Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΓΚΟΙ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ *

*Εισήγηση του ερευνητή Λούκα Γρηγοριάδη που έγινε στην ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΛΕΜΕΣΟΣ-ΧΙΟΣ
Στα πλαίσια του Διασυνοριακού Προγράμματος INTERREG για ανάδειξη της Ναυτικής Παράδοσης της Χίου και της Κύπρου και διασύνδεση της με τον Τουρισμό στις 26 και 27 Ιουνίου 2008 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δήμου Λεμεσού.
Διοργανωτές ήταν ο Δήμος Λεμεσού και Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χίου το Παττίχειο Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο και Κέντρο Μελετών Δήμου Λεμεσού και με την επιστημονική συνεργασία του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου και του Πανεπιστημίου του Αιγαίου

-------------------------------------------------------------------------------------------------

«Την σκύλα, μάστρε Τάσο. Τον μακκαρά. Βίρα τον αρκάτη, το κουφοσμίλι, το ξυγυριστάρι, τον κινάτσο μάστρε Γιάννη, την στέλλα, την αλούπα, τον καταρράκτη». Η γλώσσα τους η μυστική. Λέξεις που κοινός θνητός δεν καταλαβαίνει.
«Ήμουν δώδεκα χρονών», μου έλεγε ο μάστρε Τάσος, όταν μπήκα το 1949 για να μάθω την τέχνη του καραβομαραγκού κοντά στον μάστρε Γιάννη Μοράρη τον Συμιακό με μισθό ένα σελίνι κάθε δεκαπέντε μέρες. Εκεί στο παλιό καρνάγιο απέναντι από τον κήπο της Λεμεσού με το καφενείο του Μερκή, που ξαπόσταζαν οι καραβομαραγκοί για λίγο πίνοντας τον καφέ τους. Μέχρι το 1968 που μετακόμισε το καρνάγιο στην σημερινή του θέση.
Την αγαπούσα πολύ την θάλασσα. Ο πατέρας μου ήταν ψαράς. Σαν με ρώτησε, τι ήθελα να γίνω απάντησα αμέσως: Καραβομαραγκός.
Ένα χρόνο έμεινα κοντά στον μάστρε Γιάννη. Θυμάμαι μερικές μέρες μετά που έπιασα δουλειά, μου ζήτησε να του φέρω τη σκύλλα. Τι είναι πάλι αυτό; είπα από μέσα μου. Μήπως κανένα σκυλί; Τελικά κάποιος άλλος από τα κοπέλλια του μου εξήγησε τι ήταν η σκύλλα: ένα περίεργο εργαλείο που βοηθούσε στο κάρφωμα των μαδεριών.
Τα μυστικά της τέχνης του, όπως και όλοι οι μάστορες, δεν τα φανέρωναν στους μαθητευόμενους. Φοβόντουσαν τον συναγωνισμό. Έπρεπε να βλέπεις και να μαθαίνεις μόνος σου παρατηρώντας κι αν είσαι καλός να προχωράς. Ο μόνος ξυλοναυπηγός που φανέρωνε μυστικά ήταν ο ξάδερφος του μάστρε Γιάννη ο Νίκος Μοράρης».
Κάπως έτσι ξεκίνησε η πορεία του Τάσου Σάββα του καραβομαραγκού, που η μοίρα τον έταξε να συνεχίσει την πανάρχαια τέχνη του ναυπηγού. Να συνεχίσει την παράδοση αιώνων που άρχισε με τους Κύπριους ναυπηγούς της αρχαιότητας.
«Όλες οι δουλειές μας στο χέρι γίνονταν, θυμάται, με χειροκίνητα εργαλεία. Κόψιμο, πριόνισμα, κάρφωμα, ροκάνισμα, τρίψιμο, βάψιμο. Φαντάσου ότι η κατασκευή μιας μαούνας μας έπαιρνε ενάμισι με δύο χρόνια. Τα ηλεκτρικά εργαλεία ήρθαν πολύ αργότερα.
Στον χρόνο φύγαμε και πήγαμε, μάστορας και μαθητευόμενοι, στην εταιρεία του Στέλιου Μιχαηλίδη, που είχε δικό του στόλο από μαούνες και βαποράκια και έκανε φορτοεκφορτώσεις. Στην νέα μας δουλειά διαφέντευε ο Κώστας Φυτός, ο αρχιπρωτομάστορας καραβομαραγκός, που μαθήτεψε στην Ελλάδα.
Άρχισα με βδομαδιάτικο μισθό έξι σελίνια, ένα σελίνι δηλαδή την ημέρα, διότι δουλεύαμε και το Σάββατο ολομερής. Και δώστου από τις έξι - εφτά το πρωί ως τις έξι - εφτά το βράδυ, να φτιάχνουμε και να επισκευάζουμε μαούνες και βαποράκια για τις εμπορομεταφορές του Στέλιου Μιχαηλίδη».
Όπως στα αρχαία τα χρόνια, μάστρε Τάσο. Πλεούμενα για το εμπόριο, που κουβαλούσαν οι Κέρκουροι, τα ξακουστά κυπριακά πλοία γεμάτα με τον χαλκό μας, την ξυλεία από τους κέδρους, τα αγγεία μας, το στάρι και το κρασί μας, το λάδι και το κριθάρι μας. Μέχρι την Φοινίκη, την Ασσυρία και την Αίγυπτο, την Αφρική, το Αιγαίο, ως την Μαύρη θάλασσα, στα πέρατα του αρχαίου κόσμου.
«Θυμάμαι σαν νά 'ταν χτες τους παλιούς καραβομαραγκούς, τον μάστρε Λούκα Μοράρη, τον μάστρε Βασίλη, τον μάστρε Νίκο και τους δάσκαλούς μου, τον μάστρε Γιάννη τον Συμιακό και τον μάστρε Κώστα Φυτό». «Μείναμε λίγοι τώρα πια», μου είπε με παράπονο, σχεδόν μονολογώντας ο μάστρε Τάσος. «Εκεί στο καρνάγιο σήμερα, εκτός από μένα, ο μάστρε Γρηγόρης, ο μάστρε Ηρακλής και οι δυο γιοι του κουνιάδου μου, του μακαριστού μάστρε Χαμπή, ο Κωστάκης και ο Μιχαλάκης, που με τα σαρανταδυό του χρόνια είναι ο νεότερος στο επάγγελμα. Άλλος πίσω του δεν υπάρχει».
Εκεί, στο καρνάγιο, δίπλα στο ακρογιάλι της θαλασσοφίλητης Λεμεσού μας, όπου τους έταξε η μοίρα να συνεχίσουν το πανάρχαιο επάγγελμα. Αυτοί, οι τελευταίοι που έμειναν. Εκεί, στο καρνάγιο. Μυρωδιά από ευκάλυπτο, κυπαρίσσι, τρεμιθιά, πεύκο. Ξύλο φρεσκοκομμένο, φρεσκοροκανισμένο, φρεσκομπογιατισμένο. Ανακατεμένο με αρμύρα και υγρασία της θάλασσας και με τις φωνές στην γλώσσα τους την μυστική. «Το ξιγυριστάρι μαστρε Χαμπή. Τον καταρράκτη Μιχαλάκη. Την σκύλλα, μάστρε Τάσο. Τον αρκάτη. Το κουφοσμίλι. Τον κινάτσο».
«Κάποιοι δοκίμαζαν κατά καιρούς να μάθουν την πανάρχαια τέχνη μας» συνεχίζει ο μάστρε Τάσος. Γρήγορα όμως τα παρατούσαν όλοι κι έφευγαν. Κανένας τους δεν έμεινε. Την βρήκαν δύσκολη τη δουλειά και απαιτητική. Θέλει μεράκι πολύ και αγάπη η τέχνη μας, θέληση, και ταλέντο να το κουβαλάς μέσα σου, από γεννησιμιού σου».
Έχεις δίκιο, μάστρε Τάσο. Πώς αλλιώς, χωρίς την αγάπη, το μεράκι και το ταλέντο θα σκέφτονταν να φτιάξουν οι πρόγονοι ναυπηγοί το περιβόητο κυπριακό πλοίο, τον Κέρκουρο; Και πως αλλιώς θα έφτανε η φήμη της τέχνης σας σε όλο τον αρχαίο κόσμο; Και θα ανάγκαζε την ξακουστή βασίλισσα Σεμιράμιδα να σας καλέσει μέχρι την Ασσυρία να τις φτιάξετε πλοία, λυόμενα κιόλας, για να διαβεί τον Ινδό ποταμό;
«Μετεπέμψατο δε Σεμίραμις και ναυπηγούς εκ τε Φοινίκης και Συρίας και Κύπρου και της άλλης της παραθαλαττίου χώρας, οις άφθονον ύλην μεταγαγούσα διεκελεύσατο κατασκευάζειν ποτάμια πλοία διαιρετά».(*)
«Μια παραμονή Χριστουγέννων, θυμάμαι, με βρήκε μέσα στην θάλασσα, απέναντι από την παλιά ΕΤΚΟ. Εννιά η ώρα το βράδυ ήμουν ακόμη χωσμένος μέχρι την μέση στο παγωμένο χειμωνιάτικο νερό. Μερικές μέρες πριν ο άγριος Όστριας, λυσσομανώντας, έκοψε τις άγκυρες των μαούνων μας και τις πέταξε στη στεριά. Κι έπρεπε να τις επισκευάσουμε και να τις ξαναβάλουμε στο νερό γιατί μετά την Γιορτή έπρεπε να φορτωθούν πάλι με εμπορεύματα. Έδενα λοιπόν τις μαούνες και έπαιρνα το σκοινί μέσα στο νερό μέχρι τα βαποράκια, που περίμεναν στ΄ ανοιχτά να τις τραβήξουν πάλι μέσα στην θάλασσα.
Μ' έψαχνε η γυναίκα μου κι ανησύχησε, ώσπου κάποιοι της είπαν που ήμουν και έτρεξε μ' αγωνία να με βρει. Γι' αυτή την υπερωρία πληρώθηκα πέντε σελίνια».
Μας χτύπησε το φάιπερ γκλάς», λέει με παράπονο ο μάστρε Τάσος, «τα έτοιμα, βιομηχανοποιημένα σκάφη. Είναι πιο γρήγορα βλέπεις και πιο φτηνά. Η αγορά ανύπαρκτη. Μονάχα δυο οικογένειες, Κύπριοι ευπατρίδες, επιμένουν ακόμα με πάθος για τα ξύλινα σκάφη. Το κράτος μας ξέχασε εντελώς. Όλοι μας ξέχασαν εκεί στο καρνάγιο».
Δυστυχώς μάστρε Τάσο. Ξέχασαν ότι εσείς κάνατε κάποτε την αρχαία Κύπρο θαλασσοκράτειρα, μέχρι και αποικίες εκτός Κύπρου βοηθήσατε με τα πλοία μας, τους Κέρκουρους, να ιδρύσουμε. Ξέχασαν ότι εσείς φτιάξατε τον στόλο που στείλαμε στον Μεγαλέξαντρο για να πάρει την Τύρο (**) όπως και κείνα τα πλοία για να κουρσέψει ο βασιλιάς μας ο Πέτρος Λουζινιανός την Αλεξάνδρεια και τη Μικρασία. Ξέχασαν πως η φήμη της ναυπηγικής σας τέχνης έφτασε στα πέρατα του κόσμου. Ακόμα, ξέχασαν ότι στην σύγχρονη εποχή, από την αρχή της Αγγλοκρατίας κι έπειτα, με τους στόλους από καΐκια, μαούνες και βαποράκια, που φτιάξατε για να στέλλουμε στις γειτονικές χώρες τα κρασιά και τα χαρούπια μας, κάνατε την Λεμεσό μας πρωτοπόρα σε όλους τους τομείς, στο εμπόριο και την οικονομία στις τέχνες και τον πολιτισμό, Φλωρεντία της κυπριακής Αναγέννησης.
Ελπίζω μάστρε Τάσο απόψε, εδώ, κάτι ν' αλλάξει για σας τους τελευταίους που επιμένετε εκεί στο καρνάγιο να συνεχίζετε για πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια την πανάρχαια τέχνη του. Ελπίζω κάτι να αλλάξει. Προτού σιγήσουν τελειωτικά οι φωνές στην γλώσσα σας την μυστική.
«Την σκύλλα μάστρε Τάσο. Μάστρε Χαμπή το ξυγιριστάρι. Μιχαλάκη τον αρκάτη. Τράβα γερά την αλούπα μαστρε Ηρακλή. Την στέλλα Κωστάκη. Τον καταρράκτη, μάστρε Λούκα, τον μακκαρά, τον αρκάτη, τον κινάτσο».
Υποσημειώσεις:
• *Χατζηιωάννου Κυριάκος: Η Αρχαία Κύπρος εις τας Ελληνικάς Πηγάς, τόμος Α΄, Λευκωσία 1971, σελ. 2. Διόδωρος Σικελιώτης, στο: Bekker I. εκδ., στο: Teubner (= Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana), τόμοι I-III, Leipzig1853 και Oldfather C. H. and Geer Russel M., εκδ., στο LCL (= The Loeb Classical Library), τόμοι I-XII, London (χωρίς χρονολογία έκδοσης)
• **στο ίδιο μέρος, σελ. 200. Αρριανός. Ανάβασις Αλεξάνδρου, στο: Roos A. G., εκδ. στο:Teubner (= Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana) Leipzig 1907
Συνεντεύξεις:
Προσωπική συνέντευξη από τον Λεμεσιανό καραβομαραγκό Τάσο Σάββα στις 20 Ιουνίου 2008
Βιβλιογραφία
1. Χατζηιωάννου Κυριάκος: Η Αρχαία Κύπρος εις τας Ελληνικάς Πηγάς, τόμος Α΄, Λευκωσία 1971.
2. Χριστοφίδης Κωνσταντίνος. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Β, φυλλάδιον 64.



Δεν υπάρχουν σχόλια: