Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Η στρατηγική και εμπορική σημασία της Λεμεσού κατά τον πρώτον αιώνα της Φραγκοκρατίας

ΝΙΚΟΥ  ΚΟΥΡΕΑ Επετηρίδα Κυπριακών Σπουδών τόμος Δ’

Στην ανακοίνωση αυτή θα εξεταστεί η σημασία και η εξέλιξη της πόλης της Λεμεσού κατά τα πρώτα εκατό περίπου χρόνια της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο. Στο πρώτο μέρος της ανακοίνωσης θα γίνει ανασκόπηση της στρατηγικής σημασίας της πόλης, ενώ στο δεύτερο μέρος θα εξεταστεί η εμπορική της σημασία.

                                                                      ΜΕΡΟΣ Α:
Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΕΜΕΣΟΥ
Η Λεμεσός από τα τέλη του 12ου αιώνα και καθ' όλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα είχε αναμφισβήτητη στρατηγική σημασία, όχι μόνο για τους Λατίνους, οι οποίοι κατέκτησαν την Κύπρο το 1191, αλλά και για τους Μουσουλμάνους εχθρούς τους. Από γεωγραφικής άποψης είναι το καλύτερο λιμάνι της Κύπρου για συγκοινωνίες τόσο με τη Δυτική Ευρώπη, όσο και με την Αίγυπτο. Αυτό το γνώριζαν οι Λατίνοι καθώς και οι Αγγιουβίδες, η Μουσουλμανική δυναστεία η οποία είχε την Αίγυπτο και τη Συρία υπό την κυριαρχία της από το 12ο αιώνα μέχρι τα μέσα του Που. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο βασιλιάς Ριχάρδος Α' της Αγγλίας, φθάνοντας στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της Γ' Σταυροφο¬ρίας, η οποία είχε ως απώτερο σκοπό την ανακατάληψη των Ιεροσολύμων από τους Μουσουλμάνους, έπλευσε στη Λεμεσό. Εκεί ήδη βρίσκονταν η αδελφή του, η Ελεονώρα της Ακουϊτανίας, και η μνηστή του η Βερεγγάρια. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες Δυτικών χρονικογράφων της εποχής, παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις τις οποίες πήραν από τον άρχοντα της Κύπρου Ισαάκιο να παρακαθίσουν σε τραπέζι μαζί του, απέφυγαν επιμελώς να κατεβούν από το πλοίο τους λόγω της δυσπιστίας που έτρεφαν προς το άτομο του. Σε ορισμένες από αυτές τις Δυτικές πηγές προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Ισαάκιος είχε κακομεταχειριστεί Λατίνους ιεροπροσκυνητές, οι οποίοι λόγω θαλασσοταραχής είχαν αναγκαστεί να αράξουν στην Κύπρο. Οι διάφορες Δυτικές πηγές, ωστόσο, οι οποίες ιστορούν την κατάληψη της Κύπρου το 1191 από το βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο δίνουν εκδοχές για την άλωση της Λεμεσού από τις δυνάμεις του που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους.
Το Δυτικό χρονικό "Eracles" του Colbert - Fontainebleau προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Ισαάκιος Κομνηνός και οι δυνάμεις του εγκατέλειψαν τη Λεμεσό και έφυγαν ολοταχώς μόλις εθεάθη ο στόλος του βασιλιά Ριχάρδου να πλησιάζει το λιμάνι της πόλης. Ενώ οι δυνάμεις του αποβιβάστηκαν, ο ίδιος ο Ριχάρδος παρέμεινε πάνω στη γαλέρα του. Εκεί υποδέχτηκε ορισμένους Λατίνους έμπορους οι οποίοι ήσαν μόνιμοι κάτοικοι της Λεμεσού, και είχαν σπεύσει με τις βάρκες τους να τον συναντήσουν και να του δώσουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, ο Ισαάκιος Κομνηνός και οι δυνάμεις του είχαν φύγει για τα βουνά, ενώ ο λαός και οι έμποροι που είχαν παραμείνει στη Λεμεσό ήσαν έτοιμοι να τον υποδεχτούν με χαρά ως κυρίαρχο τους. Ο Ριχάρδος έστειλε τους εμπόρους πίσω στη Λεμεσό, μαζί με δύο ιππότες του, για να διαβεβαιώσουν τον επιτόπιο πληθυσμό ότι οι ζωές και τα αγαθά τους δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο από τον ίδιο και το στρατό. Διέταξε τις δυνάμεις του να στρατοπεδεύσουν σε απόσταση έξω από την πόλη, και τους έδωσε αυστηρές εντολές να μην κακοποιήσουν τους κατοίκους της Λεμεσού.
Κάπως διαφοροποιημένη εκδοχή από την πιό πάνω παρουσιάζεται στο χρονικό που φέρνει την ονομασία La Continuation de Guillaume de Tyr. Όπως ιστορούνται τα πράγματα στο χρονικό αυτό, ο Ισαάκιος Κομνηνός και ο στρατός του άρχισαν να υποχωρούν από τη Λεμεσό μόλις επιβεβαιώθηκε ο κατάπλους του Αγγλικού στόλου στο λιμάνι της πόλης, αλλά δεν κατόρθωσαν να ολοκληρώσουν την υποχώρηση. Ο Ριχάρδος, παρατηρώντας την υποχώρηση, αποβίβασε τις δυνάμεις του εσπευσμένα, διέταξε έφοδο και έδωσε μάχη με τον στρατό του Ισαάκιου στην ίδια την πόλη. Έλαβε μέρος και ο ίδιος στη μάχη, που είχε ως αποτέλεσμα την ήττα του Ισαάκιου και των δυνάμεων του. Η πιο λεπτομερής από τις διάφορες αφηγήσεις που ιστορούν την κατάληψη της Λεμεσού από τις δυνάμεις του Ριχάρδου, βρίσκεται ωστόσο στο χρονικό με ονομασία Itinerarium Peregrinorum et Gesta Regis Ricardi. Σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτού του χρονικού, μια μάχη στα ανοιχτά του λιμανιού της Λεμεσού προηγήθηκε της χερσαίας μάχης μεταξύ των δυο στρατών. Ο στόλος του Ριχάρδου κατά την έλευση του στα ανοικτά του λιμανιού της Λεμεσού βρέθηκε αντιμέτω¬πος με διάφορα εμπόδια, όπως μεγάλα βράχια και καταποντισμένα πλοία, τα οποία είχαν στηθεί εκεί με σκοπό να αποτραπεί η είσοδος του στο λιμάνι. Ο στόλος αντιμετώπισε και τα πυρά των τοξοτών του Ισάκιου, οι οποίοι επάνδρωναν πέντε γαλέρες που βρίσκονταν μέσα στο λιμάνι. Ο Ριχάρδος για να υπερπηδήσει τα εμπόδια αυτά έστειλε μικρά πλοιάρια επανδρωμένα και αυτά με τοξότες, τα λεγόμενα snekas, με εντολή να εξουδετερώσουν τους τοξότες του Ισαάκιου και στη συνέχεια να καταλάβουν το λιμάνι, όπως και έγινε. Με το λιμάνι υπό τον έλεγχο τους, οι Λατίνοι αποβιβάστηκαν και επιτέθηκαν εναντίον των χερσαίων δυνάμεων του Ισαάκιου, που βρισκόταν στην περιοχή του λιμανιού. Ο βασιλιάς Ριχάρδος αποβιβάστηκε σε μετέπειτα στάδιο με επιπρόσθετες δυνάμεις, και με την κάθοδο του ηττήθηκαν οι δυνάμεις του Ισαάκιου και αναγκάστηκαν να διαφύγουν.
Οι διαφορές μεταξύ αυτών των τριών πηγών σχετικά με την κατάληψη της Λεμεσού αφορούν κυρίως το βαθμό αντίσταστης που προσέφεραν οι δυνάμεις του Ισαάκιου Κομνηνού ενάντια σε αυτές του Ριχάρδου. Όλες συμφωνούν ωστόσο ως προς το γεγονός ότι η αποβίβαση των Αγγλικών δυνάμεων έγινε στη Λεμεσό, κάτι που τεκμηριώνει τη στρατηγική σημασία της ως το κυριότερο Κυπριακό λιμάνι κατά την τότε εποχή. Η στρατηγική αξία της Λεμεσού υποδηλώνεται και από την ύπαρξη του λεγόμενου βασιλικού δρόμου έξω από την πόλη, όπως αναφέρεται στο Itinerarium Peregrinorum. Τέτοιοι δρόμοι χρησιμοποιούνταν από το Βυζαντινό αυτοκράτορα και τους αξιωματούχους του, και έτσι η ύπαρξη τέτοιου δρόμου στη Λεμεσό ενδεικνύει τη στρατηγική και εμπο¬ρική σημασία που είχε για τους Βυζαντινούς. Ύστερα από την ολοκληρωτική κατάληψη της Κύπρου, ο Ριχάρδος και ο στρατός του ανεχώρησαν για την Παλαιστίνη, όπου σκόπευαν να πολεμήσουν τους Μουσουλμάνους με τις υπό-λοιπες δυνάμεις της Γ' Σταυροφορίας. Σύμφωνα με το Itinerarium Peregrinorum, ο Ριχάρδος έδωσε εντολή να συγκεντρωθεί ο στρατός του στη Λεμεσό και να επισκευαστούν τα πλοία που θα τους μετέφεραν στην Παλαιστίνη. Η ίδια πηγή ωστόσο μας πληροφορεί ότι ο ίδιος ο Άγγλος βασιλιάς ανεχώρησε όχι από τη Λεμεσό, αλλά από την Αμμόχωστο, όπου επιβιβάστηκε σε "μια από τις καλύτερες και πιο μεγάλες γαλέρες του", διότι βιαζόταν να φθάσει στη Πτολεμαΐδα προτού τελειώσει η πολιορκία της. Φαίνεται ότι οι πλείστες δυνάμεις του Ριχάρδου ανεχώρησαν όντως από τη Λεμεσό για την Παλαιστίνη, αλλά ότι ο ίδιος πήγε από τη Λευκωσία κετευθείαν στην Αμμόχωστο για την αναχώρηση του.
Οι Λατίνοι χρησιμοποίησαν τη Λεμεσό ως χώρο συγκέντρωσης δυνάμεων, αποστολής πολεμικού υλικού, και αναχώρησης για Σταυροφοριακές εκστρατείες καθ' όλη τη διάρκεια του Που αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε από τους Σταυρο¬φόρους της Ε' Σταυροφορίας, που άρχισε το 1217 με πολεμική εκστρατεία εναντίον των Μουσουλμάνων στην Παλαιστίνη. Όταν το 1220 οι Σταυροφόροι, υπό την αρχηγία του βασιλιά Ιωάννη των Ιεροσολύμων, επιτέθηκαν εναντίον της Αιγύπτου, οι Λατίνοι ιππότες της Κύπρου και ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας Ευστόργιος έλαβαν μέρος στην εκστρατεία, και η Λεμεσός χρησιμοποιήθηκε ως σταθμός ανεφοδιασμού. Όπως θα δούμε πιο κάτω, αυτή ήταν και η αιτία μιας Μουσουλμανικής θαλάσσιας επιδρομής εναντίον της Λεμεσού. Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, το 1227, η Λεμεσός προτάθηκε ως χώρος συγκέντρωσης στρατού για νέα σταυροφοριακή εκστρατεία εναντίον των Μουσουλμάνων. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β' ανέλαβε να ηγηθεί αυτής της εκστρατείας και το 1227 οι επιφανέστεροι Λατίνοι ευγενείς από την Κύπρο και τις λατινοκρατούμενες περιοχές της Συρίας και της Παλαιστίνης συγκεντρώθηκαν στην Κύπρο, περιμένοντας την άφιξη του. Το ταξίδι του Φρειδερίκου όμως αναβλήθηκε και τελικά έφθασε στην Κύπρο τον Ιούλιο 1228. Ξεκίνησε με το στρατό του από το Βρουνδίσιον της Κάτω Ιταλίας, και μετά από ταξίδι διαρκείας 24 ημερών έφθασε στη Λεμεσό. Κατά τη διαμονή του στην πόλη, έστειλε πρόσκληση στον τότε αντιβασιλέα της Κύπρου, τον Ιωάννη του Ιβελλίνου, να παρευρεθεί σε γεύμα μαζί του, στο οποίο να φέρει και τα παιδιά του, καθώς και τον ανήλικο βασιλιά της Κύπρου, τον Ερρίκο Α'. Ο αντιβασιλέας αποδέχτηκε την πρόσκληση, αλλά κατά τη διάρκεια του γεύματος ήλθε σε ρήξη με τον αυτοκράτορα διότι αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις εντολές του ότι έπρεπε, μεταξύ άλλων, να του παραδώσει τα εισοδήματα που είχε πάρει ως αντιβασιλέας από τότε που είχε πεθάνει ο βασιλιάς της Κύπρου Ούγος Α'. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με το φεουδαρχικό δίκαιο της Δύσης οι Γερμανοί αυτοκράτορες ήσαν οι κυρίαρχοι της Κύπρου από το 1197, όταν ο πρώτος Λατίνος βασιλιάς εστέφθη από τον απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα, τον επίσκοπο Conrad του Hildesheim. Ένεκα της ρήξης μεταξύ του Ιωάννη και του Φρειδερίκου, ο Ιωάννης με τους οπαδούς του διέφυγαν στο κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, όπου ετοιμάστηκαν να αντισταθούν. Ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος και ο στρατός του προχώρησαν από τη Λεμεσό στη Λευκωσία, η οποία κατελήφθη τον Αύγουστο 1228. Η τελική συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι δύο άντρες ευνοούσε σε γενικές γραμμές τον Φρειδερίκο, ο οποίος έθεσε τα κυριότερα κάστρα της Κύπρου υπό τον έλεγχο των οπαδών του. Αναχωρώντας για τη Δύση στις αρχές του 1229, ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος ξαναπέρασε από τη Λεμεσό, όπου άφησε το νεαρό βασιλιά της Κύπρου Ερρίκο Α', τον οποίο είχε πάρει μαζί του στην Παλαιστίνη. Εκεί τον είχε παντρέψει με την Αλίκη, την κόρη ενός από τους ευγενείς του.
Το 1237 η Λεμεσός επανεμφανίζεται στα σχέδια που οργανώνονται για την έναρξη νέας σταυροφοριακής εκστρατείας εναντίον των Μουσουλμάνων. Ο ευγενής Θιβάλδος της Καμπάνιας ο οποίος είχε οργανώσει εκστρατεία, πήρε συμβουλές από τους Λατίνους ευγενείς, τους κληρικούς και τους εκπροσώπους των Καθολικών στρατιωτικών ταγμάτων, δηλαδή των Τεμπλάρων και των Ιωαννίτων, που βρίσκονταν όλοι στις Λατινοκρατούμενες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, να πλεύσει με τις δυνάμεις του στη Λεμεσό και να συναντηθεί εκεί με τους Λατίνους αξιωματούχους. Προφανώς υπήρχε σκέψη να χρησιμοποιηθεί η Λεμεσός ως ορμητήριο για την επικείμενη σταυροφοριακή εκστρατεία. Οι σύμβουλοι του Θιβάλδου του είχαν δηλώσει ότι η Κύπρος ήταν εξίσου κοντά στην Αλεξάνδρεια και την Πτολεμαΐδα, και ότι θα μπορούσε εύκολα να αντλεί προμήθειες από το νησί. Τελικά όμως ο Θιβάλδος απεφάσισε να μην κάνει σταθμό στην Κύπρο και έπλευσε από το λιμάνι του Aigues Mortes της Νότιας Γαλλίας κατευθείαν στην Πτολεμαΐδα.
Ο σταυροφοριακός ηγέτης ο οποίος πραγματικά αξιοποίησε τα γεωγραφικά πλεονεκτήματα και τις διευκολύνσεις τις οποίες η Λεμεσός παρείχε ως ορμητήριο για εκστρατείες εναντίον των Μουσουλμάνων ήταν ο αρχηγός της Ζ' Σταυροφορίας, ο βασιλιάς Λουδοβίκος Θ' της Γαλλίας. Όπως το Θιβάλδο, ο Λουδοβίκος με τις δυνάμεις του ανεχώρησε από το λιμάνι του Aigues Mortes της Γαλλίας για την Κύπρο, φθάνοντας με το στόλο του στο λιμάνι της Λεμε¬σού στις 17 Σεπτεμβρίου 1248. Το ταξίδι του, όπως και αυτό του αυτοκράτορα Φρειδερίκου, ήταν διάρκειας 24 ημερών, αλλά πρέπει να έγινε από ευνοϊκότερες καιρικές συνθήκες, εφόσον μπόρεσε να καλύψει διπλάσια απόσταση από αυτή του Γερμανού αυτοκράτορα μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Προτού φθάσουν στην Κύπρο, ο Λουδοβίκος και οι αξιωματούχοι του είχαν μεριμνήσει να περισυλλέξουν μεγάλες ποσότητες από σιτηρά, κρασιά και άλογα για τους έφιππους στρατιώτες. Σύμφωνα με το χρονικό του Joinville, ο οποίος έλαβε μέρος και ο ίδιος στην εκστρατεία, οι αξιωματούχοι του Λουδοβίκου είχα αρχί¬σει να αγοράζουν κρασί στην Κύπρο μέχρι και δύο χρόνια πριν από την άφιξη του. Στη Λεμεσό συγκεντρώθηκαν όχι μόνο οι δυνάμεις του βασιλιά Λουδοβίκου, αλλά και αυτές του Κύπριου βασιλιά Ερρίκου Α' των Ιβελλίνων και των Καθολικών στρατιωτών ταγμάτων, δηλαδή των Τεμπλάρων και Ιωαννιτών. Οι τελευταίοι έφθασαν στην Κύπρο από την Πτολεμαΐδα. Ο στόλος του Λουδοβίκου περιλάμβανε και 15 γαλέρες των Γενουατών. Το Λουδοβίκο συνόδευε και ο αδελφός του, ο Κάρολος της Ανδεγαυίας, και στις δυνάμεις του προσετέθησαν σε κατοπινό στάδιο 1,000 ιππότες από τη Λατινοκρατούμενη Συρία, 400 ιππό¬τες από τη Φραγκοκρατούμενη Ελλάδα με αρχηγό τους τον Guillaume de Villehardouin, το Λατίνο πρίγκιπα της Αχαΐας και μια αγγλική δύναμη του κόμητα του Salisbury. Ο στρατός που τελικά απέπλευσε από το λιμάνι της Λεμεσού με προορισμό της Αίγυπτο το Μάιο 1249 αριθμούσε περισσότερους από 25,000 άνδρες, ενώ ο στόλος που τον μετέφερε αριθμούσε 1, 800 πλοία. Ο χρονικογράφος Joinville ο οποίος ήταν και στενός σύμβουλος του βασιλιά Λουδοβίκου, περιέγραψε τη θάλασσα ως κατάσπαρτη με τα πανιά των πλοίων.
Η διαμονή ενός τόσο πολυάριθμου στρατού στη περιοχή της Λεμεσού από το Σεπτέμβριο 1248 μέχρι τον Μάιο 1249 δεν μπορούσε παρά να δημιουργήσει ορισμένα προβλήματα. Αρκετοί πέθαναν εξαιτίας μίας επιδημίας που μάστιζε τις συγκεντρωμένες δυνάμεις των σταυροφόρων, και σύμφωνα με τον ληγάτο του πάπα ο οποίος συνόδευε το στρατό ανάμεσα σε αυτούς ήταν και 260 ιππότες του βασιλιά Λουδοβίκου. Διάφοροι δυτικοί χρονικογράφοι, όπως ο Matthew Paris και ο Raymond Pull, απέδωσαν αυτές τις απώλειες στο ανθυγιεινό κλίμα της Κύπρου, ενώ ο ανώνυμος συγγραφέας του Directorium πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η κατανάλωση των κυπριακών κρασιών χωρίς την προσθήκη νερού "intestina et cerebrum destruunt et comburunt" δηλαδή προκαλούσε εγκαύματα και καταστροφή στα έντερα και στον εγκέφαλο. Η κυπριακή κουζίνα αναφέρεται και αυτή ως ζημιογόνος παράγοντας. Σύμφωνα με το συγγραφέα του Directorium ως αποτέλεσμα της αδράνειας που έπληττε τους στρατιώ¬τες κατά τη μακρόχρονη παραμονή τους στην περιοχή της Λεμεσού, ξέσπασαν καυγάδες και δημιουργήθηκαν έριδες μεταξύ τους. Εκτός από τα πιο πάνω προβλήματα, η μακρόχρονη παραμονή των στρατιωτών στην Κύπρο ήταν και δαπανηρή, σε σημείο που αρκετοί Λατίνοι ευγενείς αναγκάστηκαν λόγω οικονομικών αναγκών να δανειστούν χρήματα από Ιταλούς εμπόρους, δίνοντας ως ενέχυρα τις περιουσίες που είχαν στη Γαλλία. Τα προβλήματα αυτά, που προέκυψαν κατά τη σταυροφοριακή εκστρατεία του βασιλιά Λουδοβίκου επηρέασαν και τις αντιλήψεις των μεταγενέστερων συγγραφέων της Δύσης, οι οποίοι κατά καιρούς υπέβαλλαν προτάσεις για σταυροφοριακές εκστρατείες, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η Κύπρος ως κατάλληλος χώρος για τη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων.
Η στρατηγική σημασία της Λεμεσού ήταν αντιληπτή όχι μόνο στους Δυτικούς χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους εχθρούς τους. Οι μουσουλμάνοι κυρίαρχοι της Αιγύπτου, αρχικά η δυναστεία των Αγγιουβίδων, και από τα μέσα του 13ου αιώνα οι Μαμελούκοι, γνώριζαν πολύ καλά ότι οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν την πόλη και το λιμάνι της Λεμεσού ως χώρο συγκέντρωσης χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων για σταυροφοριακές εκστρατείες εναντίον τους. Γι' αυτό το λόγο έστειλαν στόλο εναντίον της Λεμεσού τουλάχιστο δύο φορές κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα. Η πρώτη επιδρομή έγινε το 1220/1221, κατά τη διάρκεια της Ε' Σταυροφορίας. Οι μουσουλμάνοι παρατήρησαν ότι οι χριστιανικές γραμμές ανεφοδιασμού μεταξύ της Λεμεσού και της Αιγύπτου δεν είχαν επαρκή προστασία, και έστειλαν στόλο που αριθμούσε 20 γαλέρες εναντίον της Λεμεσού. Ο στόλος αυτός κατόρθωσε να κάνει αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον του λιμανιού με αποτέλεσμα να πυρποληθούν πολλά πλοία τα οποία βρίσκονταν μέσα στο λιμάνι. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της επιδρομής μέχρι και 13,000 χριστιανοί. Ας σημειωθεί επίσης το γεγονός ότι ο παπικός ληγάτος είχε πληροφορηθεί από κατασκόπους για την επικείμενη μουσουλμανική επιδρομή, αλλά, παρά ταύτα αμέλησε να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα για να αποτραπεί.
Η δεύτερη μουσουλμανική επιδρομή εναντίον της Λεμεσού έγινε τον Ιούνιο 1271. Ο Μαμελούκος σουλτάνος Baybars, ο οποίος από το 1265 είχε αρχίσει να καταλαμβάνει τις τελευταίες κτήσεις των Λατίνων στην Παλαιστίνη και τη Συρία, έστειλε στόλο εναντίον της Λεμεσού, ίσως για σκοπούς αντιπερασπασμού, μια και ο βασιλιάς της Κύπρου Ούγος Γ' είχε μεταβεί την ίδια εποχή με στρατό στην Πτολεμαΐδα της Παλαιστίνης. Σε αντίθεση με την προηγούμενη επιχείρηση, ωστόσο, η επιδρομή αυτή απέτυχε, διότι τα πλοία του μουσουλμανικού στόλου τσακίστηκαν πάνω στους υφάλους οι οποίοι βρίσκονται στις ακτές των θαλασσών γύρω από τη Λεμεσό. Οι μουσουλμάνοι στρατιώτες και τα πληρώματα του στόλου τους, που αριθμούσαν 1,800 άνδρες, όλοι αιχμαλωτίστηκαν. Η Λεμεσός δεν ξαναείδε μουσουλμανικό στόλο μέχρι το 1426, όταν οι Μαμελούκοι αποβιβάστηκαν εκεί, πρώτα λεηλατώντας και καταστρέφοντας την πόλη, και στη συνέχεια προχωρώντας μετά από τη μάχη που έδωσαν στη Χοιροκοιτία με τις δυνάμεις του βασιλιά Ιανού, να καταλάβουν τη Λευκωσία.
Υπάρχουν διάφορες εκδοχές στις αραβικές πηγές για την αποτυχία αυτής της θαλάσσιας επιδρομής εναντίον της Λεμεσού. Μια από αυτές ισχυρίζεται ότι οι μουσουλμάνοι τιμωρήθηκαν διότι προτού αναχωρήσουν έβαψαν τα πλοία τους μαύρα όπως ήταν βαμμένα αυτά των χριστιανών, με σκοπό να τους ξεγελάσουν, και έπλευσαν στη Λεμεσό με σημαίες οι οποίες έφεραν το σήμα του σταυρού, πάλι για σκοπούς παραπλάνησης των χριστιανών. Άλλη πιο λογική εκδοχή είναι ότι οι μουσουλμάνοι, συνηθισμένοι κυρίως στον χερσαίο πόλεμο, δεν είχαν στη διάθεση τους ικανούς και εμπειροπόλεμους ναυτικούς και πληρώματα για τα πλοία τους. Μια τρίτη εκδοχή από τον Άραβα ιστορικό Qirtay είναι ότι ο σουλτάνος Baybars ανέθεσε την αρχηγία του στόλου σε δύο ναυάρχους αντί σε ένα και ότι τα πλοία τσακίστηκαν στους υφάλους γύρω από τη Λεμεσό επειδή οι δύο αυτοί ναύαρχοι δεν είχαν καλή συνεννόηση μεταξύ τους, ο ένας αδιαφορώντας για την τύχη του συναδέλφου του όταν άρχισαν τα πλοία να τσακίζονται.15

1 "The Old French Continuation of William of Tyre, 1184-97". στο The Conquest of Jerusalem and the Third Crusade, Sources in Translation (εκ. και μετάφρ.) P.W. Edbury (Aldershot, 1996), σσ. 100-102; Chronicle of the Third Crusade, A Translation of the Itinerarium Peregrinorum et Gesta Regis Ricardi, ed. and transl. Helen J. Nicholson, σσ. 182-183.
2 Edbury, Conquest of Jerusalem, α. 176.
3 Edbury, Conquest of Jerusalem, σα. 102-103.
4  Nicholson, Itinerarium, σα. 182-185.
5 "L' estoire de Eracles empereur et la conqueste de la terre d' Outremer", στο Recueil des historiens des croisades, Historiens occidentaux, 5 vols. (Paris, 1844-1895), II, σσ. 321-349, και ειδικά τα χειρόγραφα C, D και G, σσ. 345-346.
6 "Eracles" σσ. 363-364.
7 όπ.π., σ. 31.
8 όπ.π., οα. 58-60.
9 όπ. π., σο. 74-75 και υποσημ. 1; Α. Forey, "Cyprus as a base for Crusading Expeditions from the West", οτο Η Κύπρος και οι Σταυροφορίες I Cyprus and the Crusades, εκ. Ν. Κουρέας και J. Riley - Smith (Λευκωσία, 1995), σ. 70.
10 G. Hill, A History of Cyprus, 4 τόμοι. (Cambridge, 1940-1952), Τόμος Β', σσ. 140-146.
11 Forey, "Cyprus as a Base", σσ. 72-73; Edbury, The Kingdom of Cyprus, σ. 75.
12 "Eracles", σσ. 345-346 χειρόγραφα C, D και G; Hill, τόμος Β ', σ. 87 και υποσημ. 4.
13 P.W. Edbury, The Lusignan Kingdom of Cyprus and its Muslim Neighbours, (Nicosia, 1993), 0.13; P. Thorau, The Lion ol Egypt, Sultan Baybars I and the Near East in the Thirteenth Century (London and New York, 1992) o. 207.
14 Regesta Regni Hierosolymitani. εκ. R. Rohricht, 2 τόμοι (Innsbruck, 1893-1904), II, αριθ. 755a.
15 D. Jacoby, "The Rise of a New Emporium in the Eastern Mediterranean: Famagusta in the Late Thirteenth Century", στο Μελέται και Υπομνήματα. Τόμος Α' (Λευκωσία, 1984), σ. 155 και υποαημ. 51-52.






Δεν υπάρχουν σχόλια: