Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Η Λεμεσός του 1870


Πώς ήτο και πώς είναι σήμερον
Μέρος Α’

Ευστάθιος Παρασκευάς
Θα επανέλθουμε πάλι στον Ευστάθιο Παρασκευά  για να θυμηθούμε μαζί του μέσα από τις «παλαιές» του «αναμνήσεις» για  πράγματα και θαύματα άλλων εποχών για τη  Λεμεσό.
Λεπτομερείς περιγραφές μας άφησε ο παλιός αυτός λεμεσιανός  μέσα από σειρά άρθρων που δημοσίευε με το ψευδώνυμο «Παλαίμαχος», στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού  στη δεκαετία του 1930, με τον γενικό τίτλο «Παλαιαί αναμνήσεις». Αποτελούσαν αναμνήσεις του από το 1869 που δέκα σχεδόν χρονών παιδάκι ήρθε από το Πισσούρι στη Λεμεσό για να φοιτήσει στο τότε «Αλληλοδιδακτικό Γυμνάσιο». Τις αναμνήσεις αυτές ο γράφων τις μάζεψε και μαζί και με κάποια σχετικά άρθρα τού επίσης παλιού λεμεσιανού σημαντικού διανοούμενου λαογράφου  Ξενοφώντος Φαρμακίδη, τις έκανε βιβλίο με δική του επιμέλεια και εκτενή εισαγωγή με τίτλο «Ευστάθιου Παρασκευά –Παλαιμάχου, Παλαιαί αναμνήσεις. Η Λεμεσός κατά τον 19ον αιώνα». Να επισημάνουμε μόνο ότι όταν  λέει «σήμερον» εννοεί το 1935 που το έγραψε.
Λέει   λοιπόν ο Παλαίμαχος:
«Θέλω να φαντασθώ ένα παιδί Λεμεσιανό που έφυγεν από την Λεμεσόν και επήγεν στα  ξένα. Και θέλω να φαντασθώ το ίδιο παιδί να επιστρέφει εις την Λεμεσό αφού επί 65 χρόνια δεν την ξαναείδε, τώρα βέβαια γέρος ασπρομάλλης και ρυτιδωμέ­νος. Με ποίαν έκπληξιν θα στέκει να θαυμάζη πόσον επροόδευσεν η πόλις του, πόσον εμεγάλωσε, πόσον επολιτίσθηκε. Θα τρίβη τα μάτια του όταν θα βλέπη την σημερινήν Λεμεσόν και θα κάμνη συγκρίσεις με την Λεμεσόν του 1870. Θα γυρεύη τα χωράφια που έπαιζε με τα άλλα παιδιά χωρίς να έχουν τελειωμό. Θα γυρεύει το σπίτι του τάδε και του τάδε που ήτο γειτονικό του και στον τόπο τους θα βλέπει ωραία νέα σπίτια μοντέρνα που εκτίσθησαν. Ας αφήσωμεν που θα γυρεύει και τα σπίτια που ήταν κτι­σμένα εις την θάλασσαν, αυτά θα καταλάβη πως τα ρίξαν δια να γείνη η ωραία μας προκυμαία. Πολλά τέλος πάντων θα γυρεύει να δη αλλά μάταια, πέρασαν, χάθηκαν, τάφαγε η πρόοδος, ο πολιτισμός, το φιλοπρόοδο των κατοίκων της.
Ο παραλιακός δρόμος της Λεμεσού κατά την εποχή
που περιγράφει ο Παρασκευάς
Γιατί η Λεμεσός του 1870 ήτο μία μικρά πόλις με 4500 κατοίκους που εκάθηντο εις μικρά σπίτια τα περισσότερα από πλιθάρια και εκυκλοφορούσαν το περισσότερο μέσα σε μονοπάτια των χωραφιών που ήταν ατελείωτα. Γιατί δεν υπήρχαν ούτε άμαξόδρομοι ούτε χαληνόδρομοι (έτσι ελέγαμε τότε τους μικρούς δρόμους των πόλεων). Ούτε άμαξες υπήρχαν, ούτε αποβάθρα, ούτε προστατευτικά προχώματα, ούτε Νοσοκομείον, Γυμναστήριον, Πτωχοκομείον, Δημόσιος Κήπος κτλ. Δεν είχαμε επίσης ούτε νερόν τρεχάτον, ούτε φώτα εις τους δρόμους, ούτε ηλεκτρικά, ούτε Δημοτικήν Αγοράν, Σφαγείον, Καπνεργοστάσιον, Τηλεγραφείον, Ταχυδρομείον και θέατρα. Δεν είχαμεν ακόμη κτηματικούς φόρους, ούτε τίτλους μας έδιναν δια τα σπίτια μας (μούλκ). Η κοι­νωνική κίνησις μικρά και μονότονη.
Λεμεσός, παραλιακή οδός 1878
Τα άνω που γράφω δεν υπήρχαν εις την πόλιν μας. Μα τότε τι υπήρχε και πώς   εζούσεν ο κόσμος και πώς επερνούσεν. Από μνήμη θυμάμαι μερικά και ας μου επιτρέψουν οι αναγνώσται της «Αληθείας» και οι 15 χιλιάδες και πλέον σημερινοί κάτοικοι Λεμεσού να τους τα περιγράψω. Θα μάθουν έστω και σε λίγα λόγια μίαν σύντομην παλαιάν ιστορίαν της πόλεως των, θα μάθουν μερικά από την ζωήν και κίνησιν (θα ήθελα να ειπώ ακινησίαν) των πατέρων των και θα εύρισκα δίκαιο στον φανταστικό ξενητευμένο Λεμεσιανό που ανέφερα πάρα πάνω.
Γεώργιος Λουκά
 Αρχίζω από το νερό. Η πόλις υδρεύετο από τους λάκκους. Εις την ένορίαν Καθολικής καθένας είχε νερό στο σπίτι του, διότι εις την περιφέρειαν εκείνην το νερό ήτο «γλυκύ» και η ενορία Αγ. Νάπας επρομηθεύετο το νερόν της από νεροφόρους μερι­κοί όμως είχαν τους μαύρους - σκλάβους των (πολλαί οικογένειαι είχαν μαύρους που τους αγόραζαν από καπετάνιους που τους έφερναν από την Αφρικήν) - και τα ζώα των και έφερναν νερόν από το χωρίον Πύργον. Οι Λάκκοι που εθεωρείτο το νερόν τους καλόν εις την πόλιν ήσαν: ο λάκκος του Συντελλή ο οποίος ήτο πλησίον της παλαιάς γέφυρας του Αγ. Αντωνίου, οι λάκκοι της Τζαμούδας, του Λοϊζή του Κακκιντίρη εις την οδόν Ανεμόμυλου, τώρα οδός Βικτωρίας και του Πιτσιακκούρα εις την σημερινήν οδόν Ελευθερίας.
Είπα παραπάνω ότι δεν υπήρχαν φώτα την νύκτα εις την πόλιν. Η πόλις έπλεε εις βαθύ σκότος και δια να βγή κανείς την νύκτα έξω έπρεπε να βαστά φανάρι. Εάν δεν εβαστούσε φανάρι τον συνελάμβανεν το «Κόλι» και τον εκρατούσε εις τον αστυνομικό σταθμόν έως το πρωί το «Κόλι» αυτό ήτο 6-8 «Ττοπσήδες» (στρατιώτες) που επεριπολούσαν την νύκτα. Τακτικά μόλις έδυε ο ήλιος κάθε ημέραν ένας «Τοπσής» ανέβαινε εις το υψηλότερον μέρος του φρουρίου και εφώναζε τρεις φοράς: «Ε! Ε! Ε!», εσήμαινε ότι μετά την στιγμήν εκείνην δεν μπορούσε να βγή άνθρωπος χωρίς φανάρι. Κάποτε ελαμβάνετο απόφασις να απαγορευθή γενικώς η έξοδος από τα σπίτια· τότε εδίδετο διαταγή και ένας «τελλάλης» εφώναζε: «Φενέρ Φενερτζής πυρ οι τζίκμασι τισιαρί που άξάμ, τα γιασάκτιρ» ήτοι «με φανάρι ή χωρίς φανάρι απόψε να μη βγή κανείς είνε απαγορευμένο». Αλλοίμονον σε κείνον που θα παρήκουε, τον συνελάμβαναν και τον έσπαζαν στο ξύλο.
Τα φαγώσιμα ο κόσμος αγόραζε εις τα μαγαζιά, γιατί δεν υπήρχε δημοτική αγορά, χορταρικά, φρούτα και τα τοιαύτα, επωλούντο είτε εις τους δρόμους είτε εις τα μαγαζιά. Το κρέας το επρομηθεύοντο από ώρισμένα μέρη της πόλεως όπου εσφάζοντο τα ζώα (δεν υπήρχαν σφαγεία) και επωλούντο εις κομμάτια επί τόπου: υπήρχαν τα λεγό­μενα «μπογάζια» (σταθμοί) όπου συνηθίζετο η σφαγή και η πώλησις των ζώων το ένα ήτο πλησίον του καφενείου του Κοντονικόλα, το άλλο αντίκρυ της αποθήκης κρασιών του μακαρίτη Ακάμα και το τρίτον εις το παρά την θάλασσαν άκρον της σημερινής οδού Μακεδονίας οπού το μη υπάρχον πλέον σπίτι Θ. Μαύρου.

Ταχυδρομείον:

Τα γράμματα της Ευρώπης τα έπερνε ο κκερατζής Κωσταντής ο Σίννος εις την Λάρνακα δια να τα παραλάβη το Αυστριακό ατμόπλιο, τα δε γράμματα της Αιγύπτου τα έπαιρναν οι καπετάνιοι που φόρτωναν κρασιά, ενθυμούμαι δε τον καπετάν Νικολήν (παππού του συμπολίτου μας κ. Χριστ. Γεωργιάδη, τον Γιορκάτζην Λαμπήν, πατέρα του σημερινού καπετάν Λάμπρου και οι καπετάνιοι Παναής, Λιβέρδος, Μαρνέρος και Μπεναρτής.

Τηλεγραφείον:
Δεν υπήρχεν εν τη πόλει μας τηλεγραφείον και δια να τηλεγραφήση ένας έστελλεν επίτηδες απεσταλμένον εις την Λάρνακα - επληρώνετο 4 μετζίτια (το μετζίτι ήτο περίπου 3 1/2 σελ.) - ο οποιος τα παρέδιδεν εις το Τουρκικόν τηλεγραφείον.
Καπνεργοστάσια: Κάθε καπνοπωλείον ήτο και εργοστάσιον, δηλαδή κάθε καπνοπώλης έκοπτε τον καπνόν εις το μαγαζί του.  Επωλείτο εις χύμα και εστοίχιζαν ένα εικοσαράκι (30 παράδες σημερινούς τα 12 1/2 δράμια).

Καϊμακάκης, Δικαστήρια, Αστυνομία:
Ο ιατρός Λουί ντε Καστάν
Καϊμακάμης (διοικητής) ήτο τότε ο Σιεκκιρζατές. Το Ταβή ήτο το μόνον υπάρχον δικαστήριον και το αποτελούσαν ο Κάδης, ως πρόεδρος, δύο Οθωμανοί και δύο Χριστιανοί, ως πάρεδροι. Επί κεφαλής της αστυνομίας ήτο ένας γιούμπασης (εκατόνταρχος) και είχε τους Σεϊμένιδες του που έφεραν εις την μέσην ένα «συνακλίκκι» με δύο πιστόλες με «αθκιάτζια» και μαχαίρι μεγάλο που ελέγετο «Κουλεκλίνα».
Εν σχέσει προς τους φόρους δεν υπήρχον τότε ούτε ο κτηματικός ούτε άλλος, παρά επλήρωνε κάθε κάτοικος το λεγόμενο «μυρί», δηλαδή επροκηρύσσετο το ποσόν που θα επλήρωνε κάθε πόλις ή χωρίον και ώριζαν πόσα θα αναλογούσεν εις τον κάθε κάτοικον ανάλογα προς την οικονομικήν του θέσιν. Εννοείται ότι τον φόρον αυτόν επλήρωναν μόνον οι «ραγιάδες» παντρεμένοι και εξαιρούντο οι άγαμοι, αι γυναίκες και οι ξένοι υπήκοοι. Η Κυβέρνησις δια την πληρωμήν του φόρου αυτού δεν έδέχοντο άλλο νόμισμα παρά τα είκοσαράκια, πεσλίκια και εξάρια, τα οποία δια τούτο έλαβαν και το όνομα «μυρίτικα». Δια να πλήρωση κανείς ένα χρέος εάν έδιδεν από τα νομίσματα αυτά, ελογαριάζοντο τα 97 ½   γρ. 100 γρ., η διαφορά των 2 ½  γροσιών εέλέγετο «άτζιο». Εκυκλοφορούσαν σχεδόν όλα τα ξένα νομίσματα εις την πόλιν μας.

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΣ

Θα αναφέρω παρακάτω τα της Χριστιανικής κοινότητας Λεμεσού, επίσης δε και ένα κοινωνικόν γεγονός πού μου έκαμε τότε μεγάλην εντύπωσιν καίτοι ήμουν ακόμη μαθητής.
Η Κοινότης μας διατηρούσε ως σχολεία, το Δημοτικόν, το Ελληνικόν και το Παρθεναγωγείον. Του Δημοτικού διδάσκαλος ήτο ο Γιώργος Λουκάς και βοηθός του ο Κωνσταντινίδης. Του Ελληνικού ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους. Υπήρχε και διδάσκαλος της Γαλλικής, ο Σιμάς εκ (Κρήτης). Και τα δύο άνω σχολεία εστεγάζοντο εις κτίρια μέσα εις το προαύλιο της παλαιάς Εκκλησίας Αγ. Νάπας. Το Παρθεναγωγείον εστεγάζετο εις το σπίτι Γεωργίου Κακαθύμη νυν ανώγειος κ. Κλεάνθης Παπαδοπούλου εις την οδό Ελένης Παλαιολογίνας και είχε διεθύντριαν την Ελένην Καραγεωργιάδου (Αθηναίαν) και βοηθόν την  Άννα του Ζαβρού.
Ιατροί ήσαν τότε ο Καστάν και ο Ι. Καραγεωργιάδης, οι οποίοι έκαμναν και τα φάρμακα δια τους αρρώστους των διότι δεν υπήρχον φαρμακεία.
Προξενεία, υπήρχαν διάφορα με προξένους δικούς μας το πλείστον. Ο Σωκράτης Φραγκούδης ήτο πρόξενος της Ιταλίας, ο Ευρυβιάδης Φραγκούδης της Σουηδίας, ο Γεώργιος Ακάμας της Γαλλίας και Αμερικής. Μόνο ο  Έλλην Πρόξενος ήτο σταλμένος από την Ελλάδα και ελέγετο Χαραλαμπάκης.
ΕΝΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ
Κατά το 1870 επεσκέφθη την πόλιν ο γεν. Διοικητής της Νήσου Σαΐντ Πασάς.  Ήμουν μαθητής του σχολείου τότε και ενθυμούμαι ότι εξήλθον δια να τον προϋπαντή­σουν όλοι οι προύχοντες της πόλεως έως τον ποταμόν της Γερμασόγειας. Καβάλλα ο Πασάς επροπορεύετο και ακολουθούσαν οι συμπολίται μας και αυτοί καβάλλα επί αλόγων. Όλοι εσταμάτησαν πλησίον στο σπίτι του Παυλήμπεη (νυν οικία κ. Αλεξάνδρας Κίρζη) όπου ο διδάσκαλος Γεώργιος Λουκά που ήτο και ψάλτης της Αγ. Νάπας και οι μαθηταί του (μεταξύ αυτών και εγώ) ετραγουδήσαμεν το «Καλώς ήλθες Ηγεμών». Ο Πασάς κατέλυσε κατόπιν εις το Κονάκι. Την επαύριον τον εφιλοξένησε ο Παυλήμπεης εις το σπίτι του, ο όποιος την νύκτα έδωκε χορόν προς τιμήν του. Παρέστη ο Πασάς ο οποίος όμως δεν εχόρευσε και οι προύχοντες με τας γυναίκας των. Εχόρευαν βέβαια τους τότε Εύρωπ. χορούς, πόλκαν, μαζούρκαν, κατρίλιες κλπ. Μεγάλη ευθυμία είχε επικρατήσει εις τον χορόν και ο διοικητής έφυγε πολύ ευχαρι­στημένος. Και ο Ακάμας προσεκάλεσε τον Πασάν εις τραπέζι εις το οποίον παρέστη. Τόση ήτο η φιλοξενία του χριστιαν. στοιχείου προς τον επίσημον επισκέπτη, ώστε αυτός προ της αναχωρήσεως του έδωκεν άδειαν να ανυψούται η εκκλησιαστική σημαία (με σταυρόν και εικόνα της Παναγίας) εις τον ιστόν της Εκκλησίας της Αγ. Νάπας.»

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Λεμεσός, πόλη ποιητική


Ήταν εποχές που η πόλη μας, η Λεμεσός, υπήρξε άκρως ποιητική , ρομαντική άρα και ερωτική! Κι η ποίηση ήταν τρόπος ζωής.
Ονούφριος Ιασωνίδης
Σήμερα δε  νομίζω να ισχυρίζεται κανείς πως ζούμε σε μια ρομαντική και ποιητική εποχή. Και σίγουρα η ποίηση είναι κάθε άλλο παρά ένα από τα συστατικά στοιχεία της. Ίσως μάλιστα όσοι ασχολούνται ακόμη με αυτή, θεωρούνται και «γραφικοί» από τους σύγχρονους  κυνηγούς του εύκολου κέρδους και της υπερκατανάλωσης σε εποχή μάλιστα βαθειάς κρίσης. Κρίσης όχι μόνο οικονομικής μα και θεσμών και αξιών.
Από τα σπλάχνα της όμως βγήκε σωρεία ποιητών όπως οι : Σίμος Μενάρδος, Αντώνης Ιντιάνος, Γλαύκος Αλιθέρσης, Δημητρός Μ. Δημητριάδης-Ντόριαν, Ευέλθων Πιτσιλλίδης   ( σατιρικός ποιητής), Πυθαγόρας Δρουσιώτης, Λώρος Φαντάζης και πολλοί άλλοι καθώς και οι νεότεροι όπως οι  Γιάννης Κ. Παπαδόπουλος Ανδρέας Παστελλάς Πίτσα Γαλάζη, Ρόης Παπαγγέλου, Κύπρος Τόκας, Βάσος Βενιζέλος, Έλλη Παιονίδου και πολλοί άλλοι πιο νεότεροι. Στα σπλάχνα της εξάλλου δέχτηκε και φιλοξένησε για να δημιουργήσουν το ποιητικό τους έργο ο εθνικός μας ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης, ο Νίκος Νικολαΐδης ο Γιάννης Λέφκης και άλλοι.
Στις δεκαετίες του ’10, του ’20 και του  ’30 αυτή η πόλη γνώρισε πνευματική άνθηση μοναδική και πνευματικοί  άνθρωποι και ποιητές με πρωτοπόρο τον Αιμίλιο Χουρμούζιο δημιούργησαν  πνευματικά, κοινωνικά και γλωσσικά  κινήματα και εξέδιδαν λογοτεχνικά περιοδικά, όπως η Αβγή, πρωτοποριακά σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο ενώ οι εφημερίδες της δημοσίευαν στις πρώτες σελίδες τους δημιουργίες  λεμεσιανών ποιητών.
Παράλληλα οι λεμεσιανοί συνωστίζονταν σε αίθουσες λογοτεχνικών καφενείων όπως το Ακταίον και το Αθήναιον, σε λέσχες όπως η «Ισότης» και η «Ένωσις» και σε κινηματόγραφους όπως το Ριάλτο και το Γιορδαμλή, για να παρακολουθήσουν διαλέξεις για την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα ή να ακούσουν ρεσιτάλ απαγγελίας.
 Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Αγγλοκρατίας άρχισαν τέτοιες δραστηριότητες. Ο διανοούμενος και ποιητής Ονούφριος Ιασωνίδης, (1846-1916) μετέτρεψε την κατοικία του στο κατεξοχήν φιλολογικό σαλόνι της Λεμεσού και μέσω του τύπου προσκαλούσε τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα απαγγέλλοντας τους δικά του ποιήματα και μεταφράσεις δικές του σονέτων του Σαίξπηρ και ποιημάτων του Μπάιρον. Το 1881 δίδει την πρώτη ίσως λογοτεχνική διάλεξη στην Κύπρο, με θέμα τον ποιητή J. Milton.
 Στο πόντε του παραλιακού καφενείου «Ακταίον» ο Δημ. Λιπέρτης πρωτοπαρουσίασε    ένα βράδυ Κυριακής, του Ιούλιου, του 1923 τα ποιήμα­τα της συλλογής του «Τζιυπριώτικα τραούδκια», που μόλις είχαν τότε εκδοθεί.
Τεύκρος Ανθίας
Μέσα από τις στήλες των λεμεσιανών εφημερίδων σταχυολογούμε εδώ μερικές από τις δεκάδες τέτοιες δραστηριότητες, κατά τη δεκαετία του ‘40.
Εφημερίδα «Χρόνος» 11 Φεβρουαρίου 1940: «Θέατρον Ριάλτο. Την προσεχή Παρασκευήν ώραν 6.30 μ.μ. ρεσιτάλ απαγγελίας της καθηγητρίας απαγγελίας δ. Νίκης Αδάμ.»
 Εφημερίδα «Χρόνος», 4 Δεκεμβρίου 1943:  «Ο ΚΥΠΡΙΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ. Η πόλις μας θα έχει την χαράν να ακούση αύριον Κυριακήν στο θέατρο «Ριάλτο» και ώρα 10.30 π.μ. τον γνωστότατον Κύπριον ποιητήν Τεύκρον Ανθίαν, στο ρεσιτάλ απαγγελίας που θα δώση εορτάζοντας την 20ετηρίδα του. Κάθε εγκώμιο ή κριτική για τον λογοτέχνην Ανθίαν, που αφιέρωσεν μια ολόκληρη ζωή για την ποίηση και την τέχνη και ιδιαιτέρως για να ανυψώση  το πνευματικό επίπεδο του Κυπρίου, νομίζομε πως δεν θα είχε  τη θέση του.
Υπενθυμίζομεν μόνο πως είναι καθήκον κάθε  συμπολίτη μας να τιμήση  τον Κύπριον ποιητή στην αναμνηστική αυτήν εορτήν του, διότι τιμώντας τον τιμά και την πόλιν μας.»
Για το ρεσιτάλ αυτό ο αείμνηστος Κύπρος Τόκας μας διηγιόταν πως σε μια κατάμεστη αίθουσα συνωστίστηκαν για να τον ακούσουν άνθρωποι κάθε ηλικίας αλλά κυρίως κάθε κοινωνικής τάξης, από τους αριστοκράτες και τους διανοουμένους μέχρι τους μικρομεσαίους και τους εργάτες.
«Χρόνος»3 Απριλίου 1943:
«ΡΕΣΙΤΑΛ ΑΠΑΓΓΕΛΙΑΣ
Η διαμένουσα εν τη πόλει μας κ. Μαίρη Λεμού δίδει την προσεχή Τρίτη εις το θέατρον  Γιορδαμλή  Ρεσιτάλ Απαγγελίας , κατά το οποίον θα απαγγείλη μερικά από τα εκλεκτότερα   ποιήματα Ελλήνων και Κυπρίων ποιητών.
Η εφημερίς  μας συνιστά θερμότατα εις τους συμπολίτας μας όπως προσέλθωσι εις την εν λόγω καλλιτεχνικήν εσπερίδα και τιμήσωσι μιάν εκλεκτήν Ελληνίδα καλλιτέχνιδα την οποίαν η τραγική μοίρα του πολέμου την έφερε μέχρι της νήσου μας δια να ζήσει μεταξύ ημών ως πρόσφυξ.
Δια τους μη γνωρίζοντας την κ. Λεμού  δίδομεν μερικάς λεπτομερείας της καλλιτεχνικής της διαδρομής εις την Ελλάδα. Η κ. Μαίρη Γιατρά Λεμού, είναι διπλωματούχος της Δραματικής Σχολής του Βασιλικού Θεάτρου εργάστηκε στο ημικρατικό θέατρο Κοτοπούλη, πρωταγωνίστησε στον «Ίωνα»  του Ευριπίδη  που επαίχθη εις το Στάδιο με σκηνοθέτη τον Ελληνολάτρη  κ. Λίνο Καρζή  και υπήρξε από τα στελέχη της Λαϊκής Σκηνής  του σκηνοθέτη Καρόλου Κουν.
Μαίρη Λεμού              
Σημειωτέον ότι κατά το ρεσιτάλ της κ. Λεμού θα συμπράξη και εις ένα μονοπρακτάκι και η εκ Βαρωσίων Κυπρία καλλιτέχνις δ. Ναταλία Μιχαηλίδη, την οποίαν η πόλις μας πρώτην φοράν θα έχη την  ευκαιρίαν  να την παρακολουθήση από σκηνής εις θεατρικό έργο.
 Και τέλος 15 Μαΐου 1943:
«ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΠΑΛΑΜΑ
Το υπό των καθηγητών του Γυμνασίου Λεμεσού και του Συλλόγου Αποφοίτων της πόλεως μας διοργανωθέν φιλολογικόν μνημόσυνον Παλαμά, συνεκέντρωσε εκατοντάδας συμπολιτών μας και εστέφθη υπό πλήρους επιτυχίας.
Ο γνωστός Παλαμιστής κ. Γιάγκος Ηλιάδης δι’ ωραιοτάτης και εμβριθιστάτης ομιλίας ανέλυσε το έργο του Παλαμά και ο Γυμνασιάρχης κ. Ν .Ξιούτας  ωμίλησε  επίσης με βαθειάν στοργήν δια τον μεγάλον μας ποιητήν. Η χορωδία του «Άρη» υπό την διεύθυνσιν του κ. Σολ. Μιχαηλίδη ετραγούδησε σχετικά ποιήματα, απηγγέλθησαν δε ποιήματα του ποιητή.»


  Γιάγκος Ηλιάδης

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

«Αναμνήσεις από την περασμένην πνευματικήν Λεμεσόν»


Μέρος δεύτερο

 Δεύτερο (και τελευταίο) μέρος που ο Νικόλαος Κλ. Λανίτης (1872-1958) δημοσίευσε, στο τεύχος ΙΕ  του 1950, στο κυπριακό λογοτεχνικό περιοδικό  «ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» το οποίο  εκδιδόταν από το 1934 μέχρι το 1956. Ένα σημαντικό όπως είπαμε για τη Λεμεσό και τους πνευματικούς της ανθρώπους, άρθρο του επιφανούς πνευματικού αυτού τέκνου της.
Πολυσχιδής και πολυσύνθετη προσωπικότητα, όπως γράψαμε και στο πρώτο μέρος, μια από τις μεγαλύτερες του 20ου αιώνα σ αυτή την πόλη, έζησε τη σύγχρονη ιστορία της και συνέβαλε δραστικά στη περήφανη διαμόρφωση της.
Επιφανής δικηγόρος, δημοτικός σύμβουλος, βουλευτής, εθνικός αγωνιστής, εθελοντής στους βαλκανικούς πολέμους, αθλητοπατέρας κυριολεκτικά και μεταφορικά,( υπήρξε από τους ιδρυτές του ΓΣΟ και πρόεδρος του για πολλά χρόνια, πατέρας της μεγαλύτερης κυπρίας αθλήτριας Δομνίτσας  Λανίτου), εκ των πρωτεργατών της λαϊκής εξέγερσης των Οκτωβριανών του 1931, εκτοπίστηκε στην επαρχία και εξορίστηκε στη συνέχεια στην Ελλάδα. Συγγραφέας πολλών επιστημονικών και ιστορικών βιβλίων για την Κύπρο και τη Λεμεσό.
Στο κείμενο του στα  «Κυπριακά Γράμματα» περιγράφει με γλαφυρότητα και μεγάλη συντομία αλλά  και χιούμορ, την πνευματική ζωή της Λεμεσού  από την Αγγλοκρατία μέχρι  τις πρώτες δεκαετίες του  20ου αιώνα, όπως την έζησε και ο ίδιος αλλά και συνέβαλε όπως είπαμε στη διαμόρφωση της:

«Διακεκριμένοι άνθρωποι του πνεύματος της παλαιάς Λεμεσιανής εποχής ήσαν οι Φραγκούδηδες. Ο Ευρυβιάδης Φραγκούδης εθεωρείτο στυλίστ της ε­ποχής εκείνης.  Ήταν ανταποκριτής της «Κλειούς» και κατόπιν της «Ημέρας» της Τεργέστης, θαυμάσιος χειριστής της παλαιάς καθαρευούσης. Είχαν επιδρά­σει επί του ύφους του οι Βυζάντιοι, ο Αλέξανδρος και ο Αναστάσιος. Είχαν τότε δι’ αυτού ακουσθή αι πρώται κραυγαί κατά της Αγγλικής διοικήσεως. Εξέδωκε και δίτομον εγχειρίδιον Ιστορίας και Χωρογραφίας της Κύπρου. Απέθανεν άγαμος εις την Αίγυπτον.
Αδελφός του Ευρυβιάδου ήταν ο άλλος θαυμάσιος τύπος της εποχής, γλωσσομαθής και λόγιος, ο Σωκράτης Φραγκούδης, βουλευτής Λεμεσού, του οποίου  ωραία ανέκδοτα εδημοσίευσα εις την «Έλλην. Δημιουργίαν» της 15ης Νοεμβρίου. Πατήρ του αξιομνήστου συγγραφέως, μαχητικού δημοσιογράφου, πολιτευόμενου και λογίου, ιδρυτού της Παντείου Σχολής, Γεωργίου Σ. Φραγκούδη.

-Μεταξύ του πνευματικού κόσμου της παλαιάς Λεμεσού ήταν και ο Βασίλης Μιχαηλίδης, ο εθνικός ποιητής της Κύπρου. Έχουν πολλά γραφή δια τον εμπνευσμένον εθνικόν βάρδον.  Αξία λόγου είναι η περί αυτού μελέτη σημερινού λογίου της Λεμεσού, του κ. Παπαγγέλου, και δημοσιεύματα και μελέται του κ. Ιντιάνου και άλλων. Και πρέπει ακόμη να μελετηθή. Πολλαί του εμπνεύσεις, τας οποίας είχε πίνων κρασί εις το καφενείον του Καπαρά, είναι άξιαι μεγά­λων ποιητών. Αληθινά ποιητικά αριστουργήματα.
Μέσα στους παλαιούς Λεμεσιανούς λογίους ενθυμούμαι τον πρώτον μου δασκαλόν, τον Γεώργιον Μαληκίδην, χρηματίσαντα και αυτόν βουλευτήν Λε­μεσού. Εξεπροσώπει δια της γλώσσης τον βραδύν ρυθμόν της εποχής. Καλο-κτενισμένη καθαρεύουσα με μακροσκελείς ατέλειωτους προτάσεις. Ενάρετος άνθρωπος. Ήτο συλλογόπληκτος. Ο ιδρυτής της γηραιάς «Ισότητος», εις την οποίαν με σεβασμόν ατενίζω την εικόνα του. Και πόσα δεν ενθυμούμαι επει­σόδια των νεανικών μου χρόνων συνδεόμενα με την πολυλογίαν του και την λεπτολόγον εξονύχισιν των πάντων. Έζη τότε εις την Λεμεσόν μια ευφυής φυσιογνωμία της εποχής, την οποίαν οι νεώτεροι απελαμβάναμεν. Σπινθηρο­βόλος χιουμοριστής, ο Γεώργιος Μορίδης, πατήρ του ηθοποιού και πενθερός του επιφανούς συνθέτου Σόλωνος Μιχαηλίδου. Ό Μαληκίδης είχε καλέσει γενικήν συνέλευσιν προς «τροποποίησιν άρθρων τινών του καταστατικού χάρτου της Ισότητος». Είμεθα με τον Μενάρδον και είδαμεν τον Μορίδην μεταξύ του ακροατηρίου. «Προοιωνίζομαι τα βέλτιστα», μου λέγει ο Μενάρδος, και έτσι επήγαμεν και ημείς. «Κύριοι, λέγει μεταξύ άλλων ο Μαληκίδης, το άρθρον πρέπει να τροποποιηθή. Το άρθρον λέγει ότι ο προσφέρων λίρας πέντε είναι δωρητής, ο προσφέρων λίρας δέκα ευεργέτης και ο προσφέρων λίρας είκοσι μέγας ευεργέτης της « Ισότητος». Αλλά τότε πώς θα ωνομάζετο εκείνος που θα προσέφερε λίρας 100 ή500, ή και 1000;»
Και ο Μορίδης εγειρόμενος της θέσεως του, υπό τα περίεργα βλέμματα των παρεστώτων, φωνάζει με την βαρειάν του φωνήν: «Μέγας παράφρων, κύριε πρόεδρε». Δεν ήτο δυνατόν να προχώρηση η συνέλευσις και διελύθη.
Ήταν ευρύς ο κύκλος των λογίων της Λεμεσού της περασμένης γενεάς. Μεταξύ αυτών δύο διακεκριμένοι ιατροί. Ο Γεώργιος Διαγκούσης και ο Ιωάννης Καραγεωργιάδης. Ο πρώτος εδημοσίευσεν εκλεκτά ποιήματα εις την δημοτικήν.  Ένα, το ποίημα εις το παιδί του, που πέθανε φοιτητής στας Αθήνας, είχε εξαιρετικόν λυρισμόν και εδημοσιεύθη και ανεδημοσιεύθη. Και ως γλώσσα και ως ρυθμός και ως περιεχόμενον δεν ήτο καθόλου σύνηθες. Ο Καραγεωργιάδης εξέδωκε και ποιήματα και ειδύλλια εις υπερκαθαρεύουσαν. Ιατρός και επί έτη δήμαρχος Λεμεσού άφινε τας εργασίας του, εκλείετο εις το φαρμακείον του και έγραφε στίχους. Μόνον το γεγονός τούτο ήτο χαρακτηριστικόν της τότε πνευματικής κινήσεως.
Φυσιογνωμία της παλαιάς πνευματικής Λεμεσού ήταν η Πολυξένη Λοϊζιάς. Μαθήτρια της Σαπφούς Λεοντιάδος (Λεοντιάς, εξ ού και το Λοϊζιάς) της Κων­σταντινουπόλεως: ήταν ίσως η πρώτη πνευματική γυναίκα της νεωτέρας Κύ­πρου.  Έγραψεν, εξέδωκεν, εδημοσίευσεν, απήγγειλε πολλά: Ποιήματα, θού­ρια, ειδύλλια. Μερικά ποιήματα έχουν εμπνεύσεις, όπως το προς την Μαρίαν την Συγκλητικήν.  Ένα ποίημα προς τον «Ναύαρχον Μιαούλην» το πολεμικόν σκάφος, είναι ενθουσιώδες και απηγγέλλετο τότε εδώ. Ως προς τα ειδύλλια, τα χαρακτηρίζει ένας λόγος του Μενάρδου: «Φράσιν δεν βρήκα τραγικήν εν­τός του ειδυλλίου, παρά μονάχα αυτήν εδώ: «Τιμάται σελινίου».
Πάντως η Πολυξένη Λοϊζιάς εδίδαξε καρποφόρως ως διευθύντρια του Παρθεναγωγείου δύο γενεάς Λεμεσιανών γυναικών.

Επί κεφαλής όλης της πνευματικής και πολιτικής ζωής της παλαιάς Λε­μεσού ήταν η αδρά εκείνη φυσιογνωμία του διδασκάλου του γένους Ανδρέου Θεμιστοκλέους, που εδίδαξε δύο Κυπριακάς γενεάς τα Ελληνικά γράμματα και την Ελληνικήν αρετήν. Την ώραν αυτήν την ιστορικήν, που η Ελλάδα αυτή εδώ του Νότου καλείται να σταθή απάνω στο βάθρον των εθνικών της δι­καίων για να πη εις τους σκληρούς ξένους και τον κόσμον ολόκληρον ότι μισεί την δουλείαν και απαιτεί να ζήση ελεύθερη, η σκέψις όλων μας ας στραφή ευγνώμων προς ένα των κυριοτέρων θεμελιωτών του βάθρου αυτού, τον Ανδρέαν Θεμιστοκλέους. Καταθέτω εις την ιεράν του μνήμην τα βαθύτατα σέβη μου.

 Έτσι έγραψα προχείρως όσα ήλθαν στον νουν μου από την περασμένην Λεμεσόν. Σκόρπια φύλλα απάνω στην περασμένη ζωή.  Αν ο θεός μου χαρίση ακόμη λίγα χρόνια, ίσως να μπορέσω ν' ασχοληθώ περισσότερον με τον πνευματικόν κόσμον της γενεθλίου μου πόλεως και να παρουσιάσω την περα­σμένην πνευματικήν και πολιτικήν της ζωήν ως ζηλευτόν παράδειγμα μιμή­σεως. Η παράδοσις που μας έσωσε χιλιάδες τώρα χρόνια ας καθοδηγή και τώρα τα βήματα μας μέσα στον δρόμον των πεπρωμένων μας, που τον φωτίζει άσβεστον το αθάνατον Ελληνικόν πνεύμα.»


Λεζάντες
Φώτο 1  Ευρυβιάδης Φραγκούδης
Φώτο 2  Σωκράτης Φραγκούδης
Φώτο 3  Γεώργιος Μορίδης
Φώτο 4  Ιωάννης Καραγεωργιάδης
Φώτο 5  Πολυξένη Λοϊζιάς
Φώτο 6Α & 6Β 7.«Φράσιν δεν βρήκα τραγικήν εν­τός του ειδυλλίου, παρά μονάχα αυτήν εδώ: «Τιμάται σελινίου».
Φώτο 7   Ανδρέας Θεμιστοκλέους

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

«Αναμνήσεις από την περασμένην πνευματικήν Λεμεσόν»


Μέρος πρώτο 
(Πρωτοδημοσίευση στην εφημερίδα "Φωνή της Λεμεσού")
Μέσα από τις στήλες του κυπριακού λογοτεχνικού περιοδικού «ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» που εκδιδόταν από το 1934 μέχρι το 1956, σταχυολογούμε, στο τεύχος ΙΕ  του 1950,  ένα σημαντικό για τη Λεμεσό και τους πνευματικούς της ανθρώπους, άρθρο του επιφανούς πνευματικού τέκνου της, Νικόλαου Κλ. Λανίτη(1872-1958).
Πολυσχιδής και πολυσύνθετη προσωπικότητα, μια από τις μεγαλύτερες του 20ου αιώνα σ αυτή την πόλη, έζησε τη σύγχρονη ιστορία της και συνέβαλε δραστικά στη περήφανη διαμόρφωση της.
Επιφανής δικηγόρος, δημοτικός σύμβουλος, βουλευτής, εθνικός αγωνιστής, εθελοντής στους βαλκανικούς πολέμους, αθλητοπατέρας κυριολεκτικά και μεταφορικά,( υπήρξε από τους ιδρυτές του ΓΣΟ και πρόεδρος του για πολλά χρόνια, πατέρας της μεγαλύτερης κυπρίας αθλήτριας Δομνίτσας  Λανίτου), εκ των πρωτεργατών της λαϊκής εξέγερσης των Οκτωβριανών του 1931, εκτοπίστηκε στην επαρχία και εξορίστηκε στη συνέχεια στην Ελλάδα. Συγγραφέας πολλών επιστημονικών και ιστορικών βιβλίων για την Κύπρο και τη Λεμεσό.
Στο κείμενο του στα  «Κυπριακά Γράμματα» που ακολουθεί περιγράφει με γλαφυρότητα και μεγάλη συντομία αλλά και με γλαφυρότητα -και χιούμορ ενίοτε- την πνευματική ζωή της Λεμεσού  από την Αγγλοκρατία μέχρι  τις πρώτες δεκαετίες του  20ου αιώνα, όπως την έζησε και ο ίδιος αλλά και συνέβαλε όπως είπαμε στη διαμόρφωση της:
«Ζητούν την συμβολήν μου τα «Κυπριακά Γράμματα» και ο τόσο καλός και ευγενικός διευθυντής των δια να  με διευκολύνη μου υποδεικνύει και το θέμα: «Αναμνήσεις»! Αλλοίμονον! Είναι μια υπόμνησις του γήρατος και εγώ θέλω να πιστεύω πως ζω ακόμη την περασμένην ζωήν και πως έχω να προσθέσω ακόμη κάποιες σελίδες σ' αυτήν. Και όμως είναι τόσον θελκτικόν εις αυτήν την ηλικίαν να στρέψη κανείς τον νουν του προς τα περασμένα, τα μάκρυνα περασμένα, που αφήνω ευχάριστα την σκέψιν μου να στραφή εξήντα και πλέον χρόνια πίσω.
Τον Ιούλιον του 1887 επήγαινα για πρώτη φορά, παιδί 14 χρόνων, στας Αθήνας, δια να καταταχθώ στο Γυμνάσιον, το Βαρβάκειον. Δυο στενοί συγγε­νείς μου και αχώριστοι παιδικοί φίλοι άνοιξαν τα πρώτα βήματα της ζωής μου, ο Γιώργος Φραγκούδης και ο Σίμος Μενάρδος. Ο πρώτος, δυνατός πεζοπό­ρος, φίλος του υπαίθρου και της γυμναστικής, ο δεύτερος συνεχιστής των Ελ­ληνικών παραδόσεων εις τον δρόμον του πνεύματος και της επιστήμης. Εμείναμεν αχώριστοι εις όλην μας την ζωήν.  Όταν ο Σίμος, αριστούχος δύο επιστημών, της φιλολογίας και της νομικής, ήλθε στην Λεμεσόν, ανοίξαμε μαζί συνεταιρικόν «Δικηγορικόν Γραφείον Λανίτη και Μενάρδου». Εμοιράσαμεν την εργασίαν. Ό Σίμος επήρεν «εκ προθέσεως» τα λεγόμενα «πολιτικά», δηλ. χωραφοδουλειές, όπως έλεγαν οι πρακτικοί δικηγόροι της εποχής. Και διεξήγοντο συχνά οι έξης διάλογοι μεταξύ πελάτου και δικηγόρου, ειδικού, βλέπετε, δια τές χωραφοδουλειές:
—«Το χωράφι μου είναι στην τοποθεσίαν Βούππα».
—«Πώς το είπες; Βούππα; Μια στιγμή».
Ό Μενάρδος έπαιρνε το δευτεράκι του, εσημείωνε και άφηρείτο αναζη­τών την ετυμολογίαν. Αλλ' ο πελάτης εβιάζετο.
—«Βούππα, αφεντικό, που πάνω που την Άλασαν». —«΄Αλασα. Μια στιγμή.  Άλασα, Αλασία». —« Όχι αφεντικό.  Αλασία,  Άλασα».
Ό Μενάρδος εσηκώνετο, επερπατουσε εις το ευρύχωρον γραφείον, πα­ραπλεύρως της αστυνομίας, και ο χωρικός διέκοπτε τον ειρμόν των σκέψεων του.
—«΄Ιντα δκιαλοΐζεσαι, αφεντικό, η δουλειά εν κερδισμένη» !
Μετά 2—3 χρόνια ο συνεταιρισμός διελύθη. Ο Μενάρδος, βαδίζων δια της Βούππας και της  ΄Αλασας, ανήλθεν εις τας υψηλοτέρας πνευματικάς θέσεις των Πανεπιστημίων της Οξφόρδης και των Αθηνών. Εγράφαμε μαζύ εις την «'Αλήθειαν» του Αριστοτέλους Παλαιολόγου, και κατόπιν του Μενελάου Φραγκούδη, ιδίως το «Δελτίον» υπό το όνομα «Δελτιογράφος». Είμεθα κατά τον Μποερικόν Πόλεμον υπέρ των Μποέρων.  Ένα δελτίον του δια τον «Τραπεζορήτορα της Βιρμιγχάμης», τον Ιωσήφ Τσάμπερλαιν, έμεινε ιστορικόν.
Είχαμε ευρύν φιλολογικόν κύκλον τότε εις την Λεμεσόν, η οποία είχεν παλαιοτέρας παραδόσεις. ΄Ητο τότε η Λεμεσός και το πολιτικόν και το πνευ­ματικόν κέντρον της νήσου. Ενθυμούμαι με συγκίνησιν τους λογίους των παι­δικών μου χρόνων. Ενθυμούμαι την εντύπωσιν από τας πρώτας ομιλίας της εποχής εκείνης. Εξαιρετικός ομιλητής ήταν ο Δημήτριος Νικολαΐδης Λανίτης, μαθητής του Κωνσταντίνου Ασωπίου. Μετά τον θάνατον εξεδόθησαν οι λό­γοι του. Πύρινοι λόγοι εις αμιγή καθαρεύουσαν.  Ήταν ο πρώτος διευθυντής της  Ανωτέρας Ελληνικής Σχολής Λεμεσού. Οι λόγοι του ήσαν αι κραυγαί του Σόλωνος προς του 'Αθηναίους, του Τυρταίου ήσαν οι στίχοι, του Φερραίου τα θούρια. Ο Δημήτριος, ο δάσκαλος βουλευτής Λεμεσού, έπεσεν επί των επάλξεων. Μεταβαίνων εις Λευκωσίαν διά το Νομοθετικόν ησθένησε καθ' οδόν και απέθανεν εν Λάρνακι.  Ήμην τότε μαθητής του Βαρβακείου εις τας Αθήνας.  Όταν μετά την μακράν απουσίαν μου επανήλθον εις Κύπρον ανεδίφησα παλαιά χαρτιά. Ευρήκα ένα γράμμα μου προς τους γονείς μου. ΄Ηρχιζεν έτσι: «Τεθλιμμένοι γονείς μου. Εκομισάμην την υμετέραν επιστολήν δι' ής μοι ανεκοινούτο, ότι το δρέπανον του θανάτου αφήρπασε τον θείον μου...»
 Ήτο η δευτέρα θλίψις που μου επροξένησε, μετά 69 χρόνια, ο θάνατος του θείου μου, η γλώσσα αυτής της επιστολής.
Περιέργους τύπους λογίων και μορφωμένων ανθρώπων είχε τότε η Λε­μεσός. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Ονούφριος Ιασωνίδης, λόγιος απεριορίστου εκκεντρικότητος. Είχε σπουδάσει εις την Οξφόρδην και προσεπάθει ν' αποδώση τα σονέτα του Σαίξπηρ εις αμιγή καθαρεύουσαν. Όταν μια φορά εδιάβασε τας μεταφράσεις του, εις τον Παρνασσόν, ο μακαρίτης ο Νίκος Λάσκα­ρης, εις των ευφυέστερων Ελλήνων της εποχής, μ' επλησίασε με σοβαρότητα και μου είπε: «Δεν μου λες, Λανίτη, τί του έκαμεν ο κακομοίρης ο Σαίξπηρ του Ιασωνίδη;»  Έκαμεν  ένα είδος πύργου στην Λεμεσόν και έμεινε μόνος μέχρι του θανάτου του. Κατεγίνετο και εις την ζωγραφικήν. Ο Εσταυρωμένος της Αγίας Νάπας είναι έργον του.  Όταν ετελείωσεν εκάλεσε τον ανεψιόν του Κλέωνα Περιστιάνην, και εζήτησε την γνώμην του. Και ο Κλέων με σοβαρό­τητα μεγάλου κριτικού του απήντησεν, ατενίζων το έργον: «θείε μου δεν του έφθαναν τόσα παθήματα του Χρίστου, ήταν ανάγκη να του πρόσθεσης και άλλο;». Είχεν επιτύχει μια φορά ως βουλευτής με αντίπαλον τον μακαρίτην Γεώργιον Παυλίδην, τον οποίον υπεστήριζα με πολλούς Λεμεσιανούς. Τον Ιασωνίδην υπεστήριζαν οι αγρόται εξ ευγνωμοσύνης προς την πάλαιαν οικογένειαν, η οποία ηγόραζε τες κουμανδαρίες της Πιτσιλιάς. Ο Ιασωνίδης εξέδωκε νικητήριον προκήρυξιν «Το πνεύμα, κύριοι, ενίκησε την ύλην». Εγώ είχα τότε παρατηρήσει, ότι ήτο τυπογραφικόν λάθος: «Το οινόπνευμα ενίκησε». Διεκόψαμεν τας σχέσεις μέχρι του θανάτου, του. Δεν ξεύρω τί απέγιναν τα χειρόγραφα του. Είχε συλλογάς ποιημάτων ερωτικών, πολιτικών και μετα­φράσεις. Μερικά είχαν δημοσιευθή εις την «Σάλπιγγα» του Χουρμουζίου.

Στο επόμενο τεύχος το δεύτερο και τελευταίο μέρος


Λεζάντες
Φώτο 1 Ο Ν.Κλ. Λανίτης εθελοντής στους Βαλκανικούς Πολέμους
Φώτο 3 Σίμος Μενάρδος
Φώτο 4 Δημήτριος Νικολαΐδης-Λανίτης
Φώτο 5 «Ονούφριος Ιασωνίδης, λόγιος απεριορίστου εκκεντρικότητος»


Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Χριστόδουλος Σώζος, ο μεγαλύτερος κύπριος πολιτικός του 20ου αιώνα


100 χρόνια από τον ηρωικό θάνατο του

 

           Έκλεισαν φέτος εκατό χρόνια από τον ηρωικό θάνατο του Χριστόδουλου Σώζου. Έπεσε στις 6 Δεκεμβρίου 1912 στο Μπιζάνη έξω από τα Ιωάννινα για την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους.

Ο Κλ. Μυριανθόπουλος στο βιβλίο του «Ζωή και τάφος Χριστοδ. Σώζου» Λεμεσός 1951 λέει: «Φεύγων δια τον πόλεμον, ένα ακαταμάχητον πόθον είχε, να ενδυθή την τιμίαν στολήν του στρατιώτου να οδηγηθή εις τα πε­δία των μαχών και να πάρη το βάπτισμα του πυρός. Ο Πρωθυπουργός Βενιζέλος και άλλοι επίσημοι προσεπάθησαν να τον μεταπείσουν και να τοποθετηθη εις αλλάς εθνικάς εργασίας αλλ' ουδέν ίσχυσε να μεταβάλη την θέλησιν και την άμετάκλητον απόφασίν του. Απηρνήθη τον Δικηγόρον, τον Δήμαρχον, τον Βουλευτήν, τον Έκτελεστικόν Σύμβουλον και τα άλλα αξι­ώματα και έγινεν απλούς στρατιώτης δια να υπηρέτηση την πα­τρίδα ως ήτο ο διακαής του πόθος, το όνειρο του.»

         Έγινε έτσι ο πρώτος και ο μόνος εν ενεργεία Δήμαρχος σ΄ ολόκληρο τον ελληνισμό που ως απλός στρατιώτης πέφτει στα πεδία των μαχών, προσφέροντας στη πόλη του τη Λεμεσό που τόσο αγάπησε ακόμα μια περήφανη πρωτιά.

       Ο ιστορικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Πέτρος Παπαπολυβίου που επί τριάντα χρόνια μελετά και καταγράφει την ιστορική πορεία και ζωή του Σώζου λέει : « Ήταν, πιστεύουμε, ο μόνος από τη γενιά των Κυπρίων πολι­τευτών πριν από το 1931 που μπορούσε να γίνει για την Κύπρο ένας δεύτερος Ελευθέριος Βενιζέλος. Άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην κυπριακή ιστορία και είχε πληθωρική δραστηριότητα, ως βουλευτής, ως δήμαρχος, ως δικηγόρος, ως συνιδρυτής του ΓΣΟ και της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Λεμεσού, ως άνθρω­πος. Ήταν ο πρώτος Κύπριος βουλευτής που πήγαινε στις συνεδριάσεις του Νο­μοθετικού Συμβουλίου πάντοτε άριστα προετοιμασμένος, μελετώντας τη βρετα­νική νομοθεσία και τη σύγχρονη ιστο­ρία της Αγγλίας, καταφέρνοντας έτσι να φέρνει σε δύσκολη θέση την αποικιακή κυβέρνηση. Ουσιαστικά ο Σώζος ήταν ο πρώτος που άσκησε συστηματική και ουσιαστική αντιπολίτευση εναντίον των Βρετανών εντός της Βουλής, κερδίζο­ντας και τον σεβασμό τους» γι αυτόν και τον χαρακτηρίζει ως «μακράν η μεγαλύτερη προσωπικότητα της νεότερης ιστορίας της Κύπρου του πρώτου μισού του 20οϋ αιώνα.» (αφήνοντας ίσως θέση για το δεύτερο μισό του αιώνα στον Μακάριο).

        Ο Παπαπολυβίου σε άλλο άρθρο του αναφέρει επίσης « 0 Σώζος, που είχε βρεθεί εκτός κυπριακής Βουλής το 1911, αλλά πα­ρέμενε μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου, επισκέφθηκε το 1912 την Αθήνα και το Λονδίνο για πολι­τικές συναντήσεις. Έχοντας οξύ πολιτικό αισθητήριο, αφουγκρά­στηκε τα νέα δεδομένα που έφερ­ναν στην Ανατολική Με­σόγειο η κατάληψη των Δωδεκανήσων από την Ιταλία και οι επερχόμε­νες ανακατατάξεις και πολεμικές προετοιμα­σίες, στα Βαλκάνια και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Θεώρησε, λοιπόν, ότι στη συγκεκρι­μένη πολιτική συγκυρία ήταν λαν­θασμένη η εμμονή ως μόνης απαί­τησης των Ελλήνων Κυπρίων στην ένωση με την Ελλάδα, και έχοντας ως παράδειγμα το προηγούμενο της Κρήτης, υποστήριζε την εναλ­λακτική διεκδίκηση της Αυτονο­μίας της Κύπρου, ως πλησιέστερης πολιτικής επιλογής για την Ένωση. Οι πηγές που έχουμε στη διάθεση μας για την πρόταση του 1912 (που καταδικάστηκε έκτοτε στη βι­βλιογραφική εξαφάνιση) είναι λι­γοστές, ώστε να γνωρίζουμε λεπτο­μέρειες του σχεδίου του Σώζου. (Αντίθετα, υπάρχουν αρκετά στοι­χεία για την πολεμική εναντίον του.) Ξέρουμε, όμως, ότι την υπο­στήριζε ο Λαρνακέας ριζοσπάστης πολιτευτής Μιχαήλ Γ. Νικολαΐδης και ότι η υπόλοιπη πολιτική ηγεσία αντιμετώπισε την τολμηρή αιρετική πρόταση τους ως «προδοτική». Θυ­μίζουμε ότι ανάλογες σκληρές προ­σωπικές επιθέσεις ως «αυτονομιακός» είχε δεχθεί λίγα χρόνια πριν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος στην Κρήτη, από τους πολιτικούς του αντιπάλους.»

          Οι επιθέσεις που δέχθηκε   τον πίκραναν, και σε μια επιστολή προς τον στενότερο πολιτικό του φίλο, τον «λευκό πολιτευτή, βουλευτή Ιωάννη Κυριακίδη, έγραφε καταλήγοντας, το Μάιο του 1912 για να του εξηγήσει τους λόγους που θα αρνηθεί στο αίτημα πολιτικών του αντιπάλων να παραιτηθεί:

          «Εις την Κύπρον το προδότης και πατριώτης είναι συνώνυμα και έχασαν και τα δύο την σημασίαν των σήμερον. Ο πολιτευόμενος σήμερον ονομάζεται πατριώτης, αύριον προδότης, και μεθαύριον υπερπατριώτης».

         Ως Δήμαρχος Λεμεσού, μπορεί δίκαια και για πολλούς λόγους να θεωρηθεί, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ως ο σημαντικότερος μέχρι σήμερα Δήμαρχος Λεμεσού και έχει άλλωστε χαρακτηρισθεί και ως ο «Μέγας Αναμορφωτής» της.

Στα χρόνια της δημαρχίας του Σώζου με το όραμα που είχε και πραγματοποίησε σε σημαντικά έργα και καινοτομίες για τα δεδομένα της εποχής, η Λεμεσός άλλαξε κυριολεκτικά όψη. Επί των ημερών της δημαρχίας του η Λεμεσός γίνεται μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη.                                                                                 

       Μερικά από τα έργα αυτά είναι:

       Ο ηλεκτροφωτισμός των δρόμων, ο πρώτος από τις υπόλοιπες πόλεις της Κύπρου, η έναρξη των έργων για την κατασκευή της προκυμαίας της Λεμεσού, τα σημαντικά αντιπλημμυρικά έργα που την έσωσαν σε μεγάλο βαθμό από τη μάστιγα των πλημμυρών που την ταλαιπωρούσαν εκατοντάδες χρόνια, η κατασκευή νέων δρόμων και επίστρωση όλων των δρόμων της Λεμεσού με άσφαλτο καθώς και η ονομασία όλων των οδών της πόλεως.

       Η κατασκευή, ανέγερση καφενείου, δενδροφύτευση και επίπλωση με παγκάκια του Δημοτικού Κήπου που θεωρήθηκε τότε ως ο ωραιότερος της Ανατολής και ο στολισμός του με αγάλματα που εισήγαγε από την Ελλάδα.

        Η δημιουργία δημοτικής φιλαρμονικής που έδιδε κάθε Κυριακή κονσέρτα μέσα στον  Δημ. Κήπο σε ειδικό χώρο που διαμόρφωσε, προσφέροντας ποιοτική ψυχαγωγία τους δημότες του.

        Κτίζει επίσης καινούργια αποβάθρα ειδικά για την εξαγωγή οίνων και σταφίδων. Έβαλε τάξη στα οικονομικά του Δήμου απαιτώντας και επιτυγχάνοντας να χαρισθεί το υπόλοιπο του δανείου για τα αντιπλημμυρικά έργα από την αποικιοκρατική διακυβέρνηση και την ενοποίηση των δανείων του Δήμου.                           

         Μεριμνά και βάζει αυστηρούς κανονισμούς για την καθαριότητα της πόλης και δημιουργεί σύγχρονο χοιροσφαγείο. Αυστηρός αλλά και δίκαιος, στην εφαρμογή των κανονισμών αυτών και των νόμων δεν δίστασε να οδηγήσει και τον ίδιο τον πατέρα του ακόμα για κάποιο σχετικό παράπτωμα!                                                                                                              

        Εκτός από επιτυχημένος δικηγόρος και  προοδευτικός πολιτευτής και βουλευτής υπήρξε και ρηξικέλευθος επιχειρηματίας. Μαζί με άλλους τρεις προοδευτικούς λεμεσιανούς υπήρξε συνιδρυτής, το 1901, της Λαϊκής Τράπεζας Λεμεσού  (αρχικά ως Λαϊκό Ταμιευτήριο) και συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία της πρώτης καθαρά κυπριακής πλοιοκτήτριας –ναυτιλιακής  εταιρείας, της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Λεμεσού (1905-06).                                                                                                                                                                              Το 1911 διοργάνωσε την πρώτη Παγκύπρια Γεωργική και Βιομηχανική Έκθεση της Κύπρου.  Από τις ευγενέστερες μορφές της Κύπρου αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ακόμα και από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι αναγνώρισαν τη μεγαλοσύνη του.     

 Η πόλη των Ιωαννίνων σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη θυσία του στην απελευθέρωση της, έδωσε το όνομα του σε δρόμο της ενώ πριν δώδεκα χρόνια έστησε και προτομή του στις όχθες της λίμνης της.


 

ΦΩΤΟ 1  Χριστόδουλος Σώζος


ΦΩΤΟ 3 Η Δημοτική Φιλαρμονική με τον μαέστρο της Καλλιγέρη

 
ΦΩΤΟ 4 Ο Δημόσιος Κήπος της Λεμεσού σε καρτ ποστάλ της εποχής.  Στο βάθος διακρίνεται η εξέδρα των συναυλιών που σήμερα στήνεται το πατητήρι στη Γιορτή του Κρασιού και ένα από τα αγάλματα.

 
ΦΩΤΟ 5 Αγάλματα στον Κήπο. Στη φωτογραφία διακρίνεται ο ίδιος ο Σώζος με συνεργάτη του να καμαρώνει τα έργα κατασκευής του Δημ. Κήπου.

 
ΦΩΤΟ 6 Από τη τελετή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του στην όχθη της λίμνης των Ιωαννίνων.