Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Ο Καζαντζάκης στη Λεμεσό



Μέρος τρίτο

             Συνέχεια και τέλος του αφιερώματος της επίσκεψης του Νίκου Καζαντζάκη στη Λεμεσό τον Μάιο και Ιούνιο του 1926 με το δεύτερο μέρος του κειμένου του Πάνου σουλιώτη στην εφημερίδα του «Παρατηρητής» της Λεμεσού στις 6 και 13 Μαρτίου 1958 κάτω από τον τίτλο:

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
          Τον προσκάλεσα στο  «Ακταίο» για να πάρουμε  καφέ. Σάν καθήσαμε και από τα πρώτα λόγια πού ανταλλάξαμε, άρχισε να δημιουργήται ανάμεσα μας ατμόσφαιρα οικειότητος που σ' έκαμνε να νοιώθης άνετα και ευχάριστα σα νάχες κοντά σου ένα παληό φίλο κι όχι διάσημο διανοούμενο κι' ανώτερον πνευματικόν άνθρωπο που μόλις και για πρώτη φο­ρά έκαμνες την γνωριμία του. Μου φάνηκε την πρώτη στιγμή που τον αντίκρυσα μεγαλύτερο, απ' ό,τι διεπίστωσα κα­τόπιν, στην ηλικία.  Η μορφή του τον έδειχνε με περισσότερα χρόνια απ' ό,τι στην πραγματικότητα είχε. Σ' αυτό συνέτειναν ίσως τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, το υψηλό αδυνατισμένο ίσως σώμα και το μελαχροινό χρώμα.
Τον ρώτησα τες εντυ­πώσεις του για το νησί μας  που για πρώτη φορά το επισκεπτόταν.
«Είχα αληθινή»,  μούπε, «λα­χτάρα να ρθω και γνωρίσω το νησί της Αφροδίτης.  Αν και λίγες μέρες έχει που βρί­σκομαι εδώ, νοιώθω πως δεν είναι όμοιο με τες γειτονικές και πολύ κον­τινές ακόμη ολοτρόγυρα του χώρες.  Έχει διαφο­ρετικό κλίμα που σ' αυτό ασφαλώς θα οφείλεται και η μεγάλη γονιμότητα της γης του, όπως και η λα­τρεία της Αφροδίτης, θεάς της γονιμότητας».
Τα δάση των χαρου­πιών με τους χωρικούς τρυγητές του μαύρου καρ­πού—ήταν Αύγουστος που είχε έρθει —του πρόσφερναν θέαμα γνωστό και στο νησί του και που το χαιρόταν τώρα για την γνησιότητα του τοπίου και των ανθρώπων. Τον παραξένευε το δάσος των καρποφόρων αυτών δένδρων πούταν ανάμικτα με ελιές και που έμοια­ζαν σαν από τη φύσι δο­σμένα και όχι από ανθρώ­πινο χέρι φυτεμένα. Η παρατήρησί του, πρόσεξα πως περιείχε μιαν πραγ­ματικότητα, γιατί εκείνο που γίνεται στην Κρήτη και γενικά στην Ελλάδα και τες άλλες χώρες, ιδίως με την ελιά που φυτεύε­ται προγραμματισμένα και σύμφωνα με επιστημονικά δεδομένα και κανόνες της δενδροκαλλιεργείας, το ίδιο δεν συνέβαινε ως τότε στον τόπο μας. Τες χα­ρουπιές και τες ελιές, εκτός βέβαια μερικών πο­λύ γέρικων ελιών, φραγκοελιών καλουμένων, που τες φύτεψαν οι Ενετοί και κατοπινά δι' υποχρεω­τικής για ένα διάστημα νομοθεσίας οι Τούρκοι, οι περισσότερες φυτεύτη­καν από τα κοπάδια των κατσικιών και τα πουλιά που τες έσπερναν με τα κόπρανα τους.
Η επιθυμία του ήταν να μπορέση να ξανάρθη και να μείνη περισσότερον καιρό, για να γνωρίση, όπως μούλεγε τον τόπο και τους ανθρώπους του.  Ήξερε προσωπικά από την Αθήνα κατά την φοι­τητική του περίοδο —άρ­χισε σπουδές νομικής και πήρε και δίπλωμα —τον Γιώργο Μαρκίδη, τον γνω­στό ποιητή και επιστή­μονα διανοούμενο πρώην Δήμαρχον Λευκωσίας, που τον αντάμωσε στην Λευ­κωσία και δέχτηκε για μια σχεδόν βδομάδα την φιλοξενία του.
Σε τούτο το μεταξύ συ­νέχιζε ρουφώντας τον καφέ του. Μου φάνηκε πως πιθανό ο καφές που παραγγέλθηκε να μη ήταν στην γεύση και νοστιμάδα όπως θα τον ήθελε και τον ρώτησα πώς τον βρίσκει. Καλός είναι.
Είμαι βέβαιος πως δεν είναι ο καφές που συνηθίζετε. Δεν είναι  κι' εύκολο να βρίσκης όπου πας τες συνήθειες  και τα γούστα σου.
-Σας  ρωτώ  σ' αυτό απάνω γιατί  έχω  υπόψι μιαν σχετικήν περί καφέ χαρακτηριστικήν ιστορία και του  διηγήθηκα το α­κόλουθο περιστατικό: Υ­πάρχει  κάποιος, σε λαϊκό εδώ καφενείο,  γκαρσόνι, πού ποτέ δεν σου κάμνει τον καφέ  που ζητάς, δεν συμμορφώνεται  δηλ. με το γούστο σου, αλλά τον καφέ που, κατά  την ατο­μική του γνώμη, ταιργιάζει  με την φάτσα σου, όπως  λέγει, δηλ. το σουλούπι σου στο όποιο κα­θρεφτίζεται, κατά την γνώ­μη του, ο εσώτερος άν­θρωπος ο χαρακτήρας του πελάτη. Ζητάς, λόχου χάρι,  καφέ με ολίγη  και σου  φέρνει σκέτο η γλυ­κύ και σου δίνει μέτριο. Καμιάν  προσοχή δεν δίνει στες διαμαρτυρήσεις και παρατηρήσεις  του πελάτη, ούτε και  στες απειλές πως θα εγκατάλειψη το καφενείο του. Εμμένει στην άποψι του ψιθυρί­ζοντας κάθε φορά που του γίνεται σχετική παρατήρησι απ' εκείνους που αγνοούν την περίεργη θεω­ρία των περί καφέ αντιλήψεων του: «Είναι αυτή φάτσα για γλυκύ; ο κα­φές του πρέπει ναναι σκέττος.  Αν δεν του αρέσει ας μην ξαναπατήση».
-Μπορεί να φαίνεται η θεωρία του  περίεργη,  μάναι  πολύ κοντά στην πραγματικότητα,  θάθελα, αν διάθετα καιρό, να γνω­ρίσω  αυτόν τον τύπο που πιστεύει στην δυνατότητα ψυχαναλύσεως δια του καφέ.
Την συνομιλία μας διέ­κοψε ένας ασυνήθης θό­ρυβος που προερχόταν από την θάλασσα και την προσοχή του απέ­σπασε η εικόνα μιας μεγάλης αγέλης γλάρων. Τα πουλιά πετούσαν, εκβάλλοντας τους συνήθεις κρωγμούς των, πολύ σιμά στο μέρος, άκρυα του πόντε, που καθόμαστε και προσπάθαγαν με κάθετες βουτιές απάνω στα σιγοκίνητα, απ' το δυτικό αε­ράκι που φυσούσε, κύμματα ν' αρπάξουν όχι ψάρια, αλλά κομμάτια κουλούρια που τους τα πετούσε κά­ποιος γνωστός τύπος ιδιότροπου συμπολίτη μας. Με­ρικά παιδάκια που στεκόντουσαν κάτω στην πα­ραλία προσπάθαγαν  με λάστιχα να σκοτώσουν γλάρους. Ο κύριος που με απλοχεριά και καπρίτσιο, που φαινόταν πως έτρεφε τα πετεινά της θάλασσας, εξοργιζόταν για την εγκληματικότητα των παιδιών τα οποία απειλητικά απόδιωχνε λέγον­τας: «Εγώ προσπαθώ να τα ξεφοβίσω παληόπαιδα και σεις τα σκοτώνετε»;
Οι πιτσιρίκκοι που με τες φοβέρες του τους στε­ρούσε μια χαρά, απαντού­σαν: «Δεν δκιας θκιέ σε μας τα κουλλούρκα τζιαί πετάσσεις τα στους γλάρους; ΄Ηντα σε κόφτει αν τους σκοτώσουμε; Εν δικοί σου τζιαί θυμώνεις; Εν της θάλασσας».
Ό Νίκος με ρώτησε την σημασία του διαλόγου, που δεν  μπόρεσε και  δικαίως να  τον  ερμηνεύση,  όπως βέβαια  θα συνέβαινε  και μ'  ένα Κύπριον  αν τύγχαινε ν ακούση τον ίδιο διάλογο στην κρητική ντοπιολαλιά. Το συμβάν αυτό έδωκε αφορμή να κάμουμε συλλογισμούς για τους αν­θρώπους και τα άλλα πλάσματα της φύσεως. Ο Καζαντζάκης βρήκε πολύ δικαιολογημένες τες αξιώσεις των πιτσιρίκων, πούθελαν κι' αυτοί με τον δικό τους τρόπο να διασκεδάσουν σκοτώνοντας  τους γλάρους που ανήκαν στην θάλασσα όπως   διατείνοντο, όπως πάλι και ο εκκεντρικός κύριος  είχε όλο το δίκαιο να νοιώθη ευχάριστησι προστατεύοντας και διατρέφοντάς τους.
Βρήκαμε όμως πολύ δικαιολογημένην και λογικήν την προβολή απαιτήσεως των παιδιών να ζητούν κι εκείνα μερίδιον των κουλουριών και να θεωρούν άδικο το προς τους γλάρους πέταμα των. Γιατί τα πετεινά του ουρανού μπορούν μόνα και χωρίς την βοήθεια κανενός, πλην εκείνης του  Παντοδυνάμου θεού, να εξεύρουν την τροφή των και ικανοποιήσουν τας  ανάγκας των, ενώ ο άνθρωπος είναι παντελώς ανίκανος να πράξη το ίδιο και το χειρότερο.
Εξαρτάται στο ζήτημα αυτό της οικονομικής επάρκειας, από τον συνάνθρωπο του, από τον οποίον δεν βρίσκει σχεδόν ποτέ κατανόησι και συμπάθεια.
Περιορισθήκαμε να πα­ρακολουθούμε τον διασκεδάζοντα εκκεντρικόν κύριον, ενώ όλη μας η συμπάθεια στρέφονταν στα παιδιά που τα κυττάζαμε και τα θεωρούσαμε την στι­γμή εκείνη ως ένα ζωντανό και ανάγλυφο σύμβολο, της αγωνιζομένης εργα­τιάς, που διεξήγε μιαν ά­νιση πάλη κατά της κεφαλαιοκρατίας - έκτοτε βέ­βαια τα πράγματα, μετά τον δεύτερον ιδίως παγκόσμιο, ριζικά και θεμε­λιακά άλλαξαν υπέρ των εργατών - για την οικονο­μική των επιβίωσι και αποκατάστασι.
Την άλλη μέρα πήγε στην Πάφο προς επίσκεψι του αρχαίου και ξακουστού ναού της θεάς του Κάλλους, Αφροδίτης. Τες εντυπώσεις του από την διαδρομή και επίσκεψί του, τες διάβασαν οι αναγνώστες μας σε προηγούμενη έκδοσι του «Παρατηρητού». Αυτά από τον Φασουλιώτη.
Στις 4 Ιουνίου 1926 ένα μικρό δημοσίευμα στη στήλη «ΖΩΗ ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΙΣ» στην εφημερίδα «Χρόνος» της Λεμεσού κάτω από τον τίτλο «ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ»  έλεγε, έτσι απλά, σχεδόν ασήμαντα, πως:
«Δια του τελευταίου Λλόϋδ επέστρεφαν εις Αθήνας αι καλλιτέχνιδες δ. Παπαϊωάννου, δημοσιογράφος δ. Σαμίου και ο Έλλην λόγιος  κ. Ν. Καζαντζάκης.»
Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι πρόκειται για τις αδελφές Μαρίκα και Καίτη Παπαϊωάννου,  διάσημες πιανίστριες και αδελφικές φίλες του Καζαντζάκη. Η Μαρίκα έδωσε μάλιστα κατά την εδώ επίσκεψη της ρεσιτάλ πιάνου στο καλλιτεχνικό καφενείο «Ακταίον» της Λεμεσού.
Την Μαρίκα παντρεύτηκε το 1941, ο λεμεσιανός Αιμίλιος Χουρμούζιος που όμως το 1926 δεν βρισκόταν στη Λεμεσό αφού είχε ήδη ένα χρόνο πριν εγκατασταθεί  μόνιμα στην Αθήνα. Την γνώρισε πολύ αργότερα  μέσω του Καζαντζάκη αφού τον Χουρμούζιο με τον οποίον συνδεόταν  επίσης με αδελφική φιλία.

   
Λεζάντες φωτογραφιών:

Φώτο 1 Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Ελένη Σαμίου και τις αδελφές Παπαϊωάννου στην Παλαιστίνη το 1926 από όπου ήλθαν στην Κύπρο
Φώτο 2 Γεώργιος Μαρκίδης διανοούμενος και αργότερα Δήμαρχος Λευκωσίας, συμφοιτητής και φίλος του Καζαντζάκη.
Φώτο 3 Ο Καζαντζάκης με τον λεμεσιανό διανοούμενο  Ευγένιο Ζήνων σε εκδρομή στο Τρόοδος.
Φώτο 4 Στο ίδιο σημείο με την προηγουμένη φωτογραφία ποζάρει με τις αδελφές Παπαϊωάννου
Φώτο 5 Το περίφημο καλλιτεχνικό καφενείο Ακταίον όπου η Μαρίκα Παπαϊωάννου έδωσε το ρεσιτάλ πιάνου
Φώτο 6 Χρόνος 4 Ιουνίου 1926

Δεν υπάρχουν σχόλια: