Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

«Εαριναί Ιπποδρομίαι»

Όταν αναφερόμαστε συχνά στις πολλές και πολυποίκιλες πρωτιές που η πόλη αυτή έχει να επιδείξει στην ιστορία της Κύπρου, κινδυνεύουμε να θεωρηθούμε και... τοπικιστές( όχι πως δεν είμαστε!). Ο λόγος που επιμένουμε είναι να βοηθήσουμε κι εμείς με τον τρόπο μας τους συμπολίτες μας, γνωρίζοντας την ιστορία και την πλούσια και περήφανη παράδοση τους , να γίνουν πιο διεκδικητικοί για να αποκαταστήσουν επιτέλους τη Λεμεσό στη θέση που δικαιωματικά της ανήκει. Δεν πρέπει να αγνοούμε, για παράδειγμα ότι, σχεδόν όλα τα σημαντικά πνευματικά κινήματα και όλες οι νεοφανείς πνευματικές δημιουργίες του τόπου μας ξεκίνησαν από αυτή εδώ την πόλη για να μην αναφέρουμε και τις επιφανέστερες πνευματικές φυσιογνωμίες του τόπου που είτε γεννήθηκαν εδώ είτε ήλθαν και έδρασαν στη Λεμεσό όπου έβρισκαν το κατάλληλο πνευματικό περιβάλλον για να δράσουν και δημιουργήσουν. (Βλέπε και σχετική ανάρτηση για τις πρωτιές της Λεμεσού, μέρος πρώτον).
Θα αναφερθούμε σε μια πιο «πεζή» πρωτιά. Πρόκειται για τον ιππόδρομο που μονοπωλιακά, η Λευκωσία επιμένει να κρατά τις τελευταίες δεκαετίες. αρνούμενη το δικαίωμα αυτό σε άλλη πόλη. Βέβαια με την τροπή που πείρε ο ιππόδρομος τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας ως κατεξοχή χώρος διεξαγωγής τζόγου και μορφών παρανομίας, θα μπορούσε να πει κάποιος «να μας λείπει». Όμως και ο ιππόδρομος, όταν πρωτοεμφανίστηκε στη Λεμεσό ( από το 1879) και συνέχιζε να υπάρχει για πολλές δεκαετίες, είχε μια άλλη εντελώς διαφορετική μορφή από αυτή που ξέρουμε σήμερα σ’ αυτόν της Λευκωσίας.
Ήταν ο λεμεσιανός ιππόδρομος ευκαιρία για μια κοσμική και ψυχαγωγική εκτός από καθαρά αθλητική, έκφραση ζωής, με λαμπρές χοροεσπερίδες, «σουαρέ», «βεγγέρες», μεγαλοπρεπείς δεξιώσεις και άλλες συναφείς εκδηλώσεις που προσέλκυαν νέους και κοσμικούς όχι μόνο της Λεμεσού αλλά όλης της Κύπρου. Μερικούς λοιπόν μόνο μήνες μετά την άφιξη των Άγγλων στη Κύπρο, διοργανώνονται ,την άνοιξη του 1879, οι πρώτες κούρσες αλόγων στο δρόμο του Ζακακιού μέχρι το τούρκικο νεκροταφείο, ενώ το 1880 μεταφέρονται σε μια χωράφα στον δρόμο των Πολεμιδιών γνωστή τα χρόνια που ακολουθούν ως «ο Ιππόδρομος», ενώ το 1902 διοργανώνονται στο Γ.Σ.Ο.
Το 1912 ιδρύεται εξάλλου και η «Ιππική Εταιρία Λεμεσού» και στα 1922 ο «Όμιλος Φιλίππων».
Γνωστοί πολιτικοί, κοινωνικοί και κοσμικοί παράγοντες της πόλης μετέχουν ενεργά στις εκδηλώσεις των ιπποδρομίων είτε ως διοργανωτές, είτε ως ιδιοκτήτες ίππων είτε ως απλοί αλλά φανατικοί φιλοθεάμονες και σύσσωμη η λεμεσιανή καλή κοινωνία της εποχής συμβάλλει στην επιτυχία των σχετικών εκδηλώσεων που τον συνοδεύουν. Όλα αυτά καταμαρτυρεί και το δημοσίευμα μας από τον λεμεσιανό τύπο άλλων εποχών. Είναι από την εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού 9 Δεκεμβρίου 1910 όπου κάτω από τον τίτλο «Εαριναί Ιπποδρομίαι» λέει:
«Η επί των Ιπποδρομιών Επιτροπή συνελθούσα χθες απεφάσισε να προκηρύξη Εαρινάς Ιπποδρομίας, αι οποίαι θα λάβωσι χώραν εδώ την Δευτέραν και Τετάρτην της Διακαινησίμου, ήτοι 11/24 και 13/26 Απριλίου.
Η σχετική προκήρυξις μετά των κανονισμών υπό τους οποίους θα διεξαχθώσιν αι Ιπποδρομίαι θα δημοσιευθεί και θα αποσταλή εις τους ενδιαφερόμενους λίαν προσεχώς.
Ούτω οι Παγκύπριοι, οι Σκοπευτικοί Αγώνες και η ΄Εκθεσις τελούμενα εντός της αυτής εβδομάδος θα αποτελέσωσι μίαν σειράν εορτών και πανηγύρεων κοσμικών, αι οποίαι θα προσελκύσωσι βεβαίως θεατάς εξ απάσης της Νήσου.»




Τα πρώτα Ιπποδρόμια στην Κύπρο. Γκραβούρα, περιοδικό “The Graphic” του Λονδίνου 2 Μαΐου 1879.

Η στρατηγική και εμπορική σημασία της Λεμεσού κατά τον πρώτον αιώνα της Φραγκοκρατίας


                                                             ΜΕΡΟΣ Β :
Η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΡΕΑ  Επετηρίδα Κυπριακών Σπουδών τόμος Δ’

Η Λεμεσός είχε εμπορική σημασία για τους Λατίνους ακόμα και πριν από την κατάκτηση της το 1191 από τον Άγγλο βασιλιά Ριχάρδο. Οι πρώτοι από τους Λατίνους οι οποίοι άρχισαν να αξιοποιούν τη Λεμεσό εμπορικά ήταν οι Βενετοί, οι οποίοι εξασφάλισαν εμπορικά προνόμια στην Κύπρο το 1126, μετά από σχετική συμφωνία που υπέγραψαν με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό.16 Η Λεμεσός αναφέρεται σε συμβολαιογραφική πράξη του 1139. Σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτής της πράξης, οι Βενετοί έμποροι Domenico Rossani και ο συνέταιρος του διαμοιράστηκαν κεφάλαιο με αξία 46 χρυσά νομίσματα, ο καθένας παίρνοντας από 23, ενώ ήταν στη Λεμεσό. Συμφώνησαν να χρησιμοποιήσουν αυτά τα χρήματα για την αγορά εμπορευμάτων από το αιγυπτιακό λιμάνι της Δαμιέττης και να μεταβούν εκεί πάνω στο πλοίο που είχε για πλοίαρχο του τον Mario Montello.17 Η μεσαιωνική Λεμεσός διέθετε εξαιρετικές διευκολύνσεις για το αγκυροβόλημα των θαλασσινών σκαφών τόσο εντός όσο και εκτός του λιμανιού. Ιταλικά ναυτικά εγχειρίδια όπως το Compasso de Navigare, τα οποία γράφτηκαν στη λατινοκρατούμενη Πτολεμαΐδα της Παλαιστίνης, όπου ζούσαν Ιταλοί έμποροι από τις διάφορες Ιταλικές πολιτείες που είχαν οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή, κάνουν αναφορά στα κυπριακά λιμάνια της Λεμεσού και της Πάφου, όχι όμως σε αυτό της Αμμοχώστου.18
Η Λεμεσός ανέπτυξε αξιόλογη εμπορική δραστηριότητα στα πρώτα χρόνια της Λατινοκρατίας. Το Μάιο 1199 ο πρώτος Λουζινιανός βασιλιάς της Κύπρου, ο Αμάλριχος, πήρε 28,050 βυζαντινά νομίσματα από ένα σύνδεσμο Λατίνων εμπόρων με αντάλλαγμα την εκχώρηση σε αυτούς του δικαιώματος να εισπράττουν τα εμπορικά τέλη στη Λεμεσό για διετή περίοδο. Η Ιταλική πολι¬τεία της Πίσας απέδιδε μεγάλη σημασία στη Λεμεσό καθ' όλη τη διάρκεια του Που αιώνα αλλά και πιο ύστερα. Σύμφωνα με την έκθεση που ετοιμάστηκε το 1243/1244 από τους Βενετούς, στη Λεμεσό ζούσαν Πισάτες την εποχή αυτή όχι απλώς ως μεμονωμένα άτομα, αλλά με τη δική τους κοινοτική οργάνωση. Στην έκθεση γίνεται αναφορά στο σπίτι του Πισάτη Ούγου της Κλάρας, καθώς και στο προαύλιο "που ανήκει στους Πισάτες'". Αυτή η αναφορά σε προαύλιο κοινής και όχι απλώς ατομικής ιδιοκτησίας υποδηλώνει την ύπαρξη συμπαγούς κοινότητας Πισατών στη Λεμεσό, με τους δικούς της κοινοτικούς θεσμούς και οργάνωση. Η Λεμεσός μέχρι τα μέσα του Που αιώνα αποτελούσε το σημαντικότερο και ίσως το μοναδικό κέντρο εμπορικής δραστηριότητας για τους Πισάτες. Ακόμη και μετά την κατάληψη της Πτολεμαΐδας το 1291 από τους Μαμελούκους, που είχε ως συνέπεια την εμπορική άνοδο της Αμμοχώστου εις βάρος της Λεμεσού, ο Πισάτης πρόξενος που ήταν εγκατεστημένος στη Λεμεσό εκπροσωπούσε τους Πισάτες σε όλη την Κύπρο, όχι απλώς εκείνους που κατοικούσαν στη Λεμεσό. Η αυλή και η διοίκηση του Πισάτη προξένου βρισκόταν μέσα στον ξενώνα της κοινότητας, και ο ξενώνας ήταν κοντά στο βασιλικό τελωνείο, δηλαδή σε μικρή απόσταση από το λιμάνι. Το προσωπικό που υπηρετούσε στο προξενείο περιλάμβανε τον λεγόμενο sensarius, ο οποίος ήταν ο επίσημος μεσολαβητής της κοινότητας, το συμβολαιογράφο, ο οποίος ήταν και γραμματέας, και τον λεγόμενο platearius, ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα αστυνομευτικής φύσης. Ακόμη και το 1307, παρά το γεγονός ότι η Αμμόχωστος είχε πια ξεπεράσει τη Λεμεσό ως το κατ' εξοχήν εμπορικό λιμάνι της Κύπρου, ο Πισάτης συμβολαιογράφος της Λεμεσού, σε αντίθεση με αυτόν της Αμμοχώστου, έφερε τον τίτλο scribus atque notarius Pisani communis in Cipro, δηλαδή του γραφέα και συμβολαιογράφου της κοινότητας των Πισάτων στην Κύπρο, κάτι που του έδινε επίσημη ιδιότητα.
Η ιταλική πολιτεία της Γένοας είχε και αυτή εμπορική παρουσία στην Κύπρο, τουλάχιστο από το 1203. Σε αντίθεση με τους Πισάτες ωστόσο, και ακόμη με τους Βενετούς, οι Γενουάτες από πολύ ενωρίς, συγκεκριμένα από το 1218, απέκτησαν ακίνητη περιουσία στην Αμμόχωστο, καθώς και στη Λευκωσία. Εξ αιτίας της ναυτικής υποστήριξης την οποία έδωσαν στο βασιλιά Ερρίκο Α' της Κύπρου κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1228 -1233 μεταξύ των οπαδών του βασιλιά και αυτών του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β', τους εκχωρήθηκαν σημαντικά εμπορικά προνόμια σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας εμπορικής συμφωνίας τους 1232 μεταξύ του βασιλείου της Κύπρου και της Γενουάτικης πολιτείας. Σύμφωνα με τους όρους αυτής της συμφωνίας, η πολιτεία και ο λαός της Γένοας απέκτησαν το χωριό Despoyre στην επαρχία της Λεμεσού, μαζί με όλα τα προνόμια, έσοδα, κτήματα και τους δουλοπάροικους του χωριού. Όλα αυτά παραχωρήθηκαν στο Γενουάτη πρόξενο ως αντιπρόσωπο της πολιτείας.
Οι Γενουάτες απέκτησαν διάφορα ωφελήματα και μέσα στην πόλη της Λεμεσού. Τους παραχωρήθηκαν ορισμένες κατοικίες, καθώς και ένας πύργος στην παραλιακή περιοχή της πόλης. Οι κατοικίες και ο πύργος αυτός ήταν κοντά στο βασιλικό τελωνείο και στο δημόσιο δρόμο, και το 1294, κατά τη διάρκεια ενός πολέμου μεταξύ Βενετίας και Γένοας, ο βενετικός στόλος έπλευσε στη Λεμεσό και προξένησε ζημιές στον πύργο των Γενουατών και στον ξενώνα που είχαν στην πόλη. Οι κατοικίες που παραχωρήθηκαν στους Γενουάτες σύμφωνα με την συμφωνία του 1232 περιγράφονται ως κατοικήσιμες και διατηρημένες σε καλή κατάσταση. Ως εκ τούτου ήταν κατάλληλες για τη διαμονή σε αυτές των Γενουατών προξένων και υποπροξένων. Σε αυτούς τους πρόξενους και υπο-πρόξενους παραχωρήθηκε και το εξής σημαντικό προνόμιο, το δικαίωμα να προβαίνουν στην κατασκευή φούρνων και στη συσκευασία ψωμιού μέσα στους ξενώνες που είχαν στις διάφορες πόλεις της Κύπρου. Με το προνόμιο αυτό, εξασφάλισαν την αποεξάρτησή τους από εξωτερικούς προμηθευτές στην εκπλήρωση των βασικών αναγκών της κοινότητας τους. Το προνόμιο αυτό παραχωρήθηκε στη συνέχεια και σε Γενουάτες ιδιώτες. Γύρω στο 1243, ως συνέπεια της δήμευσης της περιουσίας των Βενετών στην Κύπρο από το βασιλιά Ερρίκο Α', για λόγους που παραμένουν ακόμη ανεξακρίβωτοι, μια κατοικία που ανήκε άλλοτε σε Βενετό παραχωρήθηκε στην πολιτεία της Γένοας.
Οι Βενετοί, που ήταν οι πρώτοι που αξιοποίησαν τη Λεμεσό και την Κύπρο γενικότερα στο πλαίσιο των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, συνέχισαν να αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις και δραστηριότητες στο νεοσύστατο Λατινικό βασίλειο της Κύπρου καθ' όλη την διάρκεια του 13ου αιώνα και μάλιστα σε αυξανόμενο βαθμό. Για άγνωστους λόγους ωστόσο κατασχέθηκαν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στο νησί το 1243, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Η έκθεση που συνέταξαν οι Βενετοί αυτή τη χρονιά μας παρέχει χρησιμότατες πληροφο¬ρίες, τόσο για τα περιουσιακά στοιχεία τους στη Λεμεσό και στις άλλες κυπριακές πόλεις, όσο και για τα ανάλογα στοιχεία που είχαν οι άλλες εμπορευόμενες Ιταλικές πολιτείες, όπως η Πίσα και η Γένοα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας παρέχει η έκθεση, η πολιτεία των Βενετών στη Λεμεσό είχε μια εκκλησία αφιερωμένη στον Ευαγγελιστή Μάρκο, τον πνευματικό προστάτη της Βενετίας, καθώς και δημόσια λουτρά, τα ετήσια έσοδα των οποίων ήταν 1,000 βυζαντινά νομίσματα, που αποτελούσε σεβαστό ποσό. Οι περιουσίες οι οποίες ανήκαν σε Βενετούς ιδιώτες περιλάμβαναν μία σειρά από δώδεκα συνεχόμενα σπίτια, καθώς και ένα οίκημα οι διαστάσεις του οποίου επέτρεπαν τη μετατροπή του σε καλυμμένη αγορά.26 Οι αγορές αυτού του τύπου λέγονταν φούντικες (Αραβικό funduq, Ιταλικό fondaco) και υπήρχαν σε όλη την περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου. Ήταν μουσουλμανικής προέλευσης και υπήρχαν αρχικά στην Αίγυπτο και στη Συρία, απ' όπου κατά πάσα πιθανότητα εξαπλώθηκαν στην Κύπρο μέσω των Λατίνων της Συρίας. Δεν ξέρουμε αν οι Βενετοί κατέγραψαν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στην έκθεση που ετοίμασαν το 1243/1244, ή απλώς τις περιουσίες που κατασχέθηκαν, αλλά εν πάση περιπτώ¬σει τα στοιχεία της έκθεσης αποδεικνύουν ότι είχαν περιουσίες στην Κύπρο πολύ μεγάλης αξίας. Από το περιεχόμενο της έκθεσης εξάλλου καθίσταται σαφές ότι η Λεμεσός ήταν το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο των Βενετών στην Κύπρο. Η Πάφος είχε πολύ ασήμαντη συμμετοχή στο βενετικό εμπόριο με την Κύπρο, ενώ η Αμμόχωστος ούτε καν αναφέρεται.
Άξιον αναφοράς είναι και το γεγονός ότι στην πιο πάνω βενετική έκθεση αναφέρονται Προβηγκιανοί έμποροι ως ιδιοκτήτες περιουσίας στη Λεμεσό. Αυτό αποτελεί μαρτυρία για τη χρήση της Λεμεσού από έμπορους άλλων εθνοτήτων κατά τον 13ο αιώνα, και όχι αποκλειστικά από τους Ιταλούς. Ένα ασυμπλήρωτο βενετικό ναυτικό εγχειρίδιο (portolano), το οποίο ίσως συντάχθηκε γύρω στα 1270, ακολουθεί τη διαδρομή ενός οδοιπορικού από την Πτολεμαΐδα στην Ευρώπη μέσω της Κύπρου. Περιλαμβάνει αναφορά στη Λεμεσό, αλλά όχι στην Αμμόχωστο και στην Πάφο. Η αναφορά στη Λεμεσό υποδηλώνει την ύπαρξη εμπορικών και ναυτιλιακών σχέσεων μεταξύ Λεμεσού και Πτολεμαΐδας κατά το δεύτερο ήμισυ του Που αιώνα. Η ύπαρξη τέτοιων σχέσεων υποδηλώνεται και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το βενετικό εμπορικό εγχειρίδιο που ονομάζεται Zibaldone da Canal. Manuschtto mercantile del sec. XIV, χρησιμοποιούνταν παρόμοια σταθμά και στις δύο πόλεις πριν από το 1291.
Η Λεμεσός περιγράφεται ως το κυριότερο κυπριακό λιμάνι στις αναφορές του Zibaldone. Εδώ ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι το εμπόριο μεταξύ της Λεμεσού και άλλων μεσογειακών λιμανιών κατά το 13ο αιώνα χαρακτηρίζεται καλύτερα ως εμπόριο μικρών παρά μεγάλων αποστάσεων. Από την κοντινή Πτολεμαΐδα γινόταν η εισαγωγή μοσχοκάρυδου, ζαφοράς και των λεγόμενων 'μικρών' καρυκευμάτων, όπως το πιπέρι, τα οποία έφερναν αυτή την ονομασία διότι πωλούνταν σε μικρές ποσότητες. Κατά τη δεκαετία του 1270 υπήρχε και εμπόριο μεταξύ της Λεμεσού και του Λαΐάτσο, που ήταν το κυριότερο λιμάνι στο βασίλειο της Μικρής Αρμενίας. Σε μία συμβολαιογραφική πράξη με χρονολογία τον Απρίλιο 1279 ο Γενουάτης έμπορος Pietro di Giusulfo διορίζει ως εκπροσώπους του τον Ottobuono Picamiglio και τα δύο αδέλφια του, και ανάμεσα στους μάρτυρες του εγγράφου κατονομάζει τον Arancio της Λεμεσού. Ο Arancio προφανώς ήταν έμπορος ο οποίος ήταν κάτοικος Λεμεσού και είχε εμπορικές δοσοληψίες στο Λαΐάτσο. Στη Λεμεσό γινόταν και η εισαγωγή λαδιού και σιτηρών από την Απουλία της Κάτω Ιταλίας, όπου οι Βενετοί είχαν αναπτύξει έντονη εμπορική δραστηριότητα κατά το δεύτερο ήμισυ του ΙΙου αιώνα. Ανάμεσα στις εξαγωγές που γίνονταν από τη Λεμεσό ήταν η ρητίνη, το λάδανο και το λουλάκι. Πιο σημαντική από όλες τις εξαγωγές, ωστόσο, ήταν η εξαγωγή άλατος, που άρχισε από τα τέλη του Που αιώνα.
Στα τέλη αυτού του αιώνα η Βενετία άρχισε την εμπορική εκμετάλλευση διαφόρων κοιτασμάτων άλατος σε διάφορα μέρη της Μεσογείου. Μεταξύ αυτών των περιοχών ήταν και η Κύπρος. Όπως αναφέρει ο Jean-Claude Hocquet, τα κοιτάσματα αυτά βρίσκονταν κυρίως σε νησιά με μικρό πληθυσμό και σε παραθαλάσσιες περιοχές. Αυτό διευκόλυνε και την εξαγωγή του άλατος με το πλοίο στη Βενετία. Η Βενετία άρχισε την εισαγωγή άλατος από τα μεσογειακά νησιά της Ιμπίθα, της Σαρδηνίας και της Κύπρου από τη δεκαετία του 1270. Επίσης γίνονταν εισαγωγές από την περιοχή της Κριμαίας και την Αλεξάνδρεια. Σύμφωνα με τον Hocquet, οι Βενετοί αξιοποίησαν τα κυπριακά κοιτάσματα άλατος, που βρίσκονταν στις αλυκές της Λάρνακας και της Λεμεσού, πάνω σε πιο σταθερή και τακτική βάση παρά εκείνα τα οποία βρίσκονταν αλλού. Είναι αξιοσημείωτο ότι η τοποθεσία της σημερινής Λάρνακας λεγόταν Salines, δηλαδή αλυκές, στα λατινικά έγγραφα της φραγκοκρατούμενης Κύπρου.
Το άλας της Κύπρου, το οποίο περιγράφεται ως bianchissimo et fortissimo, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στη Βενετία εξ αιτίας της καλής του ποιότητας. Ας σημειωθεί ότι τα μεγάλα κέρδη που προέρχονταν από την εξαγωγή άλατος διαφαίνονται και από το γεγονός ότι η εκμετάλλευση των δυο φυσικών αλυκών κοντά στη Λεμεσό και στη Λάρνακα ήταν βασιλικό μονοπώλιο. Το άλας επωλείτο σε ιδιώτες έμπορους και κατά τη δεκαετία του 1280 άρχισαν οι Βενετοί να το αγοράζουν σε μεγάλες ποσότητες. Ένα βενετικό εμπορικό διάταγμα με ημερομηνία 26 Απριλίου 1286 καθόριζε τιμή έξι λιρών και πέντε σορδάτων για κάθε μόδιο άλατος το οποίο θα εισήγαγαν τα βενετικά πλοία προερχόμενα από την Κύπρο, τη Σαρδηνία, και το Ras al-Makhbaz. Το άλας αυτό μεταφερόταν στη Βενετία μέσα στα ογκώδη πλοία που έφεραν την ονομασία caricatorri. Σε μεταγενέστερο νομικό διάταγμα με ημερομηνία τον Φεβρουάριο 1287, η τιμή του εισαγόμενου άλατος αυξήθηκε σε έξι λίρες δεκαπέντε σορδάτα το μόδιο. Αυτή η τιμή ωστόσο ίσχυε μόνο σε περίπτωση όπου ο εισαγωγέας είχε εκ των προτέρων υπογράψει σχετική συμφωνία με τους αρμόδιους Βενετούς αξιωματούχους. Σε αντίθεση περίπτωση θα έπαιρνε χαμηλότερη τιμή για το άλας που εισήγαγε, και σε σχετική απόφαση με ημερομηνία 5 Φεβρουαρίου 1292 η τιμή καθορίστηκε σε τεσσερισήμισι λίρες για κάθε μόδιο άλατος που προερχόταν από την Κύπρο και την Ιμπίθα. Εν τω μεταξύ οι βασιλείς της Κύπρου αποφάσισαν το 1301 να αυξήσουν τα τέλη τα οποία πλήρωναν οι εξαγωγείς του κυπριακού άλατος, με αποτέλεσμα οι Βενετοί έμποροι να υποχρεώνονται στην καταβολή 150 βυζαντινών νομισμάτων για κάθε 1,000 μόδια εξαγόμενου άλατος αντί το προηγούμενο ποσό των 60 βυζαντινών νομισμάτων. Παρά την αύξηση των τελών όμως το εμπόριο άλατος συνεχίστηκε με γοργό ρυθμό μέχρι την τουρκική κατάληψη της Κύπρου το 1571. Ας σημειωθεί επίσης ότι η αλυκή της Λάρνακας ήταν πολύ πιο σημαντική για την άντληση άλατος από αυτή της Λεμεσού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το άλας από την αλυκή της Λεμεσού δεν ήταν και αυτό εμπορεύσιμο. Δύο προϊόντα τα οποία σε μεταγενέστερες εποχές θα εξάγονταν σε μεγάλες ποσότητες ήταν το βαμβάκι και η ζάχαρη. Η καλλιέργεια του ζαχαροκάλαμου στην Κύπρο και η τεχνική της παραγωγής της ζάχαρης προήλθαν κατά πάσα πιθανότητα από την Εγγύς Ανατολή. Καλούπια ζάχαρης, τα οποία χρησιμοποιούνταν στα τελικά στάδια της ζαχαροπαραγωγής, έχουν ανευρεθεί στο φρούριο της Παλαίπαφου. Αυτό δεν απέχει πολύ από τη Λεμεσό και τα καλούπια αυτά ήταν κατεστραμμένα λόγω του σεισμού του 1222. Σύμφωνα με τον Oliver of Padeborn αυτός ο σεισμός προξένησε εκτεταμένες ζημιές ιδίως στην Πάφο, αλλά επίσης στη Λεμεσό και στη Λευκωσία. Η ανεύρεση τέτοιων καλουπιών τεκμηριώνει την καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου στη Φραγκοκρατούμενη Κύπρο και ειδικότερα στην περιοχή μεταξύ Λεμεσού και Πάφου, από την αρχή του Που αιώνα, οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες όμως για την εξαγωγή ζάχαρης από την Κύπρο χρονολογούνται όχι πριν από το 1299. Το ίδιο ισχύει για το βαμβάκι, το οποίο πιθανότατα άρχισε να καλλιεργείται στην Κύπρο κατά τον Πο αιώνα, χωρίς όμως να υπάρχουν ενδείξεις για την εξαγωγή του με χρονολογία πριν από τα μέσα του 14ου αιώνα. Ας τονιστεί ότι για την καλλιέργεια τόσο του βάμβακος όσο και του ζαχαροκάλαμου χρειάζονται μεγάλα αποθέματα, κεφαλαίου και πολύ εργατικό δυναμικό. Στην Κύπρο η παραγωγή τους βρισκόταν υπό τον έλεγχο των τριών μεγαλυτέρων κατόχων γης στο βασίλειο. Αυτοί ήταν το στέμμα, το τάγμα των Ιωαννιτών και η βενετική οικογένεια Κορνέρ. Οι περισσότερες φυτείες ζαχαροκάλαμου και βάμβακος, εξάλλου, βρίσκονταν στην παραλιακή περιοχή μεταξύ της Λέμπας και της Λεμεσού.
Τελειώνοντας, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η Λεμεσός, παρά το γεγονός ότι εκτοπίστηκε μετά το 1291 από την Αμμόχωστο ως το κυριότερο εμπορικό λιμάνι της Κύπρου, εξακολούθησε να έχει εμπορική δραστηριότητα, έστω σε περιορισμένο βαθμό, καθ' όλη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας. Παραδόξως δεν επωφελήθηκε όμως από την κατάληψη της Αμμοχστου, που έγινε το 1373 από τους Γενουάτες, και τον μετέπειτα εμπορικό μαρασμό αυτής της πόλης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμπορική ανάπτυξη της Λάρνακας κατά την Υστεροφραγκική εποχή και την εποχή της Βενετοκρατίας.

1 Regesta Regni Hierosolymitani. εκ. R. Rohricht, 2 τόμοι (Innsbruck, 1893-1904), II, αριθ. 755a.
2 D. Jacoby, "The Rise of a New Emporium in the Eastern Mediterranean: Famagusta in the Late Thirteenth Century", στο Μελέται και Υπομνήματα. Τόμος Α' (Λευκωσία, 1984), σ. 155 και υποαημ. 51-52.
3 όπ.π.. σσ. 158-159 και υποσημ. 66-71.
4 L. de Mas Latrie, Histoire de /' tie de Chypre sous le regne des princes dela maison de Lusignan, 3 τόμοι (Paris, 1852-1861), τόμος Β', σ. 39.
5 Mas Latrie, Histoire, τόμος Β ' ασ. 53-54; Hill, τόμος Β', ο. 125.
6 Mas Latrie, Histoire, τόμος Β', 54-55; Edbury, The Kingdom of Cyprus, σ. 110.
7 Jacoby, "Famagusta", σ. 159 και υποσημ. 77.
8 Jacoby, "Το Εμπόριο", σσ. 397-398.
9 όπ.π., α. 398.
10 Notai Genovesi in Oltremare. Atti rogati a Laiazzo da Frederico di Piazalunga (1274) e Pietro di Bargone (1277, 1279), εκ. Laura Balieto, CSFS 53 (Genoa, 1989) σσ. 356-357.
11 Jacoby, :To Εμπόριο", σ. 398.
12 J - C. Hocquest, Le sel et la Fortune de Venise, 2 τόμοι (Lille, 1979), τόμος A', σσ. 98-99.
13 όπ.π.. ο. 141.
14 Jacoby, 'To Εμπόριο', σ. 398.
15 Hocquet, Le sel, τόμος Β', σο. 204-205.
16 Hocquet, Le sel, τόμος A', σ. 210; Mas Latrie, Histoire, τόμος Β', ασ. 99-100.
17 Hocquet, Le sel, τόμος A', σσ. 100-101.
18 Jacoby, 'To Εμπόριο', σα. 417-418.
19 όπ.π., α. 420.
20 όπ.π.,σσ.418 καί 420.

































Η στρατηγική και εμπορική σημασία της Λεμεσού κατά τον πρώτον αιώνα της Φραγκοκρατίας

ΝΙΚΟΥ  ΚΟΥΡΕΑ Επετηρίδα Κυπριακών Σπουδών τόμος Δ’

Στην ανακοίνωση αυτή θα εξεταστεί η σημασία και η εξέλιξη της πόλης της Λεμεσού κατά τα πρώτα εκατό περίπου χρόνια της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο. Στο πρώτο μέρος της ανακοίνωσης θα γίνει ανασκόπηση της στρατηγικής σημασίας της πόλης, ενώ στο δεύτερο μέρος θα εξεταστεί η εμπορική της σημασία.

                                                                      ΜΕΡΟΣ Α:
Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΕΜΕΣΟΥ
Η Λεμεσός από τα τέλη του 12ου αιώνα και καθ' όλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα είχε αναμφισβήτητη στρατηγική σημασία, όχι μόνο για τους Λατίνους, οι οποίοι κατέκτησαν την Κύπρο το 1191, αλλά και για τους Μουσουλμάνους εχθρούς τους. Από γεωγραφικής άποψης είναι το καλύτερο λιμάνι της Κύπρου για συγκοινωνίες τόσο με τη Δυτική Ευρώπη, όσο και με την Αίγυπτο. Αυτό το γνώριζαν οι Λατίνοι καθώς και οι Αγγιουβίδες, η Μουσουλμανική δυναστεία η οποία είχε την Αίγυπτο και τη Συρία υπό την κυριαρχία της από το 12ο αιώνα μέχρι τα μέσα του Που. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο βασιλιάς Ριχάρδος Α' της Αγγλίας, φθάνοντας στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της Γ' Σταυροφο¬ρίας, η οποία είχε ως απώτερο σκοπό την ανακατάληψη των Ιεροσολύμων από τους Μουσουλμάνους, έπλευσε στη Λεμεσό. Εκεί ήδη βρίσκονταν η αδελφή του, η Ελεονώρα της Ακουϊτανίας, και η μνηστή του η Βερεγγάρια. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες Δυτικών χρονικογράφων της εποχής, παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις τις οποίες πήραν από τον άρχοντα της Κύπρου Ισαάκιο να παρακαθίσουν σε τραπέζι μαζί του, απέφυγαν επιμελώς να κατεβούν από το πλοίο τους λόγω της δυσπιστίας που έτρεφαν προς το άτομο του. Σε ορισμένες από αυτές τις Δυτικές πηγές προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Ισαάκιος είχε κακομεταχειριστεί Λατίνους ιεροπροσκυνητές, οι οποίοι λόγω θαλασσοταραχής είχαν αναγκαστεί να αράξουν στην Κύπρο. Οι διάφορες Δυτικές πηγές, ωστόσο, οι οποίες ιστορούν την κατάληψη της Κύπρου το 1191 από το βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο δίνουν εκδοχές για την άλωση της Λεμεσού από τις δυνάμεις του που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους.
Το Δυτικό χρονικό "Eracles" του Colbert - Fontainebleau προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Ισαάκιος Κομνηνός και οι δυνάμεις του εγκατέλειψαν τη Λεμεσό και έφυγαν ολοταχώς μόλις εθεάθη ο στόλος του βασιλιά Ριχάρδου να πλησιάζει το λιμάνι της πόλης. Ενώ οι δυνάμεις του αποβιβάστηκαν, ο ίδιος ο Ριχάρδος παρέμεινε πάνω στη γαλέρα του. Εκεί υποδέχτηκε ορισμένους Λατίνους έμπορους οι οποίοι ήσαν μόνιμοι κάτοικοι της Λεμεσού, και είχαν σπεύσει με τις βάρκες τους να τον συναντήσουν και να του δώσουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, ο Ισαάκιος Κομνηνός και οι δυνάμεις του είχαν φύγει για τα βουνά, ενώ ο λαός και οι έμποροι που είχαν παραμείνει στη Λεμεσό ήσαν έτοιμοι να τον υποδεχτούν με χαρά ως κυρίαρχο τους. Ο Ριχάρδος έστειλε τους εμπόρους πίσω στη Λεμεσό, μαζί με δύο ιππότες του, για να διαβεβαιώσουν τον επιτόπιο πληθυσμό ότι οι ζωές και τα αγαθά τους δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο από τον ίδιο και το στρατό. Διέταξε τις δυνάμεις του να στρατοπεδεύσουν σε απόσταση έξω από την πόλη, και τους έδωσε αυστηρές εντολές να μην κακοποιήσουν τους κατοίκους της Λεμεσού.
Κάπως διαφοροποιημένη εκδοχή από την πιό πάνω παρουσιάζεται στο χρονικό που φέρνει την ονομασία La Continuation de Guillaume de Tyr. Όπως ιστορούνται τα πράγματα στο χρονικό αυτό, ο Ισαάκιος Κομνηνός και ο στρατός του άρχισαν να υποχωρούν από τη Λεμεσό μόλις επιβεβαιώθηκε ο κατάπλους του Αγγλικού στόλου στο λιμάνι της πόλης, αλλά δεν κατόρθωσαν να ολοκληρώσουν την υποχώρηση. Ο Ριχάρδος, παρατηρώντας την υποχώρηση, αποβίβασε τις δυνάμεις του εσπευσμένα, διέταξε έφοδο και έδωσε μάχη με τον στρατό του Ισαάκιου στην ίδια την πόλη. Έλαβε μέρος και ο ίδιος στη μάχη, που είχε ως αποτέλεσμα την ήττα του Ισαάκιου και των δυνάμεων του. Η πιο λεπτομερής από τις διάφορες αφηγήσεις που ιστορούν την κατάληψη της Λεμεσού από τις δυνάμεις του Ριχάρδου, βρίσκεται ωστόσο στο χρονικό με ονομασία Itinerarium Peregrinorum et Gesta Regis Ricardi. Σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτού του χρονικού, μια μάχη στα ανοιχτά του λιμανιού της Λεμεσού προηγήθηκε της χερσαίας μάχης μεταξύ των δυο στρατών. Ο στόλος του Ριχάρδου κατά την έλευση του στα ανοικτά του λιμανιού της Λεμεσού βρέθηκε αντιμέτω¬πος με διάφορα εμπόδια, όπως μεγάλα βράχια και καταποντισμένα πλοία, τα οποία είχαν στηθεί εκεί με σκοπό να αποτραπεί η είσοδος του στο λιμάνι. Ο στόλος αντιμετώπισε και τα πυρά των τοξοτών του Ισάκιου, οι οποίοι επάνδρωναν πέντε γαλέρες που βρίσκονταν μέσα στο λιμάνι. Ο Ριχάρδος για να υπερπηδήσει τα εμπόδια αυτά έστειλε μικρά πλοιάρια επανδρωμένα και αυτά με τοξότες, τα λεγόμενα snekas, με εντολή να εξουδετερώσουν τους τοξότες του Ισαάκιου και στη συνέχεια να καταλάβουν το λιμάνι, όπως και έγινε. Με το λιμάνι υπό τον έλεγχο τους, οι Λατίνοι αποβιβάστηκαν και επιτέθηκαν εναντίον των χερσαίων δυνάμεων του Ισαάκιου, που βρισκόταν στην περιοχή του λιμανιού. Ο βασιλιάς Ριχάρδος αποβιβάστηκε σε μετέπειτα στάδιο με επιπρόσθετες δυνάμεις, και με την κάθοδο του ηττήθηκαν οι δυνάμεις του Ισαάκιου και αναγκάστηκαν να διαφύγουν.
Οι διαφορές μεταξύ αυτών των τριών πηγών σχετικά με την κατάληψη της Λεμεσού αφορούν κυρίως το βαθμό αντίσταστης που προσέφεραν οι δυνάμεις του Ισαάκιου Κομνηνού ενάντια σε αυτές του Ριχάρδου. Όλες συμφωνούν ωστόσο ως προς το γεγονός ότι η αποβίβαση των Αγγλικών δυνάμεων έγινε στη Λεμεσό, κάτι που τεκμηριώνει τη στρατηγική σημασία της ως το κυριότερο Κυπριακό λιμάνι κατά την τότε εποχή. Η στρατηγική αξία της Λεμεσού υποδηλώνεται και από την ύπαρξη του λεγόμενου βασιλικού δρόμου έξω από την πόλη, όπως αναφέρεται στο Itinerarium Peregrinorum. Τέτοιοι δρόμοι χρησιμοποιούνταν από το Βυζαντινό αυτοκράτορα και τους αξιωματούχους του, και έτσι η ύπαρξη τέτοιου δρόμου στη Λεμεσό ενδεικνύει τη στρατηγική και εμπο¬ρική σημασία που είχε για τους Βυζαντινούς. Ύστερα από την ολοκληρωτική κατάληψη της Κύπρου, ο Ριχάρδος και ο στρατός του ανεχώρησαν για την Παλαιστίνη, όπου σκόπευαν να πολεμήσουν τους Μουσουλμάνους με τις υπό-λοιπες δυνάμεις της Γ' Σταυροφορίας. Σύμφωνα με το Itinerarium Peregrinorum, ο Ριχάρδος έδωσε εντολή να συγκεντρωθεί ο στρατός του στη Λεμεσό και να επισκευαστούν τα πλοία που θα τους μετέφεραν στην Παλαιστίνη. Η ίδια πηγή ωστόσο μας πληροφορεί ότι ο ίδιος ο Άγγλος βασιλιάς ανεχώρησε όχι από τη Λεμεσό, αλλά από την Αμμόχωστο, όπου επιβιβάστηκε σε "μια από τις καλύτερες και πιο μεγάλες γαλέρες του", διότι βιαζόταν να φθάσει στη Πτολεμαΐδα προτού τελειώσει η πολιορκία της. Φαίνεται ότι οι πλείστες δυνάμεις του Ριχάρδου ανεχώρησαν όντως από τη Λεμεσό για την Παλαιστίνη, αλλά ότι ο ίδιος πήγε από τη Λευκωσία κετευθείαν στην Αμμόχωστο για την αναχώρηση του.
Οι Λατίνοι χρησιμοποίησαν τη Λεμεσό ως χώρο συγκέντρωσης δυνάμεων, αποστολής πολεμικού υλικού, και αναχώρησης για Σταυροφοριακές εκστρατείες καθ' όλη τη διάρκεια του Που αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε από τους Σταυρο¬φόρους της Ε' Σταυροφορίας, που άρχισε το 1217 με πολεμική εκστρατεία εναντίον των Μουσουλμάνων στην Παλαιστίνη. Όταν το 1220 οι Σταυροφόροι, υπό την αρχηγία του βασιλιά Ιωάννη των Ιεροσολύμων, επιτέθηκαν εναντίον της Αιγύπτου, οι Λατίνοι ιππότες της Κύπρου και ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας Ευστόργιος έλαβαν μέρος στην εκστρατεία, και η Λεμεσός χρησιμοποιήθηκε ως σταθμός ανεφοδιασμού. Όπως θα δούμε πιο κάτω, αυτή ήταν και η αιτία μιας Μουσουλμανικής θαλάσσιας επιδρομής εναντίον της Λεμεσού. Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, το 1227, η Λεμεσός προτάθηκε ως χώρος συγκέντρωσης στρατού για νέα σταυροφοριακή εκστρατεία εναντίον των Μουσουλμάνων. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β' ανέλαβε να ηγηθεί αυτής της εκστρατείας και το 1227 οι επιφανέστεροι Λατίνοι ευγενείς από την Κύπρο και τις λατινοκρατούμενες περιοχές της Συρίας και της Παλαιστίνης συγκεντρώθηκαν στην Κύπρο, περιμένοντας την άφιξη του. Το ταξίδι του Φρειδερίκου όμως αναβλήθηκε και τελικά έφθασε στην Κύπρο τον Ιούλιο 1228. Ξεκίνησε με το στρατό του από το Βρουνδίσιον της Κάτω Ιταλίας, και μετά από ταξίδι διαρκείας 24 ημερών έφθασε στη Λεμεσό. Κατά τη διαμονή του στην πόλη, έστειλε πρόσκληση στον τότε αντιβασιλέα της Κύπρου, τον Ιωάννη του Ιβελλίνου, να παρευρεθεί σε γεύμα μαζί του, στο οποίο να φέρει και τα παιδιά του, καθώς και τον ανήλικο βασιλιά της Κύπρου, τον Ερρίκο Α'. Ο αντιβασιλέας αποδέχτηκε την πρόσκληση, αλλά κατά τη διάρκεια του γεύματος ήλθε σε ρήξη με τον αυτοκράτορα διότι αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις εντολές του ότι έπρεπε, μεταξύ άλλων, να του παραδώσει τα εισοδήματα που είχε πάρει ως αντιβασιλέας από τότε που είχε πεθάνει ο βασιλιάς της Κύπρου Ούγος Α'. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με το φεουδαρχικό δίκαιο της Δύσης οι Γερμανοί αυτοκράτορες ήσαν οι κυρίαρχοι της Κύπρου από το 1197, όταν ο πρώτος Λατίνος βασιλιάς εστέφθη από τον απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα, τον επίσκοπο Conrad του Hildesheim. Ένεκα της ρήξης μεταξύ του Ιωάννη και του Φρειδερίκου, ο Ιωάννης με τους οπαδούς του διέφυγαν στο κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, όπου ετοιμάστηκαν να αντισταθούν. Ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος και ο στρατός του προχώρησαν από τη Λεμεσό στη Λευκωσία, η οποία κατελήφθη τον Αύγουστο 1228. Η τελική συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι δύο άντρες ευνοούσε σε γενικές γραμμές τον Φρειδερίκο, ο οποίος έθεσε τα κυριότερα κάστρα της Κύπρου υπό τον έλεγχο των οπαδών του. Αναχωρώντας για τη Δύση στις αρχές του 1229, ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος ξαναπέρασε από τη Λεμεσό, όπου άφησε το νεαρό βασιλιά της Κύπρου Ερρίκο Α', τον οποίο είχε πάρει μαζί του στην Παλαιστίνη. Εκεί τον είχε παντρέψει με την Αλίκη, την κόρη ενός από τους ευγενείς του.
Το 1237 η Λεμεσός επανεμφανίζεται στα σχέδια που οργανώνονται για την έναρξη νέας σταυροφοριακής εκστρατείας εναντίον των Μουσουλμάνων. Ο ευγενής Θιβάλδος της Καμπάνιας ο οποίος είχε οργανώσει εκστρατεία, πήρε συμβουλές από τους Λατίνους ευγενείς, τους κληρικούς και τους εκπροσώπους των Καθολικών στρατιωτικών ταγμάτων, δηλαδή των Τεμπλάρων και των Ιωαννίτων, που βρίσκονταν όλοι στις Λατινοκρατούμενες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, να πλεύσει με τις δυνάμεις του στη Λεμεσό και να συναντηθεί εκεί με τους Λατίνους αξιωματούχους. Προφανώς υπήρχε σκέψη να χρησιμοποιηθεί η Λεμεσός ως ορμητήριο για την επικείμενη σταυροφοριακή εκστρατεία. Οι σύμβουλοι του Θιβάλδου του είχαν δηλώσει ότι η Κύπρος ήταν εξίσου κοντά στην Αλεξάνδρεια και την Πτολεμαΐδα, και ότι θα μπορούσε εύκολα να αντλεί προμήθειες από το νησί. Τελικά όμως ο Θιβάλδος απεφάσισε να μην κάνει σταθμό στην Κύπρο και έπλευσε από το λιμάνι του Aigues Mortes της Νότιας Γαλλίας κατευθείαν στην Πτολεμαΐδα.
Ο σταυροφοριακός ηγέτης ο οποίος πραγματικά αξιοποίησε τα γεωγραφικά πλεονεκτήματα και τις διευκολύνσεις τις οποίες η Λεμεσός παρείχε ως ορμητήριο για εκστρατείες εναντίον των Μουσουλμάνων ήταν ο αρχηγός της Ζ' Σταυροφορίας, ο βασιλιάς Λουδοβίκος Θ' της Γαλλίας. Όπως το Θιβάλδο, ο Λουδοβίκος με τις δυνάμεις του ανεχώρησε από το λιμάνι του Aigues Mortes της Γαλλίας για την Κύπρο, φθάνοντας με το στόλο του στο λιμάνι της Λεμε¬σού στις 17 Σεπτεμβρίου 1248. Το ταξίδι του, όπως και αυτό του αυτοκράτορα Φρειδερίκου, ήταν διάρκειας 24 ημερών, αλλά πρέπει να έγινε από ευνοϊκότερες καιρικές συνθήκες, εφόσον μπόρεσε να καλύψει διπλάσια απόσταση από αυτή του Γερμανού αυτοκράτορα μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Προτού φθάσουν στην Κύπρο, ο Λουδοβίκος και οι αξιωματούχοι του είχαν μεριμνήσει να περισυλλέξουν μεγάλες ποσότητες από σιτηρά, κρασιά και άλογα για τους έφιππους στρατιώτες. Σύμφωνα με το χρονικό του Joinville, ο οποίος έλαβε μέρος και ο ίδιος στην εκστρατεία, οι αξιωματούχοι του Λουδοβίκου είχα αρχί¬σει να αγοράζουν κρασί στην Κύπρο μέχρι και δύο χρόνια πριν από την άφιξη του. Στη Λεμεσό συγκεντρώθηκαν όχι μόνο οι δυνάμεις του βασιλιά Λουδοβίκου, αλλά και αυτές του Κύπριου βασιλιά Ερρίκου Α' των Ιβελλίνων και των Καθολικών στρατιωτών ταγμάτων, δηλαδή των Τεμπλάρων και Ιωαννιτών. Οι τελευταίοι έφθασαν στην Κύπρο από την Πτολεμαΐδα. Ο στόλος του Λουδοβίκου περιλάμβανε και 15 γαλέρες των Γενουατών. Το Λουδοβίκο συνόδευε και ο αδελφός του, ο Κάρολος της Ανδεγαυίας, και στις δυνάμεις του προσετέθησαν σε κατοπινό στάδιο 1,000 ιππότες από τη Λατινοκρατούμενη Συρία, 400 ιππό¬τες από τη Φραγκοκρατούμενη Ελλάδα με αρχηγό τους τον Guillaume de Villehardouin, το Λατίνο πρίγκιπα της Αχαΐας και μια αγγλική δύναμη του κόμητα του Salisbury. Ο στρατός που τελικά απέπλευσε από το λιμάνι της Λεμεσού με προορισμό της Αίγυπτο το Μάιο 1249 αριθμούσε περισσότερους από 25,000 άνδρες, ενώ ο στόλος που τον μετέφερε αριθμούσε 1, 800 πλοία. Ο χρονικογράφος Joinville ο οποίος ήταν και στενός σύμβουλος του βασιλιά Λουδοβίκου, περιέγραψε τη θάλασσα ως κατάσπαρτη με τα πανιά των πλοίων.
Η διαμονή ενός τόσο πολυάριθμου στρατού στη περιοχή της Λεμεσού από το Σεπτέμβριο 1248 μέχρι τον Μάιο 1249 δεν μπορούσε παρά να δημιουργήσει ορισμένα προβλήματα. Αρκετοί πέθαναν εξαιτίας μίας επιδημίας που μάστιζε τις συγκεντρωμένες δυνάμεις των σταυροφόρων, και σύμφωνα με τον ληγάτο του πάπα ο οποίος συνόδευε το στρατό ανάμεσα σε αυτούς ήταν και 260 ιππότες του βασιλιά Λουδοβίκου. Διάφοροι δυτικοί χρονικογράφοι, όπως ο Matthew Paris και ο Raymond Pull, απέδωσαν αυτές τις απώλειες στο ανθυγιεινό κλίμα της Κύπρου, ενώ ο ανώνυμος συγγραφέας του Directorium πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η κατανάλωση των κυπριακών κρασιών χωρίς την προσθήκη νερού "intestina et cerebrum destruunt et comburunt" δηλαδή προκαλούσε εγκαύματα και καταστροφή στα έντερα και στον εγκέφαλο. Η κυπριακή κουζίνα αναφέρεται και αυτή ως ζημιογόνος παράγοντας. Σύμφωνα με το συγγραφέα του Directorium ως αποτέλεσμα της αδράνειας που έπληττε τους στρατιώ¬τες κατά τη μακρόχρονη παραμονή τους στην περιοχή της Λεμεσού, ξέσπασαν καυγάδες και δημιουργήθηκαν έριδες μεταξύ τους. Εκτός από τα πιο πάνω προβλήματα, η μακρόχρονη παραμονή των στρατιωτών στην Κύπρο ήταν και δαπανηρή, σε σημείο που αρκετοί Λατίνοι ευγενείς αναγκάστηκαν λόγω οικονομικών αναγκών να δανειστούν χρήματα από Ιταλούς εμπόρους, δίνοντας ως ενέχυρα τις περιουσίες που είχαν στη Γαλλία. Τα προβλήματα αυτά, που προέκυψαν κατά τη σταυροφοριακή εκστρατεία του βασιλιά Λουδοβίκου επηρέασαν και τις αντιλήψεις των μεταγενέστερων συγγραφέων της Δύσης, οι οποίοι κατά καιρούς υπέβαλλαν προτάσεις για σταυροφοριακές εκστρατείες, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η Κύπρος ως κατάλληλος χώρος για τη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων.
Η στρατηγική σημασία της Λεμεσού ήταν αντιληπτή όχι μόνο στους Δυτικούς χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους εχθρούς τους. Οι μουσουλμάνοι κυρίαρχοι της Αιγύπτου, αρχικά η δυναστεία των Αγγιουβίδων, και από τα μέσα του 13ου αιώνα οι Μαμελούκοι, γνώριζαν πολύ καλά ότι οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν την πόλη και το λιμάνι της Λεμεσού ως χώρο συγκέντρωσης χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων για σταυροφοριακές εκστρατείες εναντίον τους. Γι' αυτό το λόγο έστειλαν στόλο εναντίον της Λεμεσού τουλάχιστο δύο φορές κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα. Η πρώτη επιδρομή έγινε το 1220/1221, κατά τη διάρκεια της Ε' Σταυροφορίας. Οι μουσουλμάνοι παρατήρησαν ότι οι χριστιανικές γραμμές ανεφοδιασμού μεταξύ της Λεμεσού και της Αιγύπτου δεν είχαν επαρκή προστασία, και έστειλαν στόλο που αριθμούσε 20 γαλέρες εναντίον της Λεμεσού. Ο στόλος αυτός κατόρθωσε να κάνει αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον του λιμανιού με αποτέλεσμα να πυρποληθούν πολλά πλοία τα οποία βρίσκονταν μέσα στο λιμάνι. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της επιδρομής μέχρι και 13,000 χριστιανοί. Ας σημειωθεί επίσης το γεγονός ότι ο παπικός ληγάτος είχε πληροφορηθεί από κατασκόπους για την επικείμενη μουσουλμανική επιδρομή, αλλά, παρά ταύτα αμέλησε να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα για να αποτραπεί.
Η δεύτερη μουσουλμανική επιδρομή εναντίον της Λεμεσού έγινε τον Ιούνιο 1271. Ο Μαμελούκος σουλτάνος Baybars, ο οποίος από το 1265 είχε αρχίσει να καταλαμβάνει τις τελευταίες κτήσεις των Λατίνων στην Παλαιστίνη και τη Συρία, έστειλε στόλο εναντίον της Λεμεσού, ίσως για σκοπούς αντιπερασπασμού, μια και ο βασιλιάς της Κύπρου Ούγος Γ' είχε μεταβεί την ίδια εποχή με στρατό στην Πτολεμαΐδα της Παλαιστίνης. Σε αντίθεση με την προηγούμενη επιχείρηση, ωστόσο, η επιδρομή αυτή απέτυχε, διότι τα πλοία του μουσουλμανικού στόλου τσακίστηκαν πάνω στους υφάλους οι οποίοι βρίσκονται στις ακτές των θαλασσών γύρω από τη Λεμεσό. Οι μουσουλμάνοι στρατιώτες και τα πληρώματα του στόλου τους, που αριθμούσαν 1,800 άνδρες, όλοι αιχμαλωτίστηκαν. Η Λεμεσός δεν ξαναείδε μουσουλμανικό στόλο μέχρι το 1426, όταν οι Μαμελούκοι αποβιβάστηκαν εκεί, πρώτα λεηλατώντας και καταστρέφοντας την πόλη, και στη συνέχεια προχωρώντας μετά από τη μάχη που έδωσαν στη Χοιροκοιτία με τις δυνάμεις του βασιλιά Ιανού, να καταλάβουν τη Λευκωσία.
Υπάρχουν διάφορες εκδοχές στις αραβικές πηγές για την αποτυχία αυτής της θαλάσσιας επιδρομής εναντίον της Λεμεσού. Μια από αυτές ισχυρίζεται ότι οι μουσουλμάνοι τιμωρήθηκαν διότι προτού αναχωρήσουν έβαψαν τα πλοία τους μαύρα όπως ήταν βαμμένα αυτά των χριστιανών, με σκοπό να τους ξεγελάσουν, και έπλευσαν στη Λεμεσό με σημαίες οι οποίες έφεραν το σήμα του σταυρού, πάλι για σκοπούς παραπλάνησης των χριστιανών. Άλλη πιο λογική εκδοχή είναι ότι οι μουσουλμάνοι, συνηθισμένοι κυρίως στον χερσαίο πόλεμο, δεν είχαν στη διάθεση τους ικανούς και εμπειροπόλεμους ναυτικούς και πληρώματα για τα πλοία τους. Μια τρίτη εκδοχή από τον Άραβα ιστορικό Qirtay είναι ότι ο σουλτάνος Baybars ανέθεσε την αρχηγία του στόλου σε δύο ναυάρχους αντί σε ένα και ότι τα πλοία τσακίστηκαν στους υφάλους γύρω από τη Λεμεσό επειδή οι δύο αυτοί ναύαρχοι δεν είχαν καλή συνεννόηση μεταξύ τους, ο ένας αδιαφορώντας για την τύχη του συναδέλφου του όταν άρχισαν τα πλοία να τσακίζονται.15

1 "The Old French Continuation of William of Tyre, 1184-97". στο The Conquest of Jerusalem and the Third Crusade, Sources in Translation (εκ. και μετάφρ.) P.W. Edbury (Aldershot, 1996), σσ. 100-102; Chronicle of the Third Crusade, A Translation of the Itinerarium Peregrinorum et Gesta Regis Ricardi, ed. and transl. Helen J. Nicholson, σσ. 182-183.
2 Edbury, Conquest of Jerusalem, α. 176.
3 Edbury, Conquest of Jerusalem, σα. 102-103.
4  Nicholson, Itinerarium, σα. 182-185.
5 "L' estoire de Eracles empereur et la conqueste de la terre d' Outremer", στο Recueil des historiens des croisades, Historiens occidentaux, 5 vols. (Paris, 1844-1895), II, σσ. 321-349, και ειδικά τα χειρόγραφα C, D και G, σσ. 345-346.
6 "Eracles" σσ. 363-364.
7 όπ.π., σ. 31.
8 όπ.π., οα. 58-60.
9 όπ. π., σο. 74-75 και υποσημ. 1; Α. Forey, "Cyprus as a base for Crusading Expeditions from the West", οτο Η Κύπρος και οι Σταυροφορίες I Cyprus and the Crusades, εκ. Ν. Κουρέας και J. Riley - Smith (Λευκωσία, 1995), σ. 70.
10 G. Hill, A History of Cyprus, 4 τόμοι. (Cambridge, 1940-1952), Τόμος Β', σσ. 140-146.
11 Forey, "Cyprus as a Base", σσ. 72-73; Edbury, The Kingdom of Cyprus, σ. 75.
12 "Eracles", σσ. 345-346 χειρόγραφα C, D και G; Hill, τόμος Β ', σ. 87 και υποσημ. 4.
13 P.W. Edbury, The Lusignan Kingdom of Cyprus and its Muslim Neighbours, (Nicosia, 1993), 0.13; P. Thorau, The Lion ol Egypt, Sultan Baybars I and the Near East in the Thirteenth Century (London and New York, 1992) o. 207.
14 Regesta Regni Hierosolymitani. εκ. R. Rohricht, 2 τόμοι (Innsbruck, 1893-1904), II, αριθ. 755a.
15 D. Jacoby, "The Rise of a New Emporium in the Eastern Mediterranean: Famagusta in the Late Thirteenth Century", στο Μελέται και Υπομνήματα. Τόμος Α' (Λευκωσία, 1984), σ. 155 και υποαημ. 51-52.






Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Mutatis mudantis

Η δεκαετία του 1930 ήταν για τη Λεμεσό όπως και για ολόκληρη την Κύπρο μια από τις δυσκολότερες στη σύγχρονη ιστορία της. Η λαϊκή εξέγερση και τα γεγονότα του 1931 γνωστά ως «Τα Οχτωβριανά» και η σκληρή δικτατορία του τότε άγγλου κυβερνήτη Ρίτσμοντ Πάλμερ, γνωστή ως «περίοδος της παλμεροκρατίας», μαζί με την οικονομική εξαθλίωση αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης αλλά και της δυσβάσταχτης φορολογίας των άγγλων δημιουργούσε κοινωνικές συνθήκες δύσκολες. Κι όμως σε τέτοιες συνθήκες τα χαρακτηριστικά σκίτσα που ακολουθούν παρακάτω, του γνωστού δημοσιογράφου και ζωγράφου Γεώργιου Φασουλιώτη, δημοσιευμένα στη σατιρική εφημερίδα του «Το Γέλιο», που εξέδιδε την εποχή εκείνη, μαρτυρούν συμπεριφορές και συνήθειες που μας θυμίζουν τις σημερινές συνθήκες παρόμοιες (οικονομικά τουλάχιστον), (τηρουμένων των αναλογιών), στις οποίες και σήμερα ζούμε στη Κύπρο. Κάθε άλλο σχόλιο περιττεύει…


(Κάνετε κλικ στις εικόνες για μεγένθυνση και πιο ευκρινή  ανάγνωση)

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

"Της γειτονιάς μας ο τρελός"...


Οι δυό "τρελοί" της Λεμεσού Αρκοντής και Κκιαζίμης"


V. ΤΥΠΟΙ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

1.0 Αρκοντής
Ο Αρκοντής ήταν ο πιο επιφανής "τρελλός" της εποχής μας (μέσα του 20ου αιώνα). Το αλώνισμα του στη μικρή μας πολιτεία, το απολάμβαναν μικροί και μεγάλοι. Ο κόσμος ούτε καν ενδιαφερόταν από που κρατούσε η σκούφια του. Συνδαύλιζε τις τρέλλες του και γλεντούσε μ' αυτές. Ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή να σπάζει πλάκα κανείς με τον κάθε "τρελλό". Και το κέφι μεγάλωνε ιδιαίτερα, όταν συναντιόνταν οι δύο "τρελλοί", ο Αρκοντής και ο Κιαζίμης που, ανταγωνιζόμενοι για την ίδια πελατεία δεν χώνευαν ο ένας τον άλλο, ερχόντουσαν στα χέρια, για να επέμβει κάποια στιγμή η αστυνομία. Διηγούνται ότι κάποια φορά που οι δύο "τρελλοί" είχαν οδηγηθεί στο δικαστήριο, απολογούμενος ο Αρκοντής ρώτησε τον δικαστή κατά πόσο δύο τρελλοί μπορούν να περιφέρονται στην ίδια πόλη. Και ο δικαστής δεν δίστασε να ανταποκριθεί στο μήνυμα μοιράζοντας τη Λεμεσό στους δύο "τρελλούς". Όμως τα σύνορα παρέμειναν αφρούρητα και ήταν επόμενο η συνοριακή περιοχή να γίνεται συχνά θέατρο πολέμου, όπου οι πέτρες αποτελούσαν το κυριότερο όπλο.

Οι καυγάδες των δύο "τρελλών" ήταν το ψωμοτύρι των χασο-μέρηδων, που το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να τους κουρδίσουν, απολαμβάνοντας έτσι τη λόξα τους. Ωστόσο, δεν είναι αυτό που επέβαλε την αναφορά στον Αρκοντή. Ούτε βέβαια το γεγονός ότι ο Αρκοντής ήταν το νόθο παιδί ενός από τους άρχοντες της πολιτείας μας, που αφού γλέντησε την άμοιρη παραδουλεύτρα του, την πέταξε στο δρόμο προτού αποκαλυφθεί το σκάνδαλο. Αυτή η περιγραφή δε θα μπορούσε να αποτελέσει σκόπευση για ένα κείμενο σχετικά με τα προικιά της Λεμεσού, θα μπορούσε μάλλον να αποτελέσει κίνητρο μόνο για ένα διήγημα ή μυθιστόρημα, με όλες τις συναρπαστικές προεκτάσεις του.

Αποκλειστική σκόπευση, αυτής της περιγραφής, ήταν να αποδώσει την ιδιομορφία της "τρέλλας" του Αρκοντή, όπως από κοντά τη γνώρισε και την εκτίμησε ο συγγραφέας. Και αυτό, σαν αντιπαράθεση προς τα άλλα φαινόμενα κυνηγητού του πλουτισμού της εποχής, που ο συγγραφέας έζησε και περιέγραψε στο προηγούμενο κεφάλαιο.

Η πρώτη φορά (στα 1943), που ο συγγραφέας αντίκρυσε τον Αρκοντή, ήταν στη μεγάλη δημοτική αγορά της Λεμεσού. Τον παρακολουθούσε ξυπόλυτο και ρακένδυτο να προχωρεί από το ένα στο άλλο μαννάβικο: Η πουκαμίσα του ήταν δεμένη με την παντελόνα του, που έμοιζε με άδειο σακκί. Φαίνεται ότι οι μαννάβηδες γνώριζαν το σκοπό της τακτικής πρωινής επίσκεψης του Αρκοντή και τους ήταν ευχάριστο το καλημέρα του. Χωρίς καμιά άλλη κουβέντα ο κάθε μαννάβης τον φιλοδωρούσε με ένα φρούτο, που ο Αρκοντής με χαμόγελο και ένα θερμό ευχα¬ριστώ έριχνε μέσα στην πουκαμίσα του.

Συμπληρώνοντας το γύρο του, ευτυχισμένος από το βαρυφόρτωμα της πουκαμίσας του, που μετατρεπόταν σε φουσκωμένο σακκί, προχωρούσε προς την Πρώτη Αστική Σχολή, που βρι¬σκόταν απέναντι, δίπλα στο Γυμνάσιο, στην οδό Ανδρέα Θεμιστοκλέους.

Το θέαμα του ξυπόλυτου "τρελλού" με την παραφουσκωμένη κοιλιά προκαλούσε τη θυμηδία και οι διαβάτες, που γνώριζαν τον Αρκοντή, αλλά δεν ήξεραν τι βρισκόταν κάτω από την πουκαμίσα αμολούσαν τα πειράγματα τους. Όμως ο Αρκοντής ούτε διάθεση, ούτε χρόνο διέθετε για να ανταποκριθεί με τις συνηθισμένες βωμολοχίες του. Βιαζόταν να προφτάσει, προτού κτυπήσει ο κώδωνας του σχολείου. Φτάνοντας στην ώρα του, καθόταν στα σκαλοπάτια για να ξαποστάσει. Ταυτόχρονα χαϊδεύε τον κρυμμένο θησαυρό του, καλώντας τα παιδιά να πάρουν από το χέρι του εκείνο το φρουτάκι, που ίσως ο πατέρας τους να μην είχε τη δυνατότητα να συμπληρώσει στο καθημερινό καλάθι. Θα πρέπει να θυμίσω ότι, εκείνη την εποχή, η μικρή μας πολιτεία πλημμύριζε από το φτωχολόι.

Ο φίλος παιδονόμος, που φαίνεται ότι από φτωχικό γάλα ήταν βυζασμένος και που παρακολουθούσε το πρωινό εντυπωσιακό φαινόμενο, διηγόταν με πόση στοργή ο Αρκοντής μοίραζε τα φρούτα και με πόση ευχαρίστηση τα δέχονταν τα παιδιά. Τύχαιναν φυσικά και τα ανάποδα που προέρχονταν από τα παιδιά των χορτάτων. Αυτά, όχι μόνο δεν πλησίαζαν τον "τρελλό" αλλά και πετούσαν βαριά λόγια εναντίον του, ενώ αυτός ανταποκρινόταν: "Δεν πειράζει. Νάστε καλά. Δυστυχώς υπάρχουν πολλά παιδιά νηστικά στο σχολείο και τα φρούτα μου είναι λίγα".

Χόρταινε ο Αρκοντής με την ευχαρίστηση των παιδιών. Για τον εαυτό του τίποτε δεν κράταγε. Και όταν τέλειωνε με άδεια την πουκαμίσα και με ένα χαμόγελο που έλαμπε στο πρόσωπο, σήκωνε αργά το χέρι για αποχαιρετισμό, έστω και αν κανένας δεν τον παρακολουθούσε. Τι να σκεφτόταν; Ποιος ξέρει; Πάντως η επόμενη μέρα, πρέπει να ήταν στο κέντρο της σκέψης του. Τι θα συνέβαινε στη συνέχεια του πρωινού, δεν τον απασχολούσε. Αυτό εξαρτιόταν μόνο από εκείνους που ανέμεναν να διασκεδάσουν με τον τρελλάρα.

Κάποια στιγμή ο Αρκοντής έμαθε ότι ο αριστοκράτης πατέρας του είχε χάσει όλα τα πλούτη του. Όλες οι επιχειρήσεις του πήγαν φούντο. Συγγενείς και φίλοι τον είχαν λησμονήσει. Το τι σκέφτηκε ο Αρκοντής όταν το έμαθε, Βγαίνει από το πιο κάτω περιστατικό, που ήταν γνωστό σε ένα πολύ στενό κύκλο.

Φρόντισε ο Αρκοντής και πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας του έμενε μόνος σε κάποιο παλαιό σπιτάκι, σε ένα απόμερο παραλιακό δρόμο. Πήγε εκεί για να κατατοπιστεί. Βρήκε ότι το παραθυράκι του μικρού σπιτιού, ήταν κατάλληλο για το σκοπό που είχε Βάλει στο φτωχό του μυαλό.

Έτσι από την άλλη μέρα, κρυφά από το Θεό και τους ανθρώπους, λίγο πριν από τα χαράματα, θα πήγαινε εκεί και θα έΒαζε στο πεζούλι του παραθύρου λίγα χρήματα, ένα μέρος από εκείνα που προέκυπταν από τα φιλοδωρήματα εκείνων που απολάμβαναν τις τρέλλες του.

Ο πατέρας ανοίγοντας κάθε πρωί το παράθυρο σταυροκοπιόταν. Και θα πρέπει να αναλογιζόταν, ποιος καλός χριστιανός τον σκεφτόταν ... Κι ήταν επόμενο να φροντίσει να λύσει το μυστήριο. Το ελαφρό κροτάλισμα του χρήματος του επέτρεπε να σκεφτεί ότι ο μυστηριώδης ευεργέτης του τοποθετούσε τα χρήματα το πρωί, προτού ακόμη ξημερώσει. Έτσι, δεν είχε τίποτε άλλο να κάμει παρά να παραμονεύσει. Έτσι και έγινε για να μείνει τελικά άναυδος αντικρύζοντας τον απόκληρο γυιό του. Όμως προτού συνέλθει και ανοίξει το στόμα του, άκουσε την οργισμένη φωνή του Αρκοντή: "Πεζεβέγκη, ήταν ανάγκη να ανοίξεις το παράθυρο;" και το άγνωστο γι αυτόν παιδί του, τρέχοντας, χάθηκε από τα μάτια του.

Αυτά τα δύο περιστατικά ήταν υπεραρκετά, για να εκτιμηθεί το βάθος των αισθημάτων του "τρελλού" Αρκοντή. Όμως δεν ήταν μόνο αυτά που επέβαλλαν να τον ξεχωρίσει κανείς από τους άλλους "τρελλούς".

Ένα πρωινό, ο γραμματέας του δημαρχειακού γραφείου ανάγγειλε στον Δήμαρχο ότι ο Αρκοντής επέμενε να τον δει προσωπικά και ότι με κανένα τρόπο δεν κατόρθωσε να του αποσπάσει το λόγο της επίσκεψης.

Χαμογέλασε ο Δήμαρχος και αφήνοντας κατάπληκτο το γραμματέα, έσπευσε να ανοίξει την πόρτα και να καλωσορίσει τον Αρκοντή.

Αμήχανος και με φόβο τι θα συνέβαινε στο διπλανό του δωμάτιο, αποσύρθηκε ο γραμματέας, με την παράκληση του Δημάρχου να κλείσει την πόρτα και να μην αφήσει κανένα να περάσει προτού φύγει ο Αρκοντής.

Πρέπει πολύ να παραξενεύτηκε ο Αρκοντής, όταν ο Δήμαρχος του υπέδειξε να καθήσει. Ήταν αυτός, άνθρωπος ξυπόλυτος να καθήσει σε πολυθρόνα; Γι αυτό χαμογελώντας αποκρίθηκε: Δεν ήρθα για βίζιτα, ούτε εσύ ούτε εγώ έχουμε καιρό. Ήρθα μόνο να σου πω ότι στους μακρυνούς μαχαλλάδες έχει πολλή φτώχεια. Να πάεις να δεις και να δακρύσουν τα μάτια σου. Φτώχεια, φτώχεια! Και άρχισε ακατάσχετα να περιγράφει. Όση ώρα μιλούσε ο Αρκοντής, το θέαμα στα σκαλοπάτια του σχολείου νοερά έπαιρνε διαστάσεις μπροστά στα μάτια του Δημάρχου, ενώ η μορφή του Αρκοντή έλαμπε ανάμεσα στα παιδιά της φτωχολογιάς. Τότε δημιουργήθηκε η επιθυμία στο Δήμαρχο να γνωρίσει πιο πολλά από τα "έργα και τις ημέρες" εκείνου του "ανισόρροπου", που οι συμπολίτες του τον περιτρι¬γύριζαν για να διασκεδάσουν με τις τρέλλες του.

Η ανάγκη για περίσκεψη ώθησε το Δήμαρχο να προτείνει στον Αρκοντή να πάνε μαζί για να δει από κοντά εκείνα που του εξιστορούσε. Προς στιγμή ο Αρκοντής τάχασε. Έμεινε για λίγο αμίλητος. Και όταν συνειδητοποίησε τι είχε ακούσει, αποκρίθηκε με υψωμένη τη φωνή: "Τι είναι αυτά που ακούω Δήμαρχε! Εσύ και εγώ να πάμε μαζί; Δεν θα ντραπείς; Εσύ κοτζάμ Δήμαρχος και εγώ ο γυιός της πελλοβασιούρας να πάμε μαζί; Θα σε πειράξουν οι χαραμοψούμηδες όπως πειράζουν και εμένα. Οι, όι δεν γίνεται. Φώναξε τους ανθρώπους σου και πήγαινε μαζί τους. Θα σας παραγγείλω εγώ πού να πάτε". Το γέλιο του Δημάρχου πλημμύρισε στο γραφείο του. Είχε, τώρα ακόμη ένα στοιχείο για να ανεβάσει τον Αρκοντή πιο ψηλά στην εκτίμηση του και αναλογίστηκε: "Είναι αυτός ο άνθρωπος, που όπως λένε δεν τα έχει τετρακόσια;"

Στη διαδρομή του αυτοκινήτου από τα δυτικά πραματευτάδικα ως το άνοιγμα προς τον τουρκομαχαλά δεν ήταν λίγοι οι περαστικοί, που κραύγαζαν: "Ελάτε να δείτε τον πελλο-Αρκοντή με τον πελλο-Δήμαρχο μας". Επιβεβαιωνόταν για δεύτερη φορά, πόσο βάσιμες ήταν οι έγνοιες του Αρκοντή ...

Ωστόσο η κοινή επίσκεψη στα χαμόσπιτα της φτωχογειτονιάς ήταν το έναυσμα που ώθησε στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο της μικρής μας πολιτείας, να προχωρήσει στην ίδρυση της Παιδικής Στέγης Λεμεσού.

Λεει ο λαός ότι η τρέλλα δεν πάει στα βουνά. Μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς ότι προτιμά να στρατοπεδεύει σε πλείστους λάτρεις ... του πλούτου ή και ρεμπέτες που δεν νοιάζονται για τη ζωή. Όμως η τρέλλα, στον χωρίς πατρογονικό όνομα Αρκοντή, δεν τα κατάφερε να εισχωρήσει. Ο Αρκοντής πέρασε από τη μικρή μας πολιτεία, ως ένας αθάνατος τρελλός φιλόσοφος.

Τον Αρκοντή τον έχασε η Λεμεσός και ίσως κανένας να μη γνωρίζει, που είναι ο τάφος του. Όμως εκείνοι, που έζησαν μερικές πτυχές της ζωής του, τον κρίνουν ως σύμβολο υψίστης ανθρωπιάς. Ήταν πράγματι τρελός ο Αρκοντής; Η ψυχιατρική θα μπορούσε να καθορίσει τα αίτια και το χαρακτήρα της τρέλλας του. Όμως το κεντρικό κύτταρο των παρατηρήσεων θάπρεπε να αναζητηθεί στη βάση της ανθρωπιάς.




Από το βιβλίο του πρώην Δημάρχου Λεμεσού, Πλουτή Σέρβα, "Τα προικιά της Λεμεσού" με αναμνήσεις από τη ζωή και τη δημαρχεία του. 

"Εν ν' αγκαλέσω τον Θεόν μα ποιος εν να τον κρίνει"...

ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΑΛΛΑΖΟΥΝ

Το νέον έτος 1900 δεν ήταν γραφτό να είναι αίσιο και ευτυχές σύμφωνα με τις τόσες ευχές.
Ούτε ο περίφημος εικοστός αιώνας στάθηκε για το Βασίλη Μιχαηλίδη τυχερός. Από το 1884 δουλεύει στο Νοσοκομείο και στο φαρμακείο όλη σχεδόν την ημέρα. Από την ανατολή του ήλιου ως τη δύση με διακοπή μόνο για το μεσημέρι. Το παρατσούκλι "Σπετσέρης" του το κόλλησαν ακριβώς για τη δουλειά του στο Φαρμακείο.
Όμως με τα χρόνια οι καιροί αλλάζουν. Η ανάγκη για μορφωμένο προσωπικό έρχεται και στη μικρή πόλη της Λεμεσού. Η νέα νοσοκόμα η Miss Christian που προσλαμβάνεται στο νοσοκομείο είναι σπουδασμένη και σε όλα τυπική.
Ο Βασίλης ήταν βέβαια πρακτικός νοσοκόμος και δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με μια μορφωμένη νοσοκόμα. Πολλές φορές θα συζητήσουν και η Miss Christian θα υποβάλλει συνεχώς αναφορές με παράπονα για τη συμπεριφορά του Βασίλη Μιχαηλίδη. Ο Βασίλης πάντα χαρακτήρας νευρικός και ευερέθιστος θα συμπεριφέρεται άγαρμπα. Είναι βέβαια και το ποτό που τώρα τελευταία τον πίνει αντί να το πίνει. Συχνά τα βράδια γυρίζει στο νοσοκομείο μεθυσμένος και ενοχλεί τους πάντες. Οι αναφορές όλο και πληθαίνουν σε βάρος του.
Στο γραφείο του Δημάρχου Λεμεσού Ιωάννη Καραγεωργιάδη ο Δήμαρχος με τα μικρά στρογγυλά γυαλιά είναι σκυμμένος πάνω από ένα μάτσο χαρτιά και γράφει. Δίπλα υπάρχουν ανοιγμένα βιβλία, το γυάλινο μελανοδοχείο και το ημικυκλικό σταμπόχαρτο. Οι πέννες είναι τοποθετημένες οριζόντια η μια πάνω από την άλλη.
Κάποια στιγμή ο Δήμαρχος σηκώνει το κεφάλι και λέει:
"Αντιλαμβάνομαι Βασίλη ότι η αφορμή ήταν ασήμαντη. Πρέπει όμως κάποτε να μάθεις να συγκρατείς το θυμό σου και τα νεύρα σου. Στο κάτω-κάτω ποιος είσαι εσύ για να υψώσεις την φωνή σου προς τον Διοικητή της Λεμεσού τον Ronald Mitchel; Μπορεί ένας νοσοκόμος να αντιμιλά προς τον Άγγλο Διοικητή; Πού ξανακούστηκε αυτό. Για όνομα του Θεού" ρωτά με αγανάκτηση ο Δήμαρχος.
"Και επιτρέπεται κύριε Δήμαρχε για μιαν ασήμαντη αφορμή να με πατσίσει";
'Έ τι θέλεις να κάμουμε βρε Βασίλη; Αγκάλεστον".
Ο Βασίλης γυρίζει "και μ' ένα πικρό χαμόγελο λέει στον Δήμαρχο:
"Εν ν' αγκαλέσω τον Θεόν μα ποιος εν να τον κρίνει
αφού η κρίση μια ένι τζιαι ρίζει την τζιαι τζείνη";
Στην αυθόρμητη αυτή έμμετρη απάντηση ο Δήμαρχος ξεσπά σε γέλια και μαλακώνει τον τόνο της φωνής του.
"Έσιεις δίκαιο, όμως εκάλεσά σε βασικά για άλλο πράμα. Έχει σχέση με τον χαρακτήρα σου στη δουλειά σου. Πάντα ευέξαπτος, νευρικός, φωνακλάς. Πότε επιτέλους θα ηρεμήσεις; Η Miss Christian συνεχώς υποβάλλει παράπονα και ευθύνες εις βάρος σου. Έφτασε στο σημείο να υποβάλει παράπονα και απειλεί με παραίτηση αν δεν συμμορφωθείς. Πρέπει Βασίλη να την υπακούεις γιατί στο κάτω-κάτω είναι σπουδασμένη νοσοκόμα. Δεν λέω και εσύ κάνεις τη δουλειά σου. Γιατρός είμαι και γω και καταλαβαίνω. Όμως υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Το γνωρίζεις ότι από το 1895 οι Άγγλοι επιχορηγούν το νοσοκομείο και έχουν λόγο στο καθετί. Τα φάρμακα εξάλλου είναι σοβαρή υπόθεση. Δεν μπορούμε να παίζουμε με τη ζωή του κόσμου".
"Όμως τόσα χρόνια κύριε Δήμαρχε εκατάφερνά τα. Τώρα θέλω μάστρο";
"Πάλαι άψες ρε Βασίλη. Είσαι σαν την μούττην του δκυόσμη. Εξάλλου (συνεχίζει χαμογελώντας πονηρά) εν τζιαι ωραία κοπέλλα. Έβρε το κουμπί της τζιαι θα καλο-περάσεις".
"Ο Θεός τζιαι να μεν μ' αφήκει. Τούτη να ππέσει χαμαί η μούττη της εν ισύφκει να την πκιάσει".
"Πάντως φρόντισε να μην της δίνεις αφορμές, τους κανονισμούς τους ξέρεις πολύ καλά. Κάθε ασθενής θα μπαίνει στο νοσοκομείο μόνο με τα απαραίτητα χαρτιά. Να μην καυγαδίζεις μαζί της, να μην έρχεσαι μεθυσμένος και να αναστατώνεις το νοσοκομείο τις νύκτες. Και κάτι τελευταίο, απαιτεί να κοιμάσαι αλλού".
"Θα υποβάλω γραπτώς τις απόψεις μου κ. Δήμαρχε. Κουράστηκα. Καλύτερα να αναλάβω κάποιαν άλλην υπηρεσία".
"Όπως νομίζεις Βασίλη".
Ο νοσοκόμος σηκώνεται και φεύγει σιγά-σιγά.
Με τις πολλές προστριβές με το προσωπικό του νοσοκομείου ήταν φυσικό να υπάρχουν τιμωρίες για τον Βασίλη Μιχαηλίδη. Τέτοιες τιμωρίες ήταν αποκοπές μισθού στα 1901. Στην ουσία ο μηνιαίος μισθός που πληρωνόταν 3 λίρες και 10 σελίνια μειώνεται σε 2 λίρες και 10 σελίνια
Οι κατηγορίες που αναφέρονται ήταν ανυπακοή σε διαταγές ανωτέρου και συνεχείς φιλονικίες με τη νοσοκόμα. Επιστολή που βρέθηκε στο Δημόσιο Αρχείο φέρει τον πατέρα του Βασίλη Μιχαηλίδη, Χατζημιχαήλ Χατζηκουμπάρο να απευθύνεται προς τον αρχιγραμματέα και να τον παρακαλεί να αναθεωρήσει την μείωση του μισθού του γιου του γιατί ο πατέρας θα εστερείτο της βοήθειας από τον γιο του. Βέβαια μπορεί εύκολα να συμπεράνει κάποιος πως η επιστολή του πατέρα του Βασίλη Μιχαηλίδη ήταν δουλειά του ίδιου του Βασίλη για να μπορέσει να ακυρώσει την μείωση του μισθού του.

Απόσπασμα από το βιογραφικό βιβλίο για τον εθνικό μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη "Ο σπετέρης", του ιστορικού μελετητή Θωμά Μιχαηλίδη.

Ο "προφήτης" καλλιτέχνης...

Ποιός είπε πως οι ποιητές είναι οι προφήτες της εποχής τους; Δίκιο είχε! Μόνο που θα προσθέταμε πως προφήτες είναι και οι καλλιτέχνες. Και ιδού η απόδειξη:
Ο πολυτάλαντος και πολύπλευρος λεμεσιανός ζωγράφος, δημοσιογράφος και καθηγητής της Τέχνης Γιώργος Φασουλιώτης στη σατιρικη εφημερίδα του "Το Γέλιο" δημοσιεύει το σκίτσο αυτό σατιρίζοντας τα συμβαίνοντα στα καμπαρέ της Λεμεσού με τις ρωσίδες "καλιτέχνιδες" και τους λεμεσιανούς ερωτύλους δανδήδες θύματα τους... Ογδόντα χρόνια μετά η Ιστορία επαναλαμβάνεται και πάλιν "ουχί ως φάρσα" ( όπως το λέμε και θα το ξαναλέμε πολλές φορές) στη Λεμεσό και την Κύπρο του σήμερα.

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Η εποχή των ποδηλάτων



Λίγο πριν τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, παρουσιάστηκαν στη Λεμεσό ποδήλατα Ράλλυ με σκελετό και φτερά νικελλωμένα. Οι πρώτοι που κυκλοφόρησαν με τέτοια ποδήλατα ήταν, ο Δημητράκης Α. Χατζηπαύλος, ο Ηλίας ο Χρυσοχός και ο Γιώργος Θεοφύλακτου Μπολτόκ. Η αντικατάσταση της μπογιάς με το νίκελ που άστραφτε, ήταν μια επαναστατική καινοτομία που προκαλούσε τον θαυμασμό μας. Ονομαστοί ποδηλατάδες ήταν, ο Τσιαταλιός, κάτω στην προκυμαία, οι Μανώλης Λημητρίου και Επαμεινώντας, στην οδό Μακεδονίας (Ανεξαρτησίας) και ο Ππίσης κοντά στην εκκλησία της Καθολικής. (σημ. δική μου : λίγο αργότερα ο Κολλητήρης στην Αγίου Ανδρέου). Εκτός της επιδιόρθωσης ποδηλάτων και της συγκόλλησης των ελαστικών τους, οι ποδηλατάδες διέθεταν μεταχειρισμένα ποδήλατα που ενοικίαζαν ιδίως στους νεαρούς, ένα γρόσι την ώρα. Θυμούμαι μια μέρα που κυκλοφορούσα με ποδήλατο χωρίς κουδούνι, πράγμα που απαγορευόταν και με τσάκωσε ο Κάιζερ ο υπαστυνόμος και με διέταξε να πάω αμέσως να βάλω κουδούνι. Κατέβηκα και περπατούσα με τρεμάμενα πόδια από την ταραχή μου, αφού υποσχέθηκα στον αυστη¬ρό υπαστυνόμο, πως πάω κι' όλας να αρματώσω το ποδήλατο με κουδούνι. Ο Κάιζερ, που πήρε το επίθετο του από το μουστάκι του που έμοιαζε απαράλλαχτα μ' αυτό του Κάιζερ της Γερμανίας, ήταν γείτονας μας και περνώντας να πάει σπίτι του στην οδό Θράκης, έπιασε κουβέντα με τον πατέρα μου και βλέποντας με κατέβασε τα φρύδια και τα χείλη του σαν να μου έλεγε: «Μμμ! Μα είναι γιος του μάστρε Γιώργου;» Χαμογέλασα κι' εγώ ικανοποιημένος γιατί δεν με κατάγγειλε στον πατέρα μου κι' ο τρομερός Κάιζερ έπαψε να με φοβίζει. Πού να βρω μισό σελίνι να αγοράσω κουδούνι νια το παλιοποδήλατό μου, αφού μισό σελίνι να αγοράσω κουδούνι ήταν το βδομαδιάτικο μου από τη δουλειά μου στο μαγαζί; Δύο τρεις μέρες ύστερα ενώ ποδηλατούσα στον παραλιακό δρόμο αντίκρισα μπροστά μου τον Κάϊζερ. Αμάν! Τι να του πω! Το μυαλό μου άρχισε να παίρνει στροφές. Πριν να με πλησιάσει, κατέβηκα, πήρα ύφος κακόμοιρο και του λέω: «Είδες τι έπαθα, κύριε αστυνόμε; Είχα το ποδήλατο έξω από το μαγαζί και μου κλέψαν το κουδούνι. Πάω τώρα να μου δώσει ο παπάς μου μισόν σελίνιν να γοράσω άλλο. Εντάξει;» Ο Κάιζερ αντιλήφθηκε την πονηριά μου, κούνησε το κεφάλι δυο τρεις φορές, χαμογέλασε: «Εντάξει», είπε φεύγοντας.

Μιχαλάκης Πιτσιλλίδης

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Οδός Βικτωρίας

Του Μιχάλη Πιτσιλλίδη από το βιβλίο του "Μνήμες της Λεμεσού". Έκδοση Δήμου Λεμεσού 1991.


Δυτικά της Καθολικής, πίσω από το μέγαρο της Μητρόπολης Λεμεσού, βρίσκεται η οδός Ειρήνης, πρώην Βικτωρίας. Το τμήμα της μεταξύ των οδών Ναυαρίνου και Ελλάδος ήταν γνωστό σαν Μαραθευτογειτονιά ή "Μαραθεύτικα". Αυτό τον χώρο διάλεξαν να εγκατασταθούν οι Μαραθεύτες, που εγκαταλείπανε τα χωριά τους για να βρουν καλύτερες συνθήκες ζωής. Οι πρώτοι απ' αυτούς, φαίνεται να ήρθαν εδώ αμέσως μετά τον τερματισμό της τουρκοκρατίας το 1878, όταν η απότομη μεταπολίτευση επηρέασε τις από αιώνες καθιερωμένες αστικές και αγροτικές βιοτικές συνθήκες των Κυπρίων. Από τότε άρχισαν να εμφανίζονται σ' ολόκληρη τη νήσο τα πρώτα συμπτώματα της αστυφιλίας. Στην αρχή κατά μονάδες οι μικροκαλλιεργητές Πίτσιλλοι και Μαραθεύτες, εγκατέλειπαν τα ορεινά και άγονα χωριά τους, για να κατεβούν στην πόλη για μεροδούλι μεροφάι στους αστούς αφεντάδες σαν μισταρκοί. Δούλευαν «γέννημαν βούττημαν ήλιου» στο μαγαζί και το βράδυ έκαμναν διάφορες αγγαρείες στο σπίτι. Το αφεντικό τους τάιζε, τους έντυνε, τους εξασφάλιζε στέγη και τους πλήρωνε μισθό που κυμαινόταν από δέκα σελίνια μέχρι τρεις λίρες τον χρόνο! Μερικοί από αυτούς τους μισταρκούς, ύστερα από μακρόχρονη και σκληρή υπηρεσία, μυημένοι πια στα μυστικά του εμπορίου, πρόσθεταν σ' αυτά την πείρα που απόκτησαν και την έμφυτη οξύνοια και εργατικότητα τους και με κάποια οικονομική ενίσχυση από τους γονιούς τους, ή από πούληση κτημάτων τους στο χωριό, άνοιγαν δικό τους εμπορικό κατάστημα, ιδίως υφασματοπωλείο. Ας αναφέρουμε εδώ ένα φανταστικό γράμμα της εποχής:
«Εν Λεμεσώ, τη 12 Μαΐου 1885
Σεβαστοί μου γονείς, χαίρετε εν Λεμύθου. Πρώτον θέλω να μάθω περί της καλής σας υγείας και εάν ερωτάτε δι' εμέ, δόξα τω Αγίω Θεώ καλώς υγιαίνω έως την σήμερον. Μάθετε ότι έλαβον την ποθητήν σας επιστολήν καθώς και τας ευχάς σας καθώς και τα έξι χρυσά μετζίτια, τέσσερα ναπολεόνια και εν κωνσταντινάτον, που μου αποστείλατε με τον σεβαστόν μου ανάδοχον και θείον Ζηνωνή, καθώς και τας ευχάς σας και σας ευχαριστώ. Τώρα το υφασματοπωλείον που άνοιξα θα το μεγαλώ¬σω και θα φέρω και γιαλλικά και πιατικά και ρούχα μάλλινα ήτοι κασμήρια δια τους φραγκοράφτες. Να πείτε στον σεβαστόν σας κουμπάρον Νικόλαν, ότι περιμένω να μου στείλει εις Λεμεσόν τον φίλτατον υιόν τού Κωστήν δια μισταρκον. Θέλω επίσης και τον φίλτατον υιόν του σεβαστού κουμπάρου σας Θεοχάρη δια μισταρκον, μόλις τελειώσει τας σπουδάς του εις το δημοτικόν σχολείον. Δώστε χαιρετισμούς εις τον άγιον του Θεού ιερέα μας Παπά Νεόφυτον, στον σεβαστόν θείον Χαράλαμπον και σεβαστήν θείαν Ευδοκίαν και σε όλους τους εξαδέλφους, συγγενείς και χωριανούς.
Ασπάζομαι την δεξιάν σας,»

ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ TOY 1895 ΣΤΗΝ "ΧΩΡΑΦΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΗ

Του ερευνητή Τάσου Ανδρέου από το βιβλίο του "Λεμεσός, αναδρομή μνήμης" Εκδόσεις Νόστος 2009


To 1895 ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά για την Κύπρο. Η οικονομική δυσπραγία, οι τοκογλύφοι, η βαριά φορολογία, η αδιαφορία της διοίκησης κ.ά. οδήγησαν σε αδιέξοδο τον ντόπιο πληθυσμό. Την ίδια περίοδο στο Αγγλικό Κοινοβούλιο αμφισβητήθηκε η στρατηγική σημασία της Κύπρου και θεωρήθηκε δυσανάλογα μεγάλη η οικονομική επιβάρυνση που προκαλούσε στην Αυτοκρατορία.
Στις 16 Απριλίου οργανώθηκαν συλλαλητήρια διαμαρτυρίας στην Λευκωσία, Λάρνακα και Λεμεσό. Την προεδρία της οργάνωσης του συλλαλητηρίου στην Λεμεσό ανέλαβε ο δήμαρχος Δημοσθένης Χατζηπαύλου. Ομιλητές καθορίστηκαν από την οργανωτική επιτροπή οι: Γεώργιος Μαληκίδης, Σπύρος Αραούζος και Σίμος Μενάρδος. Το συλλαλητήριο έγινε με μεγάλη συμμετοχή στην χωράφα του Στεφανή (Λανίτη). Ταυτόχρονα συντάχθηκε ψήφισμα "υπό του αγαπώντος την πολυλογίαν Μαληκίδου" (1), όπως με εμπάθεια γράφει ο Ζαννέτος. Τα αιτήματα του ψηφίσματος ήσαν "η ταχεία μετά της ομοφύλου και ομαίμονος Ελλάδος Ένωσις" (της Κύπρου), αλλά μέχρι της πραγματώσεώς της "η ελάττωσις της εν τη Νήσω εξαντλησάσης τον λαόν φορολογίας" (2), που μπορεί να επιτευχθεί, αν ο λαός απαλλαγεί "του άχθους του υπό της Αγγλίας συνομολογηθέντος εις βάρος και εν αγνοία του κυπριακού λαού φόρου της υποτέλειας εξισουμένου προς το ήμισυ των δια καταθλιπτικής φορολογίας εισ¬πραττομένων προσόδων" (φόρος Ζινζιριέ).
Η ανεύρεση της φωτογραφίας του συλλαλητηρίου του I. Π. Φώσκολου, που δημοσιεύτηκε στο αγγλικό περιοδικό "Graphic" του Ιουνίου του 1895, αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη. Πλήθος κόσμου διακρίνεται στην χωράφα Στεφανή, τον καθιερωμένο χώρο των μαζικών εκδηλώσεων (στη θέση της σήμερα συνωστίζονται οι πολυκατοικίες της Μητρόπολης). Οι περισσότεροι είναι βρακοφόροι, αρκετοί άλλοι φορούν τα "Φράγκικα". Στην εξέδρα, στο βάθος, διακρίνεται ένας εκ των ομιλητών να χαιρετά το πλήθος. Οι ελληνικές σημαίες έχουν την αποκλειστικότητα στο συλλαλητήριο, δεν διακρίνονται σημαίες άλλων χρωμάτων και βεβαίως, πουθενά... ποδοσφαιρικές (η ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο)!
Στο μπαλκόνι της διώροφης κατοικίας της Αθηνάς Ρωσσίδου, συζύγου του Κώστα Γαβριηλίδη (Χατζηγαβρίλη), ο κόσμος δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του. Στο βάθος της φωτογραφίας φαίνονται οι περβόλες της οδού Μακεδονίας (Ανεξαρτησίας), που τότε διέθετε ελάχιστες οικοδομές.
Ο υπότιτλος του "Graphic" παρουσιάζει ενδιαφέρον: "Μαζική συγκέντρωση ΤΟΥΡΚΩΝ Κυπρίων στην Λεμεσό με αίτημα την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και αν δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση της, προς το παρόν, την κατάργηση της ετήσιας φορολογίας των 92.500 λιρών, που πληρώνονται στην Τουρκία βάσει της συμφωνίας του 1878." Τούρκοι της Κύπρου, με ελληνικές σημαίες, απαιτούν την..Ένωση! Ο υπερρεαλισμός ευδοκι¬μούσε ακόμη και στην Γηραιά Αλβιόνα.

(1) Φίλιου Ζαννέτου "Ιστορία της Νήσου Κύπρου", τόμος Β', σελ. 844, Λάρνακα 1911

(2) Ο.π.σελ.845







Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

O TEMPORA O MORES ( Ω ΚΑΙΡΟΙ Ω ΗΘΗ !) Νούμερο 4

Η Ιερόδουλος, ο Πόκλανος ο ... βαρύμαγκας του ΄30 και οι μαχαιρωμένοι αστυνομικοί!

Εφημερίδα Παρατηρητής της Λεμεσού 17 Σεπτεμβρίου 1930

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Γυναικείες ... «ψυχώσεις»


Παρόλο που η επιθυμία κάθε γυναίκας όλων των αιώνων και όλων των εποχών ήταν να είναι ωραία, να αρέσει και ελκύει στο ανδρικό φύλο, φαίνεται ότι οι αισθητικές αντιλήψεις κάθε εποχής ποικίλλουν, προσαρμοζόμενες συγχρόνως προς αυτές και τα πρότυπα της γυναικείας ομορφιάς. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα τα ωραία παχουλά γυμνά γυναικεία πρότυπα των αναγεννησιακών και άλλων μεγάλων ζωγράφων και ιδιαίτερα του Τιτσιάνου και του Μποτιτσέλλι.
Αυτό όμως που συμβαίνει σήμερα φαίνεται πως ανάγεται στη σφαίρα της ομαδικής ψύχωσης.
Στα διάφορα γυμναστήρια και beauty salons που ξεφυτρώνουν καθημερινά σε κάθε γειτονιά της πόλης σαν μανιτάρια ,συνωθούνται μέρα νύχτα και «κτυπιούνται» μαζοχιστικά με τις ώρες, δεκάδες εκατοντάδες γυναίκες πληρώνοντας όσα όσα τον υποσχόμενο παράδεισο της απώλειας σημαντικού βάρους μέσα σε λίγες μέρες με κάθε είδους «επαναστατικές» μεθόδους και «εφευρέσεις».
Κι όμως, τίποτα δεν είναι καινοφανές σ’ αυτό τον κόσμο. Μια παρόμοια ψύχωση (τηρουμένων πάντα των χρονικών αναλογιών) κατέλαβε τις λεμεσιανές γιαγιάδες μας και στις αρχές της δεκαετίας του ’30.
Που πολύ παραστατικά την περιγράφει ο παλαιός και καλός λεμεσιανός δημοσιογράφος, μακαρίτης, Γεώργιος Τέμπλαρ στο χρονογράφημα του στην εφημερίδα «Αλήθεια» της 29ης Μαίου 1931» :
«Πρωτοφανής η αθλητική ζωή και κίνησις κάθε δείλη στο γυμναστήριο. Το οποίο γεμίζει από αθλητάς ,αθλητρίας και φιλάθλους. Οι θηλυκοί αθληταί δεν υστερούν των αρσενικών. Τους βλέπεις , αυτούς τους διαβολοθήλυκους, να μπήγουν τη μύτην των σ’ όλα τα αθλητικά αγωνίσματα και να σημειώνουν αξιοσημείωτα ρεκόρ.
Οι γυναίκες μας άκουσαν ότι τότε θα είναι της μόδας, όταν κατορθώσουν να αδυνατίσουν ώστε να φαίνονται πάντοτε λιγερές και κυπαρισσένιες. Και τόριξαν όλες στους μακρυνούς περιπάτους. Πλην εννοείται μιας η δυο που επιμένουν στην παροιμίαν «τα πάχη μας τα κάλλη μας» και τες βλέπεις κάθε απόγευμα να κόβουν μίλια μακρυά από την πόλιν. Υπάρχουν μερικές που ο μικρότερος των περίπατος είνε μέχρι του ποταμού της Γερμασόγειας και άλλες που πλησιάζουν τα σύνορα της παλαιάς Λεμεσού.
Υπάρχουν όμως και μερικές που για να αδυνατίσουν ρουφούν μπόλικο ξύδι κάθε μέρα και άλλες που μένουν νηστικές. Οι τελευταίες κάνουν οικονομίαν στους δικούς των.»
Μέρος όμως του ίδιου χρονογραφήματος και ένα άλλο θέμα ανάμεσα σε άλλα επίκαιρα της εποχής που όπως φαίνεται απασχολούσε την εποχή εκείνη τους λεμεσιανούς και που τόσο από το ύφος όσο και από το περιεχόμενο του κάθε άλλο παρά ... φιλοφεμινιστικά αισθήματα δείχνει να έτρεφαν οι παππούδες μας για το αποκαλούμενο τότε αντίθετο «ωραίο φύλο»! Ιδού η απόδειξη:
«Μας πληροφορούν ότι τολμηρά θηλυκά της πόλης μας κάμνουν κατ’ αυτάς αίτησιν προς τον αρχιαστυνόμον για να εγγραφούν στο αστυνομικό τμήμα. Ιδίως της καταδιώξεως...
Είνε έτοιμες να βάλουν και φέσι. Και φαντασθήτε αν στο εξής αντικρίζουμε θηλυκούς ζαπτιέδες. Τότε ασφαλώς ο καθείς θα ήθελε να κάμη μιαν ανησυχίαν η ένα μικροέγκλημα δια να τον συνοδεύση ένας ωραίος καλός κόμματος, εις το αστυνομικό τμήμα. Ασφαλώς τα μικροπταίσματα θα πολλαπλασιασθούν, οι δε αρσενικοί ζαπτιέδες θα γίνουν απεχθέστατοι.
Κάποιος όταν άκουσε την απόφασιν αυτήν των μερικών τολμηρών θηλυκών μας εδήλωσεν ότι όχι μόνο θα δεχόταν να τον συνώδευεν ένας ωραίος θηλυκός ζαπτιές στο φρέσκο, αλλά και αν του έβαζε και το σχοινί της κρεμάλλας στον λαιμόν, θα ήτο πολύ ευχαριστημένος.
Εμείς του λέγουμε πως το καλλίτερο για αυτόν είνε να θέλη να τον δέσουν τα θηλυκά με σχοινί γιατί με τες ιδέες που έχει είνε πράγματι για δέσιμο.»
Κι όμως 80 χρόνια μετά η γυναίκα έφτασε επάξια στην ιεραρχία του αστυνομικού σώματος μέχρι του βαθμού του υπαρχηγού.

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

Παιδικές αναμνήσεις

Το χιλιοειπωμένο και κοινότοπο «μια φωτογραφία χίλιες λέξεις» ισχύει και εδώ. Πόσες αναμνήσεις δεν μπορεί να ξυπνήσει η παρακάτω φωτογραφία τραβηγμένη στον παραλιακό έξω από την Φραγκοκλησιά ( εξ ου και οι καλογριές).* Οι κάπως παλιότεροι θα θυμούνται τον Πάγκαλο τον μαχαλλεπάρη που εκεί έξω από το ΓΣΟ μας πρόσφερε το δροσερό μαχαλλεπί του ή το ρυζόγαλο του δίνοντας μάλιστα την ευκαιρία να το «κερδίσουμε» παίζοντας το στην μικρή ρουλέτα που διέθετε «το μαγαζί», στρατεύοντας μας έτσι και στο τζόγο… Λέτε οι καταβολές της σημερινής τζογομανίας όπου… κάθε καντούνι και καζίνο, ενώ η κυβέρνηση Χριστόφια είναι σφόδρα εναντίον της δημιουργίας «επίσημων» καζίνο;
Στο βάθος της φωτογραφίας διακρίνεται και ο Κάκος ο φιστουκάρης με το αμαξούδι του το οποίο μαζί με την σύζυγο του Κάκαινα το στάθμευε και έξω από την Δευτέρα Αστική στη Γλάδτσωνος προσφέροντας μας ένα ολόκληρο παιδικό παράδεισο: φυστούτζια, κουδαμέ, και άλλους ξηρούς καρπούς αλλά και ζίζιφα, κουννάπια, πομιλίες, μόσφιλα και.. άλλα «ζαρζαβατικά»! Και εκείνες τις κουφέττες του ζουκκιού με το μοναδικό άρωμα τους.
Όλα αυτά δεν είναι πια παρά νοσταλγικές παιδικές αναμνήσεις για όσους είχαμε την τύχη να τα ζήσουμε…

*Προέρχεται από το εξαίρετο βιβλίο του ερευνητή Τάσου Ανδρέου, «Λεμεσός αναδρομή μνήμης» που σας συστήνουμε ανεπιφύλακτα να αποκτήσετε.
Το ενδιαφέρον απο ιστορικής πλευράς με αυτή την φωτογραφία είναι πως ενώ ο Τ.Α. την δημοσιεύει για να αναφερθεί στην οικία του προεξένου και το ιστορικό της, ταυτόχρονα ανακαλύπτουμε  παρεμπιπτόντως και δυό "ιστορικά" πρόσωπα της Λεμεσού, τον Πάγκαλο και τον Κάκο!
 

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Γεώργιος Σωκράτη Φραγκούδης ( 1869-1939): Ένας ρηξικέλευθος οραματιστής

Για τον Γεώργιο Σ. Φραγκούδη, τον ρηξικέλευθο και πολυπράγμονα αυτόν λεμεσιανό οραματιστή, θα επανερχόμαστε συχνά αναδεικνύοντας το τεράστιο, πολύπλευρο και πολυποίκιλο έργο του και την προσφορά του σε ολόκληρο τον ελληνισμό.
Ένα από τα πολλά οράματα του για την ιδιαίτερη του πατρίδα την Κύπρο ήταν η δημιουργία λουτροπόλεων και spa στον τόπο μας μεσούσης της δεκαετίας του 1930 παρακαλώ!
Αφορούσε τις ιαματικές πηγές : Πασιάδα, Πελένδρι, Καλοπαναγιώτη, Μύρτου, Μάτι, Λετύμβου, και Άγιοι Ανάργυροι
Άρχισε τις ενέργειες του για τον σκοπό αυτό το 1935-36 και το 1937 δημιουργεί σχετική εταιρεία με πρώτους μετόχους εκτός από τον ίδιο τους: Ν. Π. Λανίτη, Ζήνωνα Πιερίδη, Ζήνωνα Ρωσσίδη και Φαίδωνα Κωνσταντινίδη.
Δυστυχώς τον πρόλαβε ο θάνατος το 1939 αφήνοντας το όνειρο του απραγματοποίητο.
Μια πρόγευση του μεγαλεπήβολου αυτού εγχειρήματος του δίνουμε με τη δημοσίευση δύο σχετικών και άγνωστων μέχρι σήμερα ανέκδοτων εγγράφων από ένα ογκώδη φάκελο που είχε την ευγενή καλοσύνη να μας εμπιστευτεί η κόρη του Αθηναΐδα, υποσχόμενος να επανέλθω με δημοσίευση όλων των πτυχών του ενδιαφέροντος αυτού θέματος.


Τα πρώτα σπέρματα νυχτερινής ζωής στη Λεμεσό και ο Βασίλης Μιχαηλίδης




Τον Ιούλιο του 1955, το δεκαπενθήμερο ελληνόφωνο κυπριακό περιοδικό της δεκαετίας του ’50 “Τάϊμς οφ Σάυπρους” , με αφορμή την επέτειο της 9ης Ιουλίου 1821, δημοσίευε ένα μακροσκελές άρθρο του Γ.Σ.Λευκονικιάτη για τον εθνικό ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη, που ζούσε στη Λεμεσό από το 1878 μέχρι τον θάνατο του το 1917.
Στο άρθρο αυτό ο Λευκονικιάτης δανείζεται ένα απόσπασμα από σχετική μελέτη του λεμεσιανού ιστορικού μελετητή και λογοτέχνη-ποιητή Γιάννη Λέφκη, για να δικαιολογήσει το πώς ο μεγάλος μας ποιητής φθάνοντας στη Λεμεσό διολισθαίνει σιγά-σιγά στο ποτό καταλήγοντας στο τέλος να γίνει αλκοολικός και να καταφύγει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, στο δημοτικό φτωχοκομείο και να πεθάνει μόνος και εγκαταλειμμένος.
Μέσα από τη μελέτη εκείνη αναδυόταν όμως ταυτόχρονα και μια ενδιαφέρουσα και ανάγλυφη εικόνα της γέννησης της ψυχαγωγίας και της νυχτερινής ζωής στη μικρή Λεμεσό στα πρώτα χρόνια μετά την τουρκοκρατία και την αγγλική κατοχή.
Γράφει ο Λευκονικιάτης:
«Τι ήτανε η Κύπρος στα χρόνια του Βασίλη; Ένας τόπος σχεδόν νεκρός. Ένας κόσμος που έβγαινε από το μακρύ τουνέλι της τουρκικής σκλαβιάς και τα μάτια του ήταν γιομάτ’ από σκοτάδι. Κι η Λεμεσός που σ’ αυτήν ήρθε να ζήσει ο ποιητής δεν ήτανε παρά μια μικρή πολιτεία από 5.000 κατοίκους που ζούσανε μια ήσυχη στενόχωρη ζωή που άρχιζε με το γέννημα του ήλιου και έσβυνε με το άναμα των λύχνων μέσα στα λιγοστά της σπίτια. Καμιά χαρά και καμιά διασκέδαση. Κανένα ξαλάφρωμα για τα κουρασμέν’ απ τη δουλειά νεύρα και μυαλά των ανθρώπων που σκολνούσανε από τις δουλειές τους για να το ρίξουνε στο φαΐ κι’ αμέσως ύστερα στον ύπνο.
Μ΄ αυτό αν ήτανε πρωτίτερ’ ανεχτό ήρθε στιγμή που δε μπορούσε να είναι πια. Οι νέοι, προπάντων όσοι έτυχε να βγούνε έξω ή ν’ ακούσουνε για τη ζωή που έκανε ο κόσμος σ’ άλλα μέρη, με δυσκολία ανεχόντουσαν την καταναγκαστική αυτή κλεισούρα και την έλλειψη κάθε νυχτερινής ζωής. Η ανάγκη να φθείρουνε τη ζωτικότητα τους σε κάτι, ανάγκη πρωτόγονη, ένστιχτο δυνατό και πανίσχυρο που ξεκινάει από την ιδιότητα της ζωντανής ύλης ν’ αυτοκαταστρέφεται, τους έσπρωξε να δημιουργήσουνε κάποια νυχτερινή ζωή, στην αρχή δειλά, όσο που να νικηθεί η αντίδραση των παλιών που πάντα δύσκολα δέχουνται οτιδήποτε καινούργιο, ύστερα πιο θαρετά, ώσπου η κίνηση αυτή ζητώντας κάποια στέγη για να μην είναι πλανόδια και λίγο περισσότερο φως για να μην σκοντάφτει και δεινοπαθεί στα στενοσόκακα της μικρής πολιτείας που αριά και που τα φώτιζε κανένα καπνισμένο παλιοφάναρο που αντιπροσώπευε το φωτισμό της εποχής, έγιν’ αιτία να δημιουργηθούνε τα πρώτα κέντρα νυχτερινής ζωής.
Τα κέντρ’ αυτά δεν ήτανε τίποτις άλλο παρά μικρές ταβέρνες ή μπυραρίες που ιδρυθήκανε είτε από ντόπιους είτε από ξένους που ήρθανε τον καιρό της Κατοχής
Μια τέτοια μπυραρία είχε ανοίξη στη Λεμεσό από κάποιο Μαλτέζο Φελίσε που έγινε ύστερα γνωστή ως η μπυραρία του «Φιλίτς». (Βρισκότανε στο δρόμο που το λένε σήμερα «Βικτωρίας »). Στην αρχή δούλευε μόνο με τους Εγγλέζους αξιωματικούς και στρατιώτες της Κατοχής. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να τραβάει και τους ντόπιους νέους που ζητούσανε να γλεντήσουνε κι αυτοί όπως οι ξένοι. Έτσι σιγά-σιγά η ταβέρν’ αυτή με τη μπύρα της, με τη μουσική της, με τους Εγγλέζους στρατιώτες που όταν μεθούσαν χορεύανε, τραγουδούσανε, παίζανε μποξ η κάνανε αυτοσχέδια νούμερα, γίνηκε το πρώτο κέντρο της νυχτερινής ζωής της Λεμεσού. Αργότερ’ αρχίσανε να ανοίγουνε διάφορες τέτιες ταβέρνες, άλλες για τον «καλό κόσμο» κι άλλες για το φτωχόκοσμο που ήτανε φυσικό να θέλει κι αυτός λίγη χαρά ας είναι και ψεύτικη.
Πιο ύστερα, όσο η πελατεία των νυχτερινών κέντρων μεγάλωνε κι’ ο κόσμος άρχιζε να θέλει κάτι καλύτερο, αρχίσανε ν’ ανοίγουνε τα πρώτα «Καφωδεία» που ήτανε γνωστά πρωτύτερα στον τύπο των «Καφές-Σιαντάντ» του εξωτερικού, με μουσική, ξένες αρτίστες και μικροθιάσους που διασκεδάζανε τον αντρικό πληθυσμό της Λεμεσού- γιατί οι γυναίκες δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουνε τότες- με τραγούδια και νούμερα, μα περισσότερο με την επίδειξη φανταχτερών ευρωπαϊκών εσωρούχων και μερικών εκατοστών γυμνής γυναικείας σάρκας, επίδειξη υπερτολμηρή για την εποχή κείνη που συνόρευε πολύ με την πατριαρχική ζωή του σπιτιού και του γυναικωνίτη και μόνο ο γάμος έδινε ευκαιρία στον άντρα να δει γυμνή γυναικεία σάρκα».
Μέσα λοιπόν στο κλίμα εκείνο, με την δημιουργία των πρώτων ταβερνών , «καφωδείων» και άλλων χώρων αναψυχής (αλλά και «ακολασίας», για τα ηθικά μέτρα της εποχής), ο Λέφκης έγραφε και τα ακόλουθα για τον ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη που τα επικαλείται και ο Λευκονικάτης:
«Μέσα στους πρώτους νέους που γίνανε οι πελάτες και τα θύματα των νυχτερινών κέντρων ήτανε κι’ ο ποιητής μας. Γιατί δεν υπήρχε την εποχή εκείνη τίποτις άλλο να κάμει. Ήτανε εποχή νέκρας και σκοταδιού. Κανένα πνευματικό ενδιαφέρον. Καμιά πνευματική κίνηση. Οι νέοι μαραινόντανε μέσα στα όνειρα τους κι οι πιο μορφωμένοι απ’ αυτούς καταγινόταν με τη λύση σχολαστικών «αινιγμάτων» που δημοσίευε η «Αλήθεια». Ήτανε η μόνη πνευματική απασχόληση. Κάπου-κάπου κάποια πολιτική είδηση φτασμένη από την Ευρώπη ή την Ελλάδα με τη βραδυπορία της χελώνας, τους ζέσταινε λίγο την καρδιά, άναβε τον ενθουσιασμό για να τους ξαναρίξει στο μούδιασμα που φέρνει η έλλειψη ενός παραμικρού κοινωνικού ενδιαφέρου.
Ο ποιητής μας και να ήθελε ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή δε θα μπορούσε. Έκανε κι αυτός όπως οι άλλοι, ότι του επιβάλλανε οι γύρω κοινωνικοί όροι. Νιοφερμένος στη Λεμεσό, νέος, έξυπνος, συγγενής του δεσπότη, με τη φήμη του ποιητή, ευχάριστος στην κουβέντα, ετοιμόλογος και πρόθυμος πάντα να πει μιαν αλατισμένη ιστορία ή ένα αισχρό τραγουδάκι, ήτανε φυσικό να γίνει η παρέα των πιο ζωηρών νέων της εποχής. Έτσι γνώρισε τις ταβέρνες και τα καφενεία, στην αρχή για ένα ορεχτικό όπως ήτανε η συνήθεια, ύστερα για περισσότερα. Ώσπου κατάντησε να παίρνει σβάρνα όλα τα ποτοπουλεία. Και να πίνει…
Το πιοτό έγινε το μεγάλο του πάθος. Το πάθος που τον κυρίεψε σιγά-σιγά, που έσβυσε όλα τα όνειρα, που έκοψε όλα τα φτερά, που τον ταπείνωσε και τον εξευτέλισε για να τον καταντήσει σκουπίδι ανθρώπου.
Ο ίδιος καταλάβαινε το κατρακύλημα του αυτό και μισούσε τη ζωή που έκανε, όπως φαίνεται από μερικούς στίχους ενός τραγουδιού του που τιτλοφορούσε «ο γάμος».
… «Στην φωτιάν τα καφενεία, στάχτη τα ποτοπωλεία,
στάχτη και καπνός να γίνουν μέθη, τσόγος
και πορνεία
πού ’ναι άρπαγες της τσέπης, που’ ναι
πρόξενοι αργίας
και φονιάδες της υγείας»
και πιο κάτω:
… «εις τον διάβολον αι πόλεις
εις τον διάβολον, ας γίνουν βορά όλαι της πανώλους
στου πολιτισμού τα ύψη με το ένα να υψώνουν
και με τ’ άλλο σε κυλίουν μέσα στην διαφθοράν
με το ένα σε χαδεύουν, με το ένα σε μυρώνουν
και με τ’ άλλο σε κυλίουν εις λεκάνην βρωμεράν…»


Φωτογραφίες
1 Η Λεμεσός γύρω το 1878 σε υδατογραφία του Anon
2 H προτομή του Βασίλη Μιχαηλίδη 
3 Η οδός Βικτωρίας , σήμερα οδός Ειρήνης