Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

«Καφέ αμάν», μια ανεξερεύνητη πτυχή της Ιστορίας μας









Στη μελέτη της ιστορίας αυτής της πόλης υπάρχουν σίγουρα πολλές και άκρως ενδιαφέρουσες στιγμές και πτυχές, εντελώς ανεξερεύνητες ακόμα από τους ιστορικούς ερευνητές της. Πτυχές που άλλες μεν είναι σημαντικές και άλλες ασήμαντες αλλά εξ ίσου ενδιαφέρουσες και σημαδιακές για να κατανοήσουμε και να μάθουμε την ιστορία της. Μιαν από αυτές, θα δούμε με αφορμή ένα δημοσίευμα στην εφημερίδα «ΚΗΡΥΞ» της Λεμεσού ημερομηνίας 26 Νοεμβρίου 1921.
Ήταν συχνά η απορία μου τι υπήρχε στη Λεμεσό -μεταξύ των πολλών χώρων ψυχαγωγίας που υπήρχαν στην πόλη «του γλεντιού και της χαράς» όπως έλεγαν πάντα την πόλη- και από πλευράς λαϊκής ψυχαγωγίας.
Καμπαρέ, ντάνσιγκ-χωλ, καφέ-σαντάν, ταβέρνες κ.λ.π. υπήρχαν πολλά τέτοιου είδους στέκια γλεντιού και διασκέδασης. Δεν εύρισκα όμως χώρους που να μαρτυρούν την ύπαρξη γνήσιας λαϊκής διασκέδασης με την έννοια που αργότερα γνωρίσαμε και που σήμερα είναι ... «του συρμού» όπως θάλεγε ένας δημοσιογράφος παλιότερων εποχών. Με λαϊκή μουσική, μπουζούκι ή άλλα παραδοσιακά όργανα και δημοτικό τραγούδι. Και δεν εύρισκα τίποτα.
Δεν ξέρω αν κάποιοι ειδικοί μελετητές της μουσικής ιστορίας της πόλης έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα πάνω στο θέμα αυτό, ερευνώντας το και το αγνοώ, αν κάποιος ξέρει κάτι ας μας ενημερώσει κι εμας. Θα είχε ενδιαφέρον να ακούσουμε από αυτούς.
Ιδού λοιπόν το σχετικό δημοσίευμα στην εφημερίδα «Κήρυξ» της Λεμεσού με ημερομηνία 26 Νοεμβρίου 1921 και με τίτλο: «ΚΑΦΕ ΑΜΑΝ»:

«Δεν είναι δυνατόν να γείνη ένα έλεος δια τα καφέ-αμάν της πόλεως μας, τα οποία αυξάνονται και πληθύνονται από ημέρας εις ημέραν; Τα ουρλιάσματα των άτυχων αυτών καλλιτέχνιδων ως επί το πλείστον ενοχλούσι τους κεντρικωτέρους δρόμους. Και σκεφθήτε την εντύπωσιν, την οποίαν προξενούσι εις ένα ξένον. Μόνον εάν η πόλις εκατοικείτο από Κεμαλικούς θα ήτο δικαιολογημένη τοιαύτη πληθώρα καφέ αμάν με τόσας τραγουδιστρίας να ψάλλουν απαισίως τα χυδαιότερα Τουρκικά άσματα.»

Όσο oλιγόλογο κι αν είναι το δημοσίευμα αυτό άλλο τόσο είναι γεμάτο από πολύτιμες πληροφορίες πάνω στο θέμα. Ας δούμε μερικές από αυτές: Πρώτα-πρώτα είναι προφανής ο σνομπισμός και η περιφρόνηση του αστού συντάκτη του σχολίου αυτού προς την λαϊκή μικρασιάτικη-σμυρναίικη μουσική. Σνομπισμός και περιφρόνηση που υποθέτω να αντικατοπτρίζει το «αστικό» αίσθημα και το κλίμα ενός ψεύτικου καθωσπρεπισμού που επικρατούσε ανάμεσα στην άρχουσα τάξη της εποχής εκείνης στη πόλη της Λεμεσού και κατά πάσα πιθανότητα και ολόκληρης της Κύπρου. Μιας νεόπλουτης αστικής τάξης που κατά συντριπτική της πλειοψηφία, χρονικά μόλις έβγαινε από τις χωριάτικες καταβολές της, προσπαθώντας έτσι να αποτινάξει από πάνω της τις καταβολές αυτές και να «εξευρωπαϊστεί» ...
Διαπίστωση δεύτερη: παντελής άγνοια της λαϊκής παράδοσης και των βυζαντινών πηγών και καταβολών της σμυρναίικης λαϊκής μουσικής που εκλαμβάνεται ως καθαρά τουρκογενής. Πράγμα άλλωστε που συνέβαινε και στη μητροπολιτική Ελλάδα και για πολλά μάλιστα χρόνια.
Οι λεπτές, πιθανόν παράξενες φωνές των μικρασιάτισσων καλλιτέχνιδων με τους παράξενους φωνητικούς ακροβατισμούς και τα ηχοχρώματα των φωνών τους σε συνδυασμό και με τα ιδιόμορφα και πρωτόγνωρα ακούσματα εκλαμβάνονταν από τους άσχετους τότε στο είδος αυτό λεμεσιανούς παππούδες μας ως… «ουρλιάσματα»!
Τα οποία τους έκαναν μάλιστα να ανησυχούν για την «εντύπωσιν την οποίαν προξενούσιν εις έναν ξένον». Σύνδρομο που το κουβαλάμε μέχρι σήμερα μέσα μας για το «τι θα πουν οι ξένοι, οι τουρίστες», για κάτι που θεωρούμε, « ως μη συμβαδίζον με την... ευρωπαϊκή μας πολιτισμική ολοκλήρωση»!
Μια άλλη διαπίστωση - και απορία ταυτόχρονα - είναι πως, ενώ σύμφωνα με το δημοσίευμα τα «καφέ αμάν» αυξάνονταν και πληθύνονταν μέρα με τη μέρα, τελικά κανένα δεν επιβίωσε στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν.
Μια πιθανή ιστορική εξήγηση είναι πως, αφού βρισκόμαστε πολύ κοντά 1922 και πως μετά ακολούθησε η μικρασιατική καταστροφή και ο ξεριζωμός του μικρασιάτικου ελληνισμού. Ίσως, παρά το γεγονός πως πολλοί από αυτούς ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στη Κύπρο, φαίνεται ότι ο φανατικός εθνικισμός του υπόδουλου κυπριακού ελληνισμού δεν ανεχόταν την συνέχιση ύπαρξης τέτοιου είδους ψυχαγωγίας. Παρά το γεγονός μάλιστα ότι η λαϊκή μας μουσική κυρίως, παράδοση «εμβολιάσθηκε» με τραγούδια που ενώ σήμερα τα θεωρούμε ως καθαρά κυπριακά, αγνοούμε την μικρασιάτικη προέλευση του όπως το υπέροχο, «Γιασεμί στο στήθος σου», το κλασσικό «κυπριακό» «Ρούλλα μου Μαρούλλα μου» και τόσα άλλα…
Όλα αυτά πάντως αποτελούν ένα ενδιαφέρον θέμα για περαιτέρω ιστορική διερεύνηση.

 
 
 
 
Η Βικτώρ η τραγουδίστρια από την Μικρά Ασία που τραγουδούσε ελληνικά και τούρκικα τραγούδια στη Λεμεσό την δεκαετία του 20

Δεν υπάρχουν σχόλια: