώτης καθαρά κυπριακής πλοιοκτήτριας –ναυτιλιακής εταιρείας, της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Λεμεσού (1905-06). Το 1911 διοργάνωσε την πρώτη Παγκύπρια Γεωργική και Βιομηχανική Έκθεση της Κύπρου. Έβαλε τάξη στα οικονομικά του Δήμου απαιτώντας και επιτυγχάνοντας να χαρισθεί το υπόλοιπο του δανείου για τα αντιπλημμυρικά έργα από την αποικιοκρατική διακυβέρνηση και την ενοποίηση των δανείων του Δήμου. Από τις ευγενέστερες μορφές της Κύπρου, αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ακόμα και από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι αναγνώρισαν τη μεγαλοσύνη του. Σε εκείνο όμως που κυρίως διακρίθηκε ο Χριστόδουλος Σώζος και απέδειξε με τον θάνατο του, ήταν ο φλογερός πατριωτισμός του και η αγάπη του για την Κύπρο και την Ελλάδα. Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων και όντας εν ενεργεία Δήμαρχος, πάει στην Ελλάδα και κατατάσσεται στον ελληνικό στρατό ως εθελοντής. Παρά την πρόταση του Βενιζέλου να τον τοποθετήσει στο Επιτελείο στην Αθήνα, αρνείται και απαιτεί να σταλεί ως απλός στρατιώτης στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Στις μάχες για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων , στο Μπιζάνι, πέφτει ηρωικά μαχόμενος από τούρκικο βόλι και προσφέρει με τη θυσία του άλλη μια υπερήφανη παγκύπρια και πανελλήνια πρωτιά στην αγαπημένη του πόλη τη Λεμεσό: γίνεται ο πρώτος και μόνος Δήμαρχος που πέφτει μαχόμενος σε μάχη ως απλός στρατιώτης. Ο εθνικός μας ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης, εμπνεόμενος από την ηρωική του θυσία γράφει και του αφιερώνει το ακόλουθο ποίημα:
ΕΙΣ ΤΟΝ ΗΡΩΪΚΩΣ ΠΕΣΟΝΤΑ ΧΡ. ΣΩΖΟΝ
Τζαί πκοια μάνα, Χριστόπουλε,
στο μνήμα σων να κλάψη;
πκοια μάνα την καντήλαν σον
εν νάρτη να την άψη;
τζαι πκοια κοπέλλα λίβανον
εν νάρτη να καπνίση,
το μνήμα σου τριαντάφυλλα
τζι αθθούς να το ραντίσει;
Πκοιά λιερή το Σάββατον
στους λας εν να θωρκέται
γονατιστή στο μνήμα σου
να πικρανακαλιέται;
Αχ! Σώζο, επολέμησες
μιάλην να δης Ελλάδαν
η δάφνη έshει μυρωδκιάν
αμμάshει κ'αι πικράδαν.
Έshει παντού η δάφνη σου
τους τόπους μυρισμένους,
αμμά εμάς η πίκρα της
έshει μας ψατζιεμένους.
Συγχώρα μου που άρκησα
τραούδι να σου γράψω
εν ηξέρω το μνήμα σου
νάρτω τζαι τζει να κλάψω.

Το κείμενο που ακολουθεί «αλιεύθηκε» από το διαδίκτυο , είναι αγνώστου προελεύσεως και το αναδημοσιεύω με κάθε επιφύλαξη…
«…Tο 1902 εξεπονήθη, εις ανώτατον επίπεδον, μυστικόν σχέδιον Βρεταννίας και Εβραίων περί εποικισμού της Κύπρου υπό Εβραϊκών οικογενειών, ώστε εντέχνως εξοριζομένων των Ελλήνων κατοίκων της, να καταστεί πατρίς των Εβραίων, εν πρώϊμον Ισραήλ! Και τούτο, ενώ ουδέ ίχνος Εβραίων υπήρχεν εν Κύπρω. Την 23.10.1902 επραγματοποιήθη συνάντησις, εν Λονδίνω, μεταξύ του υπουργού Αποικιών Ιωσήφ Τσάμπερλαιν και του προφήτου του Σιωνισμού Τεοντόρ Χέρτσλ. Συνεζητείτο να δοθεί η Ουγκάντα ή η Κύπρος προς εποικισμόν των Εβραίων. Ο Τσάμπερλαιν –όπως γράφει ο Χέρτσλ- του είπεν ότι αν διέρρεε τοιούτο σχέδιον, θα εξέσπα θύελλα εις την Κύπρον. Ο συνομιλητής του τον καθησύχασεν εβραϊκώ τω τρόπω. Του είπεν ότι δεν κοινοποιούνται όλα εις την πολιτικήν. Και του ανέπτυξε το σχέδιόν του. Θα επεχειρείτο να πεισθούν οι Κύπριοι να ζητήσουν οι ίδιοι τον εποικισμόν, πειθόμενοι δια χρυσών λιρών. Θα απέστελλε δωδεκάδα μυστικών πρακτόρων του δια να τους πείσουν! Και κατέληξε: «Οι Μουσουλμάνοι θα φύγουν και οι Έλληνες θα πωλήσουν προθύμως τας γαίας των, εις καλήν τιμήν, και θα μεταναστεύσουν εις Αθήνας και Κρήτην».
Το σχέδιον δεν υπήρχεν απλώς. Ήρχισε να εφαρμόζεται! Εβραίοι ήρχισαν να αγοράζουν μεγάλας εκτάσεις και να εγκαθίστανται. Πρώτος αντέδρασεν ο Χριστόδουλος Σώζος, δήμαρχος και βουλευτής Λεμεσού, πρώτος δε δικηγόρος. Συνήγειρε τον λαόν. Διοργανώθησαν τότε αντιεβραϊκά συλλαλητήρια, εν Κύπρω και εν Αθήναις και το σχέδιον απετράπη. Εν τούτοις, η προσπάθεια επανελήφθη το 1920. Σώζονται ακόμη αι λιθόκτιστοι οικίαι και αποθήκαι των Εβραίων εις Φασούρι, Πυρόϊ, Τύμπου και αλλαχού.
Ο ανατινάξας το σιωνιστικόν σχέδιον ήτο ο λαμπρός ήρως του Μπιζανίου, ο οποίος έπεσεν την 6.12.1912, η μεγάλη Εθνική μορφή της Κύπρου Χριστόδουλος Σώζος…»





 Αγάλματα στον Κήπο. “Αι εικόνες παριστώσι θέας του εν Λεμεσώ Δημοσίου Κήπου εκ φωτογραφιών ληφθεισών υπό του κυρίου Φωσκόλου”. [Κυπριακή Εφημερίς, Ιούλιος 1909]. Ένα από τα δύο άτομα που εικονίζονται στη φωτογραφία είναι κατά πάσα πιθανότητα (καθήμενος), ο Χρ. Σώζος.

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Ιστορίας ερωτηματικά…

Ο φίλος ερευνητής της ιστορίας της Λεμεσού Τάσος Ανδρέου είχε την ευγενή καλοσύνη να μου παραχωρήσει σε φωτοτυπίες τα δύο έγγραφα που ακολουθούν. Πρόκειται για έκδοση «αγνώστου πατρότητας και λοιπών στοιχείων» της μικρής ανθολογίας σατιρικών ποιημάτων με τίτλο «Τάδε έφη πεννοφόρος» και υπότιτλο «Η κωμωδία της εποχής μας», του 1941, στην οποία σατιρίζει ανάμεσα σε άλλα και τέσσερεις ανώνυμους ( επίσης αγνώστων λοιπών στοιχείων), πολίτες των πόλεων Λευκωσίας, Λεμεσού, Αμμοχώστου και Λάρνακας κάτω από τον τίτλο «Who is who-Ποιος είναι;».
Τόσο ο Τάσος Ανδρέου όσο και ο φίλος ερευνητής και ποιητής Φοίβος Σταυρίδης προβληματίστηκαν αρκετά περί της ταυτότητας του ποιητή αλλά και των σατιριζομένων. Ο Φοίβος Σταυρίδης εικάζει μάλιστα ότι πιθανόν να πρόκειται περί του μεγάλου μας ποιητή Τεύκρου Ανθία, χωρίς όμως να αποδεικνύεται προς το παρόν τουλάχιστον. Τον Τάσο Ανδρέου προβλημάτισε ιδιαίτερα η ταυτότητα του λεμεσιανού στηριζόμενου εικάζοντας ότι πιθανόν να πρόκειται περί του βετεράνου δημοσιογράφου, φανατικού καρναβαλιστή και εκκλησιαστικού επίτροπου της Αγίας Νάπας Γεωργίου Ταλιαδώρου-Τέμπλαρ που το 1944 εξέδωσε μάλιστα και σχετικό πόνημα για τη θητεία του ως επίτροπος. Όλα αυτά τα ερωτήματα παραμένουν να ερευνηθούν περεταίρω και να τεκμηριωθούν, γι αυτό οποιοσδήποτε μπορεί να συμβάλει σ αυτό είναι ευπρόσδεκτος. Εν πάση περιπτώσει όμως το θέμα παραμένει ιστορικά ενδιαφέρον έστω και χωρίς περεταίρω πληροφορίες.



Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

ΤΑ ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ 1931

Από την εημερίδα της Λεμεσού "Παρατηρητής" 8 Μαϊου 1931

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ- ΠΑΛΑΙΜΑΧΟΥ ΠΑΛΑΙΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Στο κεφάλαιο αυτό θα αναρτούνται κεφάλαια από το βιβλίο « Ευστάθιου Παρασκευά-Παλαίμαχου ΠΑΛΑΙΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ. Η Λεμεσός κατά τον 19ο αιώνα. Με έξι κείμενα του Ξενοφώντος Φαρμακίδη.» Μ εισαγωγή και σε επιμέλεια Τίτου Κολώτα. Έκδοση Κανάλι 9,86. Λεμεσός 1996. Θεωρούμε ( και συμφωνούν μαζί μας και οι περισσότεροι σοβαροί μελετητές της ιστορίας ης Λεμεσού) το βιβλίο αυτό ως ένα βιβλίο που δημιουργεί σημαντικές και στέρεες βάσεις για την ιστορική έρευνα της πόλης. Το βιβλίο σχεδόν εξαντλημένο διατίθεται ακόμα για όσους ενδιαφέρονται, μόνο από το Κέντρο τεχνών του Ιδρύματος Πανίκος Μαυρέλλης (Ειρήνης 71 Λεμεσός). Τα κείμενα που θα ακολουθήσουν στην ετικέτα αυτή πιστεύουμε πως θα σας πείσουν δια του λόγου μας το αληθές. Να σημειώσουμε τέλος ότι διατηρείται κατά το δυνατόν η αρχική γραφή, σύνταξη και ορθογραφία του Παλαίμαχου με μοναδική σχεδόν εξαίρεση την μετατροπή του από πολυτονικό σε μονοτονικό. Τ.Κ.


                                   Η Λεμεσός κατα την οθωμανική κατοχή (γκραβούρα)

Η Λεμεσός του 1870 Α'

ΠΩΣ ΗΤΟ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ

Ευστάθιος Παρασκευάς Παλαίμαχος
Θέλω να φαντασθώ ένα παιδί Λεμεσιανό που έφυγεν από την Λεμεσόν και επήγεν στα ξένα. Και θέλω να φαντασθώ το ίδιο παιδί να επιστρέφει εις την Λεμεσό αφού επί 65 χρόνια δεν την ξαναείδε, τώρα βέβαια γέρος ασπρομάλλης και ρυτιδωμέ¬νος. Με ποίαν έκπληξιν θα στέκει να θαυμάζη πόσον επροόδευσεν η πόλις του, πόσον εμεγάλωσε, πόσον επολιτίσθηκε. Θα τρίβη τα μάτια του όταν θα βλέπη την σημερινήν Λεμεσόν και θα κάμνη συγκρίσεις με την Λεμεσόν του 1870. Θα γυρεύη τα χωράφια που έπαιζε με τα αλλά παιδιά χωρίς να έχουν τελειωμό• θα γυρεύει το σπίτι του τάδε και του τάδε που ήτο γειτονικό του και στον τόπο τους θα βλέπει ωραία νέα σπίτια μοντέρνα που εκτίσθησαν. Ας αφήσωμεν που θα γυρεύει καί τα σπίτια που ήταν κτι¬σμένα εις την θάλασσαν, αυτά θα καταλάβη πως ταριξαν δια να γείνη η ωραία μας προκυμαία. Πολλά τέλος πάντων θα γυρεύει να δη αλλά μάταια. Πέρασαν, χάθηκαν, τάφαγε η πρόοδος, ο πολιτισμός, το φιλοπρόοδο των κατοίκων της.
Γιατί η Λεμεσός του 1870 ήτο μία μικρά πόλις με 4500 κατοίκους που εκάθηντο εις μικρά σπίτια τα περισσότερα από πλιθάρια και εκυκλοφορούσαν το περισσότερο μέσα σε μονοπάτια των χωραφιών που ήταν ατελείωτα. Γιατί δεν υπήρχαν ούτε αμαξόδρομοι ούτε χαληνόδρομοι (έτσι ελέγαμε τότε τους μικρούς δρόμους των πόλεων). Ούτε άμαξες υπήρχαν, ούτε αποβάθρα, ούτε προστατευτικά προχώματα, ούτε Νοσοκομείον, Γυμναστήριον, Πτωχοκομείον, Δημόσιος Κήπος κτλ. Δεν είχαμε επίσης ούτε νερόν τρεχάτον, ούτε φώτα εις τους δρόμους, ούτε ηλεκτρικά, ούτε δημοτικήν Αγοράν, Σφαγείον, Καπνεργοστάσιον, Τηλεγραφείον, Ταχυδρομείον και θέατρα. Δεν είχαμεν ακόμη κτηματικούς φόρους, ούτε τίτλους μας έδιναν δια τα σπίτια μας (μούλκ). Η κοι¬νωνική κίνησις μικρά και μονότονη.Τα άνω που γράφω δεν υπήρχαν εις την πόλιν μας. Μα τότε τι υπήρχε και πώς εζούσεν ο κόσμος και πώς επερνούσεν. Από μνήμη θυμάμαι μερικά και ας μου επιτρέ¬ψουν οι αναγνώσται της «Αληθείας» και οι 15 χιλιάδες και πλέον σημερινοί κάτοικοι Λεμεσού να τους τα περιγράψω θα μάθουν έστω και σε λίγα λόγια μίαν σύντομην παλαιάν ίστορίαν της πόλεως των θα μάθουν μερικά από την ζωήν και κίνησιν (θα ήθελα να ειπώ ακινησίαν) των πατέρων των και θα εύρισκα δίκαιο στον φανταστικό ξενητευμένο Λεμεσιανό που ανέφερα πάρα πάνω.
Αρχίζω από το νερό. Η πόλις ύδρεύετο από τους λάκκους. Εις την ενορίαν Καθολικής καθένας είχε νερό στο σπίτι του, διότι εις την περιφέρειαν εκείνην το νερό ήτο «γλυκύ» και η ενορία Αγ. Νάπας επρομηθεύετο το νερόν της από νεροφόρους μερι¬κοί όμως είχαν τους μαύρους - σκλάβους των (πολλαί οικογένειαι είχαν μαύρους που τους αγόραζαν από καπετάνιους που τους έφερναν από την Άφρικήν) - και τα ζώα των και έφερναν νερόν από το χωρίον Πύργον. Οι Λάκκοι που εθεωρείτο το νερόν τους καλόν εις την πόλιν ήσαν: ο λάκκος του Συντελλή ο οποίος ήτο πλησίον της παλαιάς γέφυρας του Αγ. Αντωνίου, οι λάκκοι της Τζαμούδας, του Λοϊζή του Κακκιντίρη εις την οδόν Ανεμόμυλου, τώρα οδός Βικτωρίας και του Πιτσιακκούρα εις την σημερινήν οδόν Ελευθερίας.
Είπα παραπάνω ότι δεν υπήρχαν φώτα την νύκτα εις την πόλιν. Η πόλις έπλεε εις βαθύ σκότος και δια να βγή κανείς την νύκτα έξω έπρεπε να βαστά φανάρι. Εάν δεν εβαστούσε φανάρι τον συνελάμβανεν το «Κόλι» και τον εκρατούσε εις τον αστυνομικό σταθμόν έως το πρωί. Το «Κόλι αυτό ήτο 6-8 «Ττοπσήδες» (στρατιώτες) που επεριπολούσαν την νύκτα. Τακτικά μόλις έδυε ο ήλιος κάθε ημέραν ένας «Τοπσής» ανέβαινε εις το υψηλότερον μέρος του φρουρίου και εφώναζε τρεις φοράς: Ε! Ε! Ε! εσήμαινε ότι μετά την στιγμήν εκείνην δεν μπορούσε να βγή άνθρωπος χωρίς φανάρι. Κάποτε ελαμβάνετο απόφασις να απαγορευθή γενικώς η έξοδος από τα σπίτια• τότε εδίδετο διαταγή και ένας «τελλάλης» εφώναζε: «Φενέρ Φενερτζής πυρ οι τζίκμασι τισιαρί πού άξάμ, τα γιασάκτιρ» ήτοι «με φανάρι ή χωρίς φανάρι απόψε να μη βγή κανείς είνε απαγορευμένο». Αλλοίμονον σε κείνον που θα παρήκουε• τον συνελάμβαναν και τον έσπαζαν στο ξύλο.
Τα φαγώσιμα ο κόσμος αγόραζε εις τα μαγαζιά, γιατί δεν υπήρχε δημοτική αγορά• χορταρικά φρούτα και τα τοιαύτα επωλούντο είτε εις τους δρόμους είτε εις τα μαγα¬ζιά. Το κρέας το έπρομηθεύοντο από ωρισμένα μέρη της πόλεως οπού εσφάζοντο τα ζώα (δεν υπήρχαν σφαγεία) και επωλούντο εις κομμάτια επί τόπου: υπήρχαν τα λεγό¬μενα «μπογάζια» (σταθμοί) οπού συνηθίζετο η σφαγή και η πώλησις των ζώων το ένα ήτο πλησίον του καφενείου του Κοντονικόλα, το άλλο αντίκρυ της αποθήκης κρασιών του μακαρίτη Ακάμα και το τρίτον εις το παρά την θάλασσαν άκρον της σημερινής οδού Μακεδονίας όπου το μη υπάρχον πλέον σπίτι Θ. Μαύρου.
Ταχυδρομείον:
Τα γράμματα της Ευρώπης τα έπερνε ο κκερατζής Κωσταντής ο Σίννος εις την Λάρνακα δια να τα παραλαβή το Αυστριακό ατμόπλιο, τα δε γράμματα της Αιγύπτου τα έπαιρναν οι καπετάνιοι που φόρτωναν κρασιά, ενθυμούμαι δε τον καπετάν Νικολήν (παππού του συμπολίτου μας κ. Χριστ. Γεωργιάδη, τον Γιορκάτζην Λαμπήν, πατέρα του σημερινού καπετάν Λάμπρου και οι καπετάνιοι Παναής, Λιβέρδος, Μαρνέρος και Μπεναρτής.
Τηλεγραφείον:
Δεν υπήρχεν εν τη πόλει μας τηλεγραφείον και δια να τηλεγραφήση ένας έστελλεν επίτηδες απεσταλμένον εις την Λάρνακα - επληρώνετο 4 μετζίτια (το μετζίτι ήτο περίπου 3 1/2 σελ.) - ο οποίος τα παρέδιδεν εις το Τουρκικόν τηλεγραφείον.
Καπνεργοστάσια: Κάθε καπνοπωλείον ήτο και εργοστάσιον, δηλαδή κάθε καπνοπώλης έκοπτε τον καπνόν εις το μαγαζί του• επωλείτο εις χύμα και εστοίχιζαν ένα εικοσαράκι (30 παράδες σημερινούς τα 12 1/2 δράμια).
Καϊμακάκης, Δικαστήρια, Αστυνομία:
Καϊμακάμης (διοικητής) ήτο τότε ο Σιεκκιρζατές. Το Ταβή ήτο το μόνον υπάρχον δικαστήριον καί το αποτελούσαν ο Καδής, ως πρόεδρος, δύο Οθωμανοί και δύο Χριστιανοί, ως πάρεδροι. Επί κεφαλής της αστυνομίας ήτο ένας γιούμπασης (εκατόνταρχος) και είχε τους Σεϊμένιδές του που έφεραν εις την μέσην ένα «συνακλίκκι) με δύο πιστόλες με «αθκιάτζια) και μαχαίρι μεγάλο που ελέγετο «Κουλεκλίνα».
Εν σχέσει προς τους φόρους δεν υπήρχον τότε ούτε ο κτηματικός ούτε άλλος, παρά έπλήρωνε κάθε κάτοικος το λεγόμενο «μυρί», δηλαδή έπροκηρύσσετο το ποσόν που θα επλήρωνε κάθε πόλις η χωρίον και ώριζαν πόσα θα αναλογούσεν εις τον κάθε κάτοικον ανάλογα προς την οικονομικήν του θέσιν. Εννοείται ότι τον φόρον αυτόν επλήρωναν μόνον οι «ραγιάδες» παντρεμένοι και εξαιρούντο οι άγαμοι, αι γυναίκες και οι ξένοι υπήκοοι. Η Κυβέρνησις δια την πληρωμήν του φόρου αυτού δεν εδέχοντο άλλο νόμισμα παρά τα εικοσαράκια, πεσλίκια και εξάρια, τα όποια δια τούτο έλαβαν και το όνομα «μυρίτικα». Δια να πλήρωση κανείς ένα χρέος εάν έδιδεν από τα νομίσματα αυτά, έλογαριάζοντο τα 97 1/2 γρ. 100 γρ., η διαφορά των 21/2 γροσιών ελέγετο «άτζιο». Εκυκλοφορούσαν σχεδόν όλα τα ξένα νομίσματα εις την πόλιν μας.
Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΣ

Ανδρέας Θεμιστοκλέους
Θα αναφέρω παρακάτω τα της Χριστιανικής κοινότητας Λεμεσού, επίσης δε και ένα κοινωνικόν γεγονός πού μου έκαμε τότε μεγάλην έντύπωσιν καίτοι ήμουν ακόμη μαθητής.
Η Κοινότης μας διατηρούσε ως σχολεία, το Δημοτικόν, το Ελληνικόν και το Παρθεναγωγείον. Του Δημοτικού διδάσκαλος ήτο ό Γιώργος Λουκάς και βοηθός του ο Κωνσταντινίδης. Του Ελληνικού ό Ανδρέας Θεμιστοκλέους• υπήρχε και διδάσκαλος της Γαλλικής, ο Σιμάς εκ (Κρήτης). Και τα δύο άνω σχολεία εστεγάζοντο εις κτίρια μέσα εις το προαύλιο της παλαιάς Εκκλησίας Αγ. Νάπας. Το Παρθεναγωγείον εστεγάζετο εις το σπίτι Γεωργίου Κακαθύμη νυν ανώγειος κ. Κλεάνθη Παπαδοπούλου εις την οδό Ελένης Παλαιολογίνας και είχε διεθύντριαν την Ελένην Καραγεωργιάδου (Αθηναίαν) και βοηθόν την Άννα του Ζαβρού.
Ιατροί ήσαν τότε ο Καστάν και ο Ι. Καραγεωργιάδης, οι οποίοι έκαμναν και τα φάρμακα δια τους αρρώστους των διότι δεν υπήρχον φαρμακεία.
                                                                          Γεώργιος Λουκά
Προξενεία, υπήρχαν διάφορα με προξένους δικούς μας το πλείστον. Ο Σωκράτης Φραγκούδης ήτο πρόξενος της Ιταλίας, ο Ευριβιάδης Φραγκούδης της Σουηδίας, ο Γεώργιος Ακάμας της Γαλλίας και Αμερικής. Μόνο ο Έλλην Πρόξενος ήτο σταλμένος από την Ελλάδα και ελέγετο Χαραλαμπάκης.
ΕΝΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ
Κατά το 1870 επεσκέφθη την πόλιν ο γεν. Διοικητής της Νήσου Σαΐντ Πασάς. Ήμουν μαθητής του σχολείου τότε και ενθυμούμαι ότι εξήλθον δια να τον προϋπαντή¬σουν όλοι οι προύχοντες της πόλεως έως τον ποταμόν της Γερμασόγειας. Καβάλλα ο Πασάς επροπορεύετο και ακολουθούσαν οι συμπολίται μας και αυτοί καβάλλα επί αλόγων. Όλοι εσταμάτησαν πλησίον στο σπίτι του Παυλήμπεη (νυν οικία κ. Αλεξάνδρας Κίρζη) όπου ο διδάσκαλος Γεώργιος Λουκά που ήτο και ψάλτης της Αγ. Νάπας και οι μαθηταί του (μεταξύ αυτών και εγώ) ετραγουδήσαμεν το «Καλώς ήλθες Ηγεμών». Ο Πασάς κατέλυσε κατόπιν εις το Κονάκι. Την επαύριον τον εφιλοξένησε ο Παυλήμπεης εις το σπίτι του, ο οποίος την νύκτα έδωκε χορόν προς τιμήν του• παρέστη ο Πασάς, ο οποίος όμως δεν εχόρευσε και οι προύχοντες με τας γυναικάς των. Εχόρευαν βέβαια τους τότε Ευρωπ. χορούς, πόλκαν, μαζούρκαν, κατρίλιες κλπ. Μεγάλη ευθυμία είχε επικρατήσει εις τον χορόν και ο διοικητής έφυγε πολύ ευχαρι¬στημένος. Και ο Ακάμας προσεκάλεσε τον Πασάν εις τραπέζι εις το οποίον παρέστη. Τόση ήτο η φιλοξενία του χριστιαν. στοιχείου προς τον επίσημον επισκέπτη, ώστε αυτός προ της αναχωρήσεως του έδωκεν άδειαν να ανυψούται η εκκλησιαστική σημαία (με σταυρόν και εικόνα της Παναγίας) εις τον ιστόν της Εκκλησίας της Αγ. Νάπας.
Προσεχώς άλλα περί της Λεμεσού του 1870.





ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΕΣ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ- ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ 1910-1987*

ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΗΚΑΝ πριν λίγες μέρες είκοσι χρόνια από το θάνατο, στις 10 Δεκεμβρίου 1987, του μεγάλου Κύπριου αθλητή Στέλιου Κυριακίδη. Η επέτειος τιμήθηκε στη Λεμεσό, με πρωτοβουλία του Σωματείου Ερασιτεχνών και Βετεράνων Αθλητών «Στέλιος Κυριακίδης». Σε ένα σημείωμά μας, τον περασμένο χρόνο, είχαμε αναφερθεί στη μεγάλη νίκη του Κυριακίδη στο Μαραθώνιο της Βοστώνης, τον Απρίλιο του 1946, μια κορυφαία στιγμή στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Επανερχόμαστε σήμερα, με αφορμή την επέτειο του θανάτου του, με ορισμένα στοιχεία από τη μυθική ζωή του.

Ο Κυριακίδης γεννήθηκε σε ένα από τα φτωχότερα -τότε- χωριά της Κύπρου, τον Στατό της επαρχίας Πάφου, και ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειάς του. Τέλειωσε το δημοτικό στο χωριό του, βοηθώντας τους γονείς του στις γεωργικές και κτηνοτροφικές τους εργασίες. Στα 14 του χρόνια όπως ήταν ο κανόνας, κατέβηκε στην πόλη, στη Λεμεσό, για να βρει δουλειά. Δούλεψε σε φούρνο, ως γκαρσόνι και λαντζιέρης σε ξενοδοχείο, υπάλληλος σε μπακάλικο και υπηρέτης σε οικογένειες Βρετανών αποικιακών υπαλλήλων. Τα βράδυα, σύμφωνα με το θρύλο, ξεκουραζόταν τρέχοντας μεγάλες αποστάσεις.
Ως αθλητής της ΑΕΛ και του ΓΣΟ ο Κυριακίδης έπρεπε να δουλέψει σκληρά για να πείσει για την αξία του, καθώς ήταν ένα φτωχό αγροτόπαιδο, σε μια εποχή που σε ολόκληρο τον κόσμο ο πρωταθλητισμός ήταν λίγο-πολύ προνόμιο της αριστοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο που, όταν στάληκε για πρώτη φορά στην Αθήνα, το 1933 για να δοκιμαστεί, απέτυχε, καθώς η διάγνωση των «ειδικών» ήταν «τι τον φέρατε, αυτός δεν ξέρει να τρέχει». Ούτε είναι τυχαίο ότι μετά τη μεγάλη του επιτυχία στη Βοστώνη και την επιστροφή του στην Ελλάδα, το Μάιο του 1946, με εκατοντάδες χιλιάδες λαού να τον αποθεώνουν (ενώ ο Εμφύλιος είχε αρχίσει), η εφημερίδα του ΚΚΕ, ο Ριζοσπάστης, τον πρόβαλε ως «παιδί του λαού και της φτωχολογιάς» (ήταν απλός υπάλληλος στην Ηλεκτρική Εταιρεία).
Η νίκη του κοκκαλιάρη και υποσιτισμένου Έλληνα αθλητή στη Βοστώνη πήρε τεράστιες διαστάσεις λόγω των ειδικών συνθηκών της εποχής και της τραγικής κατάστασης
στη μεταπολεμική Ελλάδα. Ο μεγάλος ηττημένος του αγώνα, ο Αμερικανός μαραθωνοδρόμος Τζον Κέλλι, δήλωσε: «Παρόλο που ήθελα να νικήσω, η πρωτιά του Κυριακίδη είναι ίσως η πιο σημαντική για τον αγώνα και για τον κόσμο. Είναι ό,τι πιο σπουδαίο έχει συμβεί ποτέ στην ιστορία του Μαραθωνίου.» Ο Κυριακίδης τιμήθηκε ενόσω ζούσε και τιμάται ακόμη στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ, όπου πρόσφατα (2004) το μεγάλο τηλεοπτικό δίκτυο NBC του αφιέρωσε ένα ειδικό ντοκιμαντέρ. Στην Κύπρο δεν υπάρχει
ούτε μια προτομή του.

* Από την τακτική στήλη «Εκ πεποιθήσεως» στον Φιλελεύθερο, (22 Δεκεμβρίου 2007), του επίκουρου καθηγητή της Νεώτερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πέτρου Παπαπολυβίου, ο οποίος επισταμένα ασχολείται και με την Ιστορία της Λεμεσού προσφέροντας σημαντικές και πολύτιμες εργασίες στους ασχολούμενους με αυτήν. Τ.Κ.

20 Απριλίου 1946, ο Στέλιος Κυριακίδης εισέρχεται θριαμβευτής στην Αθήνα σε παλλαϊκή υποδοχή μετα την μεγάλη νίκη του στον μαραθώνιο της Βοστώνης.


Η χειρόγραφη επιστολή του Στέλιου Κυριακίδη που ακολουθεί ανήκει στο αρχείο των παλιών Λεσχών της Λεμεσού «Ισότης-Ένωσις» την εποπτεία του οποίου έχει ο φιλόλογος και ιστορικός ερευνητής Ανδρέας Μακρίδης. Είναι χαρακτηριστική για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αθλούνταν και επιτύχαιναν διεθνείς επιδόσεις οι φτωχοί αθλητές της εποχής εκείνης που αναγκάζονταν να «ζητιανέψουν» για να μπορέσουν να μετέχουν σε διεθνείς και πανελλήνιους αγώνες! Τ.Κ.

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Η μικρή ιστορία ενός… «τζεγκένικου» μνημείου και ενός εράνου


Το Μνημείο Ηρώων, στην ομώνυμη πλατεία μας, έχει τη δική του μικρή, ένδοξη αλλά… πικρή και ταραγμένη ιστορία. Θα την διηγηθούμε συντομεύοντας την βέβαια.
Η ιστορία ξεκινά κατά τη δεύτερη θητεία της Δημαρχίας Πλουτή Σέρβα όταν, αρχές Νοεμβρίου 1946, εξαγγέλλεται «το τρίχρονο πλάνο δουλειάς και δημοτικής ανοικοδόμησης του» και ανάμεσα στα άλλα έργα και δραστηριότητες που προγραμματίζονται περιλαμβάνεται και ο «εξωραϊσμός της Πλατείας Ηρώων» σύμφωνα με την εφημερίδα ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ με ημερομηνίες 3 και 10 Νοεμβρίου 1946, και που εξέδιδε ο ίδιος ο Πλουτής Σέρβας μαζί με τον Αντιδήμαρχο Βάσο Παπαδόπουλο.
Στην ίδια εφημερίδα ημερομηνίας 16 Μαΐου 1948 δημοσιεύονται στη καρδιά της πρώτης σελίδας, τα αρχιτεκτονικά σχέδια του μνημείου του γνωστού λευκωσιάτη αρχιτέκτονα Χαρίλαου Δίκαιου. Κάτω από τα σχέδια αυτά, μέσα σε πλαίσιο και με τον τίτλο «ΜΝΗΜΕΙΟ ΗΡΩΩΝ!», γίνεται με προκήρυξη από το Εθνικού Συμβουλίου του «Εθνικού Απελευθερωτικού Συνασπισμού» (ΕΑΣ) επαρχίας Λεμεσού, του δημόσιου εράνου για κάλυψη της μισής δαπάνης του συνολικού ποσού των χιλίων λιρών και καλεί τα μέλη του και το λαό να οργανώσει σε κάθε ενορία και χωριό πλατειές επιτροπές εράνου για να καλύψουν το στόχο μέσα σ’ ένα μήνα.
Τα υπόλοιπο του ποσού θα καταβάλει ο Δήμος. Στην ίδια προκήρυξη αναφέρεται πως στα ΓΡΑΜΜΑΤΑ θα δημοσιεύονται σε ειδική «Στήλη Τιμής» τα ονόματα και το ποσό όσων συνεισφέρουν.
Στην ιστορία όμως του εράνου αυτού βρίσκουμε και σπέρματα των κατά καιρούς διχασμών και «ιδεολογικών» αντιπαραθέσεων της σύγχρονης ιστορίας μας που τόσα κακά επισώρευσαν στο δύσμοιρο αυτό τόπο με αποκορύφωμα την καταστροφή του 1974.
Εδώ αρχίζει και η ιστορία μας. Ας τη δούμε:
Πρέπει πρώτα-πρώτα να υπενθυμίσουμε πως βρισκόμαστε σε μια εποχή έντονων πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων μεταξύ «εθνικοφρόνων» και «κομμουνιστών». Που τις κάνουν ακόμα πιο έντονες και τα εμφυλιοπολεμικά πάθη που επικρατούν στην Ελλάδα και που μοιραία μεταφέρονται και στη Κύπρο.
Εκδότες της εφημερίδας, όπως είπαμε ήδη, είναι ο Δήμαρχος Πλουτής Σέρβας και ο Αντιδήμαρχος Βάσος Παπαδόπουλος. Επαρχιακός Γραμματέας του ΕΑΣ ήταν ο Δημοτικός Σύμβουλος Κώστας Παρτασίδης ο επόμενος στη συνέχεια Δήμαρχος Λεμεσού.
Από της ιδρύσεως του ΕΑΣ λίγους μήνες πριν (Ιανουάριος του 1948), τα ΓΡΑΜΜΑΤΑ από «Εφημερίδα του Εργαζόμενου Λαού» μετατρέπεται σε «Όργανο του Επαρχιακού Εθνικού Απελευθερωτικού Συνασπισμού». Σε διπλανή λοιπόν από τη διακήρυξη στήλη, στα σχόλια και κάτω από τον τίτλο «ΣΤΗΛΗ ΤΙΜΗΣ» ρίχνεται το γάντι:
«Είμαστε πολύ περίεργοι να δούμε ποια στάση θα κρατήσουν και πάλι οι λεγόμενοι «εθνικοί ευεργέτες»της Λεμεσού και μέχρι ποιου σημείου φτάνει το ενδιαφέρο τους για τον εξωραϊσμό της πόλης μας. Θα περιμένομε και θα επανέλθουμε»
Στις κατοπινές εκδόσεις της εφημερίδας δημοσιεύεται κάθε φορά μακροσκελής κατάλογος αυτών που συνεισφέρουν και στη συνέχεια ονόματα σε «Μαύρη λίστα» αυτών που αρνήθηκαν.
Παρά το ιδεολογικό όμως περιεχόμενο που πήρε ο έρανος αυτός και την αντιπαράθεση που προκάλεσε, φαίνεται πως το γεγονός της δημοσίευσης των ονομάτων και των δύο κατηγοριών σπρώχνει (ίσως και λίγο «εκβιαστικά» αν θέλετε), ιδιαίτερα τους «εθνικόφρονες» εμπορευόμενους, να συμμετέχουν στον έρανο μαζικά και οι εξαιρέσεις της μαύρης λίστας να είναι αναλογικά πολύ λιγότερες.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του καπνοβιομήχανου της εποχής Γιάγκου Δρουσιώτη που ενώ στην έκδοση της 6ης Ιουνίου «φιγουράρει» στη «μαύρη λίστα» στην αμέσως επόμενη έκδοση (ημερομηνίας 13 Ιουνίου 1948) μπαίνει στη «τιμητική λίστα» εισφέροντας το αξιοσέβαστο για την εποχή ποσό των πέντε λιρών! (Η συνήθης εισφορά ήταν μια-δυο λίρες).
Γεγονός εξάλλου που δεν διέφυγε της προσοχής επιστολογράφου της εφημερίδας ο οποίος διερωτάται « για το μυστηριώδες ελατήριο» που συνετέλεσε να «επιτελεσθή το θαύμα μέσα σε τόσο ολιγόχρονο διάστημα» και να αλλάξει στάση λέγοντας πως «είμαστε βέβαιοι κύριε Δρουσιώτη ότι θα αντελήφθητε πόσο γερά μαθήματα ξέρει να δίνη ο λαός»…
Περιττό να εξηγήσουμε ποιά είναι τα «μαθήματα» αυτά… Να επισημάνουμε μόνο πως ο ανταγωνιστής του Δρουσιώτη καπνοβιομήχανος Πατίκκης πρόσφερε από τους πρώτους, (χωρίς να μπει στη μαύρη λίστα), δέκα λίρες και ότι η λευκωσιάτικη καπνοβιομηχανία Διανέλλος και Βεργόπουλος επίσης δέκα. Στην «τιμητική λίστα» βρίσκουμε επίσης συχνά πολλά ονόματα τουρκοκυπρίων συμπολιτών μας.
Αδιάλλακτοι μέχρι τέλους παραμένουν στην… «τιμητική» γι αυτούς “μαύρη λίστα”, οι εκ των ηγετών των “εθνικοφρόνων”, Ν. Κλ. Λανίτης, Σερ Π. Κακογιάννης, Χρ. Μιχαηλίδης- «Ιστής», (εργατοπατέρας των δεξιών “Νέων Συντεχνιών”) Χριστιανός Ρωσσίδης και μερικοί άλλοι.
Τελειώνοντας να πούμε ότι η ερανική επιτροπή απευθύνθηκε και σε προσωπικότητες από όλη τη Κύπρο. Από τον Αρχιεπίσκοπο και τους Μητροπολίτες μέχρι τους Δημάρχους όλων των πόλεων. Από αυτούς ο Αρχιεπίσκοπος και οι Μητροπολίτες αρνήθηκαν να δώσουν. Από τους Δημάρχους, ο της Λευκωσίας Ι. Κληρίδης, ακραιφνής εθνικόφρονας, (πατέρας του Γλαύκου Κληρίδη και υποψήφιος Πρόεδρος στις πρώτες προεδρικές εκλογές του 1960 εναντίον του Μακαρίου, υποστηριζόμενος από το αριστερό ΑΚΕΛ…), ο Αμμοχώστου Α. Αδάμαντος, ο Λάρνακας Λ. Σανταμάς και ο Λαπήθου Λάιος, έδωσαν. Ο Κερύνειας Χρ. Δημητριάδης και Πάφου Χρ. Γαλατόπουλος αρνήθηκαν. Ο τελευταίος μάλιστα χαρακτήρισε στην εφημερίδα του την «Πάφο» τον έρανο “τζεγκένικο” κατηγορώντας τον Δήμο της Λεμεσού ότι “καταφεύγει σε τέτοιου είδους τζεγκενιά”!
Το Μνημείο Ηρώων εγκαινιάστηκε πανηγυρικά και παρά... τα «τζεγκενιά» κατά την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου το 1948.

Σημ. "τζεγκένης" (από το τουρκικό cingene,γύφτος), σημαίνει στην κυπριακή διάλεκτο ανέμπιστος, αναξιόπιστος, απατεώνας, αλήτης και ανάλογα και τα παράγωγα του "τζεγκενιά" και "τζεγκένικο".

Από το ανέκδοτο βιβλίο μου «ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΟ ΧΘΕΣ»