Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Το παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού και η ιστορία του



 
Το παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα με τα κτήρια να φτάνουν μέχρι τη θάλασσα χωρίς προκυμαία.
«
Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια», που θάλεγε και ο Καβαφης, ότι το παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού, τουλάχιστον προς την πλευρά της θάλασσας είναι από τα ομορφότερα της μεσογειακής λεκάνης.
Έστω κι αν διαφωνούμε με κάποια έργα που έγιναν που, γίνονται η… που θα γίνουν.
Για να φτάσουμε όμως μέχρι εδώ κύλησε πολύ νερό στ αυλάκι.
Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή και να δούμε μερικές πτυχές και  σε πολύ μεγάλη συντομία την εξέλιξη του αυτή με αφορμή ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «Αλήθεια» ημερομηνίας 29 Αυγούστου 1914.
Βγαίνοντας από την τουρκοκρατία και μπαίνοντας στην αγγλοκρατία, το 1878, η Λεμεσός δεν είναι παρά μια μικρή ημικαταστραμμένη πολίχνη που αριθμεί μετά βίας τέσσερις χιλιάδες ψυχές.
Το λιμάνι της υποβαθμισμένο με σχεδόν ανύπαρκτες εμπορικές δραστηριότητες αφού ακόμα και αυτά «τα προικιά της Λεμεσού», κατά τον πρώην Δήμαρχο της Πλουτή  Σέρβα, «ο μαύρος χρυσός» της Κύπρου το κρασί και τα χαρούπια εξάγονται από το πρώτο τότε λιμάνι της Κύπρου τη Λάρνακα.
Από τα πρώτα όμως κιόλας της αγγλοκρατίας η Λεμεσός αρχίζει να παίρνει τα πάνω της και έτσι σύντομα να υπερκεράσει τη Λάρνακα.
  Το εμπορικό κέντρο  απέναντι από τα κυβερνητικά γραφεία όπως τοποθετείται ( με δείκτη) στο απόσπασμα του χάρτη του Κίτσενερ του 1893
Το 1878 αρχίζει να κατασκευάζεται η πρώτη μεγάλη αποβάθρα της Κύπρου για να εγκαινιαστεί το 1881. Το σημαντικό αυτό έργο υποδομής βοηθά τα μέγιστα για να αρχίσει η Λεμεσός να γίνεται το πρώτο εξαγωγικό και εμπορικό κέντρο της Κύπρου και με αυτό να αναπτύσσεται ραγδαία πλέον, οικονομικά, κοινωνικά, πνευματικά, πολιτιστικά και εκπαιδευτικά.
Η πόλη μεγαλώνει τόσο σε πληθυσμό όσο και σε μέγεθος.στην απογραφή του 1891 αριθμεί ήδη 7.500 κατοίκους.
 Το λιμάνι της αρχίζουν να το προσεγγίζουν αυστριακά πλοία και ύστερα πλοία αγγλικών και ελληνικών εταιρειών ενώ παράλληλα αναπτύσσονται και πρώτες κυπριακές, λεμεσιανές, ναυτιλιακές εταιρείες με δικά τους καράβια.
 Σύντομα όμως γεννιέται η ανάγκη για προκυμαίες και  αποθηκευτικούς χώρους και διαμόρφωση της παραλίας έτσι ώστε να έπρεπε να φύγουν τα κτίρια επί της παραλίας που δεν άφηναν ανοίγματα προς τη θάλασσα με εξαίρεση ένα μικρό πλάτωμα μπροστά στο πρώτο διοικητήριο και μετέπειτα τελωνείο της.
  Ένα από τα ελάχιστα ανοίγματα
 επί της παραλίας, παραπλεύρως
 της μεγάλης αποβάθρας
Η εξελισσόμενη αστική δομή δημιουργεί επίσης  πρόσθετες ανάγκες για προστασία από τη διάβρωση και τις φουρτούνες της θάλασσας.
Σταδιακά οι αποθήκες των διαφόρων προϊόντων χαρακτηρίζουν πλέον την παραλιακή περιοχή της πόλης.
Ειδικά κοντά στο τελωνείο αναπτύσσονται αρκετές χαρακτηριστικές αποθήκες οι οποίες προσδίδουν μια ιδιαιτερότητα στο χώρο
Οι συνεχείς ανάγκες για περισσότερο ζωτικό χώρο αυξάνονται και δημιουργούν πιέσεις, αφού και νέα και μεγαλύτερα ατμόπλοια προσεγγίζουν συνεχώς το αγκυροβόλιο.
Το 1912 λοιπόν αφού η Κυβέρνηση αποφάσισε να βοηθήσει χρηματικά το Δήμο, άρχισε να κατασκευάζεται η πρώτη φάση του μόλου της Λεμεσού, της «προκυμαίας».
Ιδού λοιπόν και το δημοσίευμα που αναφέραμε στην αρχή:
«ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑΣ-ΠΙΘΑΝΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΑΥΤΗΣ
Η απόφασις του Δημ. Συμβουλίου.Τα έργα της προκυμαίας Λεμεσού βαίνουν θαυμασίως, εγγίζοντα μάλλον προς το τέλος των. Ούτω ο μεν μώλος κατεσκευάσθη σχεδόν καθ' όλον το μήκος, υπο­λείπεται δ' ή κατεδαφισις των μαγαζειών, ήτις διεξάγεται με κάποιαν βραδύτητα, διότι πολλά τούτων χρησιμοποιούνται ακόμη υπό της Κυβερνήσεως  ως αποθήκαι.
Εκ παραλλήλου γίνεται και η διαπλάτυνσις της μεγάλης αποβάθρας και η πήξις της μικράς. Αμφότερα τα έργα ταύτα ευρίσκονται περί το τέλος των.
Με την προσεχή όμως συμπλήρωσιν των έργων της Προκυ­μαίας γεννάται το ζήτημα, εάν αυτή πρέπει να περιοριστή μέχρι τής οικίας Ούΐτφηλδ, ή αν τουναντίον οφείλει να επεκταθή μέχρι του καφενείου «Ακταίου». οπότε και μόνον δύναται ν' αποτελέση  αληθινήν Προκυμαίαν. Εννοεί­ται ότι καμμία δεν χωρεί επί τού­του διχογνωμία και η πόλις ως είς άνθρωπος, θα ήθελε να ίδη την Προκυμαίαν επεκτεινομένην.
Την γνώμην ταύτην συμμερίζεται, ως είνε επόμενον και το Δημοτικον Συμβούλιον, το όποιον επελήφθη  κατά την προχθεσινήν του σύσκεψιν και του ζητήματος τούτου, και απεφάσισε κατ'  αρ­χήν όπως αναλάβη  την  δαπάνην της εξαγοράς της υπολειπόμενης σειράς κτημάτων, εάν και η Κυβέρνησις ανελάμβανε την δι' ιδίας δαπάνης κατασκευήν της Προκυμαίας  μέχρι του «Ακταίου».     
 Ο παραλιακός μέχρι το Ακταίον πριν γίνει  κατασκευαστεί μόλος την δεκαετία του 30
            
Την πρότασιν ταύτην του Δήμου. υπάρχει ελπίς ότι θα  εγκρίνη η Κυβέρνησις, τοσούτω μάλλον όσω ελαχίστη  σχετικώς θ' απαιτηθή δαπάνη προς  κατασκευήν  του μώλου. Ως  προς δε  το ποσόν των αποζημιώσεων, τάς οποίας  θα πληρώση δια Κυβερνη­τικού δανείου ο Δήμος, τούτο κατά προχείρους  υπολογισμούς  δεν θα υπερβή τας 2 ½ -3 χιλ. λιρών.»
Να διευκρινίσουμε εδώ ότι η οικία Ουίλφιντ που καθορίζεται στο δημοσίευμα ως το όριο του νέου μόλου βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα το Κοντινεντάλ.
Το 1914, απαλλοτριώθηκε και μέρος από τα ερείπια των νοτάδων για να διαμορφωθεί κατάλληλα   ο παραλιακός δρόμος και η προκυμαία,  .
Παράλληλα διαπλατύνεται η μεγάλη αποβάθρα και ανεγείρεται νέα, απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο Κοντινεντάλ, όπου τότε εκεί υπήρχε όπως είπαμε  η οικία Ουίντφιλτ, για να διευκολύνονται οι φορτοεκφορτώσεις από και προς τα πλοία που ελλιμενίζονταν στα ανοικτά.
Οι λεμεσιανοί όμως με το φιλοπρόοδο πνεύμα τους δεν παραμένουν ως εδώ και αρχίζουν να πιέζουν, όπως αναφέρεται και στο δημοσίευμα, για παραπέρα επέκταση της προκυμαίας μέχρι τουλάχιστον το Ακταίο, πράγμα που θα επιτευχθεί αργότερα και θα δώσει τη βάση για ακόμη παραπέρα επεκτάσεις του μόλου, και τέλος την πλήρη κατεδάφιση όλων των παραλιακών κτισμάτων στα δημοτικά όρια, για να καταλήξουμε στη σημερινή ακτή Ολυμπίων.

 
Ο μόλος που δημιουργήθηκε το 1914 και που για μερικά χρόνια ήταν αποθηκευτικός χώρος των εμπορευμάτων για εισαγωγές και εξαγωγές

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Η πρόοδος μιας πόλης


   Χριστόδουλος Σώζος,
 ο «Μέγας Αναμορφωτής», 
δήμαρχος Λεμεσού 1908-1912
Η  διαπίστωση για την πρόοδο μιας πόλης είναι πάντα σχετική  και συγκρίσιμη με το  πρόσφατο παρελθόν της. Με αυτό λοιπόν το βλέμμα παραθέτουμε το πιο κάτω δημοσίευμα από την εφημερίδα της Λευκωσίας «Κυπριακός Φύλαξ» ημερομηνίας 12 Φεβρουαρίου 1911 κάτω από τον τίτλο «Ο  Δήμος Λεμεσού εν προόδω» για να το σχολιάσουμε και να το τοποθετήσουμε στην εποχή που γράφτηκε:
 «Ο μετά τριετίαν επισκεπτόμενος την πόλιν Λεμεσόν, εκπλήττεται υπό της συντελεσθείσης εν αυτή δημοτ. εργασίας προς πάσας τας διευθύνσεις. Αι οδοί και αι πάροδοι σχεδόν πάσαι επιστρώθησαν επι­μελώς και διατηρούνται εν καθαριότητι, οίαν η Λευκωσία ουδέ κατ' όναρ δύναται να φαντασθή, παρά την ζωηράν εν αυταίς κίνησιν φορτηγαμαξών και υποζυγίων, νυν μεν κομιζόντων χαρούπια εις τας αποθήκας και εις την αποβάθραν, νυν δε οίνους και σταφίδας και άλλα. Καθ' εκάστην πρωίαν αι οδοί κυριολεκτικώς στίλβουσιν ως ευρω­παϊκοί, και η Λεμεσός έχει προσλάβει εντός της τριετίας ταύτης όψιν ευρωπαϊκής πράγ­ματι πολίχνης, ενός προαστείου ευρωπαϊ­κής πρωτευούσης.
Η Λεμεσός εντός της τριετίας ταύτης εδημιούργησε τον πρώτον εν Ανατολή δημόσιον κήπον την τε τοποθεσίαν, την έκτασιν, το διάγραμμα και την διάταξιν. Εκοσμήθη πρώ­τος δια πήλινων αντιτύπων των διασημότε­ρων ελληνικών αγαλμάτων και αι έξοδοι φρουρούνται υπό σφιγγών αίτινες προβάλλουσι τον δεξιόν πόδα προς τον επισκέπτην υποδηλούσαι το ευλογον αίνιγμα·. «Τι εστί δημοτική διοίκησις ευσυνείδητος».
Εν τω κέντρω του κήπου επήχθη ωραία και ευρεία εξέδρα δια την Φιλαρμονικήν του Δή­μου μικρόν δ' από ταύτης ανεγείρεται ήδη περικαλλές περίπτερον χάριν των θαμώνων εν θέρει, δι ο προσφέρονται από σήμερον 80 λίραι ετησίως ως ενοίκιον και ούτω καλλωπιζόμενος ο Δήμος δημιουργεί και σημαντικόν εισόδημα ως αντάλλαγμα της ευ­μάρειας ην παρέχει εις το κοινόν.
Η Λεμεσός στις αρχές του 20ου αιώνα
Η υγειονομική του Δήμου υπηρεσία είνε πάντοτε άγρυπνος και έτοιμος και η απολύμανσις της αγοράς και η καθαριότης των σφαγείων, και των σφαγίων η εξέτασις εξα­σκούνται μετ' αυστηρότητος και ακριβείας ουχί ανατολικής. Η μεγάλη δε εξαγωγική εμπορία της Λεμεσού έχει πρόθυμον εις την υπηρεσίαν της το Δημαρχείον, όπερ έχει διοργανώσει άριστα την ειδικήν προς τούτο υπηρεσίαν μετά μιας έτι μεγάλης αρετής της άψογου ζυγίσεως και μετρήσεως.
Η Δημοτική Φιλαρμονική
 με τον μαέστρο της Καλλιγέρη
Η Φιλαρμονική του Δήμου Λεμεσού είνε εν των μάλλον εξιεπαίνων έργων του Δημαρχείου κατά την τριετήν ταύτην, και εντός του σχετικώς βραχέως τούτου διαστήματος εποίησαν μεγάλα άλματα. Η κάθοδος αύτη οφείλεται εις την ακαταπόνητον επιμέλειαν και τον ένθεον εις το καθήκον του ζήλον του διευθυντού αυτής κ. Καλλιγέρη, τροφίμου δια­κεκριμένου του Ωδείου Αθηνών.»
 Πρώτα πρώτα, η θετικότατη  έναντι της Λευκωσίας σύγκριση της Λεμεσού από τον λευκωσιάτη συντάκτη του άρθρου αυτού είναι καταφανής. Δεν διστάζει να της προσδώσει «όψιν  ευρωπαϊκής πολίχνης, ενός ευρωπαϊκού προαστείου» και άλλες πολλές αρετές.
Βέβαια όλα αυτά τα αποδίδει στην «ευσυνείδητον δημοτικήν διοίκησιν», εννοώντας βέβαια την δημαρχία του Χριστόδουλου Σώζου.
 …«φορτηγαμαξών και υποζυγίων,
 νυν μεν κομιζόντων χαρούπια
 εις τας αποθήκας
 και εις την αποβάθραν,
 νυν δε οίνους και
σταφίδας και άλλα»..
Και πράγματι, η δημαρχία του Χρ. Σώζου (1908-1912), υπήρξε για πολλούς μελετητές και ιστορικούς της Λεμεσού η πιο πλούσια, η πιο εμπνευσμένη και η πιο επιτυχημένη μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί ο Σώζος  ως ο «Μέγας Αναμορφωτής». Που δυστυχώς αν δεν διεκόπτετο βίαια με τον ηρωικό θάνατο του, αφού όντας εν ενεργεία δήμαρχος μετέβηκε ως απλός στρατιώτης-εθελοντής στους Βαλκανικούς Πόλεμους και έπεσε μαχόμενος έξω από τα Ιωάννινα στις 12 Δεκεμβρίου 1912 για την απελευθέρωση της πόλης, φανταστείτε τι είχε ακόμα να προσφέρει στην πόλη του.
 Ο παραλιακός δρόμος
της Λεμεσού με το καφενείο
 Ακταίον, γύρω στο 1910 λίγο
πριν ασφαλτοστρωθεί.
Το πολύπλευρο έργο του που σε γενικές γραμμές αναφέρεται και sτο ανωτέρω δημοσίευμα ήταν:
Ο ηλεκτροφωτισμός των δρόμων, ο πρώτος από τις υπόλοιπες πόλεις της Κύπρου, η έναρξη των έργων για την κατασκευή της προκυμαίας της Λεμεσού, τα σημαντικά αντιπλημμυρικά έργα που την έσωσαν σε μεγάλο βαθμό από τη μάστιγα των πλημμυρών που την ταλαιπωρούσαν εκατοντάδες χρόνια, η κατασκευή νέων δρόμων και επίστρωση όλων των δρόμων της Λεμεσού με άσφαλτο καθώς και η ονομασία όλων των οδών της πόλεως.
Η κατασκευή, δενδροφύτευση και επίπλωση με παγκάκια  και η  ανέγερση καφενείου, του  πρώτου στην Κύπρο Δημοτικού Κήπου που θεωρήθηκε τότε ως ο ωραιότερος της Ανατολής και ο στολισμός του με αγάλματα που εισήγαγε από την Ελλάδα.
Η δημιουργία δημοτικής φιλαρμονικής που έδιδε κάθε Κυριακή κονσέρτα μέσα στον  Δημ. Κήπο σε ειδικό χώρο που διαμόρφωσε, προσφέροντας ποιοτική ψυχαγωγία τους δημότες του.
Αγάλματα στον Κήπο.
 Στη φωτογραφία διακρίνεται ο ίδιος
 ο Σώζος με συνεργάτη του 
να καμαρώνει τα έργα κατασκευής
 του Δη. Κήπου.

Κτίζει επίσης καινούργια αποβάθρα ειδικά για την εξαγωγή οίνων και σταφίδων 
Ο Δημόσιος Κήπος της Λεμεσού
 σε καρτ ποστάλ της εποχής.
  Στο βάθος διακρίνεται
η εξέδρα των συναυλιών
 που σήμερα στήνεται
το πατητήρι στη Γιορτή του Κρασιού
 και ένα από τα αγάλματα.

 και βάζει αυστηρούς κανονισμούς για την καθαριότητα της πόλης και δημιουργεί σύγχρονο χοιροσφαγείο και πολλά άλλα που τα παραλείπουμε λόγω χώρου.
Αυστηρός αλλά και δίκαιος, στην εφαρμογή των κανονισμών  και των νόμων δεν δίστασε να οδηγήσει και τον ίδιο τον πατέρα του ακόμα για κάποιο σχετικό   παράπτωμα!      

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Η καθαριότητα της πόλης.


Στενά συνυφασμένη με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες κάθε εποχής
 
 Ο κύριος δρόμος της Λεμεσού (παραλιακός) το 1878
Η καθαριότητα και η συνεπακόλουθη  υγειονομική κατάσταση σε μια πόλη συμβαδίζει σίγουρα με τις εκάστοτε κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της δεδομένης ιστορικής στιγμής.
Φθάνοντας στην Κύπρο το 1878 οι Άγγλοι βρήκαν την  Λεμεσό μια μικρή πολίχνη των περίπου έξη χιλιάδων κατοίκων, σε άθλια κατάσταση από κάθε άποψη λόγω της παντελούς έλλειψης διοικητικής και κοινωνικής μέριμνας από τους Τούρκους κατακτητές. Σπίτια μικρά πλινθόκτιστα χωρίς καμία υγειονομική πρόβλεψη, αποχωρητηρίων και λουτρών, με δρόμους στενούς και χωμάτινους, ακόμα και οι κύριοι της δρόμοι που ήταν τότε μόνο ο παραλιακός και η Αγίου Ανδρέου. Με τα βρομόνερα να χύνονται στους δρόμους και τα ζώα να «λιπαίνουν» τους δρόμους της. 
Ο πρώτος δήμαρχος
Λεμεσού Χριστόδουλος
Καρύδης
Τα ζώα να σφάζονταν όπου λάχαινε, συνήθως στην παραλία για να ρίχνονται τα κατάλοιπα στη θάλασσα
Τα κρεοπωλεία και άλλα εμπορικά φρέσκων τροφίμων και χορταρικών απλώνονταν στους δρόμους εκτεθειμένα στον ήλιο και την μπόλικη σκόνη και στην καλύτερη περίπτωση κάτω από πρόχειρες καλύβες αλλά πάντα σε άθλιες υγειονομικές συνθήκες, με τις μύγες να περιφέρονται και να παχαίνουν! Πρώτο μέλημα του πρώτου Άγγλου διοικητή Warren ήταν να βάλει μια τάξη σε όλα αυτά θεσπίζοντας κάποιους υποτυπώδεις υγειονομικούς κανονισμούς μέχρι που εκλέγηκε το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο υπό τον Χριστόδουλο Καρύδη λίγους μήνες μετά. Η μέριμνα του νεοσυσταθέντος Δημοτικού Συμβουλίου στράφηκε αμέσως στην καλύτερη καθαριότητα της πόλης και μπήκαν κανονισμοί και απαγορεύσεις για ευπρεπέστερη εμφάνιση της.
Από τότε μέχρι σήμερα κύλησε πολύ νερό στ αυλάκι, με τα πάνω και τα κάτω της πόλης, ανάλογα με τις συνθήκες όπως είπαμε. Το 1937 μάλιστα η Λεμεσός πρώτη από όλες τις  πόλεις της Κύπρου αποκτά τα δημοτικά της λουτρά για να λούζονται εκεί, συνήθως κάθε Σάββατο, οι φτωχοί που δεν διάθεταν μπάνιο στο σπίτι τους  και που ήταν και η συντριπτική πλειοψηφία.
 Θα πάρουμε λοιπόν δειγματοληπτικά δυο χρονικές περιόδους με δυο ιλαροτραγικά δημοσιεύματα του λεμεσιανού τύπου.
Μέσα από την έκθεση που ο  δημοτικός υγειονομικός ιατρός Ε. Μάγνης απηύθυνε τον Μάιο του 1916 στον τότε Δήμαρχο Λεμεσού Σπύρο Αραούζο ύστερα από την ανάθεση σε αυτόν του υγειονομικού ελέγχου για την « καθαριότητα και υγεία της πόλεως» και δημοπσιευτηκε  στην εφημερίδα «Σάλπιγξ» της Λεμεσού ημερομηνίας 3/16 Μαΐου 1916, σε απολαυστικό ομολογουμένως περιεχόμενο και ύφος διαβαζουμε:

 Το κουρείο Γ. Γιωργαλλέτου
αρκετά χρόνια μετά το
σχετικό δημοσίευμα.
«Λαμβάνω την τιμήν να γνωστοποιήσω υμίν ότι η δημοτική υγειονομική υπηρεσία επεσκέφθη κατ’ αυτάς άπαντα της πόλεως τα εδωδιμοπωλεία, καφενεία, παντοπωλεία, αρτοπωλεία, κουρεία ως και άπασας τας μάνδρας. Εκ των εδωδιμοπωλείων εύρε τα  μεν καθαρά, τα δε πολύ ακάθαρτα. Εις τους καταστηματάρχας των τελευταίων τούτων επεστήσαμεν την προσοχήν όπως προφυλάττουσιν άπαντα τα είδη, ιδίως δε τον τυρόν, τας ελαίας, τον χαλβάν, το βούτυρον, τον ζάχαριν, τον άρτον κ.τ.λ. από τον κονιορτόν και τας μυίας, φορείς των πολυωνύμων νοσογόνων  μικροβίων. Προς  τούτο επεβάλομεν την χρησιμοποίησιν υαλοφράκτων προθηκών παρά τας θύρας ή τα παράθυρα, συρματοπλέκτων δε ερμαρίων εντός του καταστήματος. Προς τούτοις επεμείναμεν εις το ζήτημα της εν γένει καθαριότητος ήτοι ασβεστώματος των τοίχων, πλύσεως του δαπέδου κατά βραχείας περιόδους, στιλβώσεως των πλαστιγγών κ.τ.λ.
Εκ των καφενείων και ποτοπωλείων τινά μεν εύρωμεν σχετικώς καθαρά άλλα όμως παρουσιάζουσι πολλάς  σοβαράς ελλείψεως ήτοι το δάπεδον ρυπαρόν, τους τοίχους ακαθάρτους, τα χείλη των ποτηρίων και φλυτσανίων εσπασμένα, ακάθαρτα παιγνιόχαρτα. Απαντα τα ελαττωματικά ποτήρια και φλυτσάνια αφηρέθησαν.Κατα την επίσκεψιν μου αντελήφθημεν ότι η πλύσις των ποτηριών και λοιπών σκευών γίνεται πλημμελής διό επεβάλομεν μερικάς υγειονομικάς διατάξεις, ήτοι τα σκεύη να εκπλύνονται πρώτον εις την βρύσιν είτα εις διάλυσιν ποτάσσας και τέλος να εκπλύνονται εν δοχείω περιέχοντι καθαρόν  ύδωρ.
 Η αγορά της Λεμεσού στον  παραλιακό
 στα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας
Κατά την επίσκεψιν των αρτοποιείων εύρομεν ταύτα εν γένει καθαρά, εις μερικά όμως παρατηρήσαμεν πλημμελή εναποθήκευσιν του ύδατος εντός πίθων ενσφηνωμένων εντός της γης όπερ δυσχαιραίνει πολύ τον καθαρισμόν αυτών, διό και επεβάλομεν εις τους ιδιοκτήτας τοιούτων να αντικαταστήσωσι τούτους δι’ υδαταποθηκών άνωθεν του δαπέδου ή να χρησιμοποιώσιν απ’ ευθείας το ύδωρ της βρύσεως.
Η επίσκεψις των κουρείων παρουσίασεν εκτός τινών ευαρίθμων εξαιρέσεων πολλάς ελλείψεις διό και συνέστησα εις τους ιδιοκτήτας αυστηράν τήρησιν των υγειονομικών διατάξεων ήτοι καθαριότητα συχνήν του δαπέδου, των τραπεζίων, καθισμάτων, ξυραφίων, των μηχανών των τριχών, ψηστρών, κτενίων κ.τ.λ. Εις έκαστον δε κουρείον επεβάλομεν δοχείον μετ’ απολυσματικής διαλύσεως προς απολύμανσιν των ξυραφίων προ εκάστου ξυρίσματος.
Τέλος επεσκέφθημεν και τας ανά την πόλιν μάνδρας ας εύρομεν σχεδόν άπασας ακαθάρτους, καθότι οι ιδιοκτήται εναποθυκεύουσι την κόπρον επι μακρόν χρόνον, διό και καταγγείλαμεν τούτους εις την αστυνομίαν δια τα περαιτέρω.
Ελπίζομεν ότι οι ενδιαφερόμενοι  θα συμμορφωθώσιν με τας άνω υγειονομικάς διατάξεις ώστε κατά την προσεχή επίσκεψιν μας να μη ευρεθή η δημοτική υγειονομική υπηρεσία εις την δυσάρεστον θέσιν να επιβάλη ταύτας δικαστικώς.»
Τα πρώτα δημοτικά λουτρά της Λεμεσού και της Κύπρου
Αρκετά χρόνια μετά και παρά την εμφανή πρόοδο της πόλης ένα άλλο δημοσίευμα αντικατοπτρίζει τις σκληρές οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν στη δύσκολη  μεταπολεμική δεκαετία του 40 .
Στην εφημερίδα του «Το Λαϊκόν Βήμα» ο Ευέλθων Πιτσιλλίδης κάτω από τον τίτλο «Για το Δημαρχείον και Ύγειονομείον» γράφει τα εξής κωμικοτραγικά:

«Εις την Στοάν Φράγκου εν Λεμεσώ κάθε λίγες μέρες άγνωστοι ρίπτουσι ξηρά αν­θρώπινα περιττώματα περιτυ­λιγμένα μέρα σε χαρτιά! Αν­τιλαμβανόμεθα, ότι ταύτα προέρχονται από ανθρώπους που το βράδυ ευρίσκουσι κλει­στά τα Δημοτικά Αποχωρη­τήρια και αναγκάζονται να καταφεύγουν εις το εν πάση περιπτώσει αξιοκατάκριτον τούτο διάβημα, θα εισηγούμεθα εις το Δημαρχείον μας, όπως παραμένουν τα Δημοτι­κά Αποχωρητήρια ανοικτά όχι μόνον κατά το διάστημα της ημέρας, αλλά και δι' όλης της νυκτός, διότι υπάρχει πλή­θος πολιτών, όπως και ξένων, που δεν έχουν αποχωρητή­ρια δικά τους και οπως γίνεται παντού καταφεύγουν κα­τά την νύκτα εις τα Δημοτικά τοιαύτα. Εις κανέν μέρος του κόσμου κλειούν το βρά­δυ τα Δημοτικά Αποχωρητή­ρια. Εν ανάγκη πρέπει να διορισθή  και νυκτερινόν προς τούτο προσωπικόν.
Επίσης εφιστώμεν την προσοχήν τού Δημαρχείου και Υγειονομικής Υπηρεσίας εις την από της παραλίας αναδιδομένην αφόρητο δυσωδίαν. Κινδυνεύει εκ ταύτης η υγεία των Λεμεσιανών. Πρέπει να ανερευνηθή η βρωμερά αυτή εστία και να θεραπευθεί το κακόν. Η εξέτασις πρέπει να γείνη  γύρω από τους προς την θάλασσαν οχετούς.»
   
Η στοά του Φράγκου σε πίνακα του Σπύρου Δημητριάδη



Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Ένα μοναδικό και πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο

Το δημοσίευμα στις εφημερίδες της εποχής σχετικά με την προβολή των ταινιών.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης «Λεμεσού μνήμες» που έγινε το Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013 έκπληκτοι και έκθαμβοι, είχαν την τύχη να δουν  για πρώτη φορά ένα σπάνιο κινηματογραφικό ντοκουμέντο.
Και εξηγούμαι:
Το 1917 ένας προοδευτικός και πολυπράγμων λεμεσιανός, ο Αντώνης Πηλαβάκης (1886-1974), γνωστός και από το ομώνυμο επιβλητικό κτήριο, σήμερα βιβλιοθήκη του Δήμου Λεμεσού, φέρνει στη Κύπρο την πρώτη ιδιωτική κινηματογραφική μηχανή λήψης. Αρχίζει αμέσως να κινηματογραφεί τη Λεμεσό και τους παραθερίζοντες στις Πλάτρες και να απαθανατίζει σημαντικά γεγονότα που συνέβαιναν στην πόλη την εποχή εκείνη.


Το πρώτο πλάνο της ταινίας
Τις ταινίες του αυτές τις πρωτοπαρουσιάζει στο Θέατρο Χατζηπαύλου στις 24 Δεκεμβρίου 1917 ( 6 Ιανουαρίου 1918 με το νέο ημερολόγιο).
Στο σχετικό δημοσίευμα στις εφημερίδες της Λεμεσού, που ανάγγελλε την προβολή κάτω από τον τίτλο «ΘΕΑΤΡΟΝ ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟ.ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ » και μας πληροφορεί πόσο σπουδαία πράγματα περιείχαν οι ταινίες αυτές, έλεγε:
«Απόψε Κυριακήν 24/6 Ιανουαρίου 1918.Μεταξύ διαφόρων άλλων εκλεκτών ταινιών: ΑΠΟ ΤΑΣ ΠΡΟΟΔΟΥΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΑΣ.
ΤΑ ΠΑΛΛΕΜΕΣΙΑ ΤΟΥ 1917.Κινηματογραφική ταινία. Ερασιτεχνικώς ληφθείσα και επεξεργασθείσα εν Κύπρω υπό του εν Λεμεσώ καλλιτέχνου κυρίου Αντωνίου Πηλαβάκη ευγενώς παραχωρηθείσα υπό του ιδιοκτήτου.
Η ταινία αρχίζει με την εκ νέου παρέλασιν των γραφικωτέρων και ρωμαντικοτέρων δενδροστοιχιών του Δημοσίου Κήπου Λεμεσού. Εν τω μέσω των υψηλών ευκαλύπτων ξεπροβάλλει σπινθηροβολούσα η προτομή του αθάνατου ΣΩΖΟΥ.



Ο κινηματογραφικός φακός
του Πηλαβάκη απαθανατίζει
 χαριτωμένες κυρίες, κύριους
και παιδιά παραθερίζοντας
στις Πλάτρες.

 
ΠΛΑΤΡΑΙ: Το αριστοκρατικόν μας θέρετρον. Τα Ξενοδοχεία που συγκεντρώνουν την μεγάλην κίνησην. Χαριέστατοι όμιλοι παραθεριζόντων κάμνουν  τον πρωινόν των περίπατον.
ΑΙ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΑΙ του 1917: Τα θεωρεία της Α’ θέσεως πλημμυρίζουν εγκαίρως κόσμον.
Εις την πρώτην γραμμήν διακρίνεται ο Εντιμότατος Διοικητής Λεμεσού και Γεν. Στρατιωτικός Διοκητής της Κύπρου Major ΜΠΟΛΤΩΝ ο οποίος μετ’ εξαιρετικού ενδιαφέροντος παρακολουθεί τας ιπποδρομίας.
Επί της δεξιάς πτέρυγος οι δημοφιλείς βουλευταί κ.κ. ΕΥΓ. ΖΗΝΩΝ και Ν. ΚΛ. ΛΑΝΙΤΗΣ προσέχουν μάλλον εις την κοσμικήν κίνησην παρά το τρέξιμον των αλόγων.
Το ωραίον φύλον ενδιαφερόμενον ζωηρώς εις τ’ αμοιβαία στοιχήματα  εξωτερικεύει την αγωνίαν του με νευρικάς κινήσεις και παταγώδη χειροκροτήματα. Αλλαι αβραί Κυρίαι και Δ/δες παρακολουθούσαι φιλοσοφικώτερον τα ιπποδρόμια αρκούνται να μειδιώσι και χαριεντίζωνται προ του Κινηματογραφικού φακού του κ. Πηλαβάκη.


Το αυτοκίνητο λεμεσιανού με αριθμό εγγραφής LL 025
Η Φιλαρμονική  Λεμεσού υπό την διέυθυνσιν του ρέκτου και εμπνευσμένου μουσικού κ.Γ.Σ.ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΟΥ προσδίδει εις την εορτήν μεγαλητέραν επισημότητα. Η παρέλασις των αλόγων. Οι μεγάλοι δρόμοι.Ο δρόμος μετ’ εμποδίων κ.τ.λ. κ.τ.λ.
ΣΟΥΗΔΙΚΑΙ ΑΣΚΗΣΕΙΣ: Ωραιότατα συμπλέγματα μαθητών.
ΚΑΡΙΚΑΤΟΥΡΑΙ: Το καρικατουριστικόν τάλαντον του κ. ΦΑΣΟΥΛΙΩΤΗ από της οθόνης. Διάφορα σκίτσα γνωστοτάτων φίλων Λεμεσού κ.τ.λ. κ.τ.λ.»






Εκτέλεση διαφόρων χορογραφιών στον Δημόσιο
Κήπο Λεμεσού από χορεύτριες
που σύμφωνα με τον ιστοριοδίφη
Αριστείδη Κουκουνάρη είναι
 οι αδελφές Γεωργία και Ελένη Λοφίτου.

 
Οι ταινίες λοιπόν αυτές μαζί ίσως και με άλλες, έμειναν κλεισμένες ερμητικά για πάρα πολλά χρόνια, κρυμμένες σε ντουλάπια με αποτέλεσμα ο χρόνος από τη μια και η ευαισθησία του υλικού από την άλλη στο πέρασμα του να τις καταστρέψει σχεδόν ολοσχερώς.




 Το κοινό των ιπποδρομιών
Κάποια στιγμή η κόρη του Πιλαβάκη, Ελίζαμπεθ που τις κατείχε, αποφάσισε να τις στείλει στο εξωτερικό για να περισώσει και να συντηρήσει ο,τι μπορούσε να περισωθεί. Αποτέλεσμα συνολικά μονό οκτώ λεπτά προβολής να περισωθούν. Όμως, έστω κι αυτά, πολύ σημαντικά για την μοναδικότητα τους.


Οι νέοι της Λεμεσού εκτελούν
σουηδικές ασκήσεις,προφανώς
στο ΓΣΟ, στα πλαίσια των Πανλεμεσίων.

Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο από τις ταινίες αυτές είναι ότι, επίσης για πρώτη φορά στην Κύπρο, πραγματοποιείται η δημιουργία ταινίας κινουμένων σχεδίων πάνω σε σκίτσα του γνωστού ζωγράφου και σκιτσογράφου Γεωργίου Φασουλιώτη.


 

 


 

 



  
 

 

 




Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Προίκες, προικοσύμφωνα και προικοθήρες.

Ο θεσμός της προίκας είναι διαχρονικός (καθώς επίσης και των προικοθήρων…). Άλλαζε απλώς ανάλογα με τις εποχές μέχρι και σήμερα. Σε παλιότερες εποχές το προικοσύμφωνο ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για ένα μελλοντικό γάμο. Με το τελετουργικό μάλιστα κατάρτισης του λάμβανε και την σχετική νομική του υφή. Καταρτιζότανε κατά την ημέρα του «λογιάσματος» ενός μέλλοντος να τελέσει γάμο ζευγαριού, συνήθως από τον δάσκαλο στην παρουσία του κοινοτάρχη και του ιερέα ο οποίος το παραλάμβανε και το φύλαγε στην εκκλησιά για περίπτωση που θα χρειαζόταν να το επικαλεσθεί στο μέλλον κάποιος από το ζευγάρι. Απόσπασμα από ένα τέτοιο προικοσύμφωνο στη συνέχεια και κάνετε την  σύγκριση σε σχέση με το δημοσίευμα που το ακολουθεί.  

«Προικοσύμφωνον της πρώτης κόρης μας της μεγάλης, θυγατρός εμένα του Κωσταντή της

Μαρικκούς και της μακαρίτισσας της γεναίκας μου της Μαριτσούς, να πάρει νόμιμον άντρα της τον Γιωρκάτζην του Πασκάλη και της καρδιάς μας όλην την ευχήν μας. 4 κονιάματα το πρώτον σε ξύλον ούλον ζάρκα και χοντρόν δκυο δάκτυλα, και τα τρία άλλα σε πευκόξυλον που στάσσει πίσσαν που την μιαν μερκάν την απογιάτιστην. Τρία πουκάμισα τα δκυο μιτσιά και τόναν μεάλον ως χαμαί, δκυο πορεσιανά τέλεια ατρύπητα και ολόγερα, δκυο μεσοφόρκα παοτρικά σαπουνισμένα στον Πιδκιάν ένα ήμισυ ζευγάριν κλάτσες (την άλλην έως να γίνη ο γάμος έχει καιρόν να την πλέξη), έναν φουστάνιν αλατζένον δίμηον και ριωτόν και άλλον ένα που αλατζιάν χρουματιστήν που την εψούμνισα εγιώ ο Κωσταντής της Μαρικκούς πρόπερσι που το παναϋριν της Εληάς, δκυο παννιά (το έναν έχει λίγες τρύπες αλλά ράβκουνται) για το καλορίζικον, δκυό ζευκάρκα παπούτσια (το ένα μισοσολιασμένον εν έχει μήναν), 45πήχες

βρακοζώνιν που φυτίλλιν, τρεις κούβαρους νήμα 167 ½   πήχες, 25 ριάλια, 22 ππαράες και άσπρα, δκυο μαείρισσες καλαωμένες και ένα τηάνιν αγάνωτον, δκυο καντήλες με φκιορούδκια, τέσσερα πιάτα βαθουλά το έναν λλίον ραϊσμένον, έναν μαστραππάν της μακαρίτισσας της στετές μου, έναν φετζιάνιν, έναν κόσσιηνον και μιαν τατσιάν, έναν μιτσίν μαειρισσούιν χωρίς καππάτζιν, έναν χαρτζίξυλον που ξύλον ζωντανόν, έναν λυχνάρι χωματένον,έναν στρώμα με στούππες και τρεις μπακάρηδες για να ράψουν αν θέλουν τζ'άλλον καλλίτερον, ένανκομματούιν χωράφινίσιαμε μιάν κυλίστραν ενός γάρου, 2 όρνιθες μ'έναν πετεινάριν καννάουρον, μισήν οκκάν μακαρολίνια του σιερκού (και αν προφτάσουμεν κάμνουμέν τους τζι'άλλα),2 λίτρες λάιν και 12 ½  δρέμια χαλλούμιν, 40 κλωστές σκόρτους και δκυό βάζους κουτρούβιν.» 



Το δημοσίευμα είναι ένα χρονογράφημα με τίτλο «ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΝΥΜΦΑΙ» στην εφημερίδα «Χρόνος» ημερομηνίας 11 Δεκεμβρίου 1931:   

«Δεν ξέρω αν επροσέξετε αγαπητοί αναγνώσται τις ακόλουθες ειδοποιήσεις, που δημοσιευθήκανε στο περασμένο φύλλο της εφημερίδος μας. Είνε τόσον νό­στιμες ώστε αξίζει να τες σχολιάσουμε σήμερα για λίγο. Λοιπόν: «Νέος ηλικίας 24 ετών, σωφέρ και κάτοχος αυτοκινήτου ζητεί να συνάψη σχέσεις προς τον σκοπόν γάμου μετά νέας 15-20 ετών εχούσης ως προίκα μόνον ένα κλειστόν αυτοκίνητον Σεβρολέ και γνωριζούσης ανάγνωσιν και γραφήν. Αποταθείτε Ν. Χρ. Λοΐζου.» Και παρακά­τω: "Νέος ηλικίας 32 ετών, μικρέμπορος και κάτοχος αρκετής κτηματικής περιου­σίας ζητεί να συνάψη σχέσεις προς τον σκοπόν  γάμου μετά νέας οιασδήποτε ηλι­κίας εγγραμμάτου και εχούσης ως προίκα τουλάχιστον £300.Αι απαντήσεις δέον να γράφωνται ιδιοχείρως. Θα τηρήται δε εχεμύθεια απόλυτος. Απευθυντέον Ε.Δ.Μ.»

Οι   επίδοξοι γαμβροί διαφωνούν, καθ ολοκληρίαν εις μερικά ζητήματα. Ο πρώτος που είνε 24 ετών θέλει την επίδοξον συμβίαν του να είνε μεταξύ 15- 20 ετών ενώ ο άλλος, που είνε 32 ετών και επομένως εγνώρισε περισσότερον την τον νουν και τας καρδίας των ανθρώπων, αδιαφο­ρεί δια την ηλικίαν της   μελλούσης συμ­βίας  του  και  μας δίδει να εννοήσουμε ότι είνε  εις θεσιν να ενώση την τύχην του και με μίαν ογδοηκοντούτιδα δεσποινίδα, αρκεί μόνον να έχη εις το χέρι το κομπόδεμα των 300 στερλινών. Ο πρώτος όμως επίδοξος  είνε πιο πρακτικός και αντί να ζήτηση από την πενθεράν του 40 ομολογίες ή και περισσότερες ζη­τεί ένα  κλειστόν αυτοκίνητον.  Ασφαλώς ελαβεν υπ΄ όψιν του ότι οι ομολογίες του στην σημερινήν εποχήν δεν έχουν   καμιάν αξίαν και  είναι πιθανόν να ξυπνήση ένα πρωί με 40   παλιόχαρτα   στην τσέπην εφ' ώ εις το εξής πρέπει και το σχετι­κο
 
τραγούδι να μεταρρυθμισθή καταλλήλως. Και αντί ο αισθηματίας κανταδό­ρος να τραγουδά

«Κι' αν δεν σου δώσει η μάνα σου σαράντα ομολογίες»…

οφείλει εις το εξής να τραγουδά

«Κι' αν δεν  σου δώση η μάνα σου αυτοκίνητον κλειστόν και μάρκας Σεβρολέ      

θα σε βλέπη να σε χαίρεται σαν Παναγιά στο ράφι.»



Ο δε άλλος, ο οποίος είνε μικρέμπορος και κάτοχος αρκετής κτηματικής περιουσίας μου φαίνεται οι έπεσεν έξω. Έπρεπε να ορίση τουλάχιστον το ανώτατον όριον της ηλικίας της μελλούσης συμβίας του. Διότι έτσι, που το άφισεν απροσδιόριστον είνε πιθανόν ο αριθμός της ηλικίας να συναγωνίζεται τον αριθμόν των στερλινών. Ακόμα δε τον συμβου­λεύω όπως ορίση τας προικοθηρικάς α­παιτήσεις του εις δολλάρια ή φράγκα μή­πως εν τω μεταξύ η λίρα κατρακυλήση και έτσι εκτός της μούντζης του απομείνη και η απροσδιορίστου ηλικίας νύμφη. Το μόνον που μπορεί να σώση την κατάστασιν είνε ότι οι στερλίνες πρέπει να είνε τουλάχιστον 300. Επιδέχονται δηλ. εν ανάγκη οιανδήποτε αύξησιν.

-Καλημέρα σας. Αποδέχομαι τας α­παιτήσεις σας. Η θυγάτηρ μου θα σας δώση την ζητουμένην προίκα.

-Λυπούμαι πολύ. Αλλ' ένεκα του εκ­πεσμού της στερλίνας το ζητηθέν ποσόν δεν με ικανοποιεί πλέον. ΄Εδωσα εντολήν εις την εφημερίδα να προστεθή ένα επί πλέον  μηδενικόν εις το τέλος του ζητουμένου  αριθμού.

Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν δι όσας νύμφας κινδυνεύουν να μείνουν στο ράφι. Ας προμηθευθούν ενα καινουργές κλει­στόν αυτοκίνητον η τριακόσιες λίρες στην τσέπη κι' ας αποταθούν εις τας άνω διευθύνσεις. Θα τηρηθή απόλυτος εχεμύθεια. Ημείς δε δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάμωμεν παρά να ευχηθώμε  όπως γρήγορα ευρεθούν οι νύμφες καθώς και το κλει­στόν αυτοκίνητον και ή τριακόσιες προς χαράν άφατον της τσέπης των επιδόξων γαμβρών.»

 

Απαραίτητη διευκρίνιση: Οι φωτογραφίες των νεόνυμφων είναι από το αρχείο μου και δεν συνδέονται με το σχετικό δημοσίευμα.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Ο Βασίλης Μιχαηλίδης και ένα ατελείωτο σενάριο.

Ανάμεσα στα δεκάδες εκατοντάδες έργα που μου κληροδότησε ο Δάσκαλος Κωστής Κολώτας βρίσκεται και ένας φάκελος με τον τίτλο «Βασίλης».  Σ αυτόν περιλαμβάνεται ένα ατελείωτο σενάριο για τη ζωή και το έργο του εθνικού μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη που θα μπορούσε να γίνει είτε θεατρικό έργο είτε κινηματογραφικό έργο.

Εξ υιοθεσίας λεμεσιανός  ο ποιητής μας  αφού έζησε τα πιο πολλά χρόνια της ζωής του στην πόλη μας όπου και πέθανε το 1917, με πολλές ταλαιπωρίες πρέπει να ομολογήσουμε.

Εκτός από το σενάριο βρήκα και κάποιες ενδιαφέρουσες σημειώσεις για τη ζωή του που θα αποτελούσαν βάση για την εξέλιξη του σεναρίου. Ανάμεσα σ αυτές  και η πιο κάτω σημείωση, ατέλειωτη κι αυτή, με τον τίτλο «Οι συνθήκες της ζωής του  την περίοδο που έγραφε την ΑΝΕΡΑΔΑΝ», με τη δική της ιστορική αξία, που λέει:


Ευτέρπη Μιχαηλίδη- Αραούζου,
ο ανομολόγητος μεγάλος
και ανικανοποίητος έρωτας
του ποιητή που τον ενέπνευσε
να γράψει την «Ανεράδα». «Δεν είχε καμιά επαγγελματική κατοχύρωση. Ως υπάλληλος του Δήμου Λεμεσού, στο νοσοκομείο της πόλης, συχνά κινδύνευσε να χάσει τη δουλεία του. Βέβαια την εποχή κείνη κανένα σχεδόν επάγγελμα δεν είχε κατοχύρωση. όμως  τα οικονομικά του Δήμου, που ανά  πάσαν στιγμή κινδύνευε να τον αναγκάσουν να κλείσει το νοσοκομείο,  ήταν ένας εφιάλτης για τον ποιητή, που πολλές φορές αναγκαζόταν να σκύβει το κεφάλι, να ταπεινώνεται, να σιωπά, μπροστά στο φάσμα της ανεργίας και της πείνας.


Ο φίλος του Βασίλη,
Μιχαήλ Ηρ.Μιχαηλίδης, (δήμαρχος Λεμεσού 1913-14),
 στο σπίτι του συναντούσε ο ποιητής
την αδελφή του Ευτέρπη.
Το περιβάλλον ήταν πρωτόγονο:  Ένα νοσοκομείο-πτωχοκομείο.  Ένα παλιό κτήριο με  γύρω στα 15 κρεβάτια και που δέχεται πτωχούς ασθενείς για θεραπεία, μάλλον για να τους περιθάλψει στις τελευταίες μέρες του βίου των. Οι περισσότερο εισαγόμενοι δεν έβγαιναν ζωντανοί, κι άλλοι δεν έβγαιναν γιατί δεν είχαν πού να πάνε και πώς να ζήσουν. Ο ποιητή ήταν κι ο ίδιος αναγκασμένος να διαμένει και να ζει σ΄αυτό το νοσοκομείο και σ΄αυτό το περιβάλλον. Ζούσε λοιπόν καθημερινά και όλη μέρα, μέσα στην ανθρώπινη δυστυχία και τον ανθρώπινο πόνο.

Ο πρώτος διορισμός του ποιητή ήταν  “ Βασίλειος νοσοκόμος προσωρινώς και διά την εποπτείαν των σφαγείων”.  Και λίγο αργότερα διαβάζουμε στα ίδια πρακτικά: “Βασίλειος επιστάτης του πτωχοκομείου και επόπτης των εν τω σφαγείω σφαζομένων ζώων. Το συμβούλιο θεωρεί καλόν όπως ούτος ξαναγίνει και εκμάθει την φαρμακοποιίαν”    Και τό ωράριο, όπως διαβάζουμε από τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης “ πάντες οι υπάλληλοι  οφείλουσι να είναι εις τα εργασίας των από των ανατολών του ηλίου μέχρι των 12 μεσημβρινής  και από τας 2 ώρας μ.μ. μέχρι των δυσμών αυτού”
Σπύρος Αραούζος,
 δήμαρχος Λεμεσού 1914-1920,
 σύζυγος της«Ανεράδας»
 Ευτέρπης Αραούζου

Κατά τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Λεμεσό, κάποιοι βιογράφοι του μιλούν για ένα σφοδρό κι αποτυχημένο έρωτα. Λένε, (ο Γιάννης Λέφκης) ότι ερωτεύτηκε παράφορα μια πλουσικόρη της Λεμεσού, αδελφή ενός φίλου του. Να σημειώσουμε εδώ ότι στην μεγάλη προσπάθεια του ποιητή να ανέβει κοινωνικά, έκανε παρέα, όπως και στη Λάρνακα πριν, με «αριστοκράτες» νέους της εποχής.

Ο έρωτας λοιπόν αναπτύχθηκε  γιατί ο ποιητής μπορούσε να πηγαίνει και στο σπίτι της κόρης, πράγμα αδύνατο σε εκείνη την εποχή. Κι ακριβώς για τον έρωτά του αυτό έγραψε κάποια ποιήματά του ο ποιητής κι ανάμεσα τους και η Ανεράδα. Τελικά όμως, όπως συχνά συμβαίνει στην εποχή εκείνη ή συχνά αρέσκονται οι σύγχρονοι να φαντάζονται, η κόρη παντρεύτηκε άντρα της τάξεώς της. Κι έτσι ο ποιητής απογοητευμένος, ζήτησε την παρηγοριά στο ποτό  που θα τον οδηγήσει στον αλκοολισμό.

Βέβαια αυτό είναι πιθανόν, όμως φαίνεται είναι επηρεασμένο από παρόμοιες ρομαντικές ιστορίες και ειδύλλια της εποχής εκείνης.  Ας θυμηθούμε τον ατυχή έρωτα του Αχιλλέα Παράσχου και την επιστροφή των ερωτικών του επιστολών που τον ενέπνευσε να γράψει τον παροιμιώδη στίχο “τον κεραυνόν εις φάκελλον ευώδη κεκλεισμένον”»





Ο Βασίλης Μιχαηλίδης (στο μέσον) με τους τρόφιμους του Πτωχοκομείου Λεμεσού το 1916, λίγο πριν πεθάνει. Στο άκρο δεξιά η διευθύντρια Στυλιανή Πισήρη στα χέρια της οποίας ξεψύχησε ο ποιητής ομολογώντας της τον μεγάλο του έρωτα και ζητώντας της να βάλει στο φέρετρο του ένα ξερό λουλούδι που του έδωσε η Ευτέρπη όταν επισκέφτηκε το Πτωχοκομείο ως πρώτη κυρία Λεμεσού και το έκρυβε σαν ακριβό φυλακτό.

  



Η Ανεράδα όπως την φαντάστηκε
 σε χαρακτικό του ο χαράκτης Χαμπής
    στο ομώνυμο βιβλίο που έκανε
 και το αφιέρωσε στη μνήμη του φίλου
 του Κωστή Κολώτα.






             Δύο αποσπάσματα της Ανεράδας σε χαρακτικά του Χαμπή από το ομώνυμο βιβλίο.

   


Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Ιερόδουλες και πορνεία στη Λεμεσό άλλων καιρών

«Από τες γυναίκες αυτές έπαιρναν, οι Τούρκοι
εις τους γάμους των ως ήτο συνήθεια
δια να τους διασκεδάζουν ολίγας ημέρας.»
Σαν μια κάποια συνέχεια των προηγούμενων δημοσιευμάτων μας αναφορικά με την τουρκοκυπριακή κοινότητα της Λεμεσού αυτό σαν μια  διαφορετική πτυχή ενός «πικάντικου»  θέματος που αφορά τις ιερόδουλες και την πορνεία στη Λεμεσό από τον 19ο αιώνα και την Τουρκοκρατία μέχρι την Ανεξαρτησία. Ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε στο μέλλον σε όλη του την πολύ ενδιαφέρουσα έκταση αφού αποτελεί μια σημαντική αλλά και σημαδιακή πλευρά της κοινωνικής ζωής στη Λεμεσό με πολλές άλλες  προεκτάσεις.
Η «συμβολή» των τουρκοκυπρίων γυναικών στο θέμα  ήταν φαίνεται αρκετά σημαντική αν κρίνουμε από  τα σχετικά κείμενα που θα παραθέσουμε και αφορούν διάφορες εποχές.
Ο Ευστάθιος Παρασκευάς- Παλαίμαχος  στο γνωστό μας πλέον βιβλίο «Παλαιαί Αναμνήσεις» αναφέρει στο κεφάλαιο «Νοοτροπίαι και συνήθειαι άλλοτε εν Κύπρω», την εποχή της τουρκοκρατίας γύρω στο 1870, τα ακόλουθα:

«ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
Συχνά ήκουσα όταν υβρίζοντο γυναίκες του λαού να λέγη ή μια της άλλης. «Βρά γραμμένη της Χώρας». Έμαθα ότι η φράσις εσήμαινε την «πόρνην». Εις την Λευκωσίαν, μου είπαν οι παλαιότεροι, υπήρχε εις την αστυνομίαν βιβλίον μέσα στο οποίον εγράφοντο όσες γυναίκες ήσαν δηλωμένες πόρνες. Το βιβλίον αυτό ελέγετο «γράφτουσα». Από τες γυναίκες αυτές έπαιρναν, οι Τούρκοι εις τους γάμους των ως ήτο συνήθεια δια να τους διασκεδάζουν ολίγας ημέρας. Δηλαδή οι εκτός της Λευκωσίας έγραφον και ήρχοντο τα γύναια αυτά με πληρωμήν, εχόρευαν εις τον γάμον, εις την παρουσίαν βέβαια μόνο των ανδρών, οι οποίοι τες εκάθιζαν εις τα γόνα­τα τους τες «επλούμιζαν», δηλ. τους εκολλούσαν πάνω στο μέτωπόν τους νομίσματα. Η συνήθεια αυτή εκράτησε και μερικά χρόνια, αλλά οι Λεμεσιανοι Τούρκοι δεν είχαν πλέον ανάγκην να προσκαλούν από την Λευκωσίαν τοιαύτας γυναίκας διότι υπήρχαν πλέον εις την πόλιν μας τέτοιες γυναίκες.»
Κάνοντας ένα μεγάλο χρονικό άλμα πάμε στη δεκαετία του 20 όπου σε ένα δημοσίευμα τής 26ης Νοεμβρίου 1921 διαβάζουμε: «Δεν είναι δυνατόν να γείνη ένα έλεος δια τα καφέ-αμάν της πόλεως μας, τα οποία αυξάνονται και πληθύνονται από ημέρας  εις ημέραν; Τα ουρλιάσματα των άτυχων αυτών καλλιτέχνιδων ως επί το πλείστον ενοχλούσι τους κεντρικωτέρους δρόμους. Και σκεφθήτε την εντύπωσιν, την οποίαν προξενούσι εις ένα  ξένον. Μόνον εάν η πόλις εκατοικείτο από Κεμαλικούς θα ήτο δικαιολογημένη τοιαύτη πληθώρα  καφέ αμάν με τόσας τραγουδιστρίας να ψάλλουν απαισίως τα χυδαιότερα Τουρκικά άσματα.»

Η μικρασιάτισσα τουρκάλα
Βικτώρ που θριάμβευε
στα καφέ αμάν της
Λεμεσού τη δεκαετία του ΄20.

Για τα καφέ αυτά «αμάν» που ανθούσαν στην πόλη τη δεκαετία αυτή, βοηθούσης και της μικρασιατικής καταστροφής και του ερχομού πολλών μικρασιατών στην Κύπρο κάνει εκτενή αναφορά και ο Πλουτής Σέρβας , παιδί τότε, στο βιβλίο του «Όταν είμαστε παιδιά»
«Δυο-τρία χρόνια αργότερα, στο καφενείο της καινούργιας δημοτικής αγοράς, άνοιξε το καλοκαίρι ένα καφέ-σιαντάν. Ο επιχειρηματίας έφερνε σιαντέζες, ελληνίδες και αραπίνες από την Αίγυπτο και από τη Σμύρνη, τουρκάλες και Ελληνίδες. Γι­νόταν του Κουτρούλη ο γάμος. Με τη σειρά, μια μια οι σιαντέζες σηκώνονταν από τις καρέκλες τους, που ήταν μπροστά στους μουσικάντες και έλεγαν το τραγουδάκι τους, ή χόρευαν ξεδιάντροπα, πράγμα που άναβε τους θεατές, που παράγγελναν συνεχώς μεθυστικά ποτά, προσκαλώντας τις σιαντέζες να κά­θονται στο τραπέζι. Να χαϊδεύουν τα χέρια και τις γάμπες τους και να τους σκάνε κανένα φιλί. Ο Πελλόγιανος (έτσι ονο­μαζόταν ο ξακουστός ταβερνιάρης) έκανε χρυσές δουλειές.
Εμείς οι πιτσιρικάδες, παρακαλούσαμε τον Πελλόγιαννο να μας αφήνει να καθόμαστε χάμω, μπροστά στο παλκοσένικο. Μας το επέτρεπε, λέγοντας μας να καθόμαστε φρόνιμα, γιατί αν κάναμε φασαρία, θα διέταζε τα γκαρσόνια να μας διώξουν.
Πόσο γλεντάγαμε τα τραγούδια και τους χορούς, ιδιαίτερα όταν καμιά σήκωνε ψηλά τα φουστάνια της. Ήμουνα τότε αρ­κετά μεγάλος και καταλάβαινα πολλά. Πολλές φορές, ψιθύριζα στο διπλανό μου. Αυτές οι σιαντέζες δεν είναι προκομμένες πάνε με τους άντρες.»
Ο Κώστας Πιλαβάκης στο βιβλίο του «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς», αναφέρει ανάμεσα σε άλλα:
«Όσο για τις πόρνες εξηγήσαμε προηγουμένως πώς αυξανόταν ο αριθμός τους με την «επιστράτευση» που γινόταν όταν κατέφθαναν Αγγλικά πολεμικά. Μερικές απ' αυτές έμεναν
Κυπρία γυναίκα ιερόδουλη
συνήθως και όταν τελείωνε το «πανηγύρι». Λεμεσιανές πόρνες, έκτος από τις φτωχές Τουρκάλες πού κατοικούσαν σε χαμόσπιτα στην κοίτη του Γαρύλλη ή κοντά σ' αυτή — οι γυναίκες του Ποταμού, όπως τις έλεγαν — και πουλούσαν το κορμί τους για ασήμαντα πράγματα, ήταν ελάχιστες. Οι περισσότερες προέρχουνταν από το εξωτερικό ή από άλλες πόλεις και χωριά της Κύπρου. Δυο τρεις ήταν «τραβηγμένες» (παλλακίδες), όπως ή Λίζα. ή ΑDΑ και ή Χρισταλλένη.  Από τις άλλες, τις «κοινές», ονομαστές ήταν ή Ασπασία, ή Φροσκού, ή Φάνη, ή Μαρίκα (από την Πόλη,) ή Αναστασία ή Κολοσσιατού, ή  Άννα η Καρπασιτού, οι αδελφές Δέσποινα και Μυριάνθη από τη Σκάλα και μερικές Τουρκάλες - η Λαϊκκά, ή Κεζιμπά. κ.ά. Επίσκεψη σ' αυτές πληρωνόταν από τρία ως πέντε σελίνια.
Οι περισσότερες κατοικούσαν στην πλατεία Κκεσογλουδιών (σήμερα πλατεία Ηρώων ), υπήρχε όμως και οίκος ανοχής στην οδόν Γλάδστωνος (όπου σήμερα ό θερινός κινηματογράφος ΕΛΛΑΣ) σχεδόν έξω από την πόλη τότε — γνωστός ως «Κκερχανές του Κκέλη».
Ή παρουσία ιεροδούλων στις γειτονιές πολύ ενωρίς άρχισε να θεωρείται ενοχλητική και προσβλητική. Τούρκικες οικογένειες σε αναφορά τους το 1881 προς τη Δημοτική επιτροπή ζητούσαν να μεταφερθή αλλού πορνείο στη γειτονιά τους.»
Πλουτής Σέρβας
πρ. Δήμαρχος Λεμεσού
Για την Κεζιπά ο Πλουτής Σέρβας, ως Δήμαρχος πλέον της πόλης, αναφέρει στο βιβλίο του «Τα προικιά της Λεμεσού»:
« Ήταν η πιο ξακουστή ιερόδουλη στη μικρή μας άτακτη πολιτεία. Όταν για πρώτη φορά την συνάντησα με εντυπωσίασε η σεμνότητα και η ευγένεια της, καθώς και η προσπάθεια της στο πως θα παρουσίαζε την προσφορά της. Αμήχανα άνοιξε την τσάντα της. Πήρε ένα φάκελο και ψέλλισε: Αυτά τα χρήματα είναι για τα ορφανά.
Στην ερώτηση μου ποια ορφανά εννοούσε, μου απάντησε:
Για αυτά που θα βάλετε στην Παιδική Στέγη. Δεν είναι πολλά χρήματα. Είναι μόνο είκοσι λίρες. Είναι από τις οικονομίες μου. Έχω ζήσει την ορφάνια. Και έχω ένα παιδί που δεν γνώρισε πατέρα. Όμως μη σας περάσει από το μυαλό ότι προσφέρω αυτά τα χρήματα για να βάλετε και το δικό μου παιδί στο ορφανοτροφείο. Όχι, όχι. Μια χαρά το έχω τακτοποιήσει σε μια φίλη μου, εφ' όσον όπως καταλαβαίνετε δεν μπορώ να το έχω κοντά μου. Κι ελπίζω να το βοηθήσω με τη δουλειά να γίνει άνθρωπος της κοινωνίας.
Βούρκωσαν τα μάτια μου. Είδα και στα δικά της μάτια ένα δάκρυ, που σκούπισε με το δάκτυλο της. Δεν είπε περισσότερα. Ούτε χρειαζόταν να πει. Έσκυψε να φιλήσει το χέρι μου.»