Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Ιερόδουλες και πορνεία στη Λεμεσό άλλων καιρών

«Από τες γυναίκες αυτές έπαιρναν, οι Τούρκοι
εις τους γάμους των ως ήτο συνήθεια
δια να τους διασκεδάζουν ολίγας ημέρας.»
Σαν μια κάποια συνέχεια των προηγούμενων δημοσιευμάτων μας αναφορικά με την τουρκοκυπριακή κοινότητα της Λεμεσού αυτό σαν μια  διαφορετική πτυχή ενός «πικάντικου»  θέματος που αφορά τις ιερόδουλες και την πορνεία στη Λεμεσό από τον 19ο αιώνα και την Τουρκοκρατία μέχρι την Ανεξαρτησία. Ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε στο μέλλον σε όλη του την πολύ ενδιαφέρουσα έκταση αφού αποτελεί μια σημαντική αλλά και σημαδιακή πλευρά της κοινωνικής ζωής στη Λεμεσό με πολλές άλλες  προεκτάσεις.
Η «συμβολή» των τουρκοκυπρίων γυναικών στο θέμα  ήταν φαίνεται αρκετά σημαντική αν κρίνουμε από  τα σχετικά κείμενα που θα παραθέσουμε και αφορούν διάφορες εποχές.
Ο Ευστάθιος Παρασκευάς- Παλαίμαχος  στο γνωστό μας πλέον βιβλίο «Παλαιαί Αναμνήσεις» αναφέρει στο κεφάλαιο «Νοοτροπίαι και συνήθειαι άλλοτε εν Κύπρω», την εποχή της τουρκοκρατίας γύρω στο 1870, τα ακόλουθα:

«ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
Συχνά ήκουσα όταν υβρίζοντο γυναίκες του λαού να λέγη ή μια της άλλης. «Βρά γραμμένη της Χώρας». Έμαθα ότι η φράσις εσήμαινε την «πόρνην». Εις την Λευκωσίαν, μου είπαν οι παλαιότεροι, υπήρχε εις την αστυνομίαν βιβλίον μέσα στο οποίον εγράφοντο όσες γυναίκες ήσαν δηλωμένες πόρνες. Το βιβλίον αυτό ελέγετο «γράφτουσα». Από τες γυναίκες αυτές έπαιρναν, οι Τούρκοι εις τους γάμους των ως ήτο συνήθεια δια να τους διασκεδάζουν ολίγας ημέρας. Δηλαδή οι εκτός της Λευκωσίας έγραφον και ήρχοντο τα γύναια αυτά με πληρωμήν, εχόρευαν εις τον γάμον, εις την παρουσίαν βέβαια μόνο των ανδρών, οι οποίοι τες εκάθιζαν εις τα γόνα­τα τους τες «επλούμιζαν», δηλ. τους εκολλούσαν πάνω στο μέτωπόν τους νομίσματα. Η συνήθεια αυτή εκράτησε και μερικά χρόνια, αλλά οι Λεμεσιανοι Τούρκοι δεν είχαν πλέον ανάγκην να προσκαλούν από την Λευκωσίαν τοιαύτας γυναίκας διότι υπήρχαν πλέον εις την πόλιν μας τέτοιες γυναίκες.»
Κάνοντας ένα μεγάλο χρονικό άλμα πάμε στη δεκαετία του 20 όπου σε ένα δημοσίευμα τής 26ης Νοεμβρίου 1921 διαβάζουμε: «Δεν είναι δυνατόν να γείνη ένα έλεος δια τα καφέ-αμάν της πόλεως μας, τα οποία αυξάνονται και πληθύνονται από ημέρας  εις ημέραν; Τα ουρλιάσματα των άτυχων αυτών καλλιτέχνιδων ως επί το πλείστον ενοχλούσι τους κεντρικωτέρους δρόμους. Και σκεφθήτε την εντύπωσιν, την οποίαν προξενούσι εις ένα  ξένον. Μόνον εάν η πόλις εκατοικείτο από Κεμαλικούς θα ήτο δικαιολογημένη τοιαύτη πληθώρα  καφέ αμάν με τόσας τραγουδιστρίας να ψάλλουν απαισίως τα χυδαιότερα Τουρκικά άσματα.»

Η μικρασιάτισσα τουρκάλα
Βικτώρ που θριάμβευε
στα καφέ αμάν της
Λεμεσού τη δεκαετία του ΄20.

Για τα καφέ αυτά «αμάν» που ανθούσαν στην πόλη τη δεκαετία αυτή, βοηθούσης και της μικρασιατικής καταστροφής και του ερχομού πολλών μικρασιατών στην Κύπρο κάνει εκτενή αναφορά και ο Πλουτής Σέρβας , παιδί τότε, στο βιβλίο του «Όταν είμαστε παιδιά»
«Δυο-τρία χρόνια αργότερα, στο καφενείο της καινούργιας δημοτικής αγοράς, άνοιξε το καλοκαίρι ένα καφέ-σιαντάν. Ο επιχειρηματίας έφερνε σιαντέζες, ελληνίδες και αραπίνες από την Αίγυπτο και από τη Σμύρνη, τουρκάλες και Ελληνίδες. Γι­νόταν του Κουτρούλη ο γάμος. Με τη σειρά, μια μια οι σιαντέζες σηκώνονταν από τις καρέκλες τους, που ήταν μπροστά στους μουσικάντες και έλεγαν το τραγουδάκι τους, ή χόρευαν ξεδιάντροπα, πράγμα που άναβε τους θεατές, που παράγγελναν συνεχώς μεθυστικά ποτά, προσκαλώντας τις σιαντέζες να κά­θονται στο τραπέζι. Να χαϊδεύουν τα χέρια και τις γάμπες τους και να τους σκάνε κανένα φιλί. Ο Πελλόγιανος (έτσι ονο­μαζόταν ο ξακουστός ταβερνιάρης) έκανε χρυσές δουλειές.
Εμείς οι πιτσιρικάδες, παρακαλούσαμε τον Πελλόγιαννο να μας αφήνει να καθόμαστε χάμω, μπροστά στο παλκοσένικο. Μας το επέτρεπε, λέγοντας μας να καθόμαστε φρόνιμα, γιατί αν κάναμε φασαρία, θα διέταζε τα γκαρσόνια να μας διώξουν.
Πόσο γλεντάγαμε τα τραγούδια και τους χορούς, ιδιαίτερα όταν καμιά σήκωνε ψηλά τα φουστάνια της. Ήμουνα τότε αρ­κετά μεγάλος και καταλάβαινα πολλά. Πολλές φορές, ψιθύριζα στο διπλανό μου. Αυτές οι σιαντέζες δεν είναι προκομμένες πάνε με τους άντρες.»
Ο Κώστας Πιλαβάκης στο βιβλίο του «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς», αναφέρει ανάμεσα σε άλλα:
«Όσο για τις πόρνες εξηγήσαμε προηγουμένως πώς αυξανόταν ο αριθμός τους με την «επιστράτευση» που γινόταν όταν κατέφθαναν Αγγλικά πολεμικά. Μερικές απ' αυτές έμεναν
Κυπρία γυναίκα ιερόδουλη
συνήθως και όταν τελείωνε το «πανηγύρι». Λεμεσιανές πόρνες, έκτος από τις φτωχές Τουρκάλες πού κατοικούσαν σε χαμόσπιτα στην κοίτη του Γαρύλλη ή κοντά σ' αυτή — οι γυναίκες του Ποταμού, όπως τις έλεγαν — και πουλούσαν το κορμί τους για ασήμαντα πράγματα, ήταν ελάχιστες. Οι περισσότερες προέρχουνταν από το εξωτερικό ή από άλλες πόλεις και χωριά της Κύπρου. Δυο τρεις ήταν «τραβηγμένες» (παλλακίδες), όπως ή Λίζα. ή ΑDΑ και ή Χρισταλλένη.  Από τις άλλες, τις «κοινές», ονομαστές ήταν ή Ασπασία, ή Φροσκού, ή Φάνη, ή Μαρίκα (από την Πόλη,) ή Αναστασία ή Κολοσσιατού, ή  Άννα η Καρπασιτού, οι αδελφές Δέσποινα και Μυριάνθη από τη Σκάλα και μερικές Τουρκάλες - η Λαϊκκά, ή Κεζιμπά. κ.ά. Επίσκεψη σ' αυτές πληρωνόταν από τρία ως πέντε σελίνια.
Οι περισσότερες κατοικούσαν στην πλατεία Κκεσογλουδιών (σήμερα πλατεία Ηρώων ), υπήρχε όμως και οίκος ανοχής στην οδόν Γλάδστωνος (όπου σήμερα ό θερινός κινηματογράφος ΕΛΛΑΣ) σχεδόν έξω από την πόλη τότε — γνωστός ως «Κκερχανές του Κκέλη».
Ή παρουσία ιεροδούλων στις γειτονιές πολύ ενωρίς άρχισε να θεωρείται ενοχλητική και προσβλητική. Τούρκικες οικογένειες σε αναφορά τους το 1881 προς τη Δημοτική επιτροπή ζητούσαν να μεταφερθή αλλού πορνείο στη γειτονιά τους.»
Πλουτής Σέρβας
πρ. Δήμαρχος Λεμεσού
Για την Κεζιπά ο Πλουτής Σέρβας, ως Δήμαρχος πλέον της πόλης, αναφέρει στο βιβλίο του «Τα προικιά της Λεμεσού»:
« Ήταν η πιο ξακουστή ιερόδουλη στη μικρή μας άτακτη πολιτεία. Όταν για πρώτη φορά την συνάντησα με εντυπωσίασε η σεμνότητα και η ευγένεια της, καθώς και η προσπάθεια της στο πως θα παρουσίαζε την προσφορά της. Αμήχανα άνοιξε την τσάντα της. Πήρε ένα φάκελο και ψέλλισε: Αυτά τα χρήματα είναι για τα ορφανά.
Στην ερώτηση μου ποια ορφανά εννοούσε, μου απάντησε:
Για αυτά που θα βάλετε στην Παιδική Στέγη. Δεν είναι πολλά χρήματα. Είναι μόνο είκοσι λίρες. Είναι από τις οικονομίες μου. Έχω ζήσει την ορφάνια. Και έχω ένα παιδί που δεν γνώρισε πατέρα. Όμως μη σας περάσει από το μυαλό ότι προσφέρω αυτά τα χρήματα για να βάλετε και το δικό μου παιδί στο ορφανοτροφείο. Όχι, όχι. Μια χαρά το έχω τακτοποιήσει σε μια φίλη μου, εφ' όσον όπως καταλαβαίνετε δεν μπορώ να το έχω κοντά μου. Κι ελπίζω να το βοηθήσω με τη δουλειά να γίνει άνθρωπος της κοινωνίας.
Βούρκωσαν τα μάτια μου. Είδα και στα δικά της μάτια ένα δάκρυ, που σκούπισε με το δάκτυλο της. Δεν είπε περισσότερα. Ούτε χρειαζόταν να πει. Έσκυψε να φιλήσει το χέρι μου.»

Οι Τουρκοκύπριοι της Λεμεσού


Μέρος δεύτερο


Το Τζαμί Αρναούτ
Στο προηγούμενο τεύχος (της "Φωνής της Λεμεσού")είδαμε μέσα από κάποια κείμενα λεμεσιανών συγγραφέων  μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας της Λεμεσού.
Όπως είδαμε οι κύριες τουρκοκυπριακές συνοικίες ήταν πέντε. Εδώ θα δούμε την περιγραφή δυο από αυτές όπως τις αφηγείται ο Ξενοφών Φαρμακίδης στο βιβλίο του «Ιστορία της Λεμεσού» (έκδοσης του 1942):
« Η Α ρ ν α ο υ τ ο γ ε ι τ ο ν ι ά.
Καλείται και  Αρναουδκιά. Συνοικία ή γειτονία Αρναούτηδων, Αλβανών. Η Τουρκική Κυβέρνησις κατά χρόνον απροσδιόριστον, ίσως, κατά ή περί τό 1700 έστειλεν εις Κύπρον πολλούς Τουρκαλβανούς. ή δια να ιδρυση αποικίαν ή δι  άλλους πολιτικούς σκοπούς. Καθ  ον χρόνον απεβιβάζοντο εκ του πλοίου εις μίαν φορτηγίδα, ήτις θα τους έφερεν εις την παραλίαν, εκ του συνωστισμού και πολλού βάρους ανετρά­πη η φορτηγίς και όλοι επνίγησαν. Εσώθη δε μόνον είς εκ του δυστυχήματος τούτου, ον  οι. ομόθρησκοί του, εβοήθησαν και εφύτευσε μικρόν κήπον δια να πορίζηται τα προς το ζήν αναγκαία και δια της εργασίας του καιώρθωσε και έκτισεν ένα μικρόν και πενιχρόν σπίτι. Σύν τή παρόδφ του χρόνου είχεν ανάπτυξη και οικογένειαν, έ­φερε δε και μερικούς συμπατριώτας του και απετέλεσαν ενα μικρόν συνοικισμόν. Ταύτα κατ΄ αδέσποτον προφορικήν παράδοσιν. Ετέρα παράδοσις φέρουσα ιστορικήν χροιάν είναι η  ακόλουθος:


Τ/κ και Ε/κ λεμεσιανοί απολαμβάνουν αμέριμνοι και αρμόνικα το καφεδάκι τους στο μόλο τη δεκαετία του ’20. Αριστερά ο δικηγόρος,σατιρικός ποιητής και δημοσιογράφος Ευέλθων Πιτσιλλίδης (φωτογραφία από το αρχείο του εγγονού του Στέλιου Θεοφίλου)
Την 12 Μαΐου 1941 επεσκέφθην την Αρναουδκιάν, την οποίαν περιήλθον  και επεκοινώνησα με τους γεροντότερους τούρκους, Μεχμέτ - Ιμπραχίμ και Μουσάν Ραχαήν, ετών 76 και 80, παρ  ών έμαθον, ότι οι Αρναούτ ήλθον εις την Κύπρον  ως πρόσφυγες, ε­πί  της εποχής  του Σουλτάν Μαχμούτ.
Η εποχή της αφίξεώς των δεν δύναται να ορισθή επακριβώς, διότι δύο Σουλτάνοι, φέροντες το όνομα τούτο εκάθησαν επί του θρόνου της οθωμανικής αυ­τοκρατορίας. Μαχμούτ ο Α'. ο βασιλεύσας από του 1730 -1764 και Μαχμούτ ο Β', από του 1808 -1839. Δύναται να βεβαιωθή, ότι επί της εποχής Μαχμούτ του Β'  ότε εγένετο η εξόντωσις και η καταστροφή του τάγματος των Γενιτσάρων κατά το 1826. Πολλοί εξ αυτών φεύγοντες την σφαγήν ήλθον εις την Κύ­προν, αποβιβασθέντες εκ του ακρωτηρίου  Ακάμαντος, όπερ φέρει την  επωνυμίαν   Κάβο-Αρναούτ.

Με «περιπεφραγμένον δασύλλιον με αναβρυτήριον εις το κέντρον»
Υπάρχει δε και γνώμη ιστορική, ότι πολλάκις η τουρκική κυβέρνησις, είτε προς φύλαξιν είτε προς καταστολήν ανταρσίας, έστελλε στρατεύματα, μεταξύ των οποίων ήσαν και  πολλοί αλβανοί, οίτινες  μετά  την επιτέλεσιν του καθήκοντος των έμενον εις την Κύπρον, θεωρούντες αυτήν ευχαρισιοτέραν διαμονήν, από την της  πατρίδος των.
Ετέρα δε ιστορική γνώμη, είναι  ότι κατά τούς χρόνους τής βασιλείας του Γουίδου, ο αγροτικός πλη­θυσμός της Κύπρου διηρέθη εις τεσσάρας τάξεις, εξ ων η μία, η τετάρτη, ήτο οι Αλβανοί. Ήσαν δε ούτοι απόγονοι στρατιωτών, οίτινες είχον κληθή εις Κύ­προν ίνα υπερασπίζωσεν αυτήν από τας επιδρομάς των πειρατών.  Αν και κατώκησαν εις Κύπρον, αν και ενυμφεύθησαν κυπρίας γυναίκας, εξηκολούθουν να φέρωσι μεθ' υπερηφανείας το όνομα των προγόνων των. Ήσαν μισθοφόροι επετρέπετο δέ εις αυτούς, να εί­ναι κάτοχοι κτημοσύνης. Προϊόντος όμως τού χρόνου η τάξις αύτη είχε καταπέση καί αντί στρατιωτών κατήντησαν απλοί καλλιεργηταί της γής και βραδύτερον εστερήθησαν όλων των προνομίων, τα όποια πρότερον κατείχον. (Ιστ. Χάκεττ τ. α'. σελ.102.)
Ίσως πολλοί ή ολίγοι εξ αυτών να μετώκησαν εις Λεμισσόν προς εύρεσιν εργασίας, εγκατασιαθέντες εις το μέρος αυτό τής πόλεως, όπερ ωνομάσθη, ού­τως   υπό των  κατοίκων.
   Το Νέο Τζαμί 
Κείται δε η Αρναουτογειτονιά κατά την οδόν «Πάφου» εις τα Β. Δ. τής Λεμισσού και ολίγον έξωθι αυτής και αποτελεί σχεδόν χωριστόν τμήμα μέ τζαμίον. Αι οικίαι της είναι πλίνθιναι, μικραί, χαμη­λοί και πενιχραί  αί οδοί στεναί και ακανόνιστοι με σχετικήν καθαριότητα. Μια εξ αυτών φέρει επί πινακίδος την επιγραφήν «Cadde Arnaoud». Οι κάτοικοι ως απόγονοι Αλβανών είχον το αρρενωπόν και αγέρωχον, τα χαρακτηριστικά δηλ των προγόνων των, εις μικρότερον όμως βαθμόν, ο οποίος ήδη  εξέλιπεν.
Τα Κκεσουγλούδκια.Τουρκική συνοικία με χαμηλάς,  πλινθίνας οικίας, ανήκουσα κάποτε εις κάποιον πλούσιον   τούρκον και ιερά ήτο αυτή η συνοικία! Εκ των άλλοτε πολλών κατοίκων της, ελάχιστοι νυν απέμειναν. Εις το κέντρον αυτής εφυτεύθη υπό του Δημαρχείου θαυμάσιον  περιπεφραγμένον δασύλλιον με αναβρυτήριον εις  το κέντρον αυτού. Όλα τα παλαιά σπίτια κατερρίφθησαν και  ανηγέρθησαν ευπρεπείς λίθιναι οικίαι, ως το μεγαλοπρεπές κτήριον του θεάτρου «Ριάλτο», Πέριξ δε του δασυλλίου καφενεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, λουτρώνες, οινοπωλεία, χορευτικά κέντρα κ. τ. λ. Κατέστη δε, το κέντρον των διασκεδάσεων της πόλεως, όπου όλη η νυκτερινή κίνησις αυτής.»
Όπως ασφαλώς θα καταλάβατε πρόκειται για τη σημερινή Πλατεία Ηρώων που μετονομάστηκε έτσι μετά την ανέγερση εκεί του γνωστού μνημείου το 1948, μετά δηλαδή την συγγραφή τού βιβλίου του Φαρμακίδη.
Στο βιβλίο που κάναμε αναφορά στο πρώτο μέρος (των δύο τουρκοκύπριων λεμεσιανών αδελφών Ozay και Selcuk Akif «Ηχώ από τα παλιά. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα της Λεμεσού και η κληρονομιά της») αναφέρεται ότι: «είναι δεδομένο, και το αποδέχονται πολλοί ιστορικοί, ότι στα πλείστα μέρη οι κοινωνίες αναπτύχθηκαν κοντά, ή γύρω από τόπους λατρείας. Στη Λεμεσό οι Τουρκοκύπριοι τεχνίτες και έμποροι ήταν συγκεντρωμένοι στην περιοχή ανάμεσα στα τζαμιά Jedit (στη σημερινή οδό Αγκύρας) και Kebir (στο τέλος της σημερινής οδού Ζιγκ-Ζάγκ) και η συνήθεια αυτή συνέχισε για πολλά χρόνια. Η κίνηση στην ενορία Αρναούτ ήταν συγκεντρωμένη γύρω από το Τζαμί Αρναούτ κοντά στη Γέφυρα Τέσσερα Φανάρια, που ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο κέντρο εμπόρων και μαστόρων μετά το Τζαμί Τζετίτ». Παρόλα αυτά, τα Κκεσογλούδια αναπτύχτηκαν ως αμιγώς τ/κ συνοικία χωρίς τζαμί για πάρα πολλά χρόνια.