Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Η μεγάλη παράδοση και συμβολή της Λεμεσού στον πολιτισμό της Κύπρου

                                                                      Μέρος τέταρτο


Οι Εικαστικές Τέχνες στη Λεμεσό
ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ
Πολλές παγκύπριες πρωτιές κατέχει η Λεμεσός και στη ζωγραφική.
Η πρώτη Σχολή Ζωγραφικής στην Κύπρο δημιουργείται στο τέλος του 19ου αιώνα από τον Μιχάλη Κουφό Καλύμνιο ζωγράφο που ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό. Το 1897 διοργανώνεται και η πρώτη έκθεση ζωγραφικής στην Κύπρο από τους μαθητές της Σχολής στο Μπαρ του Σκυριανίδη (αργότερα «Βικτώρια» δίπλα στο περίφημο «Ακταίο»), που είδαμε στο πρώτο μέρος, ενώ τον επόμενο χρόνο 1898 στην έκθεση στο Αναγνωστήριο της Λέσχης «Ισότης συμμετέχει και μια γυναίκα ζωγράφος η Ελπινίκη (Κική) Σώζου, ίσως και πάλιν η πρώτη γυναίκα ζωγράφος.
Την ίδια εποχή έρχεται από την Ελλάδα και εγκαθίσταται μόνιμα στη Λεμεσό άλλος ένας σπουδαίος ζωγράφος, ο Όθων Γιαβόπουλος, πατέρας ενός από τους μεγαλύτερους διανοούμενους της Κύπρου και εκ των ιδρυτών του ΚΚ Κύπρου γιατρού Νίκου Γιαβόπουλου και της Φωφώς-Βασιλείου Γιαβόπουλου μητέρας του πρ. Προέδρου της Δημοκρατίας Γιώργου Βασιλείου.
Ο Γιαβόπουλος σπουδαίος επίσης αγιογράφος, φιλοτέχνησε πολλές εκκλησίες της Κύπρου με τις θαυμαστές τοιχογραφίες του. Ανάμεσα σ αυτές και του «περικαλλούς» ναού της Αγίας Νάπας που δυστυχώς «ξύστηκαν» για να γίνουν οι σημερινές, με το πρόσχημα ότι δήθεν «φθάρηκαν ανεπανόρθωτα» από τους σεισμούς του 1996. Μια απαράδεκτη , βέβηλη πράξη και μια μαύρη σελίδα στην ιστορία της εκκλησιάς της πόλης.
Άλλος ένας παλιός σημαντικός ζωγράφος, από τους «πατέρες» της ζωγραφικής της Λεμεσού αλλά και της Κύπρου υπήρξε ο Βασίλης Χρ. Βρυωνίδης σχετικά άγνωστος και παραγνωρισμένος δυστυχώς για το μεγάλο του ταλέντο. Ούτε καν ένα δρόμο δεν φροντίσαμε να δώσουμε στο όνομα του ενώ γεμίσαμε τους δρόμους μας με ασημαντότητες ακόμα και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες…



Ο Βρυωνί δης γεννήθηκε το 1882 και έζησε επτά χρόνια στη Μέκκα της παραδοσιακής ζωγραφικής , τη Βενετία σπουδάζοντας σε διάφορα ατελιέ και γυμνό στην Ελεύθερη Σχολή Γυμνού της περίφημης Ακαδημίας της πόλης. Άφησε γύρω στα πενήντα μόνο έργα, τοπία και συνθέσεις, διασκορπισμένα σε ιδιωτικές συλλογές, μερικά ευτυχώς στην Δημοτική Πινακοθήκη Λεμεσού και την Κρατική Πινακοθήκη. Πέθανε στη Λεμεσό το 1958.
Ο Γεώργιος Φασουλιώτης (1895-1944), απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών, είναι ακόμα ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους της Λεμεσού που ως καθηγητής της Τέχνης στο Γυμνάσιο αλλά και σε εργαστήρι ζωγραφικής όπου παρέδιδε δωρεάν μαθήματα γαλούχησε πολλούς νέους ζωγράφους, ανάμεσα τους και ο Γιώργος Μαυρογένης. Διακρίθηκε κυρίως στο σκίτσο και μάλιστα ως πρωτοπόρος, στο σατιρικό που δημοσίευε στην εφημερίδα που εξέδιδε με κύριο συνεργάτη τον Βίκτορα Ιωαννίδη, το «Γέλιο». Η δραστηριότητα του αυτή και με την έντονη και καυστική κριτική που έκανε του επιβλήθηκε από τους άγγλους αποικιοκράτες να επιλέξει μια από τις δύο δραστηριότητες του που θεωρούσε ασυμβίβαστες για να τον φιμώσει.
Ο για χρόνια συνεργάτης του Φασουλιώτη στο «Γέλιο», σημαντικός επίσης ζωγράφος της Λεμεσού και της Κύπρου υπήρξε ο Βίκτωρας Ιωαννίδης (1904-1984) υπήρξε επίσης απόφοιτο της Σχολής Καλών Τεχνών και δούλεψε για χρόνια ως σκιτσογράφος στην Αθήνα συνεργαζόμενος με μεγάλες εφημερίδες. Δημιούργησε στη δεκαετία του ΄30, το πρώτο καλλιτεχνικό διαφημιστικό γραφείο της Κύπρου το «Ατελιέ» με συνεργάτη πάλιν τον Φασουλιώτη, και έτσι δίκαια μπορεί να θεωρηθεί ως ο πατέρας των γραφικών τεχνών της Κύπρου ,μια άλλη σύγχρονη μορφή τέχνης, ενώ μερικές από τις διαφημίσεις του (όπως αυτή για μάρκα υποδημάτων ) , αποτελούν σήμερα πραγματικά έργα κλασικής ζωγραφικής. Η Σχολή Γραφικών Τεχνών του ΤΕΠΑΚ που θεωρείται ως μία από τις Σχολές τής υπό δημιουργία Σχολής Καλών Τεχνών οφείλει να αποδώσει τις πρέπουσες τιμές στον πρωτοπόρο και αξέχαστο «Βικτωρή».
Ο Τάκης Μ. Φραγκούδης είναι ακόμα ένας άλλος σπουδαίος ζωγράφος που γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1901αλλά ζούσε και δημιουργούσε το σημαντικό του εικαστικό έργο από το 1930 μέχρι που πέθανε, το 1978 στην Αθήνα.
Να ξαναθυμίσουμε τέλος τον Νίκο Νικολαΐδη που αν και αλεξανδρινός με καταγωγή από τη Λευκωσία επέλεξε, όταν κατά καιρούς ερχόταν στην Κύπρο για να εργαστεί, τη Λεμεσό αφού όπως έλεγε «Στη Λευκωσία ο κόσμος είναι αδιάφορος για κάθε πνευματική κίνηση και ο χρηματικός παράγων διαφεντεύει τα πάντα»… Δίδαξε ζωγραφική στην Ιδιωτική Σχολή της Λεμεσού, μετέπειτα Αθηναΐδειο Γυμνάσιο.
Καμάρι όμως και περηφάνια στην ιστορία των εικαστικών τεχνών της Κύπρου είναι η λεμεσιανή ζωγράφος Λουκία Νικολαΐδου η πρώτη σπουδασμένη γυναίκα ζωγράφος του νησιού μας.
Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1909 και σπούδασε στη περίφημη Μποζάρ του Παρισιού μεταξύ 1929 και 1933. Φοίτησε στο εργαστήρι του Λουσιέν Σιμόν, όπου αφομοιώνει τα μυστικά των νέων ευρωπαϊκών εικαστικών ρευμάτων. Με την κάθοδο της στην Κύπρο εμπλουτίζει με την τέχνη της την φτωχή, τότε, εικαστική κίνηση του νησιού. Οι εκθέσεις στις οποίες συμμετέχει προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον, που κρατά, ωστόσο δυστυχώς, όσο και η παρουσία της ζωγράφου στον κυπριακό χώρο. Η πρώτη της ατομική έκθεση το 1933 αποτελεί και την πρώτη έκθεση ζωγραφικής από γυναίκα και από τις πρώτες εκθέσεις ζωγραφικής στη Κύπρο.
Στις αρχές του 1994 έκλεισε σε βαθιά γεράματα τα μάτια της στην Αγγλία, όπου ζούσε από το 1937 ύστερα από μια ατυχή ερωτική απογοήτευση που είχε με ένα γνωστό και επώνυμο λεμεσιανό διανοούμενο που την εγκατέλειψε εκθέτοντας στην στα κουτσομπολιά της μικρής και υποκριτικής τότε μικροαστικής κοινωνίας της πόλης, για να παντρευτεί μια πλούσια νύμφη.
Θα σταματήσουμε εδώ την αναφορά μας στους πιο σημαντικούς από τους ζωγράφους της Λεμεσού για να δούμε στο επόμενο μέρος άλλες μορφές Εικαστικών Τεχνών και τη συμβολή των λεμεσιανών καλλιτεχνών σ αυτές.
Λεζάντες
Φώτο 1 Άποψη της Λεμεσού στις αρχές του 20ου αιώνα σε πίνακα του Κουφού.
Φώτο 2 Η… αλήστου μνήμης «Πλατυτέρα των Ουρανών» της Αγίας Νάπας, έργο του Γιαβόπουλου
Φώτο 3 Βασίλης Βρυωνίδης
Φώτο 4 Εξώφυλλο του «Γέλιου» του 1933 με σατιρικό σκίτσο του δικτάτορα άγγλου Κυβερνήτη Πάλμερ
Φώτο 5 Διαφημιστικός πίνακας του Β. Ιωαννίδη
Φώτο 6 Τάκης Φραγκούδης
Φώτο 7 Αυτοπροσωπογραφία της Λουκίας Νικολαΐδη
Φώτο 8 Λουκίας Νικολαΐδη ,γυμνό 1933-37





Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

ΤΥΠΟΙ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ*



Ο Αρκοντής
Ο Αρκοντής ήταν ο πιο επιφανής "τρελλός" της εποχής μας (μέσα του 20ου αιώνα). Το αλώνισμα του στη μικρή μας πολιτεία, το απολάμβαναν μικροί και μεγάλοι. Ο κόσμος ούτε καν ενδιαφερόταν από που κρατούσε η σκούφια του. Συνδαύλιζε τις τρέλλες του και γλεντούσε μ' αυτές. Ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή να σπάζει πλάκα κανείς με τον κάθε "τρελλό". Και το κέφι μεγάλωνε ιδιαίτερα, όταν συναντιόνταν οι δύο "τρελλοί", ο Αρκοντής και ο Κιαζίμης που, ανταγωνιζόμενοι για την ίδια πελατεία δεν χώνευαν ο ένας τον άλλο, ερχόντουσαν στα χέρια, για να επέμβει κάποια στιγμή η αστυνομία. Διηγούνται ότι κάποια φορά που οι δύο "τρελλοί" είχαν οδηγηθεί στο δικαστήριο, απολογούμενος ο Αρκοντής ρώτησε τον δικαστή κατά πόσο δύο τρελλοί μπορούν να περιφέρονται στην ίδια πόλη. Και ο δικαστής δεν δίστασε να ανταποκριθεί στο μήνυμα μοιράζοντας τη Λεμεσό στους δύο "τρελλούς". Όμως τα σύνορα παρέμειναν αφρούρητα και ήταν επόμενο η συνοριακή περιοχή να γίνεται συχνά θέατρο πολέμου, όπου οι πέτρες αποτελούσαν το κυριότερο όπλο.
Οι καυγάδες των δύο "τρελλών" ήταν το ψωμοτύρι των χασομέρηδων, που το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να τους κουρδίσουν, απολαμβάνοντας έτσι τη λόξα τους. Ωστόσο, δεν είναι αυτό που επέβαλε την αναφορά στον Αρκοντή. Ούτε βέβαια το γεγονός ότι ο Αρκοντής ήταν το νόθο παιδί ενός από τους άρχοντες της πολιτείας μας, που αφού γλέντησε την άμοιρη παραδουλεύτρα του, την πέταξε στο δρόμο προτού αποκαλυφθεί το σκάνδαλο. Αυτή η περιγραφή δε θα μπορούσε να αποτελέσει σκόπευση για ένα κείμενο σχετικά με τα προικιά της Λεμεσού, θα μπορούσε μάλλον να αποτελέσει κίνητρο μόνο για ένα διήγημα ή μυθιστόρημα, με όλες τις συναρπαστικές προεκτάσεις του.
Αποκλειστική σκόπευση, αυτής της περιγραφής, ήταν να αποδώσει την ιδιομορφία της "τρέλλας" του Αρκοντή, όπως από κοντά τη γνώρισε και την εκτίμησε ο συγγραφέας. Και αυτό, σαν αντιπαράθεση προς τα άλλα φαινόμενα κυνηγητού του πλουτισμού της εποχής, που ο συγγραφέας έζησε και περιέγραψε στο προηγούμενο κεφάλαιο.
Η πρώτη φορά (στα 1943), που ο συγγραφέας αντίκρυσε τον Αρκοντή, ήταν στη μεγάλη δημοτική αγορά της Λεμεσού. Τον παρακολουθούσε ξυπόλυτο και ρακένδυτο να προχωρεί από το ένα στο άλλο μαννάβικο: Η πουκαμίσα του ήταν δεμένη με την παντελόνα του, που έμοιζε με άδειο σακκί. Φαίνεται ότι οι μαννάβηδες γνώριζαν το σκοπό της τακτικής πρωινής επίσκεψης του Αρκοντή και τους ήταν ευχάριστο το καλημέρα του. Χωρίς καμιά άλλη κουβέντα ο κάθε μαννάβης τον φιλοδωρούσε με ένα φρούτο, που ο Αρκοντής με χαμόγελο και ένα θερμό ευχα¬ριστώ έριχνε μέσα στην πουκαμίσα του.
Συμπληρώνοντας το γύρο του, ευτυχισμένος από το βαρυφόρτωμα της πουκαμίσας του, που μετατρεπόταν σε φουσκωμένο σακκί, προχωρούσε προς την Πρώτη Αστική Σχολή, που βρισκόταν απέναντι, δίπλα στο Γυμνάσιο, στην οδό Ανδρέα Θεμιστοκλέους.
Το θέαμα του ξυπόλυτου "τρελλού" με την παραφουσκωμένη κοιλιά προκαλούσε τη θυμηδία και οι διαβάτες, που γνώριζαν τον Αρκοντή, αλλά δεν ήξεραν τι βρισκόταν κάτω από την πουκαμίσα αμολούσαν τα πειράγματα τους. Όμως ο Αρκοντής ούτε διάθεση, ούτε χρόνο διέθετε για να ανταπο¬κριθεί με τις συνηθισμένες βωμολοχίες του. Βιαζόταν να προφτάσει, προτού κτυπήσει ο κώδωνας του σχολείου. Φτάνοντας στην ώρα του, καθόταν στα σκαλοπάτια για να ξαποστάσει. Ταυτόχρονα χαϊδεύε τον κρυμμένο θησαυρό του, καλώντας τα παιδιά να πάρουν από το χέρι του εκείνο το φρουτάκι, που ίσως ο πατέρας τους να μην είχε τη δυνατότητα να συμπληρώσει στο καθημερινό καλάθι. Θα πρέπει να θυμίσω ότι, εκείνη την εποχή, η μικρή μας πολιτεία πλημμύριζε από το φτωχολόι.
Ο φίλος παιδονόμος, που φαίνεται ότι από φτωχικό γάλα ήταν βυζασμένος και που παρακολουθούσε το πρωινό εντυπωσιακό φαινόμενο, διηγόταν με πόση στοργή ο Αρκοντής μοίραζε τα φρούτα και με πόση ευχαρίστηση τα δέχονταν τα παιδιά. Τύχαιναν φυσικά και τα ανάποδα που προέρχονταν από τα παιδιά των χορτάτων. Αυτά, όχι μόνο δεν πλησίαζαν τον "τρελλό" αλλά και πετούσαν βαριά λόγια εναντίον του, ενώ αυτός ανταποκρινόταν: "Δεν πειράζει. Νάστε καλά. Δυστυχώς υπάρχουν πολλά παιδιά νηστικά στο σχολείο και τα φρούτα μου είναι λίγα".
Χόρταινε ο Αρκοντής με την ευχαρίστηση των παιδιών. Για τον εαυτό του τίποτε δεν κράταγε. Και όταν τέλειωνε με άδεια την πουκαμίσα και με ένα χαμόγελο που έλαμπε στο πρόσωπο, σήκωνε αργά το χέρι για αποχαιρετισμό, έστω και αν κανένας δεν τον παρακολουθούσε. Τι να σκεφτόταν; Ποιος ξέρει; Πάντως η επόμενη μέρα, πρέπει να ήταν στο κέντρο της σκέψης του. Τι θα συνέβαινε στη συνέχεια του πρωινού, δεν τον απασχολούσε. Αυτό εξαρτιόταν μόνο από εκείνους που ανέμεναν να διασκεδάσουν με τον τρελλάρα.
Κάποια στιγμή ο Αρκοντής έμαθε ότι ο αριστοκράτης πατέρας του είχε χάσει όλα τα πλούτη του. Όλες οι επιχειρήσεις του πήγαν φούντο. Συγγενείς και φίλοι τον είχαν λησμονήσει. Το τι σκέφτηκε ο Αρκοντής όταν το έμαθε, Βγαίνει από το πιο κάτω περιστατικό, που ήταν γνωστό σε ένα πολύ στενό κύκλο.
Φρόντισε ο Αρκοντής και πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας του έμενε μόνος σε κάποιο παλαιό σπιτάκι, σε ένα απόμερο παρα¬λιακό δρόμο. Πήγε εκεί για να κατατοπιστεί. Βρήκε ότι το παραθυράκι του μικρού σπιτιού, ήταν κατάλληλο για το σκοπό που είχε Βάλει στο φτωχό του μυαλό.
Έτσι από την άλλη μέρα, κρυφά από το Θεό και τους ανθρώπους, λίγο πριν από τα χαράματα, θα πήγαινε εκεί και θα έΒαζε στο πεζούλι του παραθύρου λίγα χρήματα, ένα μέρος από εκείνα που προέκυπταν από τα φιλοδωρήματα εκείνων που απολάμβαναν τις τρέλλες του.
Ο πατέρας ανοίγοντας κάθε πρωί το παράθυρο σταυροκοπιόταν. Και θα πρέπει να αναλογιζόταν, ποιος καλός χριστιανός τον σκεφτόταν ... Κι ήταν επόμενο να φροντίσει να λύσει το μυστήριο. Το ελαφρό κροτάλισμα του χρήματος του επέτρεπε να σκεφτεί ότι ο μυστηριώδης ευεργέτης του τοποθετούσε τα χρήματα το πρωί, προτού ακόμη ξημερώσει. Έτσι, δεν είχε τίποτε άλλο να κάμει παρά να παραμονεύσει. Έτσι και έγινε για να μείνει τελικά άναυδος αντικρύζοντας τον απόκληρο γυιό του. Όμως προτού συνέλθει και ανοίξει το στόμα του, άκουσε την οργισμένη φωνή του Αρκοντή: "Πεζεβέγκη, ήταν ανάγκη να ανοίξεις το παράθυρο;" και το άγνωστο γι αυτόν παιδί του, τρέχοντας, χάθηκε από τα μάτια του.
Αυτά τα δύο περιστατικά ήταν υπεραρκετά, για να εκτιμηθεί το βάθος των αισθημάτων του "τρελλού" Αρκοντή. Όμως δεν ήταν μόνο αυτά που επέβαλλαν να τον ξεχωρίσει κανείς από τους άλλους "τρελλούς".
Ένα πρωινό, ο γραμματέας του δημαρχειακού γραφείου ανάγγειλε στον Δήμαρχο ότι ο Αρκοντής επέμενε να τον δει προσωπικά και ότι με κανένα τρόπο δεν κατόρθωσε να του αποσπάσει το λόγο της επίσκεψης.
Χαμογέλασε ο Δήμαρχος και αφήνοντας κατάπληκτο το γραμματέα, έσπευσε να ανοίξει την πόρτα και να καλωσορίσει τον Αρκοντή.
Αμήχανος και με φόβο τι θα συνέβαινε στο διπλανό του δωμάτιο, αποσύρθηκε ο γραμματέας, με την παράκληση του Δημάρχου να κλείσει την πόρτα και να μην αφήσει κανένα να περάσει προτού φύγει ο Αρκοντής.
Πρέπει πολύ να παραξενεύτηκε ο Αρκοντής, όταν ο Δήμαρχος του υπέδειξε να καθήσει. Ήταν αυτός, άνθρωπος ξυπόλυτος να καθήσει σε πολυθρόνα; Γι αυτό χαμογελώντας αποκρίθηκε: Δεν ήρθα για βίζιτα, ούτε εσύ ούτε εγώ έχουμε καιρό. Ήρθα μόνο να σου πω ότι στους μακρυνούς μαχαλλάδες έχει πολλή φτώχεια. Να πάεις να δεις και να δακρύσουν τα μάτια σου. Φτώχεια, φτώχεια! Και άρχισε ακατάσχετα να περιγράφει. Όση ώρα μιλούσε ο Αρκοντής, το θέαμα στα σκαλοπάτια του σχο¬λείου νοερά έπαιρνε διαστάσεις μπροστά στα μάτια του Δημάρχου, ενώ η μορφή του Αρκοντή έλαμπε ανάμεσα στα παιδιά της φτωχολογιάς. Τότε δημιουργήθηκε η επιθυμία στο Δήμαρχο να γνωρίσει πιο πολλά από τα "έργα και τις ημέρες" εκείνου του "ανισόρροπου", που οι συμπολίτες του τον περιτριγύριζαν για να διασκεδάσουν με τις τρέλλες του.
Η ανάγκη για περίσκεψη ώθησε το Δήμαρχο να προτείνει στον Αρκοντή να πάνε μαζί για να δει από κοντά εκείνα που του εξιστορούσε. Προς στιγμή ο Αρκοντής τάχασε. Έμεινε για λίγο αμίλητος. Και όταν συνειδητοποίησε τι είχε ακούσει, αποκρίθηκε με υψωμένη τη φωνή: "Τι είναι αυτά που ακούω Δήμαρχε! Εσύ και εγώ να πάμε μαζί; Δεν θα ντραπείς; Εσύ κοτζάμ Δήμαρχος και εγώ ο γυιός της πελλοβασιούρας να πάμε μαζί; Θα σε πειράξουν οι χαραμοψούμηδες όπως πειράζουν και εμένα. Οι, όι δεν γίνεται. Φώναξε τους ανθρώπους σου και πήγαινε μαζί τους. Θα σας παραγγείλω εγώ πού να πάτε". Το γέλιο του Δημάρχου πλημμύρισε στο γραφείο του. Είχε, τώρα ακόμη ένα στοιχείο για να ανεβάσει τον Αρκοντή πιο ψηλά στην εκτίμηση του και αναλογίστηκε: "Είναι αυτός ο άνθρωπος, που όπως λένε δεν τα έχει τετρακόσια;"
Στη διαδρομή του αυτοκινήτου από τα δυτικά πραματευτάδικα ως το άνοιγμα προς τον τουρκομαχαλά δεν ήταν λίγοι οι περαστικοί, που κραύγαζαν: "Ελάτε να δείτε τον πελλο-Αρκοντή με τον πελλο-Δήμαρχο μας". Επιβεβαιωνόταν για δεύτερη φορά, πόσο βάσιμες ήταν οι έγνοιες του Αρκοντή ...
Ωστόσο η κοινή επίσκεψη στα χαμόσπιτα της φτωχογειτονιάς ήταν το έναυσμα που ώθησε στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο της μικρής μας πολιτείας, να προχωρήσει στην ίδρυ-ση της Παιδικής Στέγης Λεμεσού.
Λεει ο λαός ότι η τρέλλα δεν πάει στα βουνά. Μάλιστα θα μπο¬ρούσε να πει κανείς ότι προτιμά να στρατοπεδεύει σε πλείστους λάτρεις ... του πλούτου ή και ρεμπέτες που δεν νοιάζονται για τη ζωή. Όμως η τρέλλα, στον χωρίς πατρογονικό όνομα Αρκοντή, δεν τα κατάφερε να εισχωρήσει. Ο Αρκοντής πέρασε από τη μικρή μας πολιτεία, ως ένας αθάνατος τρελλός φιλόσοφος.
Τον Αρκοντή τον έχασε η Λεμεσός και ίσως κανένας να μη γνωρίζει, που είναι ο τάφος του. Όμως εκείνοι, που έζησαν μερικές πτυχές της ζωής του, τον κρίνουν ως σύμβολο υψίστης ανθρωπιάς. Ήταν πράγματι τρελός ο Αρκοντής; Η ψυχιατρική θα μπορούσε να καθορίσει τα αίτια και το χαρακτήρα της τρέλλας του. Όμως το κεντρικό κύτταρο των παρατηρήσεων θάπρεπε να αναζητηθεί στη βάση της ανθρωπιάς.




















ΑΡΚΟΝΤΗΣ ΚΑΙ ΚΚΙΑΖΙΜΗΣ

*Από το βιβλίο του Πλουτή Σέρβα, πρώην Δημάρχου Λεμεσού, «Τα προικιά της Λεμεσού»

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Η μεγάλη παράδοση και συμβολή της Λεμεσού στον πολιτισμό της Κύπρου

                                                             Μέρος τρίτο
Ο χορός
Μεγάλη παράδοση όμως είχε η Λεμεσός και στο χορό που την διατηρεί βέβαια μέχρι και σήμερα. Η πρώτη παράσταση μπαλέτου στην Κύπρο με τίτλο «Ο χορός των τριών Μαργαριταριών» δόθηκε το 1920 σε διδασκαλία του αρχιμουσικού Γεωργίου Χουρμούζιου και σκηνικά-χορογραφία Νίκου Νικολαΐδη, ενώ χόρεψαν οι νεαρές Ισμήνη Καλλιπέτη, Αλίκη Παπαδοπούλου και Χρυσούλα Οθ. Γιαβόπουλου.
Τη σκυτάλη παίρνει η Λιλή Χούρη που δίκια θεωρείται ως η «μητέρα» της λεμεσιανής παράδοσης στο σύγχρονο μπαλέτο η αξέχαστη δασκάλα χορού και χορογράφος.
Από την τέχνη και την παιδευτική της δεινότητα βγήκαν όλες οι μετέπειτα δασκάλες μπαλέτου. Αξέχαστες επίσης παραμένουν οι μαθητικές θεατρικές παραστάσεις και τα χοροδράματα, στο Αθηναΐδειο Γυμνάσιο όπου ήταν καθηγήτρια.
Αν και δεν ήταν βασικά σπουδασμένη δασκάλα χορού, δημιουργεί για πολλά χρόνια μοναδικές ως σήμερα αξεπέραστες παραστάσεις χορού στις μαθητικές αλλά και στα ανθεστήρια και με άλλες ευκαιρίες ,καθώς και χορευτικές ομάδες στο λεμεσιανό καρναβάλι σαρώνοντας και τα βραβεία. Διδάσκει και κάνει να αγαπήσουν το χορό δεκάδες λεμεσιανές νέες πολλές από τις οποίες έγιναν με τη σειρά τους επαγγελματίες δασκάλες χορού σπουδάζοντας σε φημισμένες σχολές της Ευρώπης και της Ελλάδας.
Ο πρωταρχικός ρόλος του χορού στα Ανθεστήρια της Λεμεσού
Τα σύγχρονα Ανθεστήρια συνέχεια των Αρχαίων Ανθεστηρίων που ετελούντο στην αρχαία Αθήνα αλλά και στην Αρχαία Αμαθούντα (Παλιά Λεμεσό) αποτελούν άλλη μια πρωτιά της πλούσιας καλλιτεχνικής και καλαισθητικής παράδοσης της πόλης και συνέχεια της αρχαίας ιστορίας της, όπως και τα Καρναβάλια της. Από τα πρώτα κιόλας οργανωμένα από το Δήμο Λεμεσού Ανθεστήρια, το 1914, ο χορός έπαιζε πάντα πρωταρχικό ρόλο σ αυτά. Με τον ανταγωνισμό μεταξύ Γυμνασίων της πόλης ποιο θα παρουσιάσει τις καλύτερες χορογραφίες και τις σε χορευτικό ρυθμό παρελάσεις των ανθοστόλιστων αρμάτων και των συνοδών τους.
Χοροδιδάσκαλοι και χοροδιδασκαλεία
Στα μέσα της δεκαετίας του 1910 αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες σχολές χορού τα χοροδιδασκαλία όπως τα έλεγαν τότε, όπου οι λεμεσιανοί «νέοι του συρμού», που ακλουθούσαν δηλαδή τις νέες τάσεις της μόδας, μαθαίνουν να στροβιλίζονται στους... «έξαλλους» χορούς της εποχής, το «φοξ-τροτ», του «ουαν στέηπ», του βαλς, ακόμα και το ταγκό που το μαθαίνουν με μεγαλύτερη ευκολία. Τα πρώτα χοροδιδασκαλεία, αυτά των Αργυρού Ανδρεόπουλου και Αντώνη Συμεωνίδη δίνουν στη συνέχεια τη σκυτάλη μετά το 1920 στους Ιωάννη Σοροκιάδη, Κωστάκη Μουστάκη ενώ βασιλιάς του χορού αναδεικνύεται τότε ο Κύρος Πλατρίτης γνωστός ως Κυρούδι λόγω του μικρού αλλά ευέλικτου αναστήματος του που καθιέρωσε και τον θεσμό του «μι-καρέμ» δηλαδή του μεσοσαράκοστου ή μικρά καρναβάλια. Να αναφέρουμε ακόμα και τους Xρ. Aποστολίδη και Γεωργιάδη. Οι γνωρίζοντες τους χορούς νέοι ήταν περιζήτητοι στα χορευτικά σαλόνια που τότε ήταν στα ξενοδοχεία της πόλης ή στα απογευματινά «τε ντανσάν», όπως αρέσκονταν να τα λένε για να νοιώθουν πιο ευρωπαίοι, (χορευτικά τέϊα) και τις βεγγέρες της ανερχόμενης τότε αριστοκρατίας της Λεμεσού. Σχετικά με αυτά λέει ο Κώστας Πιλαβάκης στο βιβλίο του «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς»:
«Τα χρόνια του πολέμου ( εννοεί τον Παγκόσμιο Πόλεμο) το λεμεσιανό κοινό ψυχαγωγείται και φορολογείται από τις συχνές εσπερίδες και τους χορούς που διοργανώνονται για φιλανθρωπικούς κυρίως σκοπούς. Η αγγλική παροικία λαμβάνει ενεργό μέρος με δικούς μας, όταν ιδίως οι εσπερίδες γίνονται για τον Αγγλικό Ερυθρό Σταυρό. Και λίγοι Γάλλοι που βρίσκονται στην πόλη (από το 1916-1918), μερικοί ασυρματιστές, διοργανώνουν κι' αυτοί μια εσπερίδα στην οποία διακρίθηκε ένας ωραίος Γάλλος στρατιωτικός, ό Charlie Le Maitre πού έκαμε τις καρδιές πολλών κοριτσιών να χτυπήσουν δυνατότερα! Γενικά οι Γάλλοι δημιούργησαν φιλικές σχέσεις με Λεμεσιανούς, έπαιρναν μέρος σε συναναστροφές και αφήκαν ευχάριστες εντυπώσεις.»
Ως χορογράφοι διακρίθηκαν επίσης και ο Νίκος Νικολαΐδης (λογοτέχνης και ζωγράφος) όπως είπαμε, αλλά και ο Γώγος Μιχαηλίδης γνωστός με το ψευδώνυμο «Μουτσοχίτο».
Το «χορευτικό και ευωδιαστό» μας αυτό ταξίδι θα σταματήσει εδώ για να συνεχίσουμε στην επόμενη έκδοση με άλλες εκφράσεις τέχνης και πολιτισμού στην πόλη μας.

Λεζάντες
Φώτο 1 Ο χορός των τριών Μαργαριταριών
Φώτο 2 Λιλή Χούρη
Φώτο 3 Ανθεστήρια στη δεκαετία του ‘50
Φώτο 4 Η Λιλή Χούρη ανάμεσα στις μαθήτριες της , αρχές της δεκαετίας του 60
Φώτο 5 Χορευτικό στα Ανθεστήρια στο ΓΣΟ δεκαετία του 60
Φώτο 6 Ο χοροδιδάσκαλος «το Κυρούδι»



Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Η μεγάλη παράδοση και συμβολή της Λεμεσού στον πολιτισμό της Κύπρου

                                                                Μέρος δεύτερο

ΘΕΑΤΡΟ
Συνεχίζουμε και κλείνουμε με το κεφάλαιο “θέατρο” για να δούμε στις επόμενες συνέχειες άλλες πτυχές των τεχνών και των γραμμάτων στη Λεμεσό.
Ο πρώτος λοιπόν κύπριος θεατρώνης ήταν ο Ηρακλής Σκυριανίδη και στο ομώνυμο «Μπαρ» του που από το1871 και που 1907 το μετονόμασε σε «Αθήναιον» φιλοξενούσε παραστάσεις και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενώ μετακαλούσε και από την Ελλάδα σπουδαίους θιάσους με επιφανείς πρωταγωνιστές της εποχής. Τέτοιες εκδηλώσεις και παραστάσεις πραγματοποιούνταν από το 1880 και στο διπλανό του, το «Ακταίον» ενώ το 1912 προστέθηκε και το Θέατρο Χατζηπαύλου στην Αγίου Ανδρέου.
Στη θεατρική συγγραφή πέραν από τους Γεώργιο Σιβιτανίδη ( πρώτο κύπριο θεατρικό συγγραφέα) και την Πολυξένη Λοϊζιάδα ( πρώτη γυναίκα θεατρική συγγραφέα και όχι μόνο)που είδαμε στο πρώτο μέρος, έχουμε μια πλειάδα και άλλων σημαντικών θεατρικών συγγραφέων. Ο γιατρός Ιωάννης Καραγεωργιάδης (1842-1928) δεύτερος στη σειρά Δήμαρχος της Λεμεσού υπήρξε ανάμεσα σε άλλα και από τους πρώτους ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς με έργα όπως ,«Κύπρος Δούλη» (1898) «Ιουστινιανός και Θεοδώρα» (δράμα 1898) και «Ατλαντίς» (κωμωδία1923).
Οι δημοσιογράφοι και εκδότες Μενέλαος Φραγκούδης της εφημερίδας «Αλήθεια» (1897-1931), με το έμμετρο θεατρικό «Ντεζιπέ», Δημητρός Δημητριάδης του «Χρόνου» ( 1892-1964) με θεατρικά έργα όπως το «Ψυχές στον πόλεμο» 1944 που ανεβάστηκε και στο θέατρο «Mercury» του Λονδίνου και «Ο απόγονος» που κέρδισε το πρώτο βραβείο του Καλοκαιρίνειου Διαγωνισμού Παρνασσού της Αθήνας και ο εκδότης και σατιρικός ποιητής Εύσκιος Πεύκης με πολλά σατιρικά έργα. Ο εκδότης των εφημερίδων «Πυρσός» (πρώτη σοσιαλιστική εφημερίδα της Κύπρου) και «Παρατηρητής», Φασουλιώτης Γεώργιος με το έργο «Από τη μια μέρα στην άλλη δράμα εις τρεις πράξεις( 1938).
Μερικοί ακόμα σημαντικοί άνθρωποι της Λεμεσού στον τομέα της θεατρικής συγγραφής είναι ανάμεσα σε άλλους και οι: Ευγένιος Ζήνων (1876-1929) με γνωστότερο το έργο του «Ο Δικηγόρος» Comedie 1923. Ο σπουδαίος ποιητής μας Γλαύκος Αλιθέρσης με τα έργα ,«Ο Πύργος της Βαβέλ» τραγωδία 1937 και «Αροδαφνούσα» τραγωδία (Αλεξάνδρεια) 1939.
Η εκπαιδευτικός και για πολλά χρόνια διευθύντρια του Α Γυμνασίου Θηλέων Ελένη Αυτονόμου που έγραψε πολλά παιδικά θεατρικά έργα αλλά και δράματα μερικά των οποίων ανεβάστηκαν με μουσική του μεγάλου μας μουσουργού Σόλωνα Μιχαηλίδη. Η Αιμιλία Ορεινού (1905-198), που πολλά θεατρικά της έργα ανεβάστηκαν στην Αίγυπτο, Κύπρο και Ελλάδα. Ο πολυτάλαντος Γώγος Μιχαηλίδης- Μουτσοχίτο (1917-1985), θεατρικός συγγραφέας, επιθεωρησιογράφος, σκηνοθέτης, μουσικοσυνθέτης, χορογράφος, χορευτής και ηθοποιός, με καριέρα και στην Αμερική. Ο εκπαιδευτικός Θράσος Μακρυγιάννης πρωτοπόρος στη θεατρική ηθογραφία, με πολλά θεατρικά έργα και σκετς στην κυπριακή διάλεκτο. Ο επίσης εκπαιδευτικός-γυμνασιάρχης Κώστας Χαράκης με πολλά θεατρικά έργα. Ο πρωτοπόρος των σοσιαλιστικών ιδεών της Κύπρου Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης με τη δραματική σκηνή «Η μοιραία στιγμή» που πρωτοδημοσιεύτηκε στο ρηξικέλευθο περιοδικό «Αβγή» (1924) της οποίας ήταν συνεκδότης μαζί με άλλους που αποτελούσαν την φιλολογική «Ομάδα των Δώδεκα» και που θα αναφερθούμε αργότερα. Ο λόγιος, ποιητής και κριτικός Αντωνάκης Γεωργιάδης που έγραφε και τη φιλολογική στήλη του «Παρατηρητή», έγραψε και ανέβασε σατιρικές Επιθεωρήσεις (1935 -1948). Ο πρόσφατα χαμένος Μιχάλης Πιτσιλλίδης που έγραψε πολλά θεατρικά έργα, κυπριακά σκετς, επιθεωρήσεις, και αξέχαστα τηλεοπτικά σενάρια όπως το κλασικό «Κατωθκιόν της Μαδαρής».
Στη μετάφραση αρχαίου δράματος να αναφέρουμε τον Νίκο Αντωνιάδη με την επαναστατική για την εποχή και πρωτοποριακή μετάφραση στη δημοτική του «Ο Οιδίπους Τύραννος» και τον πρόσφατα χαμένο Κωστή Κολώτα του οποίου οι μεταφράσεις ανεβάστηκαν στην Επίδαυρο και αλλού από το Εθνικό Θέατρο Ελλάδος, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος , τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου και πολλούς άλλους σημαντικούς θιάσους.
Στους ηθοποιούς που αναφέραμε ήδη στο πρώτο μέρος να μη παραλείψουμε και τους Θεόδωρο Μορίδη που διέπρεψε στην Ελλάδα, τον Πωλ Ράλλυ με καριέρα στο Χόλλυγουντ, τον Δημήτρη Ποταμίτη, σημαντικός επίσης και ως θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, ποιητής και θιασάρχης
Στην σκηνογραφία διέπρεψαν οι Νίκος Νικολαΐδης (ζωγράφος και λογοτέχνης),
Γεώργιος Φασουλιώτης, (σκιτσογράφος, εκπαιδευτικός και εκδότης της σημαντικής σατιρικής εφημερίδας «Το Γέλιο»), ο ζωγράφος, γλύπτης, σκιτσογράφος και εκδότης Γεώργιος Μαυρογένης, ο ζωγράφος Βίκτωρας Ιωαννίδης και άλλοι.
Ο άλλος Νίκος Νικολαΐδης- ο «οπτικός»- εκτός από ηθοποιός και σκηνοθέτης είναι και ο δημιουργός του μοναδικού στη Κύπρο θεατρικού αρχείου που κληροδότησε στον Δήμο Λεμεσού και αποτελεί το κύριο συστατικό μέρος του Θεατρικού Μουσείου Κύπρου που λειτουργεί σύντομα στη πόλη μας.
Στο μελόδραμα διέπρεψαν ανάμεσα σε άλλους η Καλλιόπη Καστάν πρώτη γυναίκα υψίφωνος της Κύπρου που έπαιξε στην Όπερα της Βιέννης, στη Τσεχοσλοβακία, Αίγυπτο, Κύπρο και αλλού, ο Σόλων Μιχαηλίδης με το πρώτο παγκύπρια ανέβασμα όπερας («Διδώ και Αινείας») και ο βαρύτονος Περικλής Μαρκουλής, για να περιοριστούμε εδώ.
Δεν μπορούμε όμως να κλείσουμε το κεφάλαιο «Θέατρο» ( που παραλείπουμε σίγουρα και πολλά άλλα εξίσου σημαντικά), χωρίς να μην αναφερθούμε σε ένα τόσο σημαντικό άνθρωπο- πανελλήνιας εμβέλειας- όπως είναι ο γνήσια λεμεσιανός Αιμίλιος Χουρμούζιος, ψυχή για πολλά χρόνια του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας και δημιουργού των παγκόσμιας φήμης θεατρικών θεσμών, του Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος Επιδαύρου και Φεστιβάλ Αθηνών.
Έπεται συνέχεια.


Λεζάντες
Φώτο 1 Ο πρώτος κύπριος θεατρώνης Ηρακλής Σκυριανής ΑΚΤΑΙΟΝ ΚΑΙ ΑΘΗΝΑΙΟΝ
Φώτο 2 Ιωάννη Καραγεωργιάδη «Κύπρος Δούλη»
Φώτο 3 Το Θέατρο Χατζηπαύλου
Φώτο 4 Δημητρός Δημητριάδης-Ντόριαν
Φώτο 5 Παράσταση του «Δικηγόρου» του Ευγένιου Ζήνωνος, επί σκηνής και ο συγγραφέα
Φώτο 6 Καλλιόπη Καστάν, η πρώτη κυπρία υψίφωνος με διεθνή καριέρα

Φώτο 7 Σόλωνα Μιχαηλίδη «Διδώ και Αινείας»
Φώτο 8 Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος με τον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή και τον τότε υπ. Πολιτισμού Κ.Τσάτσο και αργότερα Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Δημοσιεύτηκε στη "Φωνή της Λεμεσού" ημερομηνίας 2 Ιουλίου 2010

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Η ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ-"ΠΑΝΤΟΠΟΥΛΕΙΟ"

Η Πλατεία της Δημοτικής Αγοράς το 1955


Της Πωλίνας Παπαδοπούλου ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
Για πάρα πολλά χρόνια και πέρα από τα μέσα του 19ου αιώνα η Λεμεσός ήταν μια μικρή πλινθόκτιστη κυρίως πολίχνη. Το μόνο επιβλητικό κτίριο που είχε ήταν το Μεσαιωνικό Κάστρο της. Ο κόσμος αγόραζε τα φαγώσιμα από τα μαγαζιά, αφού δεν υπήρχε δημοτική αγορά. Χορταρικά και φρούτα πωλούνταν επίσης στους δρόμους . Το κρέας οι κάτοικοι το επρομηθεύονταν από ορισμένα μέρη της πόλης όπου σφάζονταν τα ζώα και πωλούνταν σε κομμάτια επί τόπου. Σφαγεία δεν υπήρχαν. Κατά την πρώτη επίσημη απογραφή του πληθυσμού επί Αγγλοκρατίας το 1881 οι κάτοικοι της Λεμεσού έφθαναν τις 6006.
Το 1879 στη θέση ενός μικρού φρουρίου που υπήρχε στην παραλία κτίστηκε το Διοικητήριο της πόλης που αργότερα μετατράπηκε σε τελωνείο. Την ίδια εποχή, άρχισε επίσης η κατασκευή της μεγάλης αποβάθρας. Το 1880 περατώθηκε το κέντρο Ακταίον και η Φραγκοκκλησιά. Η ανοικοδόμηση και ο εξωραισμός της πόλης συνεχίστηκε με γρηγορότερους ρυθμούς μετά το 1900. Στην θέση των μικρών σπιτιών, των στάβλων και των περβολιών άρχισαν να κτίζονται αρκετά μεγάλα και συχνά επιβλητικά σπίτια.
Το 1906 περατώθηκε και ο μεγαλοπρεπής ναός της Αγίας Νάπας, ο οποίος αντικατέστησε παλαιότερο που είχε κτιστεί το 1738.
Ο πληθυσμός της Λεμεσού το 1911 ήταν πάνω από 10 χιλιάδες. Τα όρια της πόλης επεκτάθηκαν λιγότερο προς βορρά προς την οδό Γλάδστωνος και περισσότερο ανατολικά και δυτικά. Κτίστηκαν τότε μερικά τρίπατα σπίτια και περισσότερα δίπατα από πέτρα, αρχοντικά. Η πόλη απέκτησε προστατευτικά προχώματα, αφού παλαιότερα υπέφερε από καταστροφικές πλημμύρες. Απέκτησε επίσης Νοσοκομείο, Γυμναστήριο, Πτωχοκομείο, Κήπο, Σφαγείο, Δημοτική Αγορά κ.ά. Μέσα σε λίγα χρόνια η Λεμεσός έγινε μια πραγματική πόλη που οι ξένοι δεν δίσταζαν να χαρακτηρίσουν Ευρωπαϊκοί.
Η πόλη ανέπτυσσε το εμπόριο της, φημιζόταν για τα καλά κρασιά που παράγει η περιοχή της κι’ έκανε εξαγωγή αμπελουργικών προϊόντων και χαρουπιών. Το αρχέγονο λιμάνι της έπαιζε σημαντικό ρόλο σ’αυτή την ανάπτυξη αλλά και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των κατοίκων της. Αυτή την περίοδο οι Λεμεσιανοί διαμόρφωναν επίσης μια σθεναρή εθνική πολιτική και ανέπτυσσαν την πνευματική και κοινωνική τους ζωή, που υπήρξε πρωτοποριακή σε πολλούς τομείς. Μέσα σ’αυτό το κλίμα ξεπήδησε επιτακτική η ανάγκη για απόκτηση μιας μεγάλης και σύγχρονης Αγοράς. Εξάλλου μια μεγάλη κεντρική Αγορά θα μείωνε την πλανωδιοπόληση και θα εξασφάλιζε την είσπραξη κάποιων φόρων. ‘Ετσι το 1918 με σχέδιο του αρχιτέκτονα Ζαχαρία Βόνδα και επί Δημαρχίας του Σπύρου Αραούζου η Δημοτική Αγορά έγινε πραγματικότητα και στολίδι της πόλης. Ο Σπύρος Αραούζος έμπορος, ναυτιλιακός πράκτορας, άνθρωπος με πνευματικά και πολιτικά ενδιαφέροντα υπήρξε μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, του Εκτελεστικού Συμβουλίου και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου. Εκλέγηκε Δήμαρχος Λεμεσού το 1914 και παρέμεινε στο αξίωμα αυτό μέχρι το 1920. Μεταξύ τών πρώτων σκέψεων του Δημοτικού Συμβουλίου υπό την προεδρίαν του που αποτελούσαν οι: Αλέκος Ζήνων ως αντιπρόεδρος, Ευριπίδης Γιωργαλλίδης, Γαβριήλ Ιωαννίδης, Ζήνων Κλ. Λανίτης, Αντώνης Χατζηπαύλου, Κώστας Π. Λανίτης, Χαβούζ Ντερβίς και Χασάν Χαβανίκ ως μέλη, υπήρξε η ίδρυση μιας κεντρικής Δημοτικής Αγοράς "συμφώνως προς τους όρους της υγιεινής και τάξεως" ( πρακτικά συνεδριάσεως τού Δημοτικού Συμβουλίου Λεμεσού της 8ης Μαρτίου 1917).
Το Δημοτικό Συμβούλιο εξασφάλισε από την αποικιακή Κυβέρνηση δάνειο 4 χιλιάδων λιρών με 4% τόκο. Τον Ιούνιο του 1916 μεταβιβάστηκαν επ’ονόματι του Δημαρχείου τα κτήματα που εξαγοράστηκαν για τη Δημοτικήν Αγοράν έναντι του ποσού τών £ 600 και ο Δήμαρχος εξουσιοδοτείτο από το Δημοτικό Συμβούλιο ν’αναθέσει εις στον Ελλαδίτη αρχιτέκτονα Ζαχαρία Βόνδα την εκπόνηση του προσχεδίου της Δημοτικής Αγοράς. Το τελικό σχέδιο της Αγοράς περιλάμβανε 70 πρατήρια και 8 εξωτερικά μαγαζιά καθώς κι’ ένα καλό καφενείο στην πλατεία. Τα ετήσια έσοδα του Δήμου από τα ενοίκια υπολογίζονταν να φθάσουν τις £ 900. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς εγκρίθηκε όπως επί του παρόντος κατασκευασθούν μόνο τα θεμέλια, "του υπολοίπου έργου αναβαλλομένου εις ευθετώτερον χρόνον" (Συνεδρία Δημοτικού Συμβουλίου 11ης Αυγούστου 1916). Έτσι ζητήθηκαν προσφορές για τα θεμέλια και η εργασία δόθηκε προς ένα σελίνι το κυβικό μέτρο. Με αυτό τον τρόπο, τμηματικά, κτίστηκε η Αγορά, ζητώντας προσφορές και αναθέτοντας σε διάφορους εργολάβους τις εργασίες. Μετά τα θεμέλια κτίστηκαν οι τοίχοι από πέτρα πελεκητή και μαρτελιαστήν. Η εργασία ανατέθηκε σε άλλον εργολάβο αντί δέκα σελινίων το κυβικό μέτρο. Η προσφορά αυτή περιλάμβανε επίσης τις κορνίζες, τις κολόνες, τις θύρες και τα παράθυρα κι’έπρεπε να διεκπεραιωθεί σε 8 μήνες με δικαίωμα παράτασης ενός μηνός σε περίπτωση δικαιολογημένων κωλυμάτων. Το συμβόλαιο με τον εργολάβο εγκρίθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1916. Στην ίδια συνεδρία του Δημοτικού Συμβουλίου ψηφίστηκε "μηνιαίον επιμίσθιον εκ £ 2" για το Δημοτικό Μηχανικό ο οποίος θα είχε την εποπτείαν του έργου. Ο αρχιτέκτων Βόνδας είχεν επίσης, βάσει του Συμβολαίου που υπέγραψε με το Δημοτικό Συμβούλιο, "την από καιρού εις καιρόν επίβλεψιν επί της εφαρμογής του σχεδίου".
Τέλος Σεπτεμβρίου του 1917 ενώ η τοιχοποιία πλησίαζε προς το τέλος αποφασίστηκαν μερικές τροποποιήσεις ώστε η Αγορά να τελειώσει ώς εξής: (Συνεδρίαση Δημοτικού Συμβουλίου 26 Σεπτεμβρίου 1917). 1. "Άνω της γενικής στέγης η οποία είναι αδύνατος τώρα ελλείψει σιδηρών δοκών και καλού τσιμέντου να γίνουν ηλιακοί με ξύλα και κεραμίδια δι' ών να στεγασθούν μόνο τα πρατήρια. 2. Να γίνωσιν τα πρατήρια με χωρίσματα από πέτραν και άσβεστο και έδαφος με μάρμαρα εντόπια. 3. Το διά το χοιροπωλείον σχεδιασθέν αρχικώς μέρος να προορισθεί δια 8-10 κοινά κρεοπωλεία το δε χοιροπωλείον να γίνει έξω εις τον Ηλιακόν της πρώτης εισόδου. 4. Να ζητηθούν προσφορές δια την τοιχοποιία και μαρμάρωμα καθώς και δια την ξυλείαν η δε άλλη εργασία να γίνει υπό του Δημαρχείου".
Τον Μάρτιο του 1918 ενώ πλησίαζε η αποπεράτωση τής Δημοτικής Αγοράς το Δημοτικό Συμβούλιο ζήτησε δια των εφημερίδων προσφορές για την ενοικίαση των εσωτερικών πρατηρίων και των εξωτερικών μαγαζιών. Τον Απρίλιο του 1918 το Δημοτικό Συμβούλιο καταργεί τα δύο παλιά παντοπωλεία που εξυπηρετούσαν την πόλη τα τελευταία χρόνια κι’εγκαινιάζει τη νέαν Αγορά. Το μικρό παλιό Παντοπωλείο βρισκόταν στην οδό Αγ. Ανδρέου και το άλλο μεγαλύτερο στην πλατεία της Κουναπιάς (όπου η σημερινή Β’ Δημοτική Αγορά). Τα εγκαίνια της Αγοράς έγιναν με κάθε επισημότητα την Κυριακή 14 Απριλίου 1918 και ώραν 9 π.μ. "Την ενάτην πρωινήν ώραν συνεκεντρώθη πολύ πλήθος πρό της αγοράς, εις την οποία η είσοδος ήτο κλειστή δια ταινίας. Επί κεφαλής ήτο το Δημοτικόν Συμβούλιον. Έγκαίρως κατέφθασε και ο έντ. Διοικητής, ότε ο αξ. Δήμαρχος κ. Σπ. Αραούζος δι’ ωραίου λόγου του εξιστόρησε τα τής ανεγέρσεως της αγοράς, της απαιτηθείσης δαπάνης ώς και τών εισοδημάτων τα οποία θα έχη ο Δήμος εξ’ αυτής. Είτα έλαβε τον λόγον ο κ. Διοικητής επαινέσας τήν πρόοδον τής πόλεως και μακαρίσας αυτήν διότι ηυτύχησε πάντοτε να έχη καλούς δημάρχους…" (εφ. Ελευθερία, 7/20 Απριλίου 1918). Έβγαλε το καπέλο ο Διοικητής κι’έκοψε "δι’αργυράς ψαλίδος την εμποδίζουσαν τήν είσοδον είς την αγοράν ταινίαν και το πλήθος κατεπλημμύρησεν αυτήν διά να προλάβη κάτι να αγοράση".
Και η ανταπόκριση της "Ελευθερίας" από τη Λεμεσό καταλήγει: " Τάξις και καθαριότης είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τής νέας μας αγοράς, ήτις προσθέτει έν επί πλέον καλλώπισμα και έργον προόδου είς τήν πόλιν μας". Το κτίριο χαρακτηρίστηκε από τον τύπο (Εφημ. Σάλπιγξ 4/17 Απριλίου 1918) " μεγαλοπρεπέστατον και τέλειον υπό πάσαν έποψιν".
Ο Άγγλος Διοικητής της πόλης Bolton τελώντας τα εγκαίνια της Αγοράς εξέφρασε κατ’αρχάς τη χαρά του ότι απευθυνόταν προς τους Κυπρίους ώς Βρεττανούς υπηκόους οι οποίοι ετύγχαναν κάθε προστασίας εκ μέρους τών Αγγλικών Αρχών.
Η επίσημη προσάρτηση της Κύπρου είχε γίνει το 1914 και μόλις πρίν λίγους μήνες με διάταγμα του Βασιλέως της Αγγλίας ημερομηνίας 27 Νοεμβρίου 1917 ονομάζοντο οι Κύπριοι Βρεττανοί υπήκοοι. Στη συνέχεια ο Διοικητής αναφέρθηκε στην πρόοδο της πόλης της Λεμεσού η οποία φαίνεται να πρωτοστατεί σε κάθε εκδήλωση της ζωής, χαρακτήρισε δε την Αγορά ώς την καλύτερη της Κύπρου και ίσως και όλης της Ανατολής (Εφημ. Σάλπιγξ 4/17 Απριλίου 1918).
Με σχέδιο του αρχιτέκτονα Ζαχαρία Βόνδα, εκτός από την Αγορά, κτίστηκε επίσης το Μητροπολιτικό Μέγαρο στον παραλιακό δρόμο, τα πολυτελή σπίτια στην οδό Αγ. Ανδρέου κοντά στην Αγ. Νάπα του Γεωργίου Σχίζα (στη θέση του παλιού αρχοντικού του Κουσουλάτου της Ιγγλιτέρας του Φραγκούδη), του Παναγιώτη Ιακωβίδη, του Ηρακλή Μιχαηλίδη και άρχισε η ανοικοδόμηση του νέου ναού της Αγ. Τριάδος. Η κίνηση μέσα και γύρω από την Δημοτική Αγορά αυξανόταν με γοργό ρυθμό, άρχιζε το πρωί πρίν να ξημερώσει και τα καλοκαίρια τελείωνε μετά τις 7:30 το βράδυ οπότε η Αγορά έκλεινε. Συχνά οι γείτονες εξέφραζαν παράπονα για ενόχληση από τις φωνές των παραγωγών που κατέφθαναν εκεί την αυγή. Ο Μιχάλης Πιτσιλλίδης περιγράφει πολύ παραστατικά τη ζωηρότητα της περιοχής γύρω στα 1931:(Μιχ. Πιτσιλλίδης, Μνήμες της Λεμεσού, Έκδοση Δήμου Λεμεσού 1991 σελ 6)."Η κίνηση μέσα στην πόλη, πριν εξήντα χρόνια, άρχιζε στην πλατεία της Δημοτικής Αγοράς. Ο Τσιρίδης, ο Λοίζος, ο Κωσταντής, ο Ερμιάς κι’ οι άλλοι τότε μανάβηδες, ήταν εκεί πριν την αυγή, περιμένοντας τους περβολάρηδες από τα Τσιφλικούδια και το Ζακάκι, να τους φέρουν τα λαχανικά, που κουβαλούσαν με τα γαϊδούρια τους. Και πριν ακόμα ξυπνήσει ο εργαζόμενος κόσμος, λάχανα, μαρούλια, σέλινα, κραμπιά, κουνουπίδια, κρεμμύδια και κολοκυθάκια, καθώς και φρούτα της εποχής, ήταν αραδιασμένα ολόφρεσκα πάνω στους πάγκους των μανάβικων, για να πουληθούν στους πελάτες πριν πάνε στη δουλειά τους με το γέννημα του ήλιου.
Με το πρώτο ξύπνημα της πόλης, η πλατεία της δημοτικής αγοράς ήταν γεμάτη κόσμο και κίνηση. Μανάβηδες και χασάπηδες καπαλιάζονταν ποιος να τραβήξει πιο πολλούς αγοραστές κι’ οι φωνές τους σμίγουνταν με τα διαλαλήματα των κουλουράδων και των άλλων μικροπωλητών που, από τα χαράματα κι’ αυτοί κύκλωναν την αγορά έξω στην πλατεία της. Τα γκαρσόνια του καφενείου του Πελλόγιαννου πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα για να σερβίρουν την πελατεία καφέδες και ζεστά ροφήματα, δίπλα ο Χριστόδουλος Καλότυχος κοπάνιζε ολοένα μέσα στο κανάτι του ρεβύθια με το κοπάνι του να φτιάξει χούμους για να ταίσει αγουροξυπνημένους θεονήστικους, πιο πέρα οι μερακλήδες στριμώχνουνταν μέσα στο μαγειριό για ν’ απολαύσουν πρωινή ζεστή πατσιά. Τα μεγάλα μπακάλικα του Γερολαίμου και του Κοντού, που βρίσκονταν στη νότια πύλη της αγοράς, αντικρυστά το ένα, στο άλλο, ήταν οι κυριώτερες πηγές εφοδιασμού της πόλης με ντόπια και εισαγόμενα τρόφιμα. Εκεί βρίσκοταν και του πουλιού το γάλα. Λακέρδα σε βαρέλια, μπακαλιάρος παστός, χέλια, σκουμπριά σε σακούλες, ρέγγες, ανζούγιες, βούτυρο του χαλεπιού ή βερουτιανό. Άλλα δυό μπακάλικα, το ίδιο σημαντικά, βρίσκονταν στη δυτική πύλη της αγοράς. Οι τελευταίοι κάτοχοί τους που θυμούμαι, ήταν ο Ηρόδοτος στο ένα κι’ ο Αρμεύτης στο άλλο".
Το 1930 ο Δήμος Λεμεσού άρχισε να συμπληρώνει ωρισμένα κενά που παρουσίαζε το κτίριο της Αγοράς. Κατασκεύασε ουρητήρια και αποχωρητήρια, εγκατέστησε χολέτρες στο υπόστεγο. Το 1931 άρχισε να μελετάται η ανάγκη στέγασης του κτιρίου. Το Δημοτικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του Δημάρχου Χριστόδουλου Χατζηπαύλου τον Φεβρουάριο του 1931 ανέθεσε στο Δημοτικό Σύμβουλο Αντώνιο Πηλαβάκη να εκπονήση τα σχετικά σχέδια τα οποία πρίν από την εκτέλεση θα υποβάλλονταν προς έγκριση σε ειδικό Μηχανικό. Τον Δεκέμβριο του 1931 το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε σχέδια που υπέβαλε ο Δημοτικός Μηχανικός και ζήτησε μειοδοτικές προσφορές μέσω του εγχωρίου και ξένου τύπου για την ανάληψη και εκτέλεση εργολαβικώς: (α) του όλου έργου της στέγασης (β) 1. της εκ σιδήρου εργασίας 2. της εκ τσιμέντου εργασίας 3. της επιστεγάσεως (covers) κεχωρισμένως. Ταυτόχρονα το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε όπως μελετηθούν και τα υπό του Αντώνη Πηλαβάκη εκπονηθέντα σχέδια για τη στέγαση και ζητηθούν προσφορές, για την εκτέλεση του όλου έργου επιτοπίως, τούτο δε για να γνωρίση το Συμβούλιο τι περίπου θα στοιχίσει η στέγαση βάσει τών σχεδίων του Αντ. Πηλαβάκη και επί τη βάσει τών σχεδίων του Δημοτικού Μηχανικού. Στίς 23 Δεκεμβρίου 1931 το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε το υπό του Δημοτικού Μηχανικού συνταχθέν σχέδιο ζήτησης προσφορών για την προμήθεια όλων των υλικών, εργατικών, κλπ. Για την κατασκευή, ανέγερση και εντελώς αποπεράτωση εργολαβικώς, μιας στέγης για τη Δημοτική Αγορά Λεμεσού. Μια βδομάδα αργότερα με επιστολή του Ζήνωνα Πιερίδη από τη Λάρνακα η εταιρεία "Modern Constructions Ltd" γνωστοποιεί στο Δημοτικό Συμβούλιο ότι αναλαμβάνει την εκπόνηση σχεδίων στεγάσεως της Δημοτικής Αγοράς Λεμεσού σε "μπετόν-αρμέ". Τα σχέδια αυτά υποβλήθηκαν στο Δημοτικό Συμβούλιο το οποίο και ζήτησε προσφορές βάσει των προδιαγραφών των. Αφού ανοίχθηκαν όλες οι προσφορές τον Απρίλιο του 1932 το Δημοτικό Συμβούλιο δεν κατέληξε σε καμία απ’ αυτές αλλά αποφάσισε να αποταθεί στην Κυβέρνηση και ζητούσε να έχει τη γνώμη του Διευθυντή των Δημοσίων ‘Εργων πάνω στα τρία σχέδια για τη στέγαση, ήτοι το σχέδιο του Δημοτικού Μηχανικού για σιδηρά σκεπή και τα σχέδια της εταιρείας "Modern Constructions Ltd" και Οδυσσέως Τσαγγαρίδη για σκεπές από Beton – Arme. Μετά την γνωμάτευση του Διευθυντή τών Δημοσίων ‘Εργων ο οποίος απέκλινε υπέρ της κάλυψης με σιδηρά στέγη, το Δημοτικό Συμβούλιο ζήτησε εκ νέου προσφορές βάσει των ίδιων σχεδίων και της ίδιας συγγραφής υποχρεώσεων με τις οποίες αρχικώς εζήτησε προσφορές, με μόνη τροποποίηση ότι το πάχος των σιδηρών γωνιών των ψαλιδιών της στέγης θα είναι 5/16 αντί 1/4 της ίντζας. Υποβλήθηκαν τέσσερεις προσφορές και η εργασία ανατέθηκε τον Μαίο του 1932 στον Ιωάννη Κότσαπα έναντι του ποσου £ 2260 με την υποχρέωση αποπεράτωσης του ‘Εργου σε έξη μήνες. Τον Δεκέμβριο του 1937 επί δημαρχίας του Χριστόδουλου Χατζηπαύλου αποφασίστηκε το κλείσιμο των δύο από τις πέντε θύρες της Α’ Δημοτικής Αγοράς. Για να μη γίνεται δυνατή η λαθραία εισαγωγή εμπορευμάτων στην Αγορά κλείστηκε η θύρα που συγκοινωνούσε με τα αποχωρητήρια και η αντικρύζουσα την οδόν Ανδρέου Θεμιστοκλέους εξωτερική θύρα. Ετσι δεν θα υπήρχε απώλεια δημοτικών διαπυλίων και ζυγιστικών δικαιωμάτων. Τον Σεπτέμβριο του 1938 λήφθηκε η απόφαση για περίφραξη του χώρου βορείως της Αγοράς με κιγκλίδωμα. Εικοσιέξι χρόνια μετά την ανέγερση της Αγοράς ο Δήμαρχος Λεμεσού Πλουτής Σέρβας στην Έκθεση Δράσης του Δημοτικού Συμβουλίου το Νοέμβριο του 1944 αναφέρεται σε βελτιώσεις που πρέπει να γίνουν στη Δημοτική Αγορά (ομιλία στο θέατρο "Ριάλτο", 26/11/1944). Ο Δήμαρχος λέει χαρακτηριστικά ότι η Λεμεσός μεγάλωσε, ούτε τα σπίτια την χωρούν αλλά ούτε και τα παντοπωλεία. Η πώληση του χοιρινού κρέατος και των ψαριών γίνεται κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Ο χώρος είναι ανεπαρκής. Γι’ αυτό μέσα στο 1945 πρέπει οπωσδήποτε να γίνουν σημαντικές βελτιώσεις. Οι βελτιώσεις στη Δημοτική Αγορά άρχισαν το 1947. Στις 5/3/1947 το Δημοτικό Συμβούλιο υπό το Δήμαρχο Πλουτή Σέρβα αποφάσισε να προχωρήσει στη σύναψη δανείου και να εκτελέσει ανάμεσα σε άλλα έργα και διάφορες διαρρυθμίσεις στην Α’ Δημοτική Αγορά. Προς τούτο αποφάσιζε να ετοιμασθούν το ταχύτερο σχέδια και να ζητηθούν προσφορές. Στις 9/4/1947 το Δημοτικό Συμβούλιο σχετικά με τις διαρρυθμίσεις πήρε τις ακόλουθες αποφάσεις: 1. Να κτιστούν 5 νέα μαγαζιά κοντά στην Α’ Δημοτική Αγορά έναντι του ποσού των £ 1900 2. Να μετατραπεί το υπάρχον καφενείο παρά την Α’ Δημοτική Αγορά σε καφενείο και μαγαζί £ 1200 3. Να στεγαστεί χώρος στην Α’ Δημοτική Αγορά και να μετατραπεί σε πρατήριο παραγωγών και ιχθυοπωλείο £ 2700 4. Να στεγαστεί χώρος στην Α’ Δημοτική Αγορά και να μετατραπεί σε χοιροπωλείο £1800 5. Να επιδιορθωθούν στην Α’ Δημοτική Αγορά οι αίθουσες βορείως της υπαρχούσης λαχαναγοράς και να μετατραπούν σε μια αίθουσα εστιατορίου ή αίθουσα εορτών £ 800 Περαιτέρω το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε όπως όλα τα πιο πάνω έργα εκτελεσθούν εργολαβικώς κατόπιν σχετικών προσφορών. Οι εργασίες δόθηκαν χωριστά και σε διάφορους εργολάβους. Τον Ιούνιο του 1947 πάρθηκε η απόφαση να γίνουν προσωρινές διευθετήσεις για χρησιμοποίηση της μεγάλης αίθουσας προς βορράν της Α’ Δημοτικής Αγοράς για τους σκοπούς του δημοτικού λαικού εστιατορίου. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς αποφασίστηκε όπως η μεγάλη αυτή αίθουσα χρησιμοποιείται και για χορούς, με την προϋπόθεση ότι δεν θα παρακωλύεται η κανονική λειτουργία του εστιατορίου. Στο μεταξύ τον ίδιο μήνα ανατίθεται σε εργολάβο μαραγκό να κατασκευάσει και να τοποθετήσει πορτοπαράθυρα στην αίθουσα (τώρα Λαικόν Εστιατόριον) εργολαβικώς αντί του ποσού των λιρών £ 239. Τον Οκτώβριο του 1947 τα 12 ειδικά πρατήρια για την πώληση του χοιρινού κρέατος ήταν έτοιμα και νοικιάστηκαν. Στις 30 Δεκεμβρίου 1947 το Δημοτικό Συμβούλιο αναθέτει σε δύο εργολάβους οικοδομών την κατασκευή των 5 μαγαζιών καθώς και τις μετατροπές και επιδιορθώσεις στο υπάρχων καφενείο, στην πλατεία της Α’ Δημοτικής Αγοράς σύμφωνα με τα σχέδια και την συγγραφή των υποχρεώσεων αντί του συνολικού ποσού των £2747. Το Φεβρουάριο του 1948 άλλος εργολάβος ανέλαβε να διεκπεραιώσει μετατροπές και επιδιορθώσεις στην αίθουσα του Λαικού Εστιατορίου αντί του ποσού των £392-10-0. Η επέκταση της Αγοράς συμπληρώθηκε μέσα στο 1948 (Λογοδοσία του Δημάρχου Πλουτή Σέρβα στο θέατρο "Ριάλτο" 4/5/1949).
Πριν από το 1946 η Α’ Δημοτική Αγορά, (είχε δημιουργηθεί στο μεταξύ και η μικρότερη Β’ Δημοτική Αγορά) στη βόρια είσοδο είχε ένα χάνι για γαϊδούρια και χοίρους που κατά τα πολεμικά χρόνια το Γραφείο του Ελεγκτού των προμηθειών το χρησιμοποιούσε σαν αποθήκη για το σχέδιο των φθαρτών.
Δίπλα σ’αυτό ένας ακάλυπτος χώρος, όπου κάτω από ήλιο και βροχή οι παραγωγοί πωληση τα προιόντα τους. Στη νοτιοανατολική πλευρά, σ’ένα άλλο, επίσης ακάλυπτο, χώρο γινόταν η πούληση του χοιρινού κρέατος και στη νότια πλευρά, μέσα σε μια χωράφα, κάθονταν οι πολυάριθμοι πελάτες του καφενείου της Α’ Δημοτικής Αγοράς . Μετά τις προσθήκες και βελτιώσεις στη θέση του χανιού ανεγέρθηκε η ολόφωτη και όμορφη αίθουσα του Λαικού Εστιατορίου μαζί με την Καφετέρια. ‘Ενα πρώτης τάξεως χοιροπωλείο με 12 πρατήρια αντί τον ανοιχτό χώρο των παραγωγών. Μια θαυμάσια αίθουσα με πάγκους για τους παραγωγούς και συγχρονισμένα ψαροπωλεία, αντί τον ανοιχτό χώρο μέσα στον οποίο πουλιόταν το χοιρινό κρέας. Ένα συγχρονισμένο Καφενείο στη μέση άλλων 7 νέων καταστημάτων στην πλατεία της Α’ Δημοτικής Αγοράς κι’ αυτά μέσα στο περιβάλλον μιας δεντροφυτεμένης και πέρα ως πέρα τσιμεντωμένης πλατείας με νέο τσιμεντωμένο δρόμο, για πεζούς μόνο.
Έγινε δηλαδή μια πλήρης πολιτισμένη αλλαγή που ύστερα από την απαλλοτρίωση όλων των σπιτιών που βρίσκονται στη βορειοανατολική πλευρά της Αγοράς και την ανέγερση σύμφωνα με το σχέδιο αποθηκών για τους οπωρομαννάβηδες και άλλων καταστημάτων, θα μπορούμε να πούμε πως το πρόβλημα της πρώτης Δημοτικής Αγοράς θα είναι πλήρως λυμένο (Λογοδοσία του Δημάρχου Πλουτή Σέρβα στο θέατρο "Ριάλτο" 4/5/1949).

Η Πλατεία της Δημοτικής Αγοράς σήμερα

Πηγές: - Κώστα Α. Πηλαβάκη, η Λεμεσός σ’ άλλους καιρούς, Λεμεσός 1977. - Εφημ. "Σάλπιγξ", Λεμεσός 11/24 Απριλίου 1918. - Πρακτικά Συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου Λεμεσού, Αρχείο Δήμου Λεμεσού. - Αριστείδη Λ. Κουδουνάρη, Βιογραφικόν Λεξικών Κυπρίων 1800-1920, Γ’ επηυξυμένη ‘Εκδοσις Λευκωσία 1995 σ. 28, 29. - Αρχείο Κτηματολογίου Λεμεσού. - Εφημ. "Ελευθερία" Λευκωσία 7/20 Απριλίου 1918. - Εφημ. "Σάλπιγξ", Λεμεσός 4/17 Απριλίου 1918. - Μιχάλη Πιτσιλλίδη, Μνήμες της Λεμεσού, Έκδοση Δήμου Λεμεσού 1991, σ. 6. - Πληροφοριακό Δελτίο Δήμου Λεμεσού, Νιόβρης και Δεκέβρης 1944, τεύχος 3ο και 4ο. - Πληροφοριακό Δελτίο Δήμου Λεμεσού, Μάης 1949 τεύχος 27.

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Η μεγάλη παράδοση και συμβολή της Λεμεσού στον πολιτισμό της Κύπρου

                                                                            Μέρος πρώτο
Δεν θάταν καθόλου υπερβολή αν έλεγε κάποιος πως η Λεμεσός καθοδηγούσε και ποδηγετούσε την τέχνη και τον πολιτισμό της σύγχρονης ιστορίας του τόπου για πάρα πολλές δεκαετίες. Για του λόγου μου το αληθές, επικαλούμαι δύο από τις πολλές έξωθεν καλές μαρτυρίες. Η πρώτη ανήκει στον μεγάλο και πανελλήνιας εμβέλειας πεζογράφο αλλά και σημαντικό ζωγράφο Νίκο Νικολαΐδη, που αν και λευκωσιάτης, όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1910 αποφάσισε να επανέλθει για να εγκατασταθεί στην Κύπρο, από την κοιτίδα του τότε πανελλήνιου πολιτισμού την Αλεξάνδρεια όπου ζούσε και διέπρεπε, διάλεξε τη Λεμεσό γιατί όπως έγραφε : «Στη Λευκωσία ο κόσμος είναι αδιάφορος για κάθε πνευματική κίνηση και ο χρηματικός παράγων διαφεντεύει τα πάντα»…
Η δεύτερη μαρτυρία, του φίλου μου, καθηγητή της σύγχρονης Ιστορίας της Κύπρου στο Πανεπιστήμιο Κύπρου -λευκωσιάτη και πάλιν- Πέτρου Παπαπολυβίου. Σε μια εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη του για τη Λεμεσό λέει ανάμεσα σε άλλα πως, « …η Λεμεσός θα αποτελεί, μέχρι τουλάχιστο το 1930, το κέντρο της καλλιτεχνικής, θεατρικής και μουσικής κίνησης στην Κύπρο, διαμορφώνοντας τα ιδιότυπα χαρακτηριστικά της πιο ζωντανής και ανήσυχης πόλης του νησιού». Ενώ πιο κάτω λέει: «Ένας άλλος τομέας όπου, κατά γενική ομολογία, πρωτοπορούσε η Λεμεσός, τουλάχιστον στις πρώτες πέντε δεκαετίες της βρετανικής κατοχής, ήταν ο πνευματικός τομέας. Το μεγάλο εξαγωγικό λιμάνι του νησιού υπήρξε η είσοδος και η θερμή εστία υποδοχής και αποδοχής κάθε επαναστατικής ή εθνικής κίνησης αλλά και των νεωτερισμών στην τέχνη, στα γράμματα και στην πολιτική, σε αντίθεση με τη συντηρητική και υποτονική μέχρι πλήξεως Λευκωσία. Κυρίαρχη μορφή της Λεμεσού στο τελευταία 30 χρόνια του 19ου αιώνα ήταν ο Ανδρέας Δ. Θεμιστοκλέους, γνωστός στην Κύπρο ως «Ανδρέας ο Δάσκαλος» (1843-1918). Ο Θεμιστοκλέους υπήρξε η μεγαλύτερη προσωπικότητα της εποχής του και δίκαια ονομάστηκε ο Κύπριος δάσκαλος του γένους. Παράλληλα με τον Θεμιστοκλέους, στη γυναικεία εκπαίδευση δέσποζε η μορφή της Πολυξένης Λοϊζιάδος (1855-1942), διευθύντριας του Παρθεναγωγείου Λεμεσού από το 1878 μέχρι το 1914, μιας άλλης θρυλικής προσωπικότητας της κυπριακής ιστορίας της εκπαίδευσης, που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή της στα ελληνικά γράμματα.»
Να σημειώσουμε εδώ ότι η Λοϊζιάς υπήρξε ακόμα και η πρωτοπόρος φεμινίστρια της Κύπρου που συνέβαλε όσο καμιά άλλη, στην γυναικεία χειραφέτηση και απελευθέρωση. Με πρωτοβουλία της δημιουργήθηκε το 1897 και το πρώτο γυναικείο Σωματείο στο νησί « 'Ενωσις Ελληνίδων». Ανάμεσα και σε άλλα σπουδαία έργα της ίδρυσε, το 1897, το πρώτο γυναικείο γυμναστήριο «Το Παλλάδιον» και εισήγαγε την γυναικεία άθληση στα σχολεία. Από το 1912 μέχρι το 1920 εκδίδει την πρώτη στην Κύπρο γυναικεία περιοδική έκδοση «Η Κυπριακή Κυψέλη».
Επειδή θέμα είναι σχεδόν ανεξάντλητο και ατελείωτο, θα φροντίσουμε «να περάσουν χρόνοι πολλοί μέσα σε λίγη ώρα» καθώς λέει κι ο ποιητής.
Θα δούμε στο πρώτο μέρος μερικές πτυχές του και θα συνεχίσουμε στις επόμενες εκδόσεις να το καλύψουμε κατά το δυνατό πληρέστερα.
Θα κάνουμε μάλιστα απλώς περιληπτικές , σύντομες αναφορές γεγονότων και ονομάτων ενδεικτικά και να μου συγχωρεθούν οι -μη σκόπιμες- παραλήψεις , επικεντρωνόμενοι κυρίως σε πρωτιές της Λεμεσού στον πολιτισμό κατηγοριοποιώντας θεματικά και όχι κατ ανάγκην χρονικά τις αναφορές.
                                                               ΠΡΩΤΙΕΣ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Οι πρώτες θεατρικές παραστάσεις στην Κύπρο εδώ πραγματοποιήθηκαν. Σύμφωνα με τον μελετητή της ιστορίας του θεάτρου Γιάννη Κατσούρη, «το 1860 το Ελληνικό Υποπροξενείο Λεμεσού απασχόλησαν οι καταγγελίες εναντίον του Έλληνα υπηκόου Μιχαήλ Ευθυβούλου, ο οποίος στη Λεμεσό, τη νύχτα της 12ης προς την 13η Φεβρουαρίου, δημιούργησε επεισόδιο έξω από την οικία του Αβραάμ Χαραλάμπους στην οποία τη νύχτα εκείνη παιζόταν η τραγωδία Ορέστης». Ενώ για μια παράσταση του 1870 ο Κώστας Πιλαβάκης λέει ανάμεσα σε άλλα για την παράσταση «Ο Λεωνίδας»:
«Τόσος ανταγωνισμός παρατηρήθηκε για το πρόσωπο του Λεωνίδα, ώστε, ως διηγούνται οι παλαιότεροι, σε μιαν περίπτωση δημιουργήθηκε γι' αυτό ζωηρή διαίρεση του θιάσου, η δε αντιπολίτευση με τύμπανα και ζορνέδες απ' έξω από το θέατρο εματαίωσε την παράσταση».
Η πρώτη στην Κύπρο και ίσως και πανελληνίως παράσταση αρχαίας τραγωδίας στη δημοτική γλώσσα, ο «Οιδίπους Τύραννος» σε μετάφραση Νίκου Θ. Αντωνιάδη φιλόλογου καθηγητή στο Γυμνάσιο Λεμεσού και σκηνοθεσία Αρ. Ζήνωνος πραγματοποιήθηκε τον Μάιο1917.
Το πρώτο κυπριακό θεατρικό έργο το δράμα «Η Κύπρος και οι Ναΐται» γράφτηκε από τον Γεώργιο Σιβιτανίδη το 1869, ενώ λεμεσιανή επίσης είναι και η πρώτη γυναίκα θεατρική συγγραφέας με το δραματικό ειδύλλιο της «Η Δούλη Κύπρος» το 1890 η σπουδαία όπως είπαμε Πολυξένη Λοϊζιάς.
Πρώτος κύπριος ηθοποιός θεωρείται ο Αριστείδης Ζήνων (1882-1919) που έδρασε και στην Ελλάδα όπου υπήρξε μύστης στη Ν. Σκηνή του Χρηστομάνου, ενώ πρώτη γυναίκα ηθοποιός ήταν η αρσακειάδα Μαρία Ελευθερίου Γκαφιέρο που σπούδασε και θέατρο στη Δραματική Σχολή Αθηνών με καθηγήτρια την Μαρίκα Κοτοπούλη και έπαιξε θέατρο στην Αθήνα και τη Λεμεσό. Υπήρξε πνευματική αδελφή του Κωστή Παλαμά με τον οποίον διατηρούσε αλληλογραφία για πολλά χρόνια, ενώ κάποιοι μιλούσαν και για ένα μεγάλο μεταξύ τους έρωτα.
Να αναφέρουμε εδώ και τον παγκόσμιας φήμης λεμεσιανό σκηνοθέτη του θεάτρου και του κινηματογράφου (ίσως ο γνωστότερος παγκόσμια κύπριος όλων των εποχών), Μιχάλη Κακογιάννη και τον επίσης λεμεσιανό, πανελλήνια γνωστό ηθοποιό Σωτήρη Μουστάκα.
Να σταματήσουμε εδώ για να συνεχίσουμε στις επόμενες όπως είπαμε εκδόσεις κλείνοντας με το θέατρο και αγγίζοντας και τις άλλες πτυχές του πολιτισμού.
Φωτογραφίες:
1 Νίκος Νικολαΐδης (προτομή στο Δημ. Κήπο Λεμεσού)
2 Ανδρέας Θεμιστοκλέους
3 Η Πολυξένη Λοϊζιάς ανάμεσα σε μαθήτριες της το 1901
4  ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΧΩ
5  ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ
6  Αριστείδης Ζήνων
7  Μαρία Ελευθερίου Γκαφιέρρο

Δημοσιεύεται στην "Ηχώ της Λεμεσού" που κυκλοφορεί σήμερα 18 Ιουνίου 2010








Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Λουκία Νικολαϊδου - Βασιλείου (1909-1994) Η ΠΡΩΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Από τη Νέα Εποχή, 1993, 223-223, σσ 7

Στις αρχές του 1994 έκλεισε σε βαθιά γεράματα τα μάτια της στην Αγγλία, όπου ζούσε από το 1937, η πρώτη γυναικά ζωγράφος της Κύπρου, η Λούκια Νικολαΐδου- Βασιλείου.Γεννημένη στη Λεμεσό προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του αιώνα, η Λουκία Νικολαΐδου έδειξε από τα νεαρά της χρόνια μια ασυνήθιστη έφεση στην τέχνη της ζωγραφικής. Μεταξύ 1929 και 1933 φοιτά στο εργαστήρι του Λουσιέν Σιμόν στο Παρίσι, όπου αφομοιώνει τα μυστικά των νέων ευρωπαϊκών εικαστικών ρευμάτων. Με την κάθοδο της στην Κύπρο εμπλουτίζει με την τέχνη της την φτωχή, τότε, εικαστική κίνηση του νησιού. Οι εκθέσεις στις οποίες συμμετέχει προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον, που κρατά, ωστόσο, όσο και η παρουσία της ζωγράφου στον κυπριακό χώρο. Με τη φυγή της στην Αγγλία σταδιακά απομακρύνεται από τη ζωγραφική. Όμως το έργο που πρόλαβε να δημιουργήσει δεν στάθηκε ευκαταφρόνητο για τα κυπριακά εικαστικά πράγματα.
Την τελευταία δεκαετία του αιώνα μας η Κύπρος ανακάλυψε εκ νέου τη ζωγράφο Λουκία Νικολαΐδου- Βασιλείου και ο καθένας μας είχε τη χαρά να επανεκτιμήσει την προσφορά της στην κυπριακή τέχνη μέσα από την αναδρομική έκθεση έργων της που οργάνωσε η Μορφωτική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας.
Το περιοδικό μας, εκτιμώντας αυτή την προσφορά της πρωτοπόρου ζωγράφου, έκανε, στο πρώτο τεύχος του 1992, ευρύ αφιέρωμα σ' αυτήν. Από εκείνο το αφιέρωμα μπορεί ο αναγνώστης να σχηματίσει μια τεκμηριωμένη αντίληψη για το πολύ αξιόλογο έργο που η Λουκία Νικολαΐδου- Βασιλείου έχει κληροδοτήσει στην ιστορία της κυπριακής τέχνης.


Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΟΥ ΡΙΖΕΣ



Κυκλοφόρησε πριν μερικούς μήνες με την ευκαιρία και των εγκαινίων του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης στην Αθήνα, η αυτοβιογραφία του μεγάλου μας συμπολίτη, με τίτλο «Μιχάλης Κακογιάννης-Σε πρώτο πλάνο», καταγραμμένη από τον δημοσιογράφο Χρήστο Σιάφκο. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ο Μ Κακογιάννης ξετυλίγει τις παιδικές και νεανικές του αναμνήσεις από τα πρώτα κιόλας του χρόνια στη Λεμεσό, την πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέχρι που έφυγε για την Αγγλία για να δημιουργήσει την μεγάλη διεθνή καριέρα στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ας δούμε λοιπόν μερικές από αυτές για να σχολιάσουμε στη συνέχεια κάποια πράγματα: «Κι έτσι, για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, γεννήθηκα στη Λεμεσό στις 11 Ιουνίου 1922. Ο πατέρας μου λεγόταν Παναγιώτης και η μητέρα μου Αγγελική. Ήμουν το δεύτερο παιδί τους. Πριν από εμένα γεννήθηκε η


Στέλλα, μετέπειτα Σουλιώτη, η Γιαννούλα, μετέπειτα Γουέικφιλντ, και ο Γιώργος, που τον φωνάζαμε χαϊδευτικά «Γώγο». Ζούσαμε τότε στον πάνω όροφο μιας διπλοκατοικίας. Μέναμε συνέχεια σε νοικιασμένα σπίτια, ώσπου επέστρεψα από την Αγγλία δικηγόρος με δίπλωμα και τότε χτίσαμε το μεγάλο οικογενειακό σπίτι στου οποίου τα σχέδια συνέβαλα κι εγώ. Η τάση μου για τη σκηνοθεσία είχε αρχίσει από πολύ νωρίς. Ήδη από εκείνα τα πρώιμα χρόνια. Στο σπίτι μας, από την τραπεζαρία βγαίναμε σ’ ένα ταρατσάκι. αυτό ήταν η τέλεια σκηνή και επέμενα στις παραστάσεις μου να συμβάλλουν και τα αδέλφια μου. Όχι τόσο ο μικρός αλλά σίγουρα η Στέλλα και η Γιαννούλα. Ανεβάζαμε έργα που έγραφα εγώ. Ας πούμε, η κυρία τάδε που περιμένει το παιδί της να γυρίσει, κι αυτό αργεί, και την καταλαμβάνει πανικός, και κλαίει και οδύρεται. Τέτοια πράγματα…. …Η μάνα μου αντιμετώπιζε τις θεατρικές μου απόπειρες με χαμόγελο, διασκεδάζοντας. Ο πατέρας μου ήταν λίγο ανήσυχος ως προς τις καλλιτεχνικές μου τάσεις, τις οποίες δεν ενεθάρρυνε καθόλου. Άλλωστε, δεν είχαμε και ιστορικό ηθοποιών στην οικογένεια, εκτός πια κι αν δεν το ξέραμε. Πήγαινα και


κινηματογράφο, σ’ ένα χειμερινό, το Μαξίμ. Μια από τις πρώτες ταινίες που είχα δει ήταν γαλλική, περί έρωτος. Υπήρχε ένα «amour» στον τίτλο και ήταν ομιλούσα, parlant. Ο ήχος όμως ήταν αίσχος, δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Έτσι, όταν κάποια στιγμή ένας από τους ηθοποιούς είπε «bonjour», μια λέξη επιτέλους διακριτή, σύσσωμο το κοινό απάντησε επίσης με ένα ηχηρό «bonjour». Την ίδια εποχή, γύρω στο 1930, είχα δει και το Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο.» Να πούμε κατ αρχάς πως το ενοικιαζόμενο σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε βρισκόταν στην οδό ΄Οθωνος και Αμαλίας, πίσω ακριβώς από το σημερινό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης. Από το μπαλκόνι του σπιτιού αυτού ο μικρός Μιχάλης είχε τη δυνατότητα να βλέπει κρυφά τα βράδια, σινεμά από το καλοκαιρινό Θέατρο- Αίθουσα Ψυχαγωγίας «Διονύσια», που βρισκόταν ακριβώς απέναντι . Είναι δε παράξενο πως δεν αναφέρεται στο βιβλίο, αφού είναι σίγουρο ότι του σημάδεψε από πολύ νωρίς τη ζωή και την μετέπειτα τάση του για καλλιτεχνική και κινηματογραφική καριέρα και το θυμάται ακόμα πολύ χαρακτηριστικά.
Όσον αφορά στις πρώτες του κινηματογραφικές αναμνήσεις , θα εννοεί βέβαια ο Μ.Κ. όχι το «Μαξίμ», ( όπως πολύ μετέπειτα μετονομάστηκε) αλλά το «Θέατρο Χατζηπαύλου» στην οδό Αγίου Ανδρέου, λίγα μέτρα από το σπίτι του, όπου έδινε παραστάσεις ο κινηματογράφος «Πανόραμα» των αδελφών Χρυσοχού οι οποίοι προμηθεύονταν όντως γαλλικές ταινίες από την εταιρείες παραγωγών Πατέ και Γκωμόν της Γαλλίας. Η πρώτη μάλιστα ομιλουσα ταινία , αρχές του 1932, ήταν το «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικόν Μέτωπον», αφού το «Πανόραμα» προμηθεύτηκε μηχανήματα ομιλούντα κινηματογράφου πρώτο όχι μόνο στη Λεμεσό αλλά παγκύπρια.
Να έλθουμε τώρα στο πιο ενδιαφέρον νομίζουμε σχόλιο μας επί των λεγομένων του Μ.Κ. σχετικά με τις ανησυχίες του πατέρα του για τις καλλιτεχνικές του τάσεις που καθόλου δεν τις ενεθάρρυνε (ίσως να τις καταπίεζε κιόλας, γνωστού όντως του δεσποτικού του χαρακτήρα και που ο Μιχάλης τον αποκαλούσε «τύρρανο»).
Λέει ο Μ.Κ.: «Άλλωστε, δεν είχαμε και ιστορικό ηθοποιών στην οικογένεια, εκτός πια κι αν δεν το ξέραμε.»
Αγνοούμε αν όντως δεν το ήξερε η για κάποιο λόγο το παρασιωπά, όμως τέτοιες τάσεις είχε όντως και ο πατέρας του. Διότι ο Παναγιώτης Κακογιάννης πήρε μέρος σε δυο τουλάχιστον (ερασιτεχνικές βέβαια) θεατρικές παραστάσεις. Η πρώτη -που είναι και γνωστή- ήταν τον Φεβρουάριο του 1938 , όταν ο Μιχάλης ήταν 16 χρόνων και πριν αναχωρήσει για σπουδές στην Αγγλία, το φθινόπωρο του ίδιου έτους και επομένως θα έπρεπε να το θυμάται. Στην επιθεώρηση αυτή που ονομαζόταν σύμφωνα με τη σχετική αφίσα «Εσπερίς των Δικηγόρων», την σκηνοθεσία έκανε ο άγγλος πρόεδρος των δικαστηρίων Ντυμπρέ και πήραν μέρος όλοι οι γνωστοί την εποχή εκείνη μεγαλοδικηγόροι της πόλης ανάμεσα τους και ο Π. Κακογιάννης.
Η άλλη παράσταση έγινε το 1915, με ένα πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα μουσικής και θεάτρου, πριν βέβαια ο Μιχάλης γεννηθεί και πιθανόν όντως να μην το πληροφορήθηκε ποτέ. Δόθηκε στο Θέατρο Χατζηπαύλου υπέρ του Σώματος Προσκόπων Λεμεσού. Στο ένα από τα δύο μονόπρακτα, το «Δνις Τζάκσον» του Ι. Δεληκατρίνη έπαιζε και ο Π. Κακογιάννης το ρόλο του «Δημητράκου, Αθηναίου λιμοκοντόρου»…!
Επειδή λοιπόν τίποτα στη ζωή δεν είναι τυχαίο αλλά όλα εξηγούνται, ίσως η αντίθεση του πατέρα προς τις καλλιτεχνικές τάσεις του γιου να αποτελούσε απωθημένο κρυφής και ανικανοποίητης επιθυμίας του να κάνει ο ίδιος καλλιτεχνική καριέρα!
ΛΕΖΑΝΤΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ:

ΦΩΤΟ 1 Οι γονείς του Μιχάλη Κακογιάννη Αγγελική και Παναγιώτης
ΦΩΤΟ 2 Το σπίτι που γεννήθηκε στην Όθωνος και Αμαλίας όπως είναι σήμερα
ΦΩΤΟ 3 Μιχάλης, Γιαννούλα και Στέλλα (Σουλιώτου)
ΦΩΤΟ 4 Το Θέατρο Χατζηπαύλου στην οδό Αγίου Ανδρέου όπου η Λεμεσός , η Κύπρος και ο μικρός Μιχάλης είδαν για πρώτη φορά ομιλούντα κινηματογράφο
ΦΩΤΟ 5 Η αφίσα της «Εσπερίδας των Δικηγόρων»
ΦΩΤΟ 6 Το πρόγραμμα της γιορτής υπέρ των προσκόπων του 1915