(Κάνετε κλικ στις εικόνες για μεγένθυνση και πιο ευκρινή ανάγνωση)
Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010
Mutatis mudantis
Η δεκαετία του 1930 ήταν για τη Λεμεσό όπως και για ολόκληρη την Κύπρο μια από τις δυσκολότερες στη σύγχρονη ιστορία της. Η λαϊκή εξέγερση και τα γεγονότα του 1931 γνωστά ως «Τα Οχτωβριανά» και η σκληρή δικτατορία του τότε άγγλου κυβερνήτη Ρίτσμοντ Πάλμερ, γνωστή ως «περίοδος της παλμεροκρατίας», μαζί με την οικονομική εξαθλίωση αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης αλλά και της δυσβάσταχτης φορολογίας των άγγλων δημιουργούσε κοινωνικές συνθήκες δύσκολες. Κι όμως σε τέτοιες συνθήκες τα χαρακτηριστικά σκίτσα που ακολουθούν παρακάτω, του γνωστού δημοσιογράφου και ζωγράφου Γεώργιου Φασουλιώτη, δημοσιευμένα στη σατιρική εφημερίδα του «Το Γέλιο», που εξέδιδε την εποχή εκείνη, μαρτυρούν συμπεριφορές και συνήθειες που μας θυμίζουν τις σημερινές συνθήκες παρόμοιες (οικονομικά τουλάχιστον), (τηρουμένων των αναλογιών), στις οποίες και σήμερα ζούμε στη Κύπρο. Κάθε άλλο σχόλιο περιττεύει…
Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010
"Της γειτονιάς μας ο τρελός"...
V. ΤΥΠΟΙ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
1.0 Αρκοντής
Ο Αρκοντής ήταν ο πιο επιφανής "τρελλός" της εποχής μας (μέσα του 20ου αιώνα). Το αλώνισμα του στη μικρή μας πολιτεία, το απολάμβαναν μικροί και μεγάλοι. Ο κόσμος ούτε καν ενδιαφερόταν από που κρατούσε η σκούφια του. Συνδαύλιζε τις τρέλλες του και γλεντούσε μ' αυτές. Ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή να σπάζει πλάκα κανείς με τον κάθε "τρελλό". Και το κέφι μεγάλωνε ιδιαίτερα, όταν συναντιόνταν οι δύο "τρελλοί", ο Αρκοντής και ο Κιαζίμης που, ανταγωνιζόμενοι για την ίδια πελατεία δεν χώνευαν ο ένας τον άλλο, ερχόντουσαν στα χέρια, για να επέμβει κάποια στιγμή η αστυνομία. Διηγούνται ότι κάποια φορά που οι δύο "τρελλοί" είχαν οδηγηθεί στο δικαστήριο, απολογούμενος ο Αρκοντής ρώτησε τον δικαστή κατά πόσο δύο τρελλοί μπορούν να περιφέρονται στην ίδια πόλη. Και ο δικαστής δεν δίστασε να ανταποκριθεί στο μήνυμα μοιράζοντας τη Λεμεσό στους δύο "τρελλούς". Όμως τα σύνορα παρέμειναν αφρούρητα και ήταν επόμενο η συνοριακή περιοχή να γίνεται συχνά θέατρο πολέμου, όπου οι πέτρες αποτελούσαν το κυριότερο όπλο.
Οι καυγάδες των δύο "τρελλών" ήταν το ψωμοτύρι των χασο-μέρηδων, που το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να τους κουρδίσουν, απολαμβάνοντας έτσι τη λόξα τους. Ωστόσο, δεν είναι αυτό που επέβαλε την αναφορά στον Αρκοντή. Ούτε βέβαια το γεγονός ότι ο Αρκοντής ήταν το νόθο παιδί ενός από τους άρχοντες της πολιτείας μας, που αφού γλέντησε την άμοιρη παραδουλεύτρα του, την πέταξε στο δρόμο προτού αποκαλυφθεί το σκάνδαλο. Αυτή η περιγραφή δε θα μπορούσε να αποτελέσει σκόπευση για ένα κείμενο σχετικά με τα προικιά της Λεμεσού, θα μπορούσε μάλλον να αποτελέσει κίνητρο μόνο για ένα διήγημα ή μυθιστόρημα, με όλες τις συναρπαστικές προεκτάσεις του.
Αποκλειστική σκόπευση, αυτής της περιγραφής, ήταν να αποδώσει την ιδιομορφία της "τρέλλας" του Αρκοντή, όπως από κοντά τη γνώρισε και την εκτίμησε ο συγγραφέας. Και αυτό, σαν αντιπαράθεση προς τα άλλα φαινόμενα κυνηγητού του πλουτισμού της εποχής, που ο συγγραφέας έζησε και περιέγραψε στο προηγούμενο κεφάλαιο.
Η πρώτη φορά (στα 1943), που ο συγγραφέας αντίκρυσε τον Αρκοντή, ήταν στη μεγάλη δημοτική αγορά της Λεμεσού. Τον παρακολουθούσε ξυπόλυτο και ρακένδυτο να προχωρεί από το ένα στο άλλο μαννάβικο: Η πουκαμίσα του ήταν δεμένη με την παντελόνα του, που έμοιζε με άδειο σακκί. Φαίνεται ότι οι μαννάβηδες γνώριζαν το σκοπό της τακτικής πρωινής επίσκεψης του Αρκοντή και τους ήταν ευχάριστο το καλημέρα του. Χωρίς καμιά άλλη κουβέντα ο κάθε μαννάβης τον φιλοδωρούσε με ένα φρούτο, που ο Αρκοντής με χαμόγελο και ένα θερμό ευχα¬ριστώ έριχνε μέσα στην πουκαμίσα του.
Συμπληρώνοντας το γύρο του, ευτυχισμένος από το βαρυφόρτωμα της πουκαμίσας του, που μετατρεπόταν σε φουσκωμένο σακκί, προχωρούσε προς την Πρώτη Αστική Σχολή, που βρι¬σκόταν απέναντι, δίπλα στο Γυμνάσιο, στην οδό Ανδρέα Θεμιστοκλέους.
Το θέαμα του ξυπόλυτου "τρελλού" με την παραφουσκωμένη κοιλιά προκαλούσε τη θυμηδία και οι διαβάτες, που γνώριζαν τον Αρκοντή, αλλά δεν ήξεραν τι βρισκόταν κάτω από την πουκαμίσα αμολούσαν τα πειράγματα τους. Όμως ο Αρκοντής ούτε διάθεση, ούτε χρόνο διέθετε για να ανταποκριθεί με τις συνηθισμένες βωμολοχίες του. Βιαζόταν να προφτάσει, προτού κτυπήσει ο κώδωνας του σχολείου. Φτάνοντας στην ώρα του, καθόταν στα σκαλοπάτια για να ξαποστάσει. Ταυτόχρονα χαϊδεύε τον κρυμμένο θησαυρό του, καλώντας τα παιδιά να πάρουν από το χέρι του εκείνο το φρουτάκι, που ίσως ο πατέρας τους να μην είχε τη δυνατότητα να συμπληρώσει στο καθημερινό καλάθι. Θα πρέπει να θυμίσω ότι, εκείνη την εποχή, η μικρή μας πολιτεία πλημμύριζε από το φτωχολόι.
Ο φίλος παιδονόμος, που φαίνεται ότι από φτωχικό γάλα ήταν βυζασμένος και που παρακολουθούσε το πρωινό εντυπωσιακό φαινόμενο, διηγόταν με πόση στοργή ο Αρκοντής μοίραζε τα φρούτα και με πόση ευχαρίστηση τα δέχονταν τα παιδιά. Τύχαιναν φυσικά και τα ανάποδα που προέρχονταν από τα παιδιά των χορτάτων. Αυτά, όχι μόνο δεν πλησίαζαν τον "τρελλό" αλλά και πετούσαν βαριά λόγια εναντίον του, ενώ αυτός ανταποκρινόταν: "Δεν πειράζει. Νάστε καλά. Δυστυχώς υπάρχουν πολλά παιδιά νηστικά στο σχολείο και τα φρούτα μου είναι λίγα".
Χόρταινε ο Αρκοντής με την ευχαρίστηση των παιδιών. Για τον εαυτό του τίποτε δεν κράταγε. Και όταν τέλειωνε με άδεια την πουκαμίσα και με ένα χαμόγελο που έλαμπε στο πρόσωπο, σήκωνε αργά το χέρι για αποχαιρετισμό, έστω και αν κανένας δεν τον παρακολουθούσε. Τι να σκεφτόταν; Ποιος ξέρει; Πάντως η επόμενη μέρα, πρέπει να ήταν στο κέντρο της σκέψης του. Τι θα συνέβαινε στη συνέχεια του πρωινού, δεν τον απασχολούσε. Αυτό εξαρτιόταν μόνο από εκείνους που ανέμεναν να διασκεδάσουν με τον τρελλάρα.
Κάποια στιγμή ο Αρκοντής έμαθε ότι ο αριστοκράτης πατέρας του είχε χάσει όλα τα πλούτη του. Όλες οι επιχειρήσεις του πήγαν φούντο. Συγγενείς και φίλοι τον είχαν λησμονήσει. Το τι σκέφτηκε ο Αρκοντής όταν το έμαθε, Βγαίνει από το πιο κάτω περιστατικό, που ήταν γνωστό σε ένα πολύ στενό κύκλο.
Φρόντισε ο Αρκοντής και πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας του έμενε μόνος σε κάποιο παλαιό σπιτάκι, σε ένα απόμερο παραλιακό δρόμο. Πήγε εκεί για να κατατοπιστεί. Βρήκε ότι το παραθυράκι του μικρού σπιτιού, ήταν κατάλληλο για το σκοπό που είχε Βάλει στο φτωχό του μυαλό.
Έτσι από την άλλη μέρα, κρυφά από το Θεό και τους ανθρώπους, λίγο πριν από τα χαράματα, θα πήγαινε εκεί και θα έΒαζε στο πεζούλι του παραθύρου λίγα χρήματα, ένα μέρος από εκείνα που προέκυπταν από τα φιλοδωρήματα εκείνων που απολάμβαναν τις τρέλλες του.
Ο πατέρας ανοίγοντας κάθε πρωί το παράθυρο σταυροκοπιόταν. Και θα πρέπει να αναλογιζόταν, ποιος καλός χριστιανός τον σκεφτόταν ... Κι ήταν επόμενο να φροντίσει να λύσει το μυστήριο. Το ελαφρό κροτάλισμα του χρήματος του επέτρεπε να σκεφτεί ότι ο μυστηριώδης ευεργέτης του τοποθετούσε τα χρήματα το πρωί, προτού ακόμη ξημερώσει. Έτσι, δεν είχε τίποτε άλλο να κάμει παρά να παραμονεύσει. Έτσι και έγινε για να μείνει τελικά άναυδος αντικρύζοντας τον απόκληρο γυιό του. Όμως προτού συνέλθει και ανοίξει το στόμα του, άκουσε την οργισμένη φωνή του Αρκοντή: "Πεζεβέγκη, ήταν ανάγκη να ανοίξεις το παράθυρο;" και το άγνωστο γι αυτόν παιδί του, τρέχοντας, χάθηκε από τα μάτια του.
Αυτά τα δύο περιστατικά ήταν υπεραρκετά, για να εκτιμηθεί το βάθος των αισθημάτων του "τρελλού" Αρκοντή. Όμως δεν ήταν μόνο αυτά που επέβαλλαν να τον ξεχωρίσει κανείς από τους άλλους "τρελλούς".
Ένα πρωινό, ο γραμματέας του δημαρχειακού γραφείου ανάγγειλε στον Δήμαρχο ότι ο Αρκοντής επέμενε να τον δει προσωπικά και ότι με κανένα τρόπο δεν κατόρθωσε να του αποσπάσει το λόγο της επίσκεψης.
Χαμογέλασε ο Δήμαρχος και αφήνοντας κατάπληκτο το γραμματέα, έσπευσε να ανοίξει την πόρτα και να καλωσορίσει τον Αρκοντή.
Αμήχανος και με φόβο τι θα συνέβαινε στο διπλανό του δωμάτιο, αποσύρθηκε ο γραμματέας, με την παράκληση του Δημάρχου να κλείσει την πόρτα και να μην αφήσει κανένα να περάσει προτού φύγει ο Αρκοντής.
Πρέπει πολύ να παραξενεύτηκε ο Αρκοντής, όταν ο Δήμαρχος του υπέδειξε να καθήσει. Ήταν αυτός, άνθρωπος ξυπόλυτος να καθήσει σε πολυθρόνα; Γι αυτό χαμογελώντας αποκρίθηκε: Δεν ήρθα για βίζιτα, ούτε εσύ ούτε εγώ έχουμε καιρό. Ήρθα μόνο να σου πω ότι στους μακρυνούς μαχαλλάδες έχει πολλή φτώχεια. Να πάεις να δεις και να δακρύσουν τα μάτια σου. Φτώχεια, φτώχεια! Και άρχισε ακατάσχετα να περιγράφει. Όση ώρα μιλούσε ο Αρκοντής, το θέαμα στα σκαλοπάτια του σχολείου νοερά έπαιρνε διαστάσεις μπροστά στα μάτια του Δημάρχου, ενώ η μορφή του Αρκοντή έλαμπε ανάμεσα στα παιδιά της φτωχολογιάς. Τότε δημιουργήθηκε η επιθυμία στο Δήμαρχο να γνωρίσει πιο πολλά από τα "έργα και τις ημέρες" εκείνου του "ανισόρροπου", που οι συμπολίτες του τον περιτρι¬γύριζαν για να διασκεδάσουν με τις τρέλλες του.
Η ανάγκη για περίσκεψη ώθησε το Δήμαρχο να προτείνει στον Αρκοντή να πάνε μαζί για να δει από κοντά εκείνα που του εξιστορούσε. Προς στιγμή ο Αρκοντής τάχασε. Έμεινε για λίγο αμίλητος. Και όταν συνειδητοποίησε τι είχε ακούσει, αποκρίθηκε με υψωμένη τη φωνή: "Τι είναι αυτά που ακούω Δήμαρχε! Εσύ και εγώ να πάμε μαζί; Δεν θα ντραπείς; Εσύ κοτζάμ Δήμαρχος και εγώ ο γυιός της πελλοβασιούρας να πάμε μαζί; Θα σε πειράξουν οι χαραμοψούμηδες όπως πειράζουν και εμένα. Οι, όι δεν γίνεται. Φώναξε τους ανθρώπους σου και πήγαινε μαζί τους. Θα σας παραγγείλω εγώ πού να πάτε". Το γέλιο του Δημάρχου πλημμύρισε στο γραφείο του. Είχε, τώρα ακόμη ένα στοιχείο για να ανεβάσει τον Αρκοντή πιο ψηλά στην εκτίμηση του και αναλογίστηκε: "Είναι αυτός ο άνθρωπος, που όπως λένε δεν τα έχει τετρακόσια;"
Στη διαδρομή του αυτοκινήτου από τα δυτικά πραματευτάδικα ως το άνοιγμα προς τον τουρκομαχαλά δεν ήταν λίγοι οι περαστικοί, που κραύγαζαν: "Ελάτε να δείτε τον πελλο-Αρκοντή με τον πελλο-Δήμαρχο μας". Επιβεβαιωνόταν για δεύτερη φορά, πόσο βάσιμες ήταν οι έγνοιες του Αρκοντή ...
Ωστόσο η κοινή επίσκεψη στα χαμόσπιτα της φτωχογειτονιάς ήταν το έναυσμα που ώθησε στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο της μικρής μας πολιτείας, να προχωρήσει στην ίδρυση της Παιδικής Στέγης Λεμεσού.
Λεει ο λαός ότι η τρέλλα δεν πάει στα βουνά. Μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς ότι προτιμά να στρατοπεδεύει σε πλείστους λάτρεις ... του πλούτου ή και ρεμπέτες που δεν νοιάζονται για τη ζωή. Όμως η τρέλλα, στον χωρίς πατρογονικό όνομα Αρκοντή, δεν τα κατάφερε να εισχωρήσει. Ο Αρκοντής πέρασε από τη μικρή μας πολιτεία, ως ένας αθάνατος τρελλός φιλόσοφος.
Τον Αρκοντή τον έχασε η Λεμεσός και ίσως κανένας να μη γνωρίζει, που είναι ο τάφος του. Όμως εκείνοι, που έζησαν μερικές πτυχές της ζωής του, τον κρίνουν ως σύμβολο υψίστης ανθρωπιάς. Ήταν πράγματι τρελός ο Αρκοντής; Η ψυχιατρική θα μπορούσε να καθορίσει τα αίτια και το χαρακτήρα της τρέλλας του. Όμως το κεντρικό κύτταρο των παρατηρήσεων θάπρεπε να αναζητηθεί στη βάση της ανθρωπιάς.
Από το βιβλίο του πρώην Δημάρχου Λεμεσού, Πλουτή Σέρβα, "Τα προικιά της Λεμεσού" με αναμνήσεις από τη ζωή και τη δημαρχεία του.
Ετικέτες
ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΛΛΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
"Εν ν' αγκαλέσω τον Θεόν μα ποιος εν να τον κρίνει"...
ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΑΛΛΑΖΟΥΝ
Το νέον έτος 1900 δεν ήταν γραφτό να είναι αίσιο και ευτυχές σύμφωνα με τις τόσες ευχές.
Ούτε ο περίφημος εικοστός αιώνας στάθηκε για το Βασίλη Μιχαηλίδη τυχερός. Από το 1884 δουλεύει στο Νοσοκομείο και στο φαρμακείο όλη σχεδόν την ημέρα. Από την ανατολή του ήλιου ως τη δύση με διακοπή μόνο για το μεσημέρι. Το παρατσούκλι "Σπετσέρης" του το κόλλησαν ακριβώς για τη δουλειά του στο Φαρμακείο.
Όμως με τα χρόνια οι καιροί αλλάζουν. Η ανάγκη για μορφωμένο προσωπικό έρχεται και στη μικρή πόλη της Λεμεσού. Η νέα νοσοκόμα η Miss Christian που προσλαμβάνεται στο νοσοκομείο είναι σπουδασμένη και σε όλα τυπική.
Ο Βασίλης ήταν βέβαια πρακτικός νοσοκόμος και δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με μια μορφωμένη νοσοκόμα. Πολλές φορές θα συζητήσουν και η Miss Christian θα υποβάλλει συνεχώς αναφορές με παράπονα για τη συμπεριφορά του Βασίλη Μιχαηλίδη. Ο Βασίλης πάντα χαρακτήρας νευρικός και ευερέθιστος θα συμπεριφέρεται άγαρμπα. Είναι βέβαια και το ποτό που τώρα τελευταία τον πίνει αντί να το πίνει. Συχνά τα βράδια γυρίζει στο νοσοκομείο μεθυσμένος και ενοχλεί τους πάντες. Οι αναφορές όλο και πληθαίνουν σε βάρος του.
Στο γραφείο του Δημάρχου Λεμεσού Ιωάννη Καραγεωργιάδη ο Δήμαρχος με τα μικρά στρογγυλά γυαλιά είναι σκυμμένος πάνω από ένα μάτσο χαρτιά και γράφει. Δίπλα υπάρχουν ανοιγμένα βιβλία, το γυάλινο μελανοδοχείο και το ημικυκλικό σταμπόχαρτο. Οι πέννες είναι τοποθετημένες οριζόντια η μια πάνω από την άλλη.
Κάποια στιγμή ο Δήμαρχος σηκώνει το κεφάλι και λέει:
"Αντιλαμβάνομαι Βασίλη ότι η αφορμή ήταν ασήμαντη. Πρέπει όμως κάποτε να μάθεις να συγκρατείς το θυμό σου και τα νεύρα σου. Στο κάτω-κάτω ποιος είσαι εσύ για να υψώσεις την φωνή σου προς τον Διοικητή της Λεμεσού τον Ronald Mitchel; Μπορεί ένας νοσοκόμος να αντιμιλά προς τον Άγγλο Διοικητή; Πού ξανακούστηκε αυτό. Για όνομα του Θεού" ρωτά με αγανάκτηση ο Δήμαρχος.
"Και επιτρέπεται κύριε Δήμαρχε για μιαν ασήμαντη αφορμή να με πατσίσει";
'Έ τι θέλεις να κάμουμε βρε Βασίλη; Αγκάλεστον".
Ο Βασίλης γυρίζει "και μ' ένα πικρό χαμόγελο λέει στον Δήμαρχο:
"Εν ν' αγκαλέσω τον Θεόν μα ποιος εν να τον κρίνει
αφού η κρίση μια ένι τζιαι ρίζει την τζιαι τζείνη";
Στην αυθόρμητη αυτή έμμετρη απάντηση ο Δήμαρχος ξεσπά σε γέλια και μαλακώνει τον τόνο της φωνής του.
"Έσιεις δίκαιο, όμως εκάλεσά σε βασικά για άλλο πράμα. Έχει σχέση με τον χαρακτήρα σου στη δουλειά σου. Πάντα ευέξαπτος, νευρικός, φωνακλάς. Πότε επιτέλους θα ηρεμήσεις; Η Miss Christian συνεχώς υποβάλλει παράπονα και ευθύνες εις βάρος σου. Έφτασε στο σημείο να υποβάλει παράπονα και απειλεί με παραίτηση αν δεν συμμορφωθείς. Πρέπει Βασίλη να την υπακούεις γιατί στο κάτω-κάτω είναι σπουδασμένη νοσοκόμα. Δεν λέω και εσύ κάνεις τη δουλειά σου. Γιατρός είμαι και γω και καταλαβαίνω. Όμως υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Το γνωρίζεις ότι από το 1895 οι Άγγλοι επιχορηγούν το νοσοκομείο και έχουν λόγο στο καθετί. Τα φάρμακα εξάλλου είναι σοβαρή υπόθεση. Δεν μπορούμε να παίζουμε με τη ζωή του κόσμου".
"Όμως τόσα χρόνια κύριε Δήμαρχε εκατάφερνά τα. Τώρα θέλω μάστρο";
"Πάλαι άψες ρε Βασίλη. Είσαι σαν την μούττην του δκυόσμη. Εξάλλου (συνεχίζει χαμογελώντας πονηρά) εν τζιαι ωραία κοπέλλα. Έβρε το κουμπί της τζιαι θα καλο-περάσεις".
"Ο Θεός τζιαι να μεν μ' αφήκει. Τούτη να ππέσει χαμαί η μούττη της εν ισύφκει να την πκιάσει".
"Πάντως φρόντισε να μην της δίνεις αφορμές, τους κανονισμούς τους ξέρεις πολύ καλά. Κάθε ασθενής θα μπαίνει στο νοσοκομείο μόνο με τα απαραίτητα χαρτιά. Να μην καυγαδίζεις μαζί της, να μην έρχεσαι μεθυσμένος και να αναστατώνεις το νοσοκομείο τις νύκτες. Και κάτι τελευταίο, απαιτεί να κοιμάσαι αλλού".
"Θα υποβάλω γραπτώς τις απόψεις μου κ. Δήμαρχε. Κουράστηκα. Καλύτερα να αναλάβω κάποιαν άλλην υπηρεσία".
"Όπως νομίζεις Βασίλη".
Ο νοσοκόμος σηκώνεται και φεύγει σιγά-σιγά.
Με τις πολλές προστριβές με το προσωπικό του νοσοκομείου ήταν φυσικό να υπάρχουν τιμωρίες για τον Βασίλη Μιχαηλίδη. Τέτοιες τιμωρίες ήταν αποκοπές μισθού στα 1901. Στην ουσία ο μηνιαίος μισθός που πληρωνόταν 3 λίρες και 10 σελίνια μειώνεται σε 2 λίρες και 10 σελίνια
Οι κατηγορίες που αναφέρονται ήταν ανυπακοή σε διαταγές ανωτέρου και συνεχείς φιλονικίες με τη νοσοκόμα. Επιστολή που βρέθηκε στο Δημόσιο Αρχείο φέρει τον πατέρα του Βασίλη Μιχαηλίδη, Χατζημιχαήλ Χατζηκουμπάρο να απευθύνεται προς τον αρχιγραμματέα και να τον παρακαλεί να αναθεωρήσει την μείωση του μισθού του γιου του γιατί ο πατέρας θα εστερείτο της βοήθειας από τον γιο του. Βέβαια μπορεί εύκολα να συμπεράνει κάποιος πως η επιστολή του πατέρα του Βασίλη Μιχαηλίδη ήταν δουλειά του ίδιου του Βασίλη για να μπορέσει να ακυρώσει την μείωση του μισθού του.
Απόσπασμα από το βιογραφικό βιβλίο για τον εθνικό μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη "Ο σπετέρης", του ιστορικού μελετητή Θωμά Μιχαηλίδη.
Το νέον έτος 1900 δεν ήταν γραφτό να είναι αίσιο και ευτυχές σύμφωνα με τις τόσες ευχές.
Ούτε ο περίφημος εικοστός αιώνας στάθηκε για το Βασίλη Μιχαηλίδη τυχερός. Από το 1884 δουλεύει στο Νοσοκομείο και στο φαρμακείο όλη σχεδόν την ημέρα. Από την ανατολή του ήλιου ως τη δύση με διακοπή μόνο για το μεσημέρι. Το παρατσούκλι "Σπετσέρης" του το κόλλησαν ακριβώς για τη δουλειά του στο Φαρμακείο.
Όμως με τα χρόνια οι καιροί αλλάζουν. Η ανάγκη για μορφωμένο προσωπικό έρχεται και στη μικρή πόλη της Λεμεσού. Η νέα νοσοκόμα η Miss Christian που προσλαμβάνεται στο νοσοκομείο είναι σπουδασμένη και σε όλα τυπική.
Ο Βασίλης ήταν βέβαια πρακτικός νοσοκόμος και δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με μια μορφωμένη νοσοκόμα. Πολλές φορές θα συζητήσουν και η Miss Christian θα υποβάλλει συνεχώς αναφορές με παράπονα για τη συμπεριφορά του Βασίλη Μιχαηλίδη. Ο Βασίλης πάντα χαρακτήρας νευρικός και ευερέθιστος θα συμπεριφέρεται άγαρμπα. Είναι βέβαια και το ποτό που τώρα τελευταία τον πίνει αντί να το πίνει. Συχνά τα βράδια γυρίζει στο νοσοκομείο μεθυσμένος και ενοχλεί τους πάντες. Οι αναφορές όλο και πληθαίνουν σε βάρος του.
Στο γραφείο του Δημάρχου Λεμεσού Ιωάννη Καραγεωργιάδη ο Δήμαρχος με τα μικρά στρογγυλά γυαλιά είναι σκυμμένος πάνω από ένα μάτσο χαρτιά και γράφει. Δίπλα υπάρχουν ανοιγμένα βιβλία, το γυάλινο μελανοδοχείο και το ημικυκλικό σταμπόχαρτο. Οι πέννες είναι τοποθετημένες οριζόντια η μια πάνω από την άλλη.
Κάποια στιγμή ο Δήμαρχος σηκώνει το κεφάλι και λέει:
"Αντιλαμβάνομαι Βασίλη ότι η αφορμή ήταν ασήμαντη. Πρέπει όμως κάποτε να μάθεις να συγκρατείς το θυμό σου και τα νεύρα σου. Στο κάτω-κάτω ποιος είσαι εσύ για να υψώσεις την φωνή σου προς τον Διοικητή της Λεμεσού τον Ronald Mitchel; Μπορεί ένας νοσοκόμος να αντιμιλά προς τον Άγγλο Διοικητή; Πού ξανακούστηκε αυτό. Για όνομα του Θεού" ρωτά με αγανάκτηση ο Δήμαρχος.
"Και επιτρέπεται κύριε Δήμαρχε για μιαν ασήμαντη αφορμή να με πατσίσει";
'Έ τι θέλεις να κάμουμε βρε Βασίλη; Αγκάλεστον".
Ο Βασίλης γυρίζει "και μ' ένα πικρό χαμόγελο λέει στον Δήμαρχο:
"Εν ν' αγκαλέσω τον Θεόν μα ποιος εν να τον κρίνει
αφού η κρίση μια ένι τζιαι ρίζει την τζιαι τζείνη";
Στην αυθόρμητη αυτή έμμετρη απάντηση ο Δήμαρχος ξεσπά σε γέλια και μαλακώνει τον τόνο της φωνής του.
"Έσιεις δίκαιο, όμως εκάλεσά σε βασικά για άλλο πράμα. Έχει σχέση με τον χαρακτήρα σου στη δουλειά σου. Πάντα ευέξαπτος, νευρικός, φωνακλάς. Πότε επιτέλους θα ηρεμήσεις; Η Miss Christian συνεχώς υποβάλλει παράπονα και ευθύνες εις βάρος σου. Έφτασε στο σημείο να υποβάλει παράπονα και απειλεί με παραίτηση αν δεν συμμορφωθείς. Πρέπει Βασίλη να την υπακούεις γιατί στο κάτω-κάτω είναι σπουδασμένη νοσοκόμα. Δεν λέω και εσύ κάνεις τη δουλειά σου. Γιατρός είμαι και γω και καταλαβαίνω. Όμως υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Το γνωρίζεις ότι από το 1895 οι Άγγλοι επιχορηγούν το νοσοκομείο και έχουν λόγο στο καθετί. Τα φάρμακα εξάλλου είναι σοβαρή υπόθεση. Δεν μπορούμε να παίζουμε με τη ζωή του κόσμου".
"Όμως τόσα χρόνια κύριε Δήμαρχε εκατάφερνά τα. Τώρα θέλω μάστρο";
"Πάλαι άψες ρε Βασίλη. Είσαι σαν την μούττην του δκυόσμη. Εξάλλου (συνεχίζει χαμογελώντας πονηρά) εν τζιαι ωραία κοπέλλα. Έβρε το κουμπί της τζιαι θα καλο-περάσεις".
"Ο Θεός τζιαι να μεν μ' αφήκει. Τούτη να ππέσει χαμαί η μούττη της εν ισύφκει να την πκιάσει".
"Πάντως φρόντισε να μην της δίνεις αφορμές, τους κανονισμούς τους ξέρεις πολύ καλά. Κάθε ασθενής θα μπαίνει στο νοσοκομείο μόνο με τα απαραίτητα χαρτιά. Να μην καυγαδίζεις μαζί της, να μην έρχεσαι μεθυσμένος και να αναστατώνεις το νοσοκομείο τις νύκτες. Και κάτι τελευταίο, απαιτεί να κοιμάσαι αλλού".
"Θα υποβάλω γραπτώς τις απόψεις μου κ. Δήμαρχε. Κουράστηκα. Καλύτερα να αναλάβω κάποιαν άλλην υπηρεσία".
"Όπως νομίζεις Βασίλη".
Ο νοσοκόμος σηκώνεται και φεύγει σιγά-σιγά.
Με τις πολλές προστριβές με το προσωπικό του νοσοκομείου ήταν φυσικό να υπάρχουν τιμωρίες για τον Βασίλη Μιχαηλίδη. Τέτοιες τιμωρίες ήταν αποκοπές μισθού στα 1901. Στην ουσία ο μηνιαίος μισθός που πληρωνόταν 3 λίρες και 10 σελίνια μειώνεται σε 2 λίρες και 10 σελίνια
Οι κατηγορίες που αναφέρονται ήταν ανυπακοή σε διαταγές ανωτέρου και συνεχείς φιλονικίες με τη νοσοκόμα. Επιστολή που βρέθηκε στο Δημόσιο Αρχείο φέρει τον πατέρα του Βασίλη Μιχαηλίδη, Χατζημιχαήλ Χατζηκουμπάρο να απευθύνεται προς τον αρχιγραμματέα και να τον παρακαλεί να αναθεωρήσει την μείωση του μισθού του γιου του γιατί ο πατέρας θα εστερείτο της βοήθειας από τον γιο του. Βέβαια μπορεί εύκολα να συμπεράνει κάποιος πως η επιστολή του πατέρα του Βασίλη Μιχαηλίδη ήταν δουλειά του ίδιου του Βασίλη για να μπορέσει να ακυρώσει την μείωση του μισθού του.
Απόσπασμα από το βιογραφικό βιβλίο για τον εθνικό μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη "Ο σπετέρης", του ιστορικού μελετητή Θωμά Μιχαηλίδη.
Ετικέτες
ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΛΛΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ο "προφήτης" καλλιτέχνης...
Ποιός είπε πως οι ποιητές είναι οι προφήτες της εποχής τους; Δίκιο είχε! Μόνο που θα προσθέταμε πως προφήτες είναι και οι καλλιτέχνες. Και ιδού η απόδειξη:
Ο πολυτάλαντος και πολύπλευρος λεμεσιανός ζωγράφος, δημοσιογράφος και καθηγητής της Τέχνης Γιώργος Φασουλιώτης στη σατιρικη εφημερίδα του "Το Γέλιο" δημοσιεύει το σκίτσο αυτό σατιρίζοντας τα συμβαίνοντα στα καμπαρέ της Λεμεσού με τις ρωσίδες "καλιτέχνιδες" και τους λεμεσιανούς ερωτύλους δανδήδες θύματα τους... Ογδόντα χρόνια μετά η Ιστορία επαναλαμβάνεται και πάλιν "ουχί ως φάρσα" ( όπως το λέμε και θα το ξαναλέμε πολλές φορές) στη Λεμεσό και την Κύπρο του σήμερα.
Ο πολυτάλαντος και πολύπλευρος λεμεσιανός ζωγράφος, δημοσιογράφος και καθηγητής της Τέχνης Γιώργος Φασουλιώτης στη σατιρικη εφημερίδα του "Το Γέλιο" δημοσιεύει το σκίτσο αυτό σατιρίζοντας τα συμβαίνοντα στα καμπαρέ της Λεμεσού με τις ρωσίδες "καλιτέχνιδες" και τους λεμεσιανούς ερωτύλους δανδήδες θύματα τους... Ογδόντα χρόνια μετά η Ιστορία επαναλαμβάνεται και πάλιν "ουχί ως φάρσα" ( όπως το λέμε και θα το ξαναλέμε πολλές φορές) στη Λεμεσό και την Κύπρο του σήμερα.
Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010
Η εποχή των ποδηλάτων
Λίγο πριν τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, παρουσιάστηκαν στη Λεμεσό ποδήλατα Ράλλυ με σκελετό και φτερά νικελλωμένα. Οι πρώτοι που κυκλοφόρησαν με τέτοια ποδήλατα ήταν, ο Δημητράκης Α. Χατζηπαύλος, ο Ηλίας ο Χρυσοχός και ο Γιώργος Θεοφύλακτου Μπολτόκ. Η αντικατάσταση της μπογιάς με το νίκελ που άστραφτε, ήταν μια επαναστατική καινοτομία που προκαλούσε τον θαυμασμό μας. Ονομαστοί ποδηλατάδες ήταν, ο Τσιαταλιός, κάτω στην προκυμαία, οι Μανώλης Λημητρίου και Επαμεινώντας, στην οδό Μακεδονίας (Ανεξαρτησίας) και ο Ππίσης κοντά στην εκκλησία της Καθολικής. (σημ. δική μου : λίγο αργότερα ο Κολλητήρης στην Αγίου Ανδρέου). Εκτός της επιδιόρθωσης ποδηλάτων και της συγκόλλησης των ελαστικών τους, οι ποδηλατάδες διέθεταν μεταχειρισμένα ποδήλατα που ενοικίαζαν ιδίως στους νεαρούς, ένα γρόσι την ώρα. Θυμούμαι μια μέρα που κυκλοφορούσα με ποδήλατο χωρίς κουδούνι, πράγμα που απαγορευόταν και με τσάκωσε ο Κάιζερ ο υπαστυνόμος και με διέταξε να πάω αμέσως να βάλω κουδούνι. Κατέβηκα και περπατούσα με τρεμάμενα πόδια από την ταραχή μου, αφού υποσχέθηκα στον αυστη¬ρό υπαστυνόμο, πως πάω κι' όλας να αρματώσω το ποδήλατο με κουδούνι. Ο Κάιζερ, που πήρε το επίθετο του από το μουστάκι του που έμοιαζε απαράλλαχτα μ' αυτό του Κάιζερ της Γερμανίας, ήταν γείτονας μας και περνώντας να πάει σπίτι του στην οδό Θράκης, έπιασε κουβέντα με τον πατέρα μου και βλέποντας με κατέβασε τα φρύδια και τα χείλη του σαν να μου έλεγε: «Μμμ! Μα είναι γιος του μάστρε Γιώργου;» Χαμογέλασα κι' εγώ ικανοποιημένος γιατί δεν με κατάγγειλε στον πατέρα μου κι' ο τρομερός Κάιζερ έπαψε να με φοβίζει. Πού να βρω μισό σελίνι να αγοράσω κουδούνι νια το παλιοποδήλατό μου, αφού μισό σελίνι να αγοράσω κουδούνι ήταν το βδομαδιάτικο μου από τη δουλειά μου στο μαγαζί; Δύο τρεις μέρες ύστερα ενώ ποδηλατούσα στον παραλιακό δρόμο αντίκρισα μπροστά μου τον Κάϊζερ. Αμάν! Τι να του πω! Το μυαλό μου άρχισε να παίρνει στροφές. Πριν να με πλησιάσει, κατέβηκα, πήρα ύφος κακόμοιρο και του λέω: «Είδες τι έπαθα, κύριε αστυνόμε; Είχα το ποδήλατο έξω από το μαγαζί και μου κλέψαν το κουδούνι. Πάω τώρα να μου δώσει ο παπάς μου μισόν σελίνιν να γοράσω άλλο. Εντάξει;» Ο Κάιζερ αντιλήφθηκε την πονηριά μου, κούνησε το κεφάλι δυο τρεις φορές, χαμογέλασε: «Εντάξει», είπε φεύγοντας.
Μιχαλάκης Πιτσιλλίδης
Ετικέτες
ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΛΛΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010
Οδός Βικτωρίας
Του Μιχάλη Πιτσιλλίδη από το βιβλίο του "Μνήμες της Λεμεσού". Έκδοση Δήμου Λεμεσού 1991.
Δυτικά της Καθολικής, πίσω από το μέγαρο της Μητρόπολης Λεμεσού, βρίσκεται η οδός Ειρήνης, πρώην Βικτωρίας. Το τμήμα της μεταξύ των οδών Ναυαρίνου και Ελλάδος ήταν γνωστό σαν Μαραθευτογειτονιά ή "Μαραθεύτικα". Αυτό τον χώρο διάλεξαν να εγκατασταθούν οι Μαραθεύτες, που εγκαταλείπανε τα χωριά τους για να βρουν καλύτερες συνθήκες ζωής. Οι πρώτοι απ' αυτούς, φαίνεται να ήρθαν εδώ αμέσως μετά τον τερματισμό της τουρκοκρατίας το 1878, όταν η απότομη μεταπολίτευση επηρέασε τις από αιώνες καθιερωμένες αστικές και αγροτικές βιοτικές συνθήκες των Κυπρίων. Από τότε άρχισαν να εμφανίζονται σ' ολόκληρη τη νήσο τα πρώτα συμπτώματα της αστυφιλίας. Στην αρχή κατά μονάδες οι μικροκαλλιεργητές Πίτσιλλοι και Μαραθεύτες, εγκατέλειπαν τα ορεινά και άγονα χωριά τους, για να κατεβούν στην πόλη για μεροδούλι μεροφάι στους αστούς αφεντάδες σαν μισταρκοί. Δούλευαν «γέννημαν βούττημαν ήλιου» στο μαγαζί και το βράδυ έκαμναν διάφορες αγγαρείες στο σπίτι. Το αφεντικό τους τάιζε, τους έντυνε, τους εξασφάλιζε στέγη και τους πλήρωνε μισθό που κυμαινόταν από δέκα σελίνια μέχρι τρεις λίρες τον χρόνο! Μερικοί από αυτούς τους μισταρκούς, ύστερα από μακρόχρονη και σκληρή υπηρεσία, μυημένοι πια στα μυστικά του εμπορίου, πρόσθεταν σ' αυτά την πείρα που απόκτησαν και την έμφυτη οξύνοια και εργατικότητα τους και με κάποια οικονομική ενίσχυση από τους γονιούς τους, ή από πούληση κτημάτων τους στο χωριό, άνοιγαν δικό τους εμπορικό κατάστημα, ιδίως υφασματοπωλείο. Ας αναφέρουμε εδώ ένα φανταστικό γράμμα της εποχής:
«Εν Λεμεσώ, τη 12 Μαΐου 1885
Σεβαστοί μου γονείς, χαίρετε εν Λεμύθου. Πρώτον θέλω να μάθω περί της καλής σας υγείας και εάν ερωτάτε δι' εμέ, δόξα τω Αγίω Θεώ καλώς υγιαίνω έως την σήμερον. Μάθετε ότι έλαβον την ποθητήν σας επιστολήν καθώς και τας ευχάς σας καθώς και τα έξι χρυσά μετζίτια, τέσσερα ναπολεόνια και εν κωνσταντινάτον, που μου αποστείλατε με τον σεβαστόν μου ανάδοχον και θείον Ζηνωνή, καθώς και τας ευχάς σας και σας ευχαριστώ. Τώρα το υφασματοπωλείον που άνοιξα θα το μεγαλώ¬σω και θα φέρω και γιαλλικά και πιατικά και ρούχα μάλλινα ήτοι κασμήρια δια τους φραγκοράφτες. Να πείτε στον σεβαστόν σας κουμπάρον Νικόλαν, ότι περιμένω να μου στείλει εις Λεμεσόν τον φίλτατον υιόν τού Κωστήν δια μισταρκον. Θέλω επίσης και τον φίλτατον υιόν του σεβαστού κουμπάρου σας Θεοχάρη δια μισταρκον, μόλις τελειώσει τας σπουδάς του εις το δημοτικόν σχολείον. Δώστε χαιρετισμούς εις τον άγιον του Θεού ιερέα μας Παπά Νεόφυτον, στον σεβαστόν θείον Χαράλαμπον και σεβαστήν θείαν Ευδοκίαν και σε όλους τους εξαδέλφους, συγγενείς και χωριανούς.
Ασπάζομαι την δεξιάν σας,»
Δυτικά της Καθολικής, πίσω από το μέγαρο της Μητρόπολης Λεμεσού, βρίσκεται η οδός Ειρήνης, πρώην Βικτωρίας. Το τμήμα της μεταξύ των οδών Ναυαρίνου και Ελλάδος ήταν γνωστό σαν Μαραθευτογειτονιά ή "Μαραθεύτικα". Αυτό τον χώρο διάλεξαν να εγκατασταθούν οι Μαραθεύτες, που εγκαταλείπανε τα χωριά τους για να βρουν καλύτερες συνθήκες ζωής. Οι πρώτοι απ' αυτούς, φαίνεται να ήρθαν εδώ αμέσως μετά τον τερματισμό της τουρκοκρατίας το 1878, όταν η απότομη μεταπολίτευση επηρέασε τις από αιώνες καθιερωμένες αστικές και αγροτικές βιοτικές συνθήκες των Κυπρίων. Από τότε άρχισαν να εμφανίζονται σ' ολόκληρη τη νήσο τα πρώτα συμπτώματα της αστυφιλίας. Στην αρχή κατά μονάδες οι μικροκαλλιεργητές Πίτσιλλοι και Μαραθεύτες, εγκατέλειπαν τα ορεινά και άγονα χωριά τους, για να κατεβούν στην πόλη για μεροδούλι μεροφάι στους αστούς αφεντάδες σαν μισταρκοί. Δούλευαν «γέννημαν βούττημαν ήλιου» στο μαγαζί και το βράδυ έκαμναν διάφορες αγγαρείες στο σπίτι. Το αφεντικό τους τάιζε, τους έντυνε, τους εξασφάλιζε στέγη και τους πλήρωνε μισθό που κυμαινόταν από δέκα σελίνια μέχρι τρεις λίρες τον χρόνο! Μερικοί από αυτούς τους μισταρκούς, ύστερα από μακρόχρονη και σκληρή υπηρεσία, μυημένοι πια στα μυστικά του εμπορίου, πρόσθεταν σ' αυτά την πείρα που απόκτησαν και την έμφυτη οξύνοια και εργατικότητα τους και με κάποια οικονομική ενίσχυση από τους γονιούς τους, ή από πούληση κτημάτων τους στο χωριό, άνοιγαν δικό τους εμπορικό κατάστημα, ιδίως υφασματοπωλείο. Ας αναφέρουμε εδώ ένα φανταστικό γράμμα της εποχής:
«Εν Λεμεσώ, τη 12 Μαΐου 1885
Σεβαστοί μου γονείς, χαίρετε εν Λεμύθου. Πρώτον θέλω να μάθω περί της καλής σας υγείας και εάν ερωτάτε δι' εμέ, δόξα τω Αγίω Θεώ καλώς υγιαίνω έως την σήμερον. Μάθετε ότι έλαβον την ποθητήν σας επιστολήν καθώς και τας ευχάς σας καθώς και τα έξι χρυσά μετζίτια, τέσσερα ναπολεόνια και εν κωνσταντινάτον, που μου αποστείλατε με τον σεβαστόν μου ανάδοχον και θείον Ζηνωνή, καθώς και τας ευχάς σας και σας ευχαριστώ. Τώρα το υφασματοπωλείον που άνοιξα θα το μεγαλώ¬σω και θα φέρω και γιαλλικά και πιατικά και ρούχα μάλλινα ήτοι κασμήρια δια τους φραγκοράφτες. Να πείτε στον σεβαστόν σας κουμπάρον Νικόλαν, ότι περιμένω να μου στείλει εις Λεμεσόν τον φίλτατον υιόν τού Κωστήν δια μισταρκον. Θέλω επίσης και τον φίλτατον υιόν του σεβαστού κουμπάρου σας Θεοχάρη δια μισταρκον, μόλις τελειώσει τας σπουδάς του εις το δημοτικόν σχολείον. Δώστε χαιρετισμούς εις τον άγιον του Θεού ιερέα μας Παπά Νεόφυτον, στον σεβαστόν θείον Χαράλαμπον και σεβαστήν θείαν Ευδοκίαν και σε όλους τους εξαδέλφους, συγγενείς και χωριανούς.
Ασπάζομαι την δεξιάν σας,»
Ετικέτες
ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΛΛΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ TOY 1895 ΣΤΗΝ "ΧΩΡΑΦΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΗ
Του ερευνητή Τάσου Ανδρέου από το βιβλίο του "Λεμεσός, αναδρομή μνήμης" Εκδόσεις Νόστος 2009
To 1895 ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά για την Κύπρο. Η οικονομική δυσπραγία, οι τοκογλύφοι, η βαριά φορολογία, η αδιαφορία της διοίκησης κ.ά. οδήγησαν σε αδιέξοδο τον ντόπιο πληθυσμό. Την ίδια περίοδο στο Αγγλικό Κοινοβούλιο αμφισβητήθηκε η στρατηγική σημασία της Κύπρου και θεωρήθηκε δυσανάλογα μεγάλη η οικονομική επιβάρυνση που προκαλούσε στην Αυτοκρατορία.
Στις 16 Απριλίου οργανώθηκαν συλλαλητήρια διαμαρτυρίας στην Λευκωσία, Λάρνακα και Λεμεσό. Την προεδρία της οργάνωσης του συλλαλητηρίου στην Λεμεσό ανέλαβε ο δήμαρχος Δημοσθένης Χατζηπαύλου. Ομιλητές καθορίστηκαν από την οργανωτική επιτροπή οι: Γεώργιος Μαληκίδης, Σπύρος Αραούζος και Σίμος Μενάρδος. Το συλλαλητήριο έγινε με μεγάλη συμμετοχή στην χωράφα του Στεφανή (Λανίτη). Ταυτόχρονα συντάχθηκε ψήφισμα "υπό του αγαπώντος την πολυλογίαν Μαληκίδου" (1), όπως με εμπάθεια γράφει ο Ζαννέτος. Τα αιτήματα του ψηφίσματος ήσαν "η ταχεία μετά της ομοφύλου και ομαίμονος Ελλάδος Ένωσις" (της Κύπρου), αλλά μέχρι της πραγματώσεώς της "η ελάττωσις της εν τη Νήσω εξαντλησάσης τον λαόν φορολογίας" (2), που μπορεί να επιτευχθεί, αν ο λαός απαλλαγεί "του άχθους του υπό της Αγγλίας συνομολογηθέντος εις βάρος και εν αγνοία του κυπριακού λαού φόρου της υποτέλειας εξισουμένου προς το ήμισυ των δια καταθλιπτικής φορολογίας εισ¬πραττομένων προσόδων" (φόρος Ζινζιριέ).
Η ανεύρεση της φωτογραφίας του συλλαλητηρίου του I. Π. Φώσκολου, που δημοσιεύτηκε στο αγγλικό περιοδικό "Graphic" του Ιουνίου του 1895, αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη. Πλήθος κόσμου διακρίνεται στην χωράφα Στεφανή, τον καθιερωμένο χώρο των μαζικών εκδηλώσεων (στη θέση της σήμερα συνωστίζονται οι πολυκατοικίες της Μητρόπολης). Οι περισσότεροι είναι βρακοφόροι, αρκετοί άλλοι φορούν τα "Φράγκικα". Στην εξέδρα, στο βάθος, διακρίνεται ένας εκ των ομιλητών να χαιρετά το πλήθος. Οι ελληνικές σημαίες έχουν την αποκλειστικότητα στο συλλαλητήριο, δεν διακρίνονται σημαίες άλλων χρωμάτων και βεβαίως, πουθενά... ποδοσφαιρικές (η ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο)!
Στο μπαλκόνι της διώροφης κατοικίας της Αθηνάς Ρωσσίδου, συζύγου του Κώστα Γαβριηλίδη (Χατζηγαβρίλη), ο κόσμος δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του. Στο βάθος της φωτογραφίας φαίνονται οι περβόλες της οδού Μακεδονίας (Ανεξαρτησίας), που τότε διέθετε ελάχιστες οικοδομές.
Ο υπότιτλος του "Graphic" παρουσιάζει ενδιαφέρον: "Μαζική συγκέντρωση ΤΟΥΡΚΩΝ Κυπρίων στην Λεμεσό με αίτημα την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και αν δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση της, προς το παρόν, την κατάργηση της ετήσιας φορολογίας των 92.500 λιρών, που πληρώνονται στην Τουρκία βάσει της συμφωνίας του 1878." Τούρκοι της Κύπρου, με ελληνικές σημαίες, απαιτούν την..Ένωση! Ο υπερρεαλισμός ευδοκι¬μούσε ακόμη και στην Γηραιά Αλβιόνα.
(1) Φίλιου Ζαννέτου "Ιστορία της Νήσου Κύπρου", τόμος Β', σελ. 844, Λάρνακα 1911
(2) Ο.π.σελ.845
To 1895 ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά για την Κύπρο. Η οικονομική δυσπραγία, οι τοκογλύφοι, η βαριά φορολογία, η αδιαφορία της διοίκησης κ.ά. οδήγησαν σε αδιέξοδο τον ντόπιο πληθυσμό. Την ίδια περίοδο στο Αγγλικό Κοινοβούλιο αμφισβητήθηκε η στρατηγική σημασία της Κύπρου και θεωρήθηκε δυσανάλογα μεγάλη η οικονομική επιβάρυνση που προκαλούσε στην Αυτοκρατορία.
Στις 16 Απριλίου οργανώθηκαν συλλαλητήρια διαμαρτυρίας στην Λευκωσία, Λάρνακα και Λεμεσό. Την προεδρία της οργάνωσης του συλλαλητηρίου στην Λεμεσό ανέλαβε ο δήμαρχος Δημοσθένης Χατζηπαύλου. Ομιλητές καθορίστηκαν από την οργανωτική επιτροπή οι: Γεώργιος Μαληκίδης, Σπύρος Αραούζος και Σίμος Μενάρδος. Το συλλαλητήριο έγινε με μεγάλη συμμετοχή στην χωράφα του Στεφανή (Λανίτη). Ταυτόχρονα συντάχθηκε ψήφισμα "υπό του αγαπώντος την πολυλογίαν Μαληκίδου" (1), όπως με εμπάθεια γράφει ο Ζαννέτος. Τα αιτήματα του ψηφίσματος ήσαν "η ταχεία μετά της ομοφύλου και ομαίμονος Ελλάδος Ένωσις" (της Κύπρου), αλλά μέχρι της πραγματώσεώς της "η ελάττωσις της εν τη Νήσω εξαντλησάσης τον λαόν φορολογίας" (2), που μπορεί να επιτευχθεί, αν ο λαός απαλλαγεί "του άχθους του υπό της Αγγλίας συνομολογηθέντος εις βάρος και εν αγνοία του κυπριακού λαού φόρου της υποτέλειας εξισουμένου προς το ήμισυ των δια καταθλιπτικής φορολογίας εισ¬πραττομένων προσόδων" (φόρος Ζινζιριέ).
Η ανεύρεση της φωτογραφίας του συλλαλητηρίου του I. Π. Φώσκολου, που δημοσιεύτηκε στο αγγλικό περιοδικό "Graphic" του Ιουνίου του 1895, αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη. Πλήθος κόσμου διακρίνεται στην χωράφα Στεφανή, τον καθιερωμένο χώρο των μαζικών εκδηλώσεων (στη θέση της σήμερα συνωστίζονται οι πολυκατοικίες της Μητρόπολης). Οι περισσότεροι είναι βρακοφόροι, αρκετοί άλλοι φορούν τα "Φράγκικα". Στην εξέδρα, στο βάθος, διακρίνεται ένας εκ των ομιλητών να χαιρετά το πλήθος. Οι ελληνικές σημαίες έχουν την αποκλειστικότητα στο συλλαλητήριο, δεν διακρίνονται σημαίες άλλων χρωμάτων και βεβαίως, πουθενά... ποδοσφαιρικές (η ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο)!
Στο μπαλκόνι της διώροφης κατοικίας της Αθηνάς Ρωσσίδου, συζύγου του Κώστα Γαβριηλίδη (Χατζηγαβρίλη), ο κόσμος δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του. Στο βάθος της φωτογραφίας φαίνονται οι περβόλες της οδού Μακεδονίας (Ανεξαρτησίας), που τότε διέθετε ελάχιστες οικοδομές.
Ο υπότιτλος του "Graphic" παρουσιάζει ενδιαφέρον: "Μαζική συγκέντρωση ΤΟΥΡΚΩΝ Κυπρίων στην Λεμεσό με αίτημα την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και αν δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση της, προς το παρόν, την κατάργηση της ετήσιας φορολογίας των 92.500 λιρών, που πληρώνονται στην Τουρκία βάσει της συμφωνίας του 1878." Τούρκοι της Κύπρου, με ελληνικές σημαίες, απαιτούν την..Ένωση! Ο υπερρεαλισμός ευδοκι¬μούσε ακόμη και στην Γηραιά Αλβιόνα.
(1) Φίλιου Ζαννέτου "Ιστορία της Νήσου Κύπρου", τόμος Β', σελ. 844, Λάρνακα 1911
(2) Ο.π.σελ.845
Ετικέτες
ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΛΛΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Τρίτη 9 Μαρτίου 2010
O TEMPORA O MORES ( Ω ΚΑΙΡΟΙ Ω ΗΘΗ !) Νούμερο 4
Η Ιερόδουλος, ο Πόκλανος ο ... βαρύμαγκας του ΄30 και οι μαχαιρωμένοι αστυνομικοί!
Σάββατο 6 Μαρτίου 2010
Γυναικείες ... «ψυχώσεις»
Παρόλο που η επιθυμία κάθε γυναίκας όλων των αιώνων και όλων των εποχών ήταν να είναι ωραία, να αρέσει και ελκύει στο ανδρικό φύλο, φαίνεται ότι οι αισθητικές αντιλήψεις κάθε εποχής ποικίλλουν, προσαρμοζόμενες συγχρόνως προς αυτές και τα πρότυπα της γυναικείας ομορφιάς. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα τα ωραία παχουλά γυμνά γυναικεία πρότυπα των αναγεννησιακών και άλλων μεγάλων ζωγράφων και ιδιαίτερα του Τιτσιάνου και του Μποτιτσέλλι.
Αυτό όμως που συμβαίνει σήμερα φαίνεται πως ανάγεται στη σφαίρα της ομαδικής ψύχωσης.
Στα διάφορα γυμναστήρια και beauty salons που ξεφυτρώνουν καθημερινά σε κάθε γειτονιά της πόλης σαν μανιτάρια ,συνωθούνται μέρα νύχτα και «κτυπιούνται» μαζοχιστικά με τις ώρες, δεκάδες εκατοντάδες γυναίκες πληρώνοντας όσα όσα τον υποσχόμενο παράδεισο της απώλειας σημαντικού βάρους μέσα σε λίγες μέρες με κάθε είδους «επαναστατικές» μεθόδους και «εφευρέσεις».
Κι όμως, τίποτα δεν είναι καινοφανές σ’ αυτό τον κόσμο. Μια παρόμοια ψύχωση (τηρουμένων πάντα των χρονικών αναλογιών) κατέλαβε τις λεμεσιανές γιαγιάδες μας και στις αρχές της δεκαετίας του ’30.
Που πολύ παραστατικά την περιγράφει ο παλαιός και καλός λεμεσιανός δημοσιογράφος, μακαρίτης, Γεώργιος Τέμπλαρ στο χρονογράφημα του στην εφημερίδα «Αλήθεια» της 29ης Μαίου 1931» :
«Πρωτοφανής η αθλητική ζωή και κίνησις κάθε δείλη στο γυμναστήριο. Το οποίο γεμίζει από αθλητάς ,αθλητρίας και φιλάθλους. Οι θηλυκοί αθληταί δεν υστερούν των αρσενικών. Τους βλέπεις , αυτούς τους διαβολοθήλυκους, να μπήγουν τη μύτην των σ’ όλα τα αθλητικά αγωνίσματα και να σημειώνουν αξιοσημείωτα ρεκόρ.
Οι γυναίκες μας άκουσαν ότι τότε θα είναι της μόδας, όταν κατορθώσουν να αδυνατίσουν ώστε να φαίνονται πάντοτε λιγερές και κυπαρισσένιες. Και τόριξαν όλες στους μακρυνούς περιπάτους. Πλην εννοείται μιας η δυο που επιμένουν στην παροιμίαν «τα πάχη μας τα κάλλη μας» και τες βλέπεις κάθε απόγευμα να κόβουν μίλια μακρυά από την πόλιν. Υπάρχουν μερικές που ο μικρότερος των περίπατος είνε μέχρι του ποταμού της Γερμασόγειας και άλλες που πλησιάζουν τα σύνορα της παλαιάς Λεμεσού.
Υπάρχουν όμως και μερικές που για να αδυνατίσουν ρουφούν μπόλικο ξύδι κάθε μέρα και άλλες που μένουν νηστικές. Οι τελευταίες κάνουν οικονομίαν στους δικούς των.»
Μέρος όμως του ίδιου χρονογραφήματος και ένα άλλο θέμα ανάμεσα σε άλλα επίκαιρα της εποχής που όπως φαίνεται απασχολούσε την εποχή εκείνη τους λεμεσιανούς και που τόσο από το ύφος όσο και από το περιεχόμενο του κάθε άλλο παρά ... φιλοφεμινιστικά αισθήματα δείχνει να έτρεφαν οι παππούδες μας για το αποκαλούμενο τότε αντίθετο «ωραίο φύλο»! Ιδού η απόδειξη:
«Μας πληροφορούν ότι τολμηρά θηλυκά της πόλης μας κάμνουν κατ’ αυτάς αίτησιν προς τον αρχιαστυνόμον για να εγγραφούν στο αστυνομικό τμήμα. Ιδίως της καταδιώξεως...
Είνε έτοιμες να βάλουν και φέσι. Και φαντασθήτε αν στο εξής αντικρίζουμε θηλυκούς ζαπτιέδες. Τότε ασφαλώς ο καθείς θα ήθελε να κάμη μιαν ανησυχίαν η ένα μικροέγκλημα δια να τον συνοδεύση ένας ωραίος καλός κόμματος, εις το αστυνομικό τμήμα. Ασφαλώς τα μικροπταίσματα θα πολλαπλασιασθούν, οι δε αρσενικοί ζαπτιέδες θα γίνουν απεχθέστατοι.
Κάποιος όταν άκουσε την απόφασιν αυτήν των μερικών τολμηρών θηλυκών μας εδήλωσεν ότι όχι μόνο θα δεχόταν να τον συνώδευεν ένας ωραίος θηλυκός ζαπτιές στο φρέσκο, αλλά και αν του έβαζε και το σχοινί της κρεμάλλας στον λαιμόν, θα ήτο πολύ ευχαριστημένος.
Εμείς του λέγουμε πως το καλλίτερο για αυτόν είνε να θέλη να τον δέσουν τα θηλυκά με σχοινί γιατί με τες ιδέες που έχει είνε πράγματι για δέσιμο.»
Κι όμως 80 χρόνια μετά η γυναίκα έφτασε επάξια στην ιεραρχία του αστυνομικού σώματος μέχρι του βαθμού του υπαρχηγού.
Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010
Τρίτη 2 Μαρτίου 2010
Παιδικές αναμνήσεις
Το χιλιοειπωμένο και κοινότοπο «μια φωτογραφία χίλιες λέξεις» ισχύει και εδώ. Πόσες αναμνήσεις δεν μπορεί να ξυπνήσει η παρακάτω φωτογραφία τραβηγμένη στον παραλιακό έξω από την Φραγκοκλησιά ( εξ ου και οι καλογριές).* Οι κάπως παλιότεροι θα θυμούνται τον Πάγκαλο τον μαχαλλεπάρη που εκεί έξω από το ΓΣΟ μας πρόσφερε το δροσερό μαχαλλεπί του ή το ρυζόγαλο του δίνοντας μάλιστα την ευκαιρία να το «κερδίσουμε» παίζοντας το στην μικρή ρουλέτα που διέθετε «το μαγαζί», στρατεύοντας μας έτσι και στο τζόγο… Λέτε οι καταβολές της σημερινής τζογομανίας όπου… κάθε καντούνι και καζίνο, ενώ η κυβέρνηση Χριστόφια είναι σφόδρα εναντίον της δημιουργίας «επίσημων» καζίνο;
Στο βάθος της φωτογραφίας διακρίνεται και ο Κάκος ο φιστουκάρης με το αμαξούδι του το οποίο μαζί με την σύζυγο του Κάκαινα το στάθμευε και έξω από την Δευτέρα Αστική στη Γλάδτσωνος προσφέροντας μας ένα ολόκληρο παιδικό παράδεισο: φυστούτζια, κουδαμέ, και άλλους ξηρούς καρπούς αλλά και ζίζιφα, κουννάπια, πομιλίες, μόσφιλα και.. άλλα «ζαρζαβατικά»! Και εκείνες τις κουφέττες του ζουκκιού με το μοναδικό άρωμα τους.
Όλα αυτά δεν είναι πια παρά νοσταλγικές παιδικές αναμνήσεις για όσους είχαμε την τύχη να τα ζήσουμε…
*Προέρχεται από το εξαίρετο βιβλίο του ερευνητή Τάσου Ανδρέου, «Λεμεσός αναδρομή μνήμης» που σας συστήνουμε ανεπιφύλακτα να αποκτήσετε.
Το ενδιαφέρον απο ιστορικής πλευράς με αυτή την φωτογραφία είναι πως ενώ ο Τ.Α. την δημοσιεύει για να αναφερθεί στην οικία του προεξένου και το ιστορικό της, ταυτόχρονα ανακαλύπτουμε παρεμπιπτόντως και δυό "ιστορικά" πρόσωπα της Λεμεσού, τον Πάγκαλο και τον Κάκο!
Στο βάθος της φωτογραφίας διακρίνεται και ο Κάκος ο φιστουκάρης με το αμαξούδι του το οποίο μαζί με την σύζυγο του Κάκαινα το στάθμευε και έξω από την Δευτέρα Αστική στη Γλάδτσωνος προσφέροντας μας ένα ολόκληρο παιδικό παράδεισο: φυστούτζια, κουδαμέ, και άλλους ξηρούς καρπούς αλλά και ζίζιφα, κουννάπια, πομιλίες, μόσφιλα και.. άλλα «ζαρζαβατικά»! Και εκείνες τις κουφέττες του ζουκκιού με το μοναδικό άρωμα τους.
Όλα αυτά δεν είναι πια παρά νοσταλγικές παιδικές αναμνήσεις για όσους είχαμε την τύχη να τα ζήσουμε…
*Προέρχεται από το εξαίρετο βιβλίο του ερευνητή Τάσου Ανδρέου, «Λεμεσός αναδρομή μνήμης» που σας συστήνουμε ανεπιφύλακτα να αποκτήσετε.
Το ενδιαφέρον απο ιστορικής πλευράς με αυτή την φωτογραφία είναι πως ενώ ο Τ.Α. την δημοσιεύει για να αναφερθεί στην οικία του προεξένου και το ιστορικό της, ταυτόχρονα ανακαλύπτουμε παρεμπιπτόντως και δυό "ιστορικά" πρόσωπα της Λεμεσού, τον Πάγκαλο και τον Κάκο!
Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010
Γεώργιος Σωκράτη Φραγκούδης ( 1869-1939): Ένας ρηξικέλευθος οραματιστής
Για τον Γεώργιο Σ. Φραγκούδη, τον ρηξικέλευθο και πολυπράγμονα αυτόν λεμεσιανό οραματιστή, θα επανερχόμαστε συχνά αναδεικνύοντας το τεράστιο, πολύπλευρο και πολυποίκιλο έργο του και την προσφορά του σε ολόκληρο τον ελληνισμό.
Ένα από τα πολλά οράματα του για την ιδιαίτερη του πατρίδα την Κύπρο ήταν η δημιουργία λουτροπόλεων και spa στον τόπο μας μεσούσης της δεκαετίας του 1930 παρακαλώ!
Αφορούσε τις ιαματικές πηγές : Πασιάδα, Πελένδρι, Καλοπαναγιώτη, Μύρτου, Μάτι, Λετύμβου, και Άγιοι Ανάργυροι
Άρχισε τις ενέργειες του για τον σκοπό αυτό το 1935-36 και το 1937 δημιουργεί σχετική εταιρεία με πρώτους μετόχους εκτός από τον ίδιο τους: Ν. Π. Λανίτη, Ζήνωνα Πιερίδη, Ζήνωνα Ρωσσίδη και Φαίδωνα Κωνσταντινίδη.
Δυστυχώς τον πρόλαβε ο θάνατος το 1939 αφήνοντας το όνειρο του απραγματοποίητο.
Μια πρόγευση του μεγαλεπήβολου αυτού εγχειρήματος του δίνουμε με τη δημοσίευση δύο σχετικών και άγνωστων μέχρι σήμερα ανέκδοτων εγγράφων από ένα ογκώδη φάκελο που είχε την ευγενή καλοσύνη να μας εμπιστευτεί η κόρη του Αθηναΐδα, υποσχόμενος να επανέλθω με δημοσίευση όλων των πτυχών του ενδιαφέροντος αυτού θέματος.
Ένα από τα πολλά οράματα του για την ιδιαίτερη του πατρίδα την Κύπρο ήταν η δημιουργία λουτροπόλεων και spa στον τόπο μας μεσούσης της δεκαετίας του 1930 παρακαλώ!
Αφορούσε τις ιαματικές πηγές : Πασιάδα, Πελένδρι, Καλοπαναγιώτη, Μύρτου, Μάτι, Λετύμβου, και Άγιοι Ανάργυροι
Άρχισε τις ενέργειες του για τον σκοπό αυτό το 1935-36 και το 1937 δημιουργεί σχετική εταιρεία με πρώτους μετόχους εκτός από τον ίδιο τους: Ν. Π. Λανίτη, Ζήνωνα Πιερίδη, Ζήνωνα Ρωσσίδη και Φαίδωνα Κωνσταντινίδη.
Δυστυχώς τον πρόλαβε ο θάνατος το 1939 αφήνοντας το όνειρο του απραγματοποίητο.
Μια πρόγευση του μεγαλεπήβολου αυτού εγχειρήματος του δίνουμε με τη δημοσίευση δύο σχετικών και άγνωστων μέχρι σήμερα ανέκδοτων εγγράφων από ένα ογκώδη φάκελο που είχε την ευγενή καλοσύνη να μας εμπιστευτεί η κόρη του Αθηναΐδα, υποσχόμενος να επανέλθω με δημοσίευση όλων των πτυχών του ενδιαφέροντος αυτού θέματος.
Ετικέτες
ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ
Τα πρώτα σπέρματα νυχτερινής ζωής στη Λεμεσό και ο Βασίλης Μιχαηλίδης
Τον Ιούλιο του 1955, το δεκαπενθήμερο ελληνόφωνο κυπριακό περιοδικό της δεκαετίας του ’50 “Τάϊμς οφ Σάυπρους” , με αφορμή την επέτειο της 9ης Ιουλίου 1821, δημοσίευε ένα μακροσκελές άρθρο του Γ.Σ.Λευκονικιάτη για τον εθνικό ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη, που ζούσε στη Λεμεσό από το 1878 μέχρι τον θάνατο του το 1917.
Στο άρθρο αυτό ο Λευκονικιάτης δανείζεται ένα απόσπασμα από σχετική μελέτη του λεμεσιανού ιστορικού μελετητή και λογοτέχνη-ποιητή Γιάννη Λέφκη, για να δικαιολογήσει το πώς ο μεγάλος μας ποιητής φθάνοντας στη Λεμεσό διολισθαίνει σιγά-σιγά στο ποτό καταλήγοντας στο τέλος να γίνει αλκοολικός και να καταφύγει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, στο δημοτικό φτωχοκομείο και να πεθάνει μόνος και εγκαταλειμμένος.
Μέσα από τη μελέτη εκείνη αναδυόταν όμως ταυτόχρονα και μια ενδιαφέρουσα και ανάγλυφη εικόνα της γέννησης της ψυχαγωγίας και της νυχτερινής ζωής στη μικρή Λεμεσό στα πρώτα χρόνια μετά την τουρκοκρατία και την αγγλική κατοχή.
Γράφει ο Λευκονικιάτης:
«Τι ήτανε η Κύπρος στα χρόνια του Βασίλη; Ένας τόπος σχεδόν νεκρός. Ένας κόσμος που έβγαινε από το μακρύ τουνέλι της τουρκικής σκλαβιάς και τα μάτια του ήταν γιομάτ’ από σκοτάδι. Κι η Λεμεσός που σ’ αυτήν ήρθε να ζήσει ο ποιητής δεν ήτανε παρά μια μικρή πολιτεία από 5.000 κατοίκους που ζούσανε μια ήσυχη στενόχωρη ζωή που άρχιζε με το γέννημα του ήλιου και έσβυνε με το άναμα των λύχνων μέσα στα λιγοστά της σπίτια. Καμιά χαρά και καμιά διασκέδαση. Κανένα ξαλάφρωμα για τα κουρασμέν’ απ τη δουλειά νεύρα και μυαλά των ανθρώπων που σκολνούσανε από τις δουλειές τους για να το ρίξουνε στο φαΐ κι’ αμέσως ύστερα στον ύπνο.
Μ΄ αυτό αν ήτανε πρωτίτερ’ ανεχτό ήρθε στιγμή που δε μπορούσε να είναι πια. Οι νέοι, προπάντων όσοι έτυχε να βγούνε έξω ή ν’ ακούσουνε για τη ζωή που έκανε ο κόσμος σ’ άλλα μέρη, με δυσκολία ανεχόντουσαν την καταναγκαστική αυτή κλεισούρα και την έλλειψη κάθε νυχτερινής ζωής. Η ανάγκη να φθείρουνε τη ζωτικότητα τους σε κάτι, ανάγκη πρωτόγονη, ένστιχτο δυνατό και πανίσχυρο που ξεκινάει από την ιδιότητα της ζωντανής ύλης ν’ αυτοκαταστρέφεται, τους έσπρωξε να δημιουργήσουνε κάποια νυχτερινή ζωή, στην αρχή δειλά, όσο που να νικηθεί η αντίδραση των παλιών που πάντα δύσκολα δέχουνται οτιδήποτε καινούργιο, ύστερα πιο θαρετά, ώσπου η κίνηση αυτή ζητώντας κάποια στέγη για να μην είναι πλανόδια και λίγο περισσότερο φως για να μην σκοντάφτει και δεινοπαθεί στα στενοσόκακα της μικρής πολιτείας που αριά και που τα φώτιζε κανένα καπνισμένο παλιοφάναρο που αντιπροσώπευε το φωτισμό της εποχής, έγιν’ αιτία να δημιουργηθούνε τα πρώτα κέντρα νυχτερινής ζωής.
Τα κέντρ’ αυτά δεν ήτανε τίποτις άλλο παρά μικρές ταβέρνες ή μπυραρίες που ιδρυθήκανε είτε από ντόπιους είτε από ξένους που ήρθανε τον καιρό της Κατοχής
Μια τέτοια μπυραρία είχε ανοίξη στη Λεμεσό από κάποιο Μαλτέζο Φελίσε που έγινε ύστερα γνωστή ως η μπυραρία του «Φιλίτς». (Βρισκότανε στο δρόμο που το λένε σήμερα «Βικτωρίας »). Στην αρχή δούλευε μόνο με τους Εγγλέζους αξιωματικούς και στρατιώτες της Κατοχής. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να τραβάει και τους ντόπιους νέους που ζητούσανε να γλεντήσουνε κι αυτοί όπως οι ξένοι. Έτσι σιγά-σιγά η ταβέρν’ αυτή με τη μπύρα της, με τη μουσική της, με τους Εγγλέζους στρατιώτες που όταν μεθούσαν χορεύανε, τραγουδούσανε, παίζανε μποξ η κάνανε αυτοσχέδια νούμερα, γίνηκε το πρώτο κέντρο της νυχτερινής ζωής της Λεμεσού. Αργότερ’ αρχίσανε να ανοίγουνε διάφορες τέτιες ταβέρνες, άλλες για τον «καλό κόσμο» κι άλλες για το φτωχόκοσμο που ήτανε φυσικό να θέλει κι αυτός λίγη χαρά ας είναι και ψεύτικη.
Πιο ύστερα, όσο η πελατεία των νυχτερινών κέντρων μεγάλωνε κι’ ο κόσμος άρχιζε να θέλει κάτι καλύτερο, αρχίσανε ν’ ανοίγουνε τα πρώτα «Καφωδεία» που ήτανε γνωστά πρωτύτερα στον τύπο των «Καφές-Σιαντάντ» του εξωτερικού, με μουσική, ξένες αρτίστες και μικροθιάσους που διασκεδάζανε τον αντρικό πληθυσμό της Λεμεσού- γιατί οι γυναίκες δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουνε τότες- με τραγούδια και νούμερα, μα περισσότερο με την επίδειξη φανταχτερών ευρωπαϊκών εσωρούχων και μερικών εκατοστών γυμνής γυναικείας σάρκας, επίδειξη υπερτολμηρή για την εποχή κείνη που συνόρευε πολύ με την πατριαρχική ζωή του σπιτιού και του γυναικωνίτη και μόνο ο γάμος έδινε ευκαιρία στον άντρα να δει γυμνή γυναικεία σάρκα».
Μέσα λοιπόν στο κλίμα εκείνο, με την δημιουργία των πρώτων ταβερνών , «καφωδείων» και άλλων χώρων αναψυχής (αλλά και «ακολασίας», για τα ηθικά μέτρα της εποχής), ο Λέφκης έγραφε και τα ακόλουθα για τον ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη που τα επικαλείται και ο Λευκονικάτης:
«Μέσα στους πρώτους νέους που γίνανε οι πελάτες και τα θύματα των νυχτερινών κέντρων ήτανε κι’ ο ποιητής μας. Γιατί δεν υπήρχε την εποχή εκείνη τίποτις άλλο να κάμει. Ήτανε εποχή νέκρας και σκοταδιού. Κανένα πνευματικό ενδιαφέρον. Καμιά πνευματική κίνηση. Οι νέοι μαραινόντανε μέσα στα όνειρα τους κι οι πιο μορφωμένοι απ’ αυτούς καταγινόταν με τη λύση σχολαστικών «αινιγμάτων» που δημοσίευε η «Αλήθεια». Ήτανε η μόνη πνευματική απασχόληση. Κάπου-κάπου κάποια πολιτική είδηση φτασμένη από την Ευρώπη ή την Ελλάδα με τη βραδυπορία της χελώνας, τους ζέσταινε λίγο την καρδιά, άναβε τον ενθουσιασμό για να τους ξαναρίξει στο μούδιασμα που φέρνει η έλλειψη ενός παραμικρού κοινωνικού ενδιαφέρου.
Ο ποιητής μας και να ήθελε ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή δε θα μπορούσε. Έκανε κι αυτός όπως οι άλλοι, ότι του επιβάλλανε οι γύρω κοινωνικοί όροι. Νιοφερμένος στη Λεμεσό, νέος, έξυπνος, συγγενής του δεσπότη, με τη φήμη του ποιητή, ευχάριστος στην κουβέντα, ετοιμόλογος και πρόθυμος πάντα να πει μιαν αλατισμένη ιστορία ή ένα αισχρό τραγουδάκι, ήτανε φυσικό να γίνει η παρέα των πιο ζωηρών νέων της εποχής. Έτσι γνώρισε τις ταβέρνες και τα καφενεία, στην αρχή για ένα ορεχτικό όπως ήτανε η συνήθεια, ύστερα για περισσότερα. Ώσπου κατάντησε να παίρνει σβάρνα όλα τα ποτοπουλεία. Και να πίνει…
Το πιοτό έγινε το μεγάλο του πάθος. Το πάθος που τον κυρίεψε σιγά-σιγά, που έσβυσε όλα τα όνειρα, που έκοψε όλα τα φτερά, που τον ταπείνωσε και τον εξευτέλισε για να τον καταντήσει σκουπίδι ανθρώπου.
Ο ίδιος καταλάβαινε το κατρακύλημα του αυτό και μισούσε τη ζωή που έκανε, όπως φαίνεται από μερικούς στίχους ενός τραγουδιού του που τιτλοφορούσε «ο γάμος».
… «Στην φωτιάν τα καφενεία, στάχτη τα ποτοπωλεία,
στάχτη και καπνός να γίνουν μέθη, τσόγος
και πορνεία
πού ’ναι άρπαγες της τσέπης, που’ ναι
πρόξενοι αργίας
και φονιάδες της υγείας»
και πιο κάτω:
… «εις τον διάβολον αι πόλεις
εις τον διάβολον, ας γίνουν βορά όλαι της πανώλους
στου πολιτισμού τα ύψη με το ένα να υψώνουν
και με τ’ άλλο σε κυλίουν μέσα στην διαφθοράν
με το ένα σε χαδεύουν, με το ένα σε μυρώνουν
και με τ’ άλλο σε κυλίουν εις λεκάνην βρωμεράν…»
Φωτογραφίες
1 Η Λεμεσός γύρω το 1878 σε υδατογραφία του Anon
2 H προτομή του Βασίλη Μιχαηλίδη
3 Η οδός Βικτωρίας , σήμερα οδός Ειρήνης
Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010
Η ψυχαγωγία της ταβέρνας στη Λεμεσό: από το «Παρ του Αγαθάγγελου» ως τη «Φωλιά του Κούκου»
Βγαίνοντας από τα σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας, η Λεμεσός μαζί και με την υπόλοιπη Κύπρο, δεν διέθετε και δεν έδινε πολλές ευκαιρίες στους πολίτες της για ψυχαγωγία. Στη κάθε είδους ψυχαγωγία. Και πιο ιδιαίτερα για τους νέους. Οι πιο ηλικιωμένοι, επομένως και παντρεμένοι με νοικοκυριά, «την βρίσκανε» κάπως σε μαζώξεις στα σπίτια, κυρίως τα μεγαλοαστικά που άρχιζαν τότε με την «απελευθέρωση» να πληθαίνουν. Με κάθε θρησκευτική και μη ευκαιρία διοργάνωναν εσπερίδες και βεγγέρες: Χριστούγεννα, Πάσχα, αποκριές κ.λ.π.
Για τους νέους όμως τα πράγματα δεν ήταν εύκολα.
Ανάγλυφη την εικόνα αυτή τη δίνει μια μελέτη του λεμεσιανού διανοούμενου και ποιητή Γιάννη Λέφκη που έγραψε εκεί γύρω στο ’30, σε μια προσπάθεια του για να δικαιολογήσει το πώς ο μεγάλος μας εθνικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης φθάνοντας στη Λεμεσό τα χρόνια εκείνα, διολισθαίνει σιγά-σιγά στο ποτό καταλήγοντας στο τέλος αλκοολικός. Μέσα λοιπόν από το απόσπασμα αυτό βγαίνει ταυτόχρονα και μια ενδιαφέρουσα εικόνα για τη γέννηση της ψυχαγωγίας και της νυχτερινής ζωής στη μικρή Λεμεσό στα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής:
«Τι ήτανε η Κύπρος στα χρόνια του Βασίλη; Ένας τόπος σχεδόν νεκρός. Ένας κόσμος που έβγαινε από το μακρύ τουνέλι της τουρκικής σκλαβιάς και τα μάτια του ήταν γιομάτ’ από σκοτάδι. Κι η Λεμεσός που σ’ αυτήν ήρθε να ζήσει ο ποιητής δεν ήτανε παρά μια μικρή πολιτεία από 5.000 κατοίκους που ζούσανε μια ήσυχη στενόχωρη ζωή που άρχιζε με το γέννημα του ήλιου και έσβηνε με το άναμα των λύχνων μέσα στα λιγοστά της σπίτια. Καμιά χαρά και καμιά διασκέδαση. Κανένα ξαλάφρωμα για τα κουρασμέν’ απ τη δουλειά νεύρα και μυαλά των ανθρώπων που σκολνούσανε από τις δουλειές τους για να το ρίξουνε στο φαΐ κι’ αμέσως ύστερα στον ύπνο.
Μ΄ αυτό αν ήτανε πρωτίτερ’ ανεχτό ήρθε στιγμή που δε μπορούσε να είναι πια. Οι νέοι, προπάντων όσοι έτυχε να βγούνε έξω ή ν’ ακούσουνε για τη ζωή που έκανε ο κόσμος σ’ άλλα μέρη, με δυσκολία ανεχόντουσαν την καταναγκαστική αυτή κλεισούρα και την έλλειψη κάθε νυχτερινής ζωής. Η ανάγκη να φθείρουνε τη ζωτικότητα τους σε κάτι, ανάγκη πρωτόγονη, ένστιχτο δυνατό και πανίσχυρο που ξεκινάει από την ιδιότητα της ζωντανής ύλης ν’ αυτοκαταστρέφεται, τους έσπρωξε να δημιουργήσουνε κάποια νυχτερινή ζωή, στην αρχή δειλά, όσο που να νικηθεί η αντίδραση των παλιών που πάντα δύσκολα δέχουνται οτιδήποτε καινούργιο, ύστερα πιο θαρετά, ώσπου η κίνηση αυτή ζητώντας κάποια στέγη για να μην είναι πλανόδια και λίγο περισσότερο φως για να μην σκοντάφτει και δεινοπαθεί στα στενοσόκακα της μικρής πολιτείας που αριά και που τα φώτιζε κανένα καπνισμένο παλιοφάναρο που αντιπροσώπευε το φωτισμό της εποχής, έγιν’ αιτία να δημιουργηθούνε τα πρώτα κέντρα νυχτερινής ζωής.
Τα κέντρ’ αυτά δεν ήτανε τίποτις άλλο παρά μικρές ταβέρνες ή μπυραρίες που ιδρυθήκανε είτε από ντόπιους είτε από ξένους που ήρθανε τον καιρό της Κατοχής.
Μια τέτοια μπυραρία είχε ανοίξη στη Λεμεσό από κάποιο Μαλτέζο Φελίσε που έγινε ύστερα γνωστή ως η μπυραρία του «Φιλίτς». (Βρισκότανε στο δρόμο που το λένε σήμερα «Βικτωρίας»). Στην αρχή δούλευε μόνο με τους Εγγλέζους αξιωματικούς και στρατιώτες της Κατοχής. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να τραβάει και τους ντόπιους νέους που ζητούσανε να γλεντήσουνε κι αυτοί όπως οι ξένοι. Έτσι σιγά-σιγά η ταβέρν’ αυτή με τη μπύρα της, με τη μουσική της, με τους Εγγλέζους στρατιώτες που όταν μεθούσαν χορεύανε, τραγουδούσανε, παίζανε μποξ η κάνανε αυτοσχέδια νούμερα, γίνηκε το πρώτο κέντρο της νυχτερινής ζωής της Λεμεσού. Αργότερ’ αρχίσανε να ανοίγουνε διάφορες τέτιες ταβέρνες, άλλες για τον «καλό κόσμο» κι άλλες για το φτωχόκοσμο που ήτανε φυσικό να θέλει κι αυτός λίγη χαρά ας είναι και ψεύτικη.
Πιο ύστερα, όσο η πελατεία των νυχτερινών κέντρων μεγάλωνε κι’ ο κόσμος άρχιζε να θέλει κάτι καλύτερο, αρχίσανε ν’ ανοίγουνε τα πρώτα «Καφωδεία» που ήτανε γνωστά πρωτύτερα στον τύπο των «Καφές-Σιαντάντ» του εξωτερικού, με μουσική, ξένες αρτίστες και μικροθιάσους που διασκεδάζανε τον αντρικό πληθυσμό της Λεμεσού- γιατί οι γυναίκες δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουνε τότες- με τραγούδια και νούμερα, μα περισσότερο με την επίδειξη φανταχτερών ευρωπαϊκών εσωρούχων και μερικών εκατοστών γυμνής γυναικείας σάρκας, επίδειξη υπερτολμηρή για την εποχή κείνη που συνόρευε πολύ με την πατριαρχική ζωή του σπιτιού και του γυναικωνίτη και μόνο ο γάμος έδινε ευκαιρία στον άντρα να δει γυμνή γυναικεία σάρκα».
Μέσα λοιπόν στο κλίμα εκείνο, με την δημιουργία των πρώτων ταβερνών , «καφωδείων» και άλλων χώρων αναψυχής (αλλά και «ακολασίας», για τα ηθικά μέτρα της εποχής), ο Λέφκης λέει και τα ακόλουθα για τον ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη:
«Μέσα στους πρώτους νέους που γίνανε οι πελάτες και τα θύματα των νυχτερινών κέντρων ήτανε κι’ ο ποιητής μας. Γιατί δεν υπήρχε την εποχή εκείνη τίποτις άλλο να κάμει. Ήτανε εποχή νέκρας και σκοταδιού. Κανένα πνευματικό ενδιαφέρον. Καμιά πνευματική κίνηση. Οι νέοι μαραινόντανε μέσα στα όνειρα τους κι οι πιο μορφωμένοι απ’ αυτούς καταγινόταν με τη λύση σχολαστικών «αινιγμάτων» που δημοσίευε η «Αλήθεια». Ήτανε η μόνη πνευματική απασχόληση. Κάπου-κάπου κάποια πολιτική είδηση φτασμένη από την Ευρώπη ή την Ελλάδα με τη βραδυπορία της χελώνας, τους ζέσταινε λίγο την καρδιά, άναβε τον ενθουσιασμό για να τους ξαναρίξει στο μούδιασμα που φέρνει η έλλειψη ενός παραμικρού κοινωνικού ενδιαφέρου.
Ο ποιητής μας και να ήθελε ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή δε θα μπορούσε. Έκανε κι αυτός όπως οι άλλοι, ότι του επιβάλλανε οι γύρω κοινωνικοί όροι. Νιοφερμένος στη Λεμεσό, νέος, έξυπνος, συγγενής του δεσπότη, με τη φήμη του ποιητή, ευχάριστος στην κουβέντα, ετοιμόλογος και πρόθυμος πάντα να πει μιαν αλατισμένη ιστορία ή ένα αισχρό τραγουδάκι, ήτανε φυσικό να γίνει η παρέα των πιο ζωηρών νέων της εποχής. Έτσι γνώρισε τις ταβέρνες και τα καφενεία, στην αρχή για ένα ορεχτικό όπως ήτανε η συνήθεια, ύστερα για περισσότερα. Ώσπου κατάντησε να παίρνει σβάρνα όλα τα ποτοπουλεία. Και να πίνει…
Το πιοτό έγινε το μεγάλο του πάθος. Το πάθος που τον κυρίεψε σιγά-σιγά, που έσβυσε όλα τα όνειρα, που έκοψε όλα τα φτερά, που τον ταπείνωσε και τον εξευτέλισε για να τον καταντήσει σκουπίδι ανθρώπου.
Ο ίδιος καταλάβαινε το κατρακύλημα του αυτό και μισούσε τη ζωή που έκανε, όπως φαίνεται από μερικούς στίχους ενός τραγουδιού του που τιτλοφορούσε «ο γάμος».
… «Στην φωτιάν τα καφενεία, στάχτη τα ποτοπωλεία,
στάχτη και καπνός να γίνουν μέθη, τσόγος
και πορνεία
πού ’ναι άρπαγες της τσέπης, που’ ναι
πρόξενοι αργίας
και φονιάδες της υγείας»
Τα ποτοπωλεία λοιπόν αυτά είναι κυρίως μπακαλοταβέρνες, παντοπωλεία, εμπορικά καταστήματα γενικού εμπορίου ή απλές λαϊκές ταβέρνες με τη σημερινή γνωστή τους μορφή.
Ξακουστές ταβέρνες και μπακαλοταβέρνες στη Λεμεσό τους τελευταίους δύο αιώνες (ανάμεσα σε πολλές άλλες βέβαια, ο κατάλογος είναι απλώς ενδεικτικός) ήταν και αυτές: του Αχιλλέα Κτωρίδη και το «Παρ» (bar) του Αγαθάγγελου που λειτουργούσαν ήδη τουλάχιστον από τα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής, από τον 19ο δηλαδή αιώνα.
Για τις δύο μάλιστα αυτές μπακαλοταβέρνες, ποιητής του ύψους ενός Βασίλη Μιχαηλίδη αναγκαζόταν, ανώνυμα βέβαια, να φτιάχνει έμμετρες διαφημίσεις για λογαριασμό εμπόρων της Λεμεσού και να δημοσιεύονται στον τύπο της εποχής υπό μορφή «γκρίζας» διαφήμισης. Ζούσε βλέπετε μέσα στην φτώχεια και την ανέχεια και συμπληρώνει έτσι τον πενιχρό μισθό που του έδιδε το Δημαρχείο της πόλης ως νοσοκόμου, φαρμακοποιού και υγειονομικού επιθεωρητή, ίσως μάλιστα ως ανταμοιβή ένα δυο ποτηράκια κρασί για να ικανοποιήσει το μεγάλο του πάθος.
Απολαύστε λοιπόν τρεις από τις πάρα πολλές που βρίσκουμε διάσπαρτες στον τύπο της πόλης μας για πολλά χρόνια:
«ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΚΑΙ ΠΟΥΜΠΟΥΡΙΣΤΗ ΣΥΝΑΜΑ
ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΑΝ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΨΕΥΤΙΚΗ ΡΕΚΛΑΜΑ
Φρέσκα γάλατα και τζάγια, χοιρομέρια μυρωδάτα
Βούτυρον λαμπρόν για μπρέκφαστ και λαμπρά πισκοτ’ αφράτα
Και φαγώσιμα ακόμα πλείστα σε κουτιά βαλμένα
Που’ναι και εις την Αγγλίαν και παντού επαινεμένα .
Στερεούς λαμπρούς σουγιάδες, όπου κόβουν σαν ξουράφι
Στερεούς σαν το διαμάντι, βαρετούς σαν το χρυσάφι
Και πορτομονέ που κρύβουν τον παρά από τους κλέφτες
Άλμπουμ για φωτογραφίες και περίφημους καθρέφτες.
Μυρωδιές για τες κυρίες και διάφορα λουλούδια
Και ποιότητος αρίστης σε πολύ κομψά ποτζούδια.
Εκλεκτά λαμπρά σαπούνια που μοσχοβολούν οι τόποι
Όπου τα θαυμάζουν όλοι και Ανατολή κ’ Ευρώπη.
Της πρωτοχρονιάς παιγνίδια που χαρίζουν στα παιδάκια
Σέλλες δια τους αππάρους και για πιάνα τραπεζάκια.
΄Όλ’ αυτά είν’ εξ Αγγλίας από μέσ’ απ’ το Λονδίνον
από την πηγήν που βγαίνει πάντοτε το πράγμα φίνον.
Τρέξατε στ’ Αγαθαγγέλου να τα βρείτε μαζωμένα
Κι αν αργήσετε ολίγον τότε θάναι πουλημένα.»
(Εφημερίδα Σάλπιγξ 19.12.1898
«ΕΙΔΟΠΟΠΙΗΣΙΣ
Για κονιάκ του Χατζηπαύλου πούναι νέκταρ εις την γεύσιν
και εις την δύναμιν ακόμη, π΄ ανασταίνει και νεκρόν
εις το Παρ τ΄ Αγαθαγγέλου κάθε άνθρωπος ας σπεύσει
είναι ανοικτόν εις πάντα και μεγάλον και μικρόν
Εκεί μέσα θάβρει απ΄όλα, πράμα νεωστί φερμένον
αστακούς, γαρίδες, στρείδια φρέσκα για την Λεμησσόν
περιζήτητον χαβιάρι ακουστόν και φημισμένον
τόσον ώστε που του κλέψαν, στο βαπόριν το μισόν.
Έχει διάφορα μπισκόττα και παστίλιες για τον βήχα
κόρνι φλάουρ που κάμνουν φαγητόν για τα παιδιά
έχει μέντες όπου μόλις κόψει από μίαν τρίχα
στη στιγμήν γεμίζει ο τόπος θαυμασίαν μυρωδιάν
έχει πίκλες σε ποτίλιες και σαρδέλλες σε κουτιά
ρίψετε για τούτα όλα εις το «Παρ» καμιάν ματιά.
(Εφημερίδα «Σάλπιγξ» 20.3.1899)
«ΑΓΓΕΛΙΑ ΟΠΩΣ ΟΠΩΣ/ΝΑ ΤΗΝ ΜΑΘ’ ΟΛΟΣ Ο ΤΟΠΟΣ
Σαπούνια ωραιότατα και μυρωδιές ωραίες
Π’ αυτά που νέες κάμνουσι και αυτές τις πλέον γραίες.
Σαπούνια πικραμύγδαλο, βιολέττα, γλυκερίνη,
Που εις το δέρμα τίποτα κηλίδας δεν αφήνει
Όλα τα είδη παστιλλιών και μέντας για το βήχα
Και εν ωραιότατον υγρόν να μεγαλών’ η τρίχα
Σκόνιν δια κάθε δόντι σαπημένο είτε μη,
Και ωραιοτάτην πούτρα
Δια κάθε είδους μούτρα
Σε συμφέρουσαν τιμή.
Ωραιότατα για γάμους και κηδείας κουφεττάκια
Πριλαντίν για τους σπανούς για να βγάλουνε μουστάκια
Κοσμετίκ για μουστακάδες να τα κάμουνε οξείες
Αμμονίακον ωραίον δια τες αποπληξίες.
μέλισσαν» λαμπρόν υγρόν δια τας στενοχωρίας
και Κολκρέμ ως βαζελίνας δια τας Κομ-ιλ-φό Κυρίας
Έφερε στο μαγαζί του ο σιορ Ιωαννίδης
Π’ άλλο είναι να τ’ ακούς κι άλλο είναι να τον ίδεις.
Κι αντιπρόσωπος τυγχάνει σε μιαν τράπεζαν γνωστήν
Του Κου Α.Πρασίνου, εις τον κόσμον ξακουστήν.»
(Εφημερίδα Σάλπιγξ 11.10.1903. Υπογραφή «Ένας»)
Αλλες ταβέρνες είναι του Θεόδωρου Μαύρου το Ακταίον ή γυάλινο καφενείο πάνω σε πασσάλους, κατά ένα μεγάλο μέρος μέσα στη θάλασσα, η Όαση του Φούρναρη, το Μπαρ του Σκυριανίδη, η μπακαλοταβέρνα του Γεωργιάδη δίπλα στην Αγία Νάπα, και η περίφημη ταβέρνα του Τούρκου Σουλεϊμάνη στην Πλατεία των Κεσόγληδων (αργότερα μετονομασθείσα σε Πλατεία Ηρώων) που συγκέντρωνε μάλιστα και την... λεμεσιανή «ιντελιγκέντσια» αλλά και τους επισκέπτες καλλιτέχνες εξ Ελλάδος με την πιο φανατική θαυμάστρια του τη μεγάλη Μαρίκα Κοτοπούλη.
Από τις πιο πρόσφατες ταβέρνες που θα θυμούνται σίγουρα και οι νεώτεροι μπορούμε να αναφέρουμε τις ταβέρνες του Ποντικού και του Μαστραπά μέχρι πρόσφατα κοντά στο παλιό λιμάνι, τη μπακαλοταβέρνα του Φοινιώτη στη γωνία των οδών Ανεξαρτησίας και Αγ. Ανδρέου, η μπακαλοταβέρνα του Πόλυ στη γωνία Ανδρέα Δρουσιώτη και Καποδίστρα, δίπλα στην πλατεία Ηρώων και τέλος η μπακαλοταβέρνα του Ζήνωνα Λαζάρου στη γωνία των οδών Αγίου Ανδρέου και Κρήτης (αργότερα μετονομασθείσα σε οδό Γ. Κατσουνωτού).
Η ταβέρνα του Ζήνωνα Λαζάρου πέρασε στη συνέχεια στα χέρια του Κώστα Αδαμίδη και είναι η μόνη που υπάρχει μέχρι σήμερα για να μας θυμίζει μια ιστορία και μια παράδοση πέραν του αιώνος.
Σήμερα πέρασε στη διεύθυνση του Αδαμίδη υιού, του Γιάγκου και από μπακαλοταβέρνα πήρε τη μορφή της κλασικής πλέον ταβέρνας, με την συμβολική ονομασία «Η φωλιά του Κούκου» και με συνδυασμό τραπεζιού και πάγκου. Αλήθεια ποιος δεν θυμάται τον πάγκο του Ποντικού και του Φοινιώτη , εκεί όπου μεταξύ κρασιού, κονιάκ και σαρδέλας λύνονταν όλα τα φιλοσοφικά, πολιτικά και κοινωνικά θέματα του αιώνα!
«Η φωλιά του Κούκου» λοιπόν θα έπρεπε κατά την ταπεινή μας γνώμη, να προστατευθεί, να κηρυχθεί ως διατηρητέο είδος μιας ψυχαγωγίας με ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία της πόλης (το κτίριο στο οποίο στεγάζεται είναι ήδη διατηρητέο).
Τέτοιου είδους μέρη στην πολιτισμένη Ευρώπη με τον σεβασμό στην παράδοση της είναι όχι μόνο προστατευμένα αλλά και επιδεικνύονται από τους αρμόδιους του τουρισμού και των τοπικών αρχών με μεγάλη περηφάνια.
Νοουμένου βέβαια ότι οι αρμόδιοι αυτοί ξέρουν και εκτιμούν μια τέτοια παράδοση...
Το κείμενο αυτό γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 2002 στην εφημερίδα"Επικαιρότητες" της Λεμεσού το 2002 όταν η "Φωλιά του Κούκου" κινδύνευε να κλείσει λόγω των απαιτήσεων του ΚΟΤ να προσαρμοσθεί στις ... ευρωπαϊκές προδιαγραφές και να κατασκευάσει αποδυτήρια και ντους προσωπικού! ( για τον Αδαμίδη δηλαδή και την γυναίκα του!). Με το δημοσίευμα υπό μάλης πήγε στον ΚΟΤ και έσωσε την ταβέρνα του. Γράφτηκε κάπως βιαστηκά υπό την πίεση του επείγοντος να σωθεί η ταβέρνα. Γι αυτό και το θέμα χρήζει περισσότερης έρευνας και συμπλήρωσης. (Ιδού στάδιο δόξης λαμπρό για νεώτερους ερευνητές!)
Είναι έτσι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που εμείς "τα ψώνια" οι ερευνητές προσφέραμε κάτι στη διάσωση πολύτιμων πραγμάτων στην πόλη...
Για τους νέους όμως τα πράγματα δεν ήταν εύκολα.
Ανάγλυφη την εικόνα αυτή τη δίνει μια μελέτη του λεμεσιανού διανοούμενου και ποιητή Γιάννη Λέφκη που έγραψε εκεί γύρω στο ’30, σε μια προσπάθεια του για να δικαιολογήσει το πώς ο μεγάλος μας εθνικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης φθάνοντας στη Λεμεσό τα χρόνια εκείνα, διολισθαίνει σιγά-σιγά στο ποτό καταλήγοντας στο τέλος αλκοολικός. Μέσα λοιπόν από το απόσπασμα αυτό βγαίνει ταυτόχρονα και μια ενδιαφέρουσα εικόνα για τη γέννηση της ψυχαγωγίας και της νυχτερινής ζωής στη μικρή Λεμεσό στα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής:
«Τι ήτανε η Κύπρος στα χρόνια του Βασίλη; Ένας τόπος σχεδόν νεκρός. Ένας κόσμος που έβγαινε από το μακρύ τουνέλι της τουρκικής σκλαβιάς και τα μάτια του ήταν γιομάτ’ από σκοτάδι. Κι η Λεμεσός που σ’ αυτήν ήρθε να ζήσει ο ποιητής δεν ήτανε παρά μια μικρή πολιτεία από 5.000 κατοίκους που ζούσανε μια ήσυχη στενόχωρη ζωή που άρχιζε με το γέννημα του ήλιου και έσβηνε με το άναμα των λύχνων μέσα στα λιγοστά της σπίτια. Καμιά χαρά και καμιά διασκέδαση. Κανένα ξαλάφρωμα για τα κουρασμέν’ απ τη δουλειά νεύρα και μυαλά των ανθρώπων που σκολνούσανε από τις δουλειές τους για να το ρίξουνε στο φαΐ κι’ αμέσως ύστερα στον ύπνο.
Μ΄ αυτό αν ήτανε πρωτίτερ’ ανεχτό ήρθε στιγμή που δε μπορούσε να είναι πια. Οι νέοι, προπάντων όσοι έτυχε να βγούνε έξω ή ν’ ακούσουνε για τη ζωή που έκανε ο κόσμος σ’ άλλα μέρη, με δυσκολία ανεχόντουσαν την καταναγκαστική αυτή κλεισούρα και την έλλειψη κάθε νυχτερινής ζωής. Η ανάγκη να φθείρουνε τη ζωτικότητα τους σε κάτι, ανάγκη πρωτόγονη, ένστιχτο δυνατό και πανίσχυρο που ξεκινάει από την ιδιότητα της ζωντανής ύλης ν’ αυτοκαταστρέφεται, τους έσπρωξε να δημιουργήσουνε κάποια νυχτερινή ζωή, στην αρχή δειλά, όσο που να νικηθεί η αντίδραση των παλιών που πάντα δύσκολα δέχουνται οτιδήποτε καινούργιο, ύστερα πιο θαρετά, ώσπου η κίνηση αυτή ζητώντας κάποια στέγη για να μην είναι πλανόδια και λίγο περισσότερο φως για να μην σκοντάφτει και δεινοπαθεί στα στενοσόκακα της μικρής πολιτείας που αριά και που τα φώτιζε κανένα καπνισμένο παλιοφάναρο που αντιπροσώπευε το φωτισμό της εποχής, έγιν’ αιτία να δημιουργηθούνε τα πρώτα κέντρα νυχτερινής ζωής.
Τα κέντρ’ αυτά δεν ήτανε τίποτις άλλο παρά μικρές ταβέρνες ή μπυραρίες που ιδρυθήκανε είτε από ντόπιους είτε από ξένους που ήρθανε τον καιρό της Κατοχής.
Μια τέτοια μπυραρία είχε ανοίξη στη Λεμεσό από κάποιο Μαλτέζο Φελίσε που έγινε ύστερα γνωστή ως η μπυραρία του «Φιλίτς». (Βρισκότανε στο δρόμο που το λένε σήμερα «Βικτωρίας»). Στην αρχή δούλευε μόνο με τους Εγγλέζους αξιωματικούς και στρατιώτες της Κατοχής. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να τραβάει και τους ντόπιους νέους που ζητούσανε να γλεντήσουνε κι αυτοί όπως οι ξένοι. Έτσι σιγά-σιγά η ταβέρν’ αυτή με τη μπύρα της, με τη μουσική της, με τους Εγγλέζους στρατιώτες που όταν μεθούσαν χορεύανε, τραγουδούσανε, παίζανε μποξ η κάνανε αυτοσχέδια νούμερα, γίνηκε το πρώτο κέντρο της νυχτερινής ζωής της Λεμεσού. Αργότερ’ αρχίσανε να ανοίγουνε διάφορες τέτιες ταβέρνες, άλλες για τον «καλό κόσμο» κι άλλες για το φτωχόκοσμο που ήτανε φυσικό να θέλει κι αυτός λίγη χαρά ας είναι και ψεύτικη.
Πιο ύστερα, όσο η πελατεία των νυχτερινών κέντρων μεγάλωνε κι’ ο κόσμος άρχιζε να θέλει κάτι καλύτερο, αρχίσανε ν’ ανοίγουνε τα πρώτα «Καφωδεία» που ήτανε γνωστά πρωτύτερα στον τύπο των «Καφές-Σιαντάντ» του εξωτερικού, με μουσική, ξένες αρτίστες και μικροθιάσους που διασκεδάζανε τον αντρικό πληθυσμό της Λεμεσού- γιατί οι γυναίκες δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουνε τότες- με τραγούδια και νούμερα, μα περισσότερο με την επίδειξη φανταχτερών ευρωπαϊκών εσωρούχων και μερικών εκατοστών γυμνής γυναικείας σάρκας, επίδειξη υπερτολμηρή για την εποχή κείνη που συνόρευε πολύ με την πατριαρχική ζωή του σπιτιού και του γυναικωνίτη και μόνο ο γάμος έδινε ευκαιρία στον άντρα να δει γυμνή γυναικεία σάρκα».
Μέσα λοιπόν στο κλίμα εκείνο, με την δημιουργία των πρώτων ταβερνών , «καφωδείων» και άλλων χώρων αναψυχής (αλλά και «ακολασίας», για τα ηθικά μέτρα της εποχής), ο Λέφκης λέει και τα ακόλουθα για τον ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη:
«Μέσα στους πρώτους νέους που γίνανε οι πελάτες και τα θύματα των νυχτερινών κέντρων ήτανε κι’ ο ποιητής μας. Γιατί δεν υπήρχε την εποχή εκείνη τίποτις άλλο να κάμει. Ήτανε εποχή νέκρας και σκοταδιού. Κανένα πνευματικό ενδιαφέρον. Καμιά πνευματική κίνηση. Οι νέοι μαραινόντανε μέσα στα όνειρα τους κι οι πιο μορφωμένοι απ’ αυτούς καταγινόταν με τη λύση σχολαστικών «αινιγμάτων» που δημοσίευε η «Αλήθεια». Ήτανε η μόνη πνευματική απασχόληση. Κάπου-κάπου κάποια πολιτική είδηση φτασμένη από την Ευρώπη ή την Ελλάδα με τη βραδυπορία της χελώνας, τους ζέσταινε λίγο την καρδιά, άναβε τον ενθουσιασμό για να τους ξαναρίξει στο μούδιασμα που φέρνει η έλλειψη ενός παραμικρού κοινωνικού ενδιαφέρου.
Ο ποιητής μας και να ήθελε ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή δε θα μπορούσε. Έκανε κι αυτός όπως οι άλλοι, ότι του επιβάλλανε οι γύρω κοινωνικοί όροι. Νιοφερμένος στη Λεμεσό, νέος, έξυπνος, συγγενής του δεσπότη, με τη φήμη του ποιητή, ευχάριστος στην κουβέντα, ετοιμόλογος και πρόθυμος πάντα να πει μιαν αλατισμένη ιστορία ή ένα αισχρό τραγουδάκι, ήτανε φυσικό να γίνει η παρέα των πιο ζωηρών νέων της εποχής. Έτσι γνώρισε τις ταβέρνες και τα καφενεία, στην αρχή για ένα ορεχτικό όπως ήτανε η συνήθεια, ύστερα για περισσότερα. Ώσπου κατάντησε να παίρνει σβάρνα όλα τα ποτοπουλεία. Και να πίνει…
Το πιοτό έγινε το μεγάλο του πάθος. Το πάθος που τον κυρίεψε σιγά-σιγά, που έσβυσε όλα τα όνειρα, που έκοψε όλα τα φτερά, που τον ταπείνωσε και τον εξευτέλισε για να τον καταντήσει σκουπίδι ανθρώπου.
Ο ίδιος καταλάβαινε το κατρακύλημα του αυτό και μισούσε τη ζωή που έκανε, όπως φαίνεται από μερικούς στίχους ενός τραγουδιού του που τιτλοφορούσε «ο γάμος».
… «Στην φωτιάν τα καφενεία, στάχτη τα ποτοπωλεία,
στάχτη και καπνός να γίνουν μέθη, τσόγος
και πορνεία
πού ’ναι άρπαγες της τσέπης, που’ ναι
πρόξενοι αργίας
και φονιάδες της υγείας»
Τα ποτοπωλεία λοιπόν αυτά είναι κυρίως μπακαλοταβέρνες, παντοπωλεία, εμπορικά καταστήματα γενικού εμπορίου ή απλές λαϊκές ταβέρνες με τη σημερινή γνωστή τους μορφή.
Ξακουστές ταβέρνες και μπακαλοταβέρνες στη Λεμεσό τους τελευταίους δύο αιώνες (ανάμεσα σε πολλές άλλες βέβαια, ο κατάλογος είναι απλώς ενδεικτικός) ήταν και αυτές: του Αχιλλέα Κτωρίδη και το «Παρ» (bar) του Αγαθάγγελου που λειτουργούσαν ήδη τουλάχιστον από τα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής, από τον 19ο δηλαδή αιώνα.
Για τις δύο μάλιστα αυτές μπακαλοταβέρνες, ποιητής του ύψους ενός Βασίλη Μιχαηλίδη αναγκαζόταν, ανώνυμα βέβαια, να φτιάχνει έμμετρες διαφημίσεις για λογαριασμό εμπόρων της Λεμεσού και να δημοσιεύονται στον τύπο της εποχής υπό μορφή «γκρίζας» διαφήμισης. Ζούσε βλέπετε μέσα στην φτώχεια και την ανέχεια και συμπληρώνει έτσι τον πενιχρό μισθό που του έδιδε το Δημαρχείο της πόλης ως νοσοκόμου, φαρμακοποιού και υγειονομικού επιθεωρητή, ίσως μάλιστα ως ανταμοιβή ένα δυο ποτηράκια κρασί για να ικανοποιήσει το μεγάλο του πάθος.
Απολαύστε λοιπόν τρεις από τις πάρα πολλές που βρίσκουμε διάσπαρτες στον τύπο της πόλης μας για πολλά χρόνια:
«ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΚΑΙ ΠΟΥΜΠΟΥΡΙΣΤΗ ΣΥΝΑΜΑ
ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΑΝ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΨΕΥΤΙΚΗ ΡΕΚΛΑΜΑ
Φρέσκα γάλατα και τζάγια, χοιρομέρια μυρωδάτα
Βούτυρον λαμπρόν για μπρέκφαστ και λαμπρά πισκοτ’ αφράτα
Και φαγώσιμα ακόμα πλείστα σε κουτιά βαλμένα
Που’ναι και εις την Αγγλίαν και παντού επαινεμένα .
Στερεούς λαμπρούς σουγιάδες, όπου κόβουν σαν ξουράφι
Στερεούς σαν το διαμάντι, βαρετούς σαν το χρυσάφι
Και πορτομονέ που κρύβουν τον παρά από τους κλέφτες
Άλμπουμ για φωτογραφίες και περίφημους καθρέφτες.
Μυρωδιές για τες κυρίες και διάφορα λουλούδια
Και ποιότητος αρίστης σε πολύ κομψά ποτζούδια.
Εκλεκτά λαμπρά σαπούνια που μοσχοβολούν οι τόποι
Όπου τα θαυμάζουν όλοι και Ανατολή κ’ Ευρώπη.
Της πρωτοχρονιάς παιγνίδια που χαρίζουν στα παιδάκια
Σέλλες δια τους αππάρους και για πιάνα τραπεζάκια.
΄Όλ’ αυτά είν’ εξ Αγγλίας από μέσ’ απ’ το Λονδίνον
από την πηγήν που βγαίνει πάντοτε το πράγμα φίνον.
Τρέξατε στ’ Αγαθαγγέλου να τα βρείτε μαζωμένα
Κι αν αργήσετε ολίγον τότε θάναι πουλημένα.»
(Εφημερίδα Σάλπιγξ 19.12.1898
«ΕΙΔΟΠΟΠΙΗΣΙΣ
Για κονιάκ του Χατζηπαύλου πούναι νέκταρ εις την γεύσιν
και εις την δύναμιν ακόμη, π΄ ανασταίνει και νεκρόν
εις το Παρ τ΄ Αγαθαγγέλου κάθε άνθρωπος ας σπεύσει
είναι ανοικτόν εις πάντα και μεγάλον και μικρόν
Εκεί μέσα θάβρει απ΄όλα, πράμα νεωστί φερμένον
αστακούς, γαρίδες, στρείδια φρέσκα για την Λεμησσόν
περιζήτητον χαβιάρι ακουστόν και φημισμένον
τόσον ώστε που του κλέψαν, στο βαπόριν το μισόν.
Έχει διάφορα μπισκόττα και παστίλιες για τον βήχα
κόρνι φλάουρ που κάμνουν φαγητόν για τα παιδιά
έχει μέντες όπου μόλις κόψει από μίαν τρίχα
στη στιγμήν γεμίζει ο τόπος θαυμασίαν μυρωδιάν
έχει πίκλες σε ποτίλιες και σαρδέλλες σε κουτιά
ρίψετε για τούτα όλα εις το «Παρ» καμιάν ματιά.
(Εφημερίδα «Σάλπιγξ» 20.3.1899)
«ΑΓΓΕΛΙΑ ΟΠΩΣ ΟΠΩΣ/ΝΑ ΤΗΝ ΜΑΘ’ ΟΛΟΣ Ο ΤΟΠΟΣ
Σαπούνια ωραιότατα και μυρωδιές ωραίες
Π’ αυτά που νέες κάμνουσι και αυτές τις πλέον γραίες.
Σαπούνια πικραμύγδαλο, βιολέττα, γλυκερίνη,
Που εις το δέρμα τίποτα κηλίδας δεν αφήνει
Όλα τα είδη παστιλλιών και μέντας για το βήχα
Και εν ωραιότατον υγρόν να μεγαλών’ η τρίχα
Σκόνιν δια κάθε δόντι σαπημένο είτε μη,
Και ωραιοτάτην πούτρα
Δια κάθε είδους μούτρα
Σε συμφέρουσαν τιμή.
Ωραιότατα για γάμους και κηδείας κουφεττάκια
Πριλαντίν για τους σπανούς για να βγάλουνε μουστάκια
Κοσμετίκ για μουστακάδες να τα κάμουνε οξείες
Αμμονίακον ωραίον δια τες αποπληξίες.
μέλισσαν» λαμπρόν υγρόν δια τας στενοχωρίας
και Κολκρέμ ως βαζελίνας δια τας Κομ-ιλ-φό Κυρίας
Έφερε στο μαγαζί του ο σιορ Ιωαννίδης
Π’ άλλο είναι να τ’ ακούς κι άλλο είναι να τον ίδεις.
Κι αντιπρόσωπος τυγχάνει σε μιαν τράπεζαν γνωστήν
Του Κου Α.Πρασίνου, εις τον κόσμον ξακουστήν.»
(Εφημερίδα Σάλπιγξ 11.10.1903. Υπογραφή «Ένας»)
Αλλες ταβέρνες είναι του Θεόδωρου Μαύρου το Ακταίον ή γυάλινο καφενείο πάνω σε πασσάλους, κατά ένα μεγάλο μέρος μέσα στη θάλασσα, η Όαση του Φούρναρη, το Μπαρ του Σκυριανίδη, η μπακαλοταβέρνα του Γεωργιάδη δίπλα στην Αγία Νάπα, και η περίφημη ταβέρνα του Τούρκου Σουλεϊμάνη στην Πλατεία των Κεσόγληδων (αργότερα μετονομασθείσα σε Πλατεία Ηρώων) που συγκέντρωνε μάλιστα και την... λεμεσιανή «ιντελιγκέντσια» αλλά και τους επισκέπτες καλλιτέχνες εξ Ελλάδος με την πιο φανατική θαυμάστρια του τη μεγάλη Μαρίκα Κοτοπούλη.
Από τις πιο πρόσφατες ταβέρνες που θα θυμούνται σίγουρα και οι νεώτεροι μπορούμε να αναφέρουμε τις ταβέρνες του Ποντικού και του Μαστραπά μέχρι πρόσφατα κοντά στο παλιό λιμάνι, τη μπακαλοταβέρνα του Φοινιώτη στη γωνία των οδών Ανεξαρτησίας και Αγ. Ανδρέου, η μπακαλοταβέρνα του Πόλυ στη γωνία Ανδρέα Δρουσιώτη και Καποδίστρα, δίπλα στην πλατεία Ηρώων και τέλος η μπακαλοταβέρνα του Ζήνωνα Λαζάρου στη γωνία των οδών Αγίου Ανδρέου και Κρήτης (αργότερα μετονομασθείσα σε οδό Γ. Κατσουνωτού).
Η ταβέρνα του Ζήνωνα Λαζάρου πέρασε στη συνέχεια στα χέρια του Κώστα Αδαμίδη και είναι η μόνη που υπάρχει μέχρι σήμερα για να μας θυμίζει μια ιστορία και μια παράδοση πέραν του αιώνος.
Σήμερα πέρασε στη διεύθυνση του Αδαμίδη υιού, του Γιάγκου και από μπακαλοταβέρνα πήρε τη μορφή της κλασικής πλέον ταβέρνας, με την συμβολική ονομασία «Η φωλιά του Κούκου» και με συνδυασμό τραπεζιού και πάγκου. Αλήθεια ποιος δεν θυμάται τον πάγκο του Ποντικού και του Φοινιώτη , εκεί όπου μεταξύ κρασιού, κονιάκ και σαρδέλας λύνονταν όλα τα φιλοσοφικά, πολιτικά και κοινωνικά θέματα του αιώνα!
«Η φωλιά του Κούκου» λοιπόν θα έπρεπε κατά την ταπεινή μας γνώμη, να προστατευθεί, να κηρυχθεί ως διατηρητέο είδος μιας ψυχαγωγίας με ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία της πόλης (το κτίριο στο οποίο στεγάζεται είναι ήδη διατηρητέο).
Τέτοιου είδους μέρη στην πολιτισμένη Ευρώπη με τον σεβασμό στην παράδοση της είναι όχι μόνο προστατευμένα αλλά και επιδεικνύονται από τους αρμόδιους του τουρισμού και των τοπικών αρχών με μεγάλη περηφάνια.
Νοουμένου βέβαια ότι οι αρμόδιοι αυτοί ξέρουν και εκτιμούν μια τέτοια παράδοση...
Το κείμενο αυτό γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 2002 στην εφημερίδα"Επικαιρότητες" της Λεμεσού το 2002 όταν η "Φωλιά του Κούκου" κινδύνευε να κλείσει λόγω των απαιτήσεων του ΚΟΤ να προσαρμοσθεί στις ... ευρωπαϊκές προδιαγραφές και να κατασκευάσει αποδυτήρια και ντους προσωπικού! ( για τον Αδαμίδη δηλαδή και την γυναίκα του!). Με το δημοσίευμα υπό μάλης πήγε στον ΚΟΤ και έσωσε την ταβέρνα του. Γράφτηκε κάπως βιαστηκά υπό την πίεση του επείγοντος να σωθεί η ταβέρνα. Γι αυτό και το θέμα χρήζει περισσότερης έρευνας και συμπλήρωσης. (Ιδού στάδιο δόξης λαμπρό για νεώτερους ερευνητές!)
Είναι έτσι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που εμείς "τα ψώνια" οι ερευνητές προσφέραμε κάτι στη διάσωση πολύτιμων πραγμάτων στην πόλη...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


















