Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Η Λεμεσός με τα νώτα στραμμένα στη θάλασσα


Με πρόφαση την επιστροφή στη Λεμεσό ενός παλιού του φίλου από την Αίγυπτο, ο Ι. Α. Τριτοφτίδης μόνιμος επιφυλλιδογράφος της εφημερίδας «Αλήθεια» μας δίνει τη φορά αυτή, στην έκδοση της ημερομηνίας 20 Ιουλίου 1923 ( 100 σχεδόν  χρόνια πριν), μέσα από ένα γλαφυρό και παραστατικό άλλα και με αρκετή δόση λεπτού χιούμορ, το κλίμα μιας εποχής στη Λεμεσό αυτής της δεκαετίας του ΄20, συγκρίνοντας το μάλιστα με αυτό του τέλους του 19ου αιώνα. Το κείμενο είναι μακροσκελές και λεπτομερές. Σας μεταφέρουμε εδώ μόνο μικρά αποσπάσματα:

 «Κάποιος που απουσίασε κάμποσα χρόνια στο εξωτερικό, μας επανήλθε με το προτελευταίο βαπόρι για να δροσιστεί κι αυτός από τα Αιγυπτιακά χαμψίνια στα δικά μας βουνά και τες Κυπριώτικες εξοχές. Όταν έφευγε απ’ εδώ ήταν η εποχή εκείνη που η Λεμεσός είχε περιφρονητικά τα νώτα της στραμμένα προς την θάλασσαν, ο δε Δημόσιος Κήπος ήτα ένα  χωράφι ιδιωτικό πολύ έξω από την πόλιν. Ήτο η εποχή που τα νερά της θάλασσας μας διέσχιζαν τα αξέχαστα βαπόρια της Έισα-Μίνορ Κόμπανι, η «Χίλντα», η «Φορτούνα», η «Ελπίδα» και που από το παντοπουλείον της Κουνναπιάς επέστρεφεν ένας με το καλάθι γεμάτο και ρέστα ακόμη στο χέρι από το σελίνι που προώριζε για την διατροφήν του. Σήμερον όμως που  μας επανέρχεται με την διπλή χρυσή καδένα και το μαύρο από έβενο μπαστούνι με την  χρυσή λαβή, με τα δακτυλίδια του στα δάκτυλα και τες Αιγυπτιακές στο πορτφεϊγ του, τίποτε από την περασμένη του ζωή που είξευρε, δεν βρίσκει. Αραιωμένες μόνο κατά φάλαγγες των γνωστών του και αγνώριστες πολλές της πόλης τοποθεσίες, αφού ψάχνει να βρή το σπίτι του Δασκάλου του Αντρέα, την προεξοχή του Σκαρνούφα, του Ταλιαδώρου το χάνι, του Σίννου τα Καμηλαριά, με τόσην επιμονή και με τόσην επιθυμίαν όσην έχει ο επισκεπτόμενος το Κάϊρον να αντικρύση τες Πυραμίδες και την Σφίγγα»…


«- Όλα αυτά φίλε μου, ανάγονται εις την Ιστορίαν, του είπα: το απόγευμα σε περιμένω στην «Βιέννη» για να κάνουμε μια βόλτα μαζί…

  Εις τας 5 ½  συναντήθημεν και σαν καλός ξεναγός με ένα αμάξι που πήρα από τον σταθμόν της παραλίας διηυθύνθημεν το πρώτον προς το Κομισαριάτο: του ήτο γνωστόν το μέρος αφού άγει την ηλικίαν της εδώ αγγλικής κατοχής, του έκαμεν αίσθησιν η τόση νέκρα αφού ενυπάρχει εκεί τόση φυσική ζωή»…

« Εθαύμασε κατόπιν το Παντοπουλείον μα δεν μπόρεσε και πάλιν να μη αφήση ένα απορίας μουρμούρισμα και ένα θαυμασμού ξεφωνητό όταν, πριν να το διαψεύσω, εφαντάσθηκεν ότι το περιτοίχισμα εκείνο της πλατείας με τους τζίγκους και τους τενεκκέδες εχρησίμευε για μάνδρισμα των προβάτων των αγομένων επί σφαγήν.

Περάσαμεν κατόπιν την προκυμαίαν καθ’ όλην αυτής την έκτασιν, από του σταθμού των αμαξών μέχρι του μέρους αυτής το οποίον τόσον συχνά το τελωνείον χρησιμοποιεί δι’ αποθήκην και εθαυμάσαμεν μαζί τον φλοίσβον του κύματος και το μωσαϊκόν του κόσμου του καθισμένου εκεί, μα και συγχρόνως  την ιδιότροπην αντίληψιν να αναμιγνύεται προς την έκθεσιν του ωραιόκοσμου εκείνου και η έκθεσις τόσων επίπλων, μεταχειρισμένων σκευών  διαλαλουμένων   προς πώλησιν υπό τους ήχους  της φιλαρμονικής με την διαπεραστικήν φωνήν του κάθε πλανώδιου τελλάλη και τα απαίσια τελλαλίσματα του και προς την περιπατητικήν παρέλασιν η οικτρά  τοιαύτη των επαιτούντων πτωχών και των κάθε ακόμη εκμεταλλευτών των σωματικώς αναπήρων.

Καταμετρήσαμεν μαζί την αποβάθραν με τους αλερετουριστάς θαυμαστάς της και εδώ εθαυμάσαμεν την αντοχήν των ποδών των ενδιαφερομένων, αμφοτέρων των φύλων,  οι οποίοι επί 3 και 4 ακόμη ώρας πηγαινοέρχονται χωρίς να προσέχωσιν ή να λαμβάνουσιν υπ’ όψιν των τα διανυόμενα χιλιόμετρα, αλλά μονάχα των οφθαλμών τας οπτικάς ακτίνας και των χειλέων τας σπασμώδεις κινήσεις επισφραγιζομένης κατ’ αυτόν τον τρόπον και της ιατρικής αληθείας ότι το ιώδιον ωφελεί την κυκλοφορίαν»

 
 

 
 
 
 
 
 
 
  Ιωάννης Τριτοφτίδης










Όταν έφευγε απ’ εδώ ήταν η εποχή εκείνη που η Λεμεσός είχε περιφρονητικά τα νώτα της στραμμένα προς την θάλασσαν.(Λεμεσός τέλη του 19ου αιώνα)

 
«Το απόγευμα σε περιμένω στην  Βιέννη». Ξενοδοχείο GRAND  HOTEL VIENNA, κατόπιν CONTINETAL (Αρχείο Χρ. Σεργίδη)

 
… «διηυθύνθημεν το πρώτον προς το Κομισαριάτο»…

 
«Περάσαμεν κατόπιν την προκυμαίαν καθ’ όλην αυτής την έκτασιν, από του σταθμού των αμαξών μέχρι του μέρους αυτής το οποίον τόσον συχνά το τελωνείον χρησιμοποιεί δι’ αποθήκην».

 
… «εθαυμάσαμεν μαζί τον φλοίσβον του κύματος και το μωσαϊκόν του κόσμου του καθισμένου εκεί…» (Φωτογραφία 1924, αρχείου Τάσου Ανδρέου)

 
… «την αποβάθραν με τους αλερετουριστάς θαυμαστά της,  οι οποίοι επί 3 και 4 ακόμη ώρας πηγαινοέρχονται».

 

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

1931: Μια διάλεξη «περί της ρυμοτομίας και εμφανίσεως Κυπριακών πόλεων»



Αυτή η πόλη ταλαιπωρείται αφάνταστα και προσπαθεί να βρει τον χαρακτήρα και την ταυτότητα της εξ αιτίας εγκληματικής αδιαφορίας και ολιγωρίας ιδιαίτερα τα τελευταία 50 χρόνια. Αναπτύχθηκε και μεγάλωσε υδροκέφαλα χωρίς προγραμματισμό και όραμα. Και όμως υπήρξαν οραματιστές και σώφρονες, επιφανείς πολίτες που έγκαιρα και με αποτελεσματικές εισηγήσεις  που αν εισακούοντα ίσως να προλαβαίναμε το έγκλημα που έγινε εις βάρος της.

Προηγήθηκε βέβαια και η περίοδος της αγγλικής  αποικιοκρατίας  που κάθε άλλο παρά έγνοια είχε για την ορθολογιστική ανάπτυξη της.

Κτίσαμε άναρχα, «αναπτυχθήκαμε» καταστρέφοντας και όταν ξυπνήσαμε ήταν αργά: «Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα.»

Σήμερα η Λεμεσός βρίσκεται σε οργασμό έργων για να αποκατασταθεί το χαμένο της πρόσωπο και να κερδηθεί το χαμένο έδαφος τόσων δεκαετιών αδράνειας ή ακόμα χειρότερα, λανθασμένων πολιτικών και χειρισμών.

Το  κείμενο  που ακολουθεί, από την εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού ημερομηνίας 28 Αυγούστου 1931,  είναι σημαδιακό και θα μπορούσε να είναι καθοριστικό αν τότε το εξακολουθούσαμε. Ανήκει στο μεγάλο τέκνο της Λεμεσού, τον ρηξικέλευθο και οραματιστή σε πολλά θέματα, Γεώργιο Φραγκούδη, για τον οποίο μιλήσαμε κι άλλοτε από τη σελίδα αυτή. Εκτός των άλλων πολλών δραστηριοτήτων του, πολιτειολόγος, πολιτικός, δικηγόρος, συγγραφέας  κ.λ.π. ασχολείτο και με τη ρυμοτομία των πόλεων καταρτίζοντας μάλιστα το πολεοδομικό σχέδιο της δεύτερης του πόλης, της Καλλιθέας, που αποτελούσε για την εποχή του ( δεκαετία του 1920-30) μια επαναστατική πρόοδο στην Ελλάδα.

Ας δούμε το δημοσίευμα λοιπόν:

«ΜΙΑ ΔΙΑΛΕΞΙΣ ΕΙΣ ΠΛΑΤΡΕΣ

Επ’ ευκαιρία της εν Κύπρω παρουσίας του γνωστού δημοσιολόγου κ. Γεωργίου Σ. Φραγκούδη ο Δήμος Λεμεσού παρεκάλεσε αυτον όπως δώση μίαν διάλεξιν.

Ο κ. Φραγκούδης απεδέχθη την πρόσκλησιν και την πρωίαν της παρελθούσης Κυριακής ωμίλησεν εις το εν Πλάτραις ξενοδοχείον του κ. Ιωαννίδη, γνωστού όντος ότι εκεί κάθε Κυριακή μαζεύεται πλείστος κόσμος εξ όλων των πόλεων της Κύπρου.

Το θέμα της διαλέξεως του ήτο «περί της Ρυμοτομίας και εμφανίσεως Κυπριακών πόλεων». Την διάλεξιν  παρηκολούθησαν όλοι σχεδόν οι Δήμαρχοι της Κύπρου ως και πολύς κόσμος εξ αμφοτέρων των φύλων.

Τον ρήτορα επαρουσίασε εις το κοινόν δι’ ολίγων θερμών λέξεων ο αντιδήμαρχος Λεμεσού κ. Σωκράτης Τορναρίτης.

Όλαι αι πόλεις της Κύπρου είπε ο κ. Φραγκούδης θα είνε εις αιωνίαν καταδίκην  την στιγμήν κατά την οποίαν οι Δήμοι και η Κυβέρνησις δεν φανώσιν αυστηρότατοι εις το ζήτημα της ρυμοτομίας. Εις άλλα μέρη πριν κτίσουν μιαν πόλιν φροντίζουν πρώτον δια την ρυμοτομίαν της.

Εδώ στην Κύπρον επειδή οι ΄Αγγλοι δεν διακρίνονται δια καλλωπιστικάς τάσεις το ζήτημα της ρυμοτομίας  παρημελήθη. Αυτό όμως δεν συμβαίνει και εις την Γαλλίαν.

Απαραίτητον θεωρεί την ίδρυσιν ενός επισήμου «Γραφείου Σχεδίων πόλεων και  κωμοπόλεων». Και  την στιγμήν κατα την οποίαν η Κυβέρνησις θα αρνηθεί την ίδρυσιν και υποστήριξιν τοιούτου Γραφείου οφείλουν  οι Δήμοι των πόλεων και κωμοπόλεων να το αναλάβουν.

Εκάκισε το σύστημα μερικών καταστηματαρχών οίτινες χρησιμοποιούν δι’ επιγραφάς των καταστημάτων των μη ελληνικά ονόματα, ως οι πλείστοι των αγοραστών να μην ήσαν ΄Ελληνες. Επέστησε την προσοχήν  του Δήμου εις το ζήτημα αυτό.

Ετόνισεν ως απόλυτον ανάγκην δια τας πόλεις της Κύπρου την κατασκευήν δημοσίων ουρητηρίων, λουτρών, παρόλον είπε που

είνε εναντίον των Μπεν-Μιξτ, πλατειών και δασών. Εκάκισε πολύ και εχαρακτήρισεν ως καταδυναστικόν το ζήτημα της υπάρξεως ενός και μόνου παντοπωλείου από το οποίον ζημιώνουν πολύ οι πολίται. Παντοπωλεία, είτε πρέπει να υπάρχουν σε κάθε γειτονιάν η συνοικίαν ώστε ο κόσμος να προμηθεύεται ευκόλως το κρέας, τα λαχανικά και όλα ό,τι χρειάζεται όπως συμβαίνει εις όλας τας πολιτισμένας χώρας.

Έθιξε κατόπιν το  ζήτημα του περιορισμού    εις ωρισμένον χώρον μακρυά από τα όρια της πόλεως των δημοσίων γυναικών αι οποίαι γίνονται πάντοτε αιτία πολλών σκανδάλων. Εκάκισε την μανίαν μας εις το να χρησιμοποιούμεν ξένας λέξεις ως π.χ. το «μερσί» αντί του ελληνικότατου «ευχαριστώ», το οποίον «μερσί» χρησιμοποιείται σήμερον παντού ως και εις τα χωρία.

Κατόπιν έστρεψεν τον λόγον δια την ρυμοτομίαν της Λεμεσού την οποίαν ως πόλιν την γνωρίζει καλλίτερα από κάθε άλλην πόλιν της Κύπρου. Χρειάζονται, είπε, να ανοιχθούν λεωφόροι μεγάλοι με πλάτος 15-20 μέτρων από την προκυμαίαν μέχρι των πλησιεστέρων προς την πόλιν βουνών και από το νεκροταφείον μέχρι του κομμεσαριάτου, ο δρόμος του οποίου είναι μία από τας καλλίστας λεωφόρους.

 Μετά το πέρας της ωραίας διαλέξεως του κ. Φραγκούδη η οποία υπερήρεσε και κατεχειροκροτήθη, ο προοδευτικός Δήμαρχος της Λευκωσίας κ. Δ. Δέρβης εγερθείς ηυχαρίστησε τον κ. Φραγκούδην δια την θαυμασίαν του διάλεξιν δηλώσας ότι η Λευκωσία έκαμε σχέδιον ρυμοτομίας και η  εκτέλεσις του οποίου αρχίζει τον προσεχή Οκτώβριον».

Παρά της έγκαιρες λοιπόν νουθεσίες και προειδοποιήσεις του Φραγκούδη, ελάχιστα κάναμε, για πολλές δεκαετίες, για να προλάβουμε το κακό. Αν εξαιρέσεις τα Δημοτικά Λουτρά που κάναμε και κατεδαφίσαμε στη συνέχεια, κάποιες λεωφόρους, και «του περιορισμού  εις ορισμένων χώρον μακρυά από τα όρια της πόλεως των δημοσίων γυναικών» , αφού καταργήθηκαν οι οίκοι ανοχής και εγκαταστάθηκαν σε κρυφά διαμερίσματα, μασσατζίδικα και καμπαρέ στην τουριστική κυρίως περιοχή εκτός δημοτικών ορίων, κατά τα άλλα τίποτα.

 

Φώτο1 Γεώργιος Σ. Φραγκούδης

 

Φώτο 2 «Εκάκισε το σύστημα μερικών καταστηματαρχών οίτινες χρησιμοποιούν δι’ επιγραφάς των καταστημάτων των μη ελληνικά ονόματα…»

 

Φώτο 3  & 3Α Η Λεμεσός κατά την εποχή της «αραβοποίησης», στη δεκαετία 70-78

 

Φώτο 4 Δημοτικά Λουτρά, κτίστηκαν λίγα χρόνια μετά τη διάλεξη του Φραγκούδη.

 

Φώτο 5  Η Λεμεσός όπως ήταν την εποχή της διάλεξης

 

Φώτο 6&7 Δεκαετία του ’70 η  άναρχη «ανάπτυξη» αρχίζει

 

 

 

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

«Έχει ο καιρός γυρίσματα».

Οι ρώσοι στη Λεμεσό άλλοτε και σήμερα.

 Θα ήταν ίσως η πιο ταιριαστή παροιμία, σχετική με το σημερινό μας θέμα, το οποίο είναι οι ρώσοι στην Κύπρο άλλοτε και σήμερα, η  παροιμία του τίτλου μας, «έχει ο καιρός γυρίσματα».

Γύρω στο 1920, μετά από τις καταστροφικές συνέπειες που έφερε στον κόσμο ο  Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι ρώσοι, (όπως και στον επόμενο πόλεμο, τον Β΄ Παγκόσμιο), πλήρωσε βαρύ τίμημα και μεγάλο μερίδιο από τις συνέπειες αυτές. Ακλούθησε μάλιστα την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 που σηματοδότησε την απαρχή  του σοσιαλιστικού καθεστώτος,  που συντάραξε τη χώρα  πολιτικά και οικονομικά.

Ένα τόπος λοιπόν που δέχθηκε κάποιο αριθμό εξαθλιωμένων προσφύγων ήταν και η Κύπρος και πιο ιδιαίτερα η Λεμεσός. Είναι μια πτυχή σχετικά άγνωστη στην ιστορία της πόλης μας.

Κάποιες δυστυχισμένες κοπέλες ήρθαν μαζί τους και στα χρόνια που ακλούθησαν, ως «καλλιτέχνιδες» στα καμπαρέ της πόλης. Χαρακτηριστικό είναι και το σκίτσο του Γιώργου Φασουλιώτη στη σατιρική του εφημερίδα «Το γέλιο», τέλη της δεκαετίας του 20- αρχές του 30. (Βλέπε σχετικό σκίτσο).

Μια μικρή γεύση του θέματος αυτού θα πάρουμε μέσα από ένα τρυφερό αλλά και πολύ σκληρό συνάμα κείμενο της Γεωργία Ματθαίου-Λοφίτου, παλιάς λεμεσιανής ποιήτριας δημοσιογράφου και λογίας στην εφημερίδα «Σάλπιγξ» ημερομηνίας 29 Απριλίου 1921 θα δούμε στη συνέχεια.

Πριν ενενήντα  χρόνια, τα γεγονότα που περιγράφει η Λοφίτου, μας οδηγούν μοιραία σε κάποιες σκέψεις στο σήμερα που αν και άλλαξαν βέβαια τα οι ιστορικές συνθήκες  με το τότε, δεν μπορούμε να αποφύγουμε  κάνουμε κάποιες σκέψεις και κάποιους προβληματισμούς μέσα από κάποιες συγκρίσεις...

Ας δούμε όμως πρώτα το κείμενο κάτω από τον τίτλο, «ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ»: 

«Από πέντε και πλέον μήνες  κατοικούν εδώ κοντά μας,  απάνω εις το στρατόπεδο των Πολεμιδιών, μερικά από τα θύματα των τελευταίων αποτελεσμάτων του πανευρωπαϊκού πολέμου, μερικά φύλλα πεσμένα στον άνεμο.

Αυτοί οι άνθρωποι είνε Ρώσσοι, έχουν κάπου μια πατρίδα, κάποτε ανέπνευσαν τον ωραίον άνεμον της ελευθερίας και  ησθάνθησαν μέσα εις την ψυχήν των τας απολαύσεις της ζωής.

Αυτοί οι εγκαταλελειμμένοι ,αυτά τα ερείπια των σημερινών γεγονότων, αυτοί οι χριστιανοί δεν έχουν σήμερον Πατρίδα, δεν έχουν ούτε καν τους καθημερινούς πόρους της ζωής.

Ηλθαν σε μας κάποιαν πρωίαν θλιβεράν και σκοτεινήν , δίχως ψυχήν και δίχως αισθήματα. Έφεραν μαζύ τους τον βαθύ πόνον της απογνώσεως  και ερίχτησαν μέσα στον ουρανόν μας σαν πουλιά ξένα σπρωγμένα από την καταιγίδα και τον κεραυνόν.

Η Κυβέρνησις εφάνη κάπως καλή. Σε μια στιγμή ευσπλαχνίας έριξε λίγα ψίχουλα στα άρρωστα αυτά πουλιά  και τους παρεχώρησεν ένα άσυλον, οπωσδήποτε για να περάσουν τες κακές μέρες.

Εψηφίστηκε μάλιστα και  ένα κοντύλι και ένα μηνιαίο επίδομα παρεχωρήθη στους δυστυχισμένους αυτούς  από Λιρ. 150 περίπου. Το κοντύλι τούτο τελευταίως ηλαττώθη σε  Λιρ.80, καθώς μας λέγουν και τώρα τίποτε, ούτε οβολός πια γι’ αυτούς.

Όσοι μπορούν να εργάζωνται ρίχνονται με όρεξι στη δουλειά και φορτώνονται  ευχαριστημένοι το αχθοφορικό σακκί δίχως να νοιάζωνται αν τα χέρια τους κι’ οι πλάτες τους δεν είναι καμωμένες για τόσα βαρετά φορτία.

Είδαμεν γυναίκες δυστυχισμένες, γέρους αναπήρους και πληγομένους του πολέμου.

Όλοι αυτοί πέρασαν από μπροστά μας θλιμμένοι αδύνατοι ταπεινοί.

Δεν μας έτειναν το χέρι αλλά τα βλέμματα τους μας άγγιξαν τες ψυχές. Χθες ακόμα δυό δυστυχισμένοι  έδωσαν τέλος στη ζωή τους  με τραγικές αυτοκτονίες .Σήμερα μια άλλη πέθανε από θλίψη  και μαρασμόν.

Επιτέλους αυτός ο ολάκερος κόσμος που υποφέρει, πιστεύει τον θεόν τον οποίον πιστεύομεν. Δεν πρέπει να μείνουν να πεθάνουν έτσι σαν σκυλιά.

Δεν είναι ανάγκη βέβαια να στερηθούμεν για να τους συνδράμωμεν, αλλά κάτι από ό,τι μας περισσεύει. Ενα ασήμαντο ποσό ο καθένας μας για να γλυκάνωμεν λίγο όλες αυτές τες ψυχές που πονούν! ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΟΦΙΤΗ»

Ενενήντα  λοιπόν χρόνια μετά από τις αρχές  της δεκαετίας του ’20, η Κύπρος γέμισε και πάλιν από ρώσους. Όχι βέβαια ως πρόσφυγες από την άνοδο του σοσιαλιστικού συστήματος  ή του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και θύματα της άθλιας οικονομικής κατάστασης που ακολούθησε τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που προηγήθηκαν και ακολούθησαν αυτόν αλλά με την πτώση του, μέσα από τρεις κατηγορίες. Μερικοί, (τη δεκαετία του ’90 κυρίως), και πάλιν ως πρόσφυγες μιας οικονομικής  δυσπραγίας που  επικράτησε  στην άλλοτε κραταιά Σοβιετική Ένωση με το τέλος πλέον του σοσιαλιστικού καθεστώτος, ή ως οικονομικοί μετανάστες, έλληνες  ποντιακής καταγωγής  ή ρωσσοπόντιοι μεταμφιεσμένοι σε έλληνες. Ήρθαν επίσης δυστυχισμένα νεαρά κορίτσια από όλες σχεδόν τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες που σέρνονται στην πορνεία με τον πιο άγριο τρόπο εκμετάλλευσης...  Τέλος μια τρίτη μεγάλη κατηγορία είναι οι ρώσοι επιχειρηματίες και τραπεζίτες που εγκατέστησαν εδώ τις επιχειρήσεις και τις τράπεζες τους ,προσφέροντας μια σημαντική ανάσα ζωής στην καταρρέουσα οικονομία μας. Ο αριθμός τους μάλιστα μαζί, με το καλοπληρωμένο προσωπικό τους, αποτελεί τον δεύτερο στο σύνολο του πληθυσμού της Λεμεσού.

Σ αυτούς να μην παραλείψουμε ασφαλώς να αναφέρουμε και τους ρώσους τουρίστες που αποτελούν πλέον τον κυριότερο αιμοδότη της τουριστικής μας βιομηχανίας και της οικονομίας μας γενικότερα.

 Μια σύγκριση επομένως  του 1920 με το σήμερα δικαιολογεί την παροιμία, «έχει ο καιρός γυρίσματα»…

 
ΦΩΤΟ 1 Η Γεωργία Λοφίτου, χορεύοντας, σε μια σπάνια φωτογραφία από την πρώτη ταινία που γυρίστηκε από κύπριο, τον λεμεσιανό Αντώνη Πηλαβάκη το 1917.

 ΦΩΤΟ 2 Αφίσα που κυκλοφόρησε στη Ρωσία το 1921 με σύνθημα « Θυμήσου αυτούς που πεινούν».

 ΦΩΤΟ 3 & 4  Πεινασμένα  και άστεγα προσφυγόπουλα ρωσάκια.

 ΦΩΤΟ 5  «…ρίχνονται με όρεξι στη δουλειά και φορτώνονται  ευχαριστημένοι το αχθοφορικό σακκί…».

ΦΩΤΟ 6  «Πως διασκεδάζουν οι ρωσσίδες. Ρωσσίδα και λεμεσιανός δανδής».

Φώτο 7  Ρωσίδες «καλλιτέχνιδες» του σήμερα.

Φόροι στους λυμπούρους, τους κοριούς και κουρκουτάδες.

  Η βαθιά οικονομική κρίση που ζούμε, έφερε και θα φέρει ακόμα περισσότερο, με τον ερχομό της τρόικα, θανατηφόρα χαράτσια και φαρμακερούς φόρους.

Οι φορολογίες στους πολίτες, είτε δημοτικές είναι αυτές, είτε κρατικές, είτε οποιουδήποτε άλλου είδους, ήταν και παραμένουν πάντοτε για τον λαουτζίκο, ένας εφιάλτης, ιδιαίτερα σε καιρούς χαλεπούς και οικονομικής ύφεσης.

Όμως συχνά γίνονται αφορμή και αντικείμενο σαρκαστικής σάτιρας, σαν να θέλουμε να ξορκίσουμε  το κακό που μας βρίσκει άμα αυτές γίνονται επαχθείς και αβάστακτες.

Κάτι τέτοιο γίνεται και στους δύσκολους καιρούς της αρχής της δεκαετίας του 30, όταν μετά την εξέγερση των «Οχτωβριανών του 31» ακολουθεί το μαύρο σκοτάδι της καταπιεστικής «παλμεροκρατίας» (από τον δικτάτορα κυβερνήτη Πάλμερ), που κράτησε δέκα χρόνια και γονάτισε τους εξαθλιωμένους οικονομικά κυπρίους με βαριές φορολογίες.

Σαν να μην έφταναν όμως όλα αυτά φαίνεται ότι έρχεται τότε (όπως και σήμερα) και ο Δήμος της πόλης να αυξήσει δυσβάστακτα τους δημοτικούς φόρους.

Βρισκόμαστε λοιπόν στο 1933, τρία χρόνια ύστερα από την ανάληψη για δεύτερη φορά (η πρώτη για ένα μόνο χρόνο 1926-27) ,της δημαρχίας από τον Χριστόδουλο Χατζηπαύλου , που κράτησε μέχρι το 1943, όταν έχασε τις εκλογές από τον αριστερό Πλουτή Σέρβα.

Για νάμαστε όμως δίκαιοι, η δημαρχία Χατζηπαύλου χαρακτηρίστηκε ως μια από τις πιο πλούσιες και αποδοτικές στην ιστορία της Λεμεσού και η δεκαετία 1930-1943 που διατέλεσε Δήμαρχος, ως η «χρυσή δεκαετία» της Λεμεσού από άποψη έργων υποδομής, πολλά από τα οποία απολαμβάνουμε μέχρι σήμερα ( το δημοτικό μέγαρο, τα δημοτικά λουτρά, δημόσια αποχωρητήρια, ασφαλτόστρωση πολλών δρόμων, στέγαση της μεγάλης δημοτικής αγοράς, δημιουργία των παιδικών εξοχών Πλατρών και πολλά πολλά άλλα).

Για να γίνουν επομένως όλα αυτά δεν υπήρχε, όπως δεν υπάρχει μέχρι και σήμερα άλλη συνταγή, (ούτε καν αυτή του… μαγικού ραβδιού), από την γνωστή και αιώνια μέθοδο της «μακράς χείρας» στις τσέπες των φορολογουμένων δημοτών!

Την μέθοδο λοιπόν αυτή σατιρίζει έμμετρα και σαρκαστικά ο Γιώργος Φασουλιώτης στη σατιρική του εφημερίδα «ΤΟ ΓΕΛΙΟ» ημερομηνίας 28 Μαΐου 1933 κάτω από τον τίτλο «ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟΥ»:

«Συνελθόντες τελευταίως εις σπουδαίας συνεδρίας

προς επίλυσιν δυσκόλων και μεγάλων ζητημάτων,

ως το της Ρυμοτομίας, των Λουτρών, της Λειψυδρίας,

κτήσιμον Παντοπωλείων, δημοσίων αποπάτων,

προκυμαίας, επαιτείας και ηλεκτροφωτισμού,

ευπρεπών Ουρητηρίων κι ασφαλτώσεως των δρόμων,

συμμορφούμενοι δεόντως  προς τον περί Δημαρχείων νόμον

εντελλόμεθα την λήψιν του εξής κανονισμού:

Επειδή παρετηρήθη ότ’ εις πλείστας ευκαιρίας

επληρώσατε τους φόρους άνευ διαμαρτυρίας

κι’ επειδή υπάρχει γνώμη  και μεγίστη βεβαιότης

ότι σας διακατέχει η αυτή καρτερικότης,

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ εψηφίσθη όπως υπό διαφόρους

τρόπους και κανονισμούς

σας αυξήσωμεν τους φόρους

και εν γένει τους δασμούς

και θα βάλωμεν τους φόρους πρώτα-πρώτα εις τα νοίκια

τα πτερά των ορνιθίων και των ζώων τα καλλίκια

εις τους γάτους, τα ποντίκια

κουρκουτάδες και σκουλήκια

εις τα χώματα, στους άμμους, εις τες πέτρες, στα χαλίκια

στες καρφίτσες, στα ρολόγια, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια

στα βατράχια, στους καούρους στους κοργιούς και στους λυμπούρους,

σ’ όσους είνε ξυρισμένοι

σ’ όσους έχουν τα μουστάκια

σ’ όσους είνε παντρεμένοι

κι’ όμως δεν έχουν… παιδάκια

αλλά και εις όσους έχουν

για να μάθουν… να προσέχουν.

Φόρον σ’ όλας τας παρθένους

σ’ όλους τους ερωτευμένους

σ’ όλους τους διαζευγμένους

και τους ξαναπαντρεμένους.

Φόρους σ’ ότι θα φοράτε

καινουργή ή μπαλλωμένα

άσχετον αν τα χρωστάτε

ή αν είνε πλερωμένα.

Φόρους και εις ότι φάτε

φόρους και εις ότι πιήτε,

φόρους, φόρους ολοένα

ώσπου όλοι σας να βγήτε

ά σ σ ο ν   κ α ι  τ ρ ι α ν τ α έ ν α ».

 

Λεζάντα:

 

Φώτο 1 Σκίτσο του Χρ. Χατζηπαύλου από τον Γ. Φασουλιώτη στο «ΓΕΛΙΟ», αμέσως μετά την εκλογή του, το 1930.

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Φώτο 2 χαρακτηριστικό σκίτσο του Γ Φασουλιώτη στην εφημερίδα του, Το Γέλιο, για τις βαριές φορολογίες της δεκαετίας του ΄30.

 
 










Φώτο 3 Το δημοτικό μέγαρο Λεμεσού έργο της δημαρχίας Χρ. Χατζηπαύλου

 












Φώτο 4 Τα δημοτικά λουτρά ( απέναντι από το ΓΣΟ)

 

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Η πλημμύρα στη Λεμεσό το 1894



Μέρος δεύτερο
Στο πρώτο μέρος είδαμε μέσα από τις παιδικές αναμνήσεις του Ευστάθιου Παρασκευά-Παλαιμαχου την περιγραφή των τρομερών πλημμυρών που έπληξαν τη Λεμεσό στις 31 Οκτωβρίου 1894 όσο και όπως τις θυμόταν  και τις περιγράφει στην εφημερίδα «Αλήθεια» της 1ης Ιανουαρίου 1937 σε ηλικία πλέον 77 ετών.
Πιο λεπτομερή , γλαφυρή αλλά και πιο τραγική στα όσα έφερε η πλημμύρα περιγραφή έχουμε στην εφημερίδα Αλήθεια λίγες μέρες  μετά, ημερομηνίας 8 Νοεμβρίου 1894.Η περιγραφή είναι ακόμη πιο φρικιαστική από εκείνη τού Παρασκευά και ο απολογισμός των νεκρών όπως αναφέρει είναι 22 άνθρωποι από τους οποίους οι πέντε χριστιανοί και 17 Οθωμανοί. Ο λόγος των δυσανάλογων αυτών απωλειών είναι ότι η τουρκική συνοικία βρισκόταν βασικά  γύρω από τις όχθες του πλημμυρίσαντος ποταμού Γαρύλλη αλλά και των φτωχών και ευτελών κατασκευών των υποστατικών τους.
 Θύμα των πλημμύρων ήταν όμως και η ίδια η εφημερίδα «Αλήθεια» που ξεκινά την περιγραφή τους γράφοντας:
«Απογοητευόμενοι και απηλπισμένοι  περιμαζεύοντες τα ναυάγια του Τυπογραφείου ημών μετά την φρικώδη  της παρελθούσης Δευτέρας καταστροφής , χαράττομεν πετούντι καλάμω ολίγας μόνον γραμμάς , ατελή, ατελεστάτην περιγραφήν εικόνος φρικώδους απογνώσεως . Εκ των ολίγων, άτινα τεταραγμένοι υπό το κράτος τοσαύτης  συγκινήσεως, παραθέτομεν σήμερον , ας  λάβωσιν  οι αναγνώσται ημών αμυδράν εικόνα της όλης καταστροφής. Πως δυνάμεθα να γράψωμεν άλλως τε  πλείονα όταν δεν απόμεινε ούτε μελάνιν ούτε χάρτης όπως σύρωμεν τας ολίγας ταύτας γραμμάς, τα δε στοιχεία του τυπογραφείου ημών και τούτου βεβλαμμένου ανευρίσκομεν   εκσκάπτοντες την παχυτάτην ιλύν , ήτις από της Δευτέρας καλύπτει όλην την πόλιν, οικίας, καταστήματα, αποθήκας, οδούς;»
 Αυθεντικήν  περιγραφήν  των πλημμυρών έχουμε και σε επιστολή νεαρής λεμεσιανής προς την αδελφή της στην Αθήνα πού δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εστία» των Αθηνών στις 21 Νοεμβρίου  1894:  «Κυπρία κόρη, ανήκουσα εις μίαν των εντελώς εκ της πλημμύρας καταστραφεισών οικογενειών της Λεμεσού, γράφει προς την εδώ αποκατεστημένην αδελφήν της, περιγράφουσα την επελθούσαν καταστροφήν με τας συγκινητικωτέρας εν τη αφέλεια της εκφράσεως λεπτομέρειας. Διηγείται τίνι τρόπω προϊδόντες τον κίνδυνον έσπευ­σαν μετά της οικογενείας της ζητούντες άσυλον εις γειτονικήν τινά νεόδμητον οικίαν, ένθα είχον ήδη συσσωρευθή περί τα τεσσαράκοντα άλλα άτομα. «Αλλά και εκεί-λέγει-ο κίνδυνος δεν ήργησε να μας επισκεφθή. Το νερό εις τας οδούς ανήρχετο εις δύο μέτρων ύψος. Ο κίνδυνος ήτο φοβερός. Εβλέπομεν βαίνοντα προς ημάς τον θά­νατον εκλαίομεν, εφωνάζαμεν, ενηγκαλιζόμεθα. Και επί τέλους, αφού είδομεν πίπτοντα τα πρώτα δωμάτια, απηλπίσθημεν και απεφασίσαμεν παρά να αποθάνωμεν υπό τα ερείπια, να πνιγώμεν εντός του ύδατος. Ερρίφθη πρώτος ο αδελφός μου από την ταράτσαν και κολυμβών έφθασεν εις τα ερείπια των καταπεσόντων δωματίων πατήσας δε έπ' αυτών μας εφώναζε να ριφθώμεν όλοι, ίσως ηθέλομεν σωθή. Πρώτην εμέ εφώναξε, διότι εγνώριζε το θάρρος μου. Αλλά πόθεν να ριφθώ, Θεέ μου; Εκ της ταράτσας εφοβούμην το νερό ανήρχετο ήδη εις ύψος μεγαλείτερον των τριών μέτρων. Απεφάσισα τότε να κρημνισθώ εκ της θύρας της τραπεζαρίας. Το παράδειγμα μου ηκολούθησαν και οι λοιποί και ούτως εμείναμεν εντός του ύδατος επί τεσσάρας όλας ώρας αναμένοντες τον θάνατον...  Ήδη, η θέσις μας είνε τω όντι αξία οίκτου. Ευρι­σκόμεθα άνευ κατοικίας, άνευ ενδυμάτων, άνευ χρημάτων! Δεν ηδύνηθη μεν ούτε μίαν βελόνην εκ της οικίας μας να σώσωμεν. Άλλα και πάλιν δεν απελπιζόμεθα, διότι ο Παντοδύναμος δεν θα μας αφήση να καταστραφώμεν εντελώς».
Τα μετά την πλημμύρα
Από κυβερνητικής πλευράς, σύμφωνα με δημοσίευμα  της Cyprus Gazette ημερ. 20 Νοεμβρίου 1894 ο Ύπατος Αρμοστής της Κύπρου πήρε τηλεγράφημα από τον υπουργό Αποικιών δια του οποίου τον πληροφορούσε ότι η Αυτού Μεγαλειότητα  η βασίλισσα της Αγγλίας πληροφορήθηκε με μεγάλη λύπη για τις πλημμύρες και τις απώλειες και ζήτησε να έχει περισσότερη πληροφόρηση. Σε άλλο δημοσίευμα  της ίδιας κυβερνητικής εφημερίδας  ημερ. 21 Νοεμβρίου, ανακοινωνει ότι η βασίλισσα και πάλι δια του Υπουργού Αποικιών εκφράζει την βαθειά της συμπάθεια προς τους υποφέροντες από τις πλημμύρες λεμεσιανούς.
Όμως παρά τα ωραία λόγια,  σύμφωνα με τον ιστορικό Φίλιο Ζαννέτο, «το  Νομοθετικό Συμβούλιον της Κύπρου  είχεν εισέτι την αφελή αγαθότητα να προσδοκά, ότι η  Κυβέρνησις θα εδαπάνα εξ ιδίων δια την ασφάλειαν τής Λεμησσού, εξεπλάγη   ότε ανέγνωσεν εν τω τηλεγραφήματι του Υπουργού τών Αποικιών, την έγκρισιν τον όποιον εζήτησεν ο Αρμοστής, ίνα κανονισθή δαπάναις τών προσόδων τής νήσου η κοίτη του Γαρίλλη, ότι «ελυπείτο, ο Υπουργός, μή δυνάμενος να προτείνη τοιούτο τι τω Υπουργώ των Οικονομικών». «Η δαπάνη», έλεγεν, «αφορά σποπόν όλως τοπικόν και ημι-ιδιωτικόν», δεν  είναι λοιπόν δυνατόν να βαρύνη το χρέος του Ηνωμένου Βασιλείου, διότι τούτο είναι κατ' ουσίαν ό,τι προτείνεται . Κατά τον εντιμότατον λοιπόν Υπουργόν το μεν έργον τής εξασφαλίσεως μιας υπό άμεσον διατελούσης κίνδυνον πόλεως ήτο τοπικόν, αι δέ πρόσοδοι τής νήσου  χρήμα τού Ηνωμένου Βασιλείου. Και όμως παρ' όλον το τερατωδώς παράλογον ήτο κατά μέγιστον μέρος πλέον ή αληθές.»
Μάλιστα , σύμφωνα πάντα με τον Φ. Ζαννέτο, αν και «η τοπική Κυβέρνησις έπραξε πολλαχώς το εαυτής καθήκον προς την παθούσαν πόλιν, δέν παρέλιπεν όμως εν ταύτω να πιέζη τας εισπράξεις της κατά τον συνήθη αύτης τρόπον, απαιτούσα τους φόρους και παρ' αυτών των αδυνατούντων ν' αποτίσωσιν αυτούς, ως εκ των ων υπέστησαν από τής πλημμύρας ζημιών»

Ο απολογισμός των ζημιών αυτών σε χρήμα ήταν 100.000 λίρες, ποσό υπέρογκο για την εποχή που ισούται με το μισό του ετήσιου προϋπολογισμού  της αποικίας της Κύπρου. Τρεις χιλιάδες άτομα έγιναν  άστεγοι σε ένα σύνολο πληθυσμού της Λεμεσού τότε των έξι χιλιάδων κατοίκων.
Ο ίδιος ο Κυβερνήτης της Κύπρου συνοδευόμενος από τον Αρχιμηχανικό και τον Δήμαρχο Δημοσθένη Χατζηπαύλου  περιηγήθηκε  την πόλη και έδωσε οδηγίες να σταλούν στρατιώτες και μηχανικοί για άμεσο καθαρισμό των δρόμων από τα ερείπια, κατεδάφιση ετοιμόρροπων υποστατικων  και της παραλίας από τα υλικά που συσσωρεύτηκαν εκει . Προς τον σκοπόν  αυτό όπως είδαμε κατέπλευσε στη Λεμεσό και το πολεμικό πλοίο Αρέθουσα με πεζοναύτες που ανέλαβαν αμέσως έργο. Παράλληλα με πρωτοβουλία της κυβέρνησης δημιουργείται παγκύπρια επιτροπή συλλογής χρημάτων για το Ταμείο Ανακούφισης που δημιουργήθηκε. Την επιτροπή  αποτελούσαν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο Μουφτής της Κύπρου , ανώτεροι κυβερνητικοί λειτουργοί και άλλοι επιφανείς πολίτες. Όλες οι πόλεις αλλά  και το τελευταίο πιο μικρό  χωριό της Κύπρου εισέφεραν στον έρανο γενναιόδωρα και μέσα στα δύσκολα οικονομικά δεδομένα της εποχής, αποφέροντας συνολικά  2253 λίρες , έντεκα σελίνια και 3 γρόσια.
Η είδηση για τη μεγάλη καταστροφή ξεπέρασε τα όρια της Κύπρου και συγκλόνισε τον ανά τον κόσμο ελληνισμό.
Η ελληνική κυβέρνηση πρόσφερε το ποσό των 50.000 δραχμών ενώ παράλληλα σχηματίστηκε επιτροπή πανελλήνιου εράνου υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Η Κυπριακή Αδελφότης της Αιγύπτου πρόσφερε 100 λίρες ενώ παράλληλα σχηματίστηκε και εκεί  ειδική ερανική επιτροπή. Οι ελληνικές και κυπριακές  κοινότητες στην Αγγλία και σε άλλες χώρες όλου του κόσμου  σχημάτισαν επίσης ερανικές επιτροπές.
Οι πλημμύρες της Λεμεσού του 1894 μέσα στην τραγικότητα τους πρόσφεραν την ευκαιρία  να εκφραστεί ακόμα μια φορά η μεγαλοψυχία, η αλληλεγγύη  και η γενναιότητα των κυπρίων αλλά και των απανταχού ελλήνων προς πάσχοντας αδελφούς τους.
  


 Λεζάντες:
Φώτο. Οι πεζοναύτες του αγγλικού  πολεμικού πλοίου «Αρέθουσα» καθαρίζουν την παραλία από τα υλικά που μαζεύτηκαν από τα ερείπια των πλημμυρών

Φώτο Τα έκτατα παραρτήματα  της εφημερίδας της κυβέρνησης “Cyprus Gazette”.


Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Η πλημμύρα στη Λεμεσό το 1894



                                                     Μέρος πρώτο

«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι» (Ο. Ελυτης), και με τις δυο πρώτες σταγόνες βροχής πλημμύρισε πάλι το ιστορικό κέντρο της Λεμεσού πριν λίγες μέρες.
Οι «συνήθεις ύποπτες» οδοί της Ελευθερίας  και Ειρήνης και οι πέριξ τότε , θύματα και πάλιν, πριν μερικές μέρες, της πιο μικρής βροχόπτωσης. Αν η βροχή διαρκούσε ακόμη λίγη ώρα θα έπνιγε την περιοχή όπως πολλές φορές έγινε στο παρελθόν. Και παρά τα έργα ανάπλασης που έγιναν εκεί, αλλά που όπως λένε οι περίοικοι, το κατάτροχο έγινε ανάποδα! Αντί δηλαδή  τα νερά να φεύγουν προς την Αγίου Ανδρέου και από εκεί στη θάλασσα έρχονται προς τα πίσω και πλημμυρίζουν τα εκεί υποστατικά!
Σε παλαιότερο δημοσίευμα μας αναφερθήκαμε σε δυο πλημμύρες που έγιναν στη Λεμεσό τον Οκτώβριο και Δεκέμβριο του 1880 προκαλώντας στη περιοχή εκείνη όχι μόνο φοβερές καταστροφές αλλά και πνιγμούς.
Αυτή τη φορά θα μιλήσουμε για μια άλλη μεγάλη πλημμύρα που έγινε στις 30 Οκτωβρίου 1894 όπως μας την περιγράφει  και πάλιν Ευστάθιος Παρασκευάς-Παλαίμαχος μέσα από σειρά άρθρων που δημοσίευε στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού το 1935-37, με τον γενικό τίτλο «Παλαιαί αναμνήσεις», αλλά και από άλλες πηγές που προέκυψαν από έρευνα μας.  
Κάτω από τον τίτλο «Ή μεγάλη πλημμύρα του 1894» μας περιγράφει ο Παλαίμαχος: «Εδώσαμεν εις το προηγούμενον φύλλον της «Αλήθειας» μιαν σκιαγραφίαν των πλημμυρών Λεμεσού κατά το 1880. Σήμερα θα δώσω εις τους αναγνώστες μου τα κατά την πλημμύραν της 30 Οκτωβρίου.
 Ή βροχή πού έπεφτε με μεγάλην ραγδαιότητα ήρχισε μόλις ανέτειλεν ο ήλιος και εξηκολούθησεν ακτάπαυστα έως τας 9 το πρωί. Κατόπιν εσταμάτα ολίγον και πάλιν ήρχιζεν εκ νέου. Εγώ τότε είχα μεταφέρει το πατρογονικόν μου σπίτι εις χάνι και εις το εσωτερικόν αυτού είχα ένα δωμάτιον ανώγειον που έμενα. Ευρίσκετο εις την γωνίαν της οδού Βικτωρίας και Σπάρτης όπου σήμερον το κατάστημα (μπακάλικο) του κ. Βασ. Βαρνάβα. Από το δώμα του χανιού παρετήρουν έξω εις τους δρόμους την κατάστασιν. Μόλις είχε σταματήσει η βροχή και βλέπω να περνά ο υπαστυνόμος κ. Τόμας Γκρήνουτ καβάλλα εις το άλογο του. Την στιγμήν εκείνην το νερόν ήτο άνωθεν των γονάτων του αλόγου του, μόλις δε επέρασεν η βροχή ήρχισε πάλιν και ήτο τόσον δυνατή ώστε το νερό να χύνεται κάτω εις τους δρόμους, από τα κροδώματα, διότι οι χολέτρες δεν επαρκούσαν. Τότε κατέβηκα στο χάνι και έλυσα όλα τα ζώα που ευρίσκοντο μήπως η πλημμύρα τα εύρη δεμένα και πνιγούν. Κατόπιν εκαβαλλίκευσα τον βόρδον και επροχώρησα στο σπίτι της αδελφής μου (ήτο τότε ύπανδρος) που ευρίσκετο στην οδόν Βικτωρίας έναντι της σημερινής οικίας του Γαβρ. Κουδουνάρη και ήτο υψηλότερον από τον δρόμον κατά τρία σκαλιά. Το νερό είχε περάσει το πρώτον σκαλί του σπιτιού και μετ' ολίγον έφθασε το τρίτον. Φεύγω τότε έφιππος και προχωρούσα προς το Κομεσαριάτο. Όταν έφθασα στο πρόχωμα της «Βαθειάς» βλέπω τον κ. Γκρήνουτ και 10-15 ζαπτιέδες να βάλλουν κλαδιά και χώμα επάνω στο πρόχωμα δια να κρατήσουν το νερόν να μην κατέβη εις την πόλιν όταν θα έφθανε στο χείλος της Βαθειάς. Μόλις με είδε μου λέγει: «Στράφου πίσω και ειδοποίησε όσους ενοριάτες μπορείς να φροντίσουν να σωθούν, διότι το νερόν του ποταμού είναι πάνω από το βεργί».
Αμέσως έσπευσα και ειδοποίησα όσους μπορούσα και έφθασα εις το σπίτι της αδελφής μου όπου το νερόν ήτο εις το κατώφλι. Καβαλλικεύω την αδελφήν μου, τον μικρόν υιόν της και την υπηρέτριαν της  μέσα στο δισάκκι εβάλαμεν ότι πολύτιμον είχεν- επάνω στον βόρδον και εγώ μέσα στο νερόν που με έχωνε ολίγον πάνω από τα γόνατα κρατούσα το ζώον και το οδηγούσα προς το Κομεσαριάτο, επειδή ήτο υψηλότερα. Φαντασθήτε τί τράβηξα μέσα στο κρύο νερό και το ρεύμα του. Δεν παρπατούσα αλλά έσερνα τα πόδια μου, διότι εάν εσήκωνα το πόδι μου μπορούσα να χάσω την ισορροπίαν από την δύναμιν του ρεύματος και να πέσω μέσα σ' αυτά. Εις την θέσιν που είναι σήμερον το σπίτι του κ. Θεοχάρη (γιατρού) το νερόν με έχωνε μέχρι της μέσης μου. Θα αναφέρω εδώ κάτι που μου έκαμεν εξαιρετικήν εντύπωσιν. Την στιγμήν αυτήν ήκουσα τα Ρωσσικά βόδια (τότε εισήγοντο χάριν του στρατού), που ήσαν μέσα εις το οικόπεδον του κ. Λοΐζου Νικολαΐδη (νυν κ. Κυριάκου Δρουσιώτη), να μουγκρίζουν με το μούγκρισμα που βγάζουν όταν μυρισθούν αίμα βοδινόν.  Όσον επροχωρούσαμεν το νερό και το ρεύμα ήσαν ολιγώτερα, παρετήρησα δε ένα σχοινί το οποίον ήτο δεμένον από το ένα μέρος εις το παράθυρον του σπιτιού του Παλαιομυλίτη και το άλλο εις την οικίαν του κ. Μυριάνθη, ήσαν δε  Άγγλοι στρατιώται που βοηθούσαν μαζί με το σχοινί τον κόσμον να πέραση. Άφηκα τους δικούς μου εις την οικίαν της κ. Σ. Κοντοπούλου, η ο­ποία είχε την καλωσύνην να μας προσκαλέση, έδεσα τον βόρδον κάπου εκεί και επήρα τον δρόμον προς τον ποταμόν.  Έφθασα εκεί όπου είναι το χάνι της Μαρίκκας και παρατηρούσα. Είδα μίαν απέραντον θάλασσαν. Το νερόν, κόκκινον, ήτο πάνω από το βεργί ένα πήχυν, εσχημάτιζε δε κύματα και έτρεχε προς την θάλασσαν με ορμήν. Αι κορυφαί των δένδρων των περιβολιών μόλις εφαίνοντο και το βάθος του νερού από το κάτω μέρος της κοίτης του πόταμου έως την έπιφάνειαν που ευρίσκετο ήτο οκτώ πήχεις περίπου.
 Όλα τα περί τον ποταμόν μικρόσπιτα παρεσύρθησαν, ένα γεφύρι επίσης. Ένα Τζαμί ολόκληρον εχάθη καί δεν έμεινε παρά ο μιναρές του που ήτο χωριστά και πετρόκτιστος. Μέρος της εκκλησίας του Άγιου Αντωνίου εχάθη, επίσης μαζί με ένα ελαιόδενδρον, το οποίον κατόπιν ευρέθη εις το κεφαλόσκαλον της αποβάθρας. Εις τας 2 μ.μ. το νερόν ολιγόστευε πολύ. Τότε     κατέβηκα εις το σπίτι της αδελφής μου, όπου είδα την πόρταν ανοιχτήν (την είχαμε κλείσει όταν έφυγα) και εμπρός της στοιβαγμένα καναπέδες, καρέκλες κτλ. Εις το χάνι βλέπω τους σταύλους πεσμένους και κάτω πλακωμένα και νεκρά μερικά βόδια και τέσσερεις-πέντε γαϊδάρους εις τον ηλιακόν. Είδα τρεις μούλες να ευρίσκονται επάνω εις μερικές τράβες και έτσι εσώθησαν. Ένα δε άλογον εσώθη, αφού ανέβη εις το μέσον της σκάλας του ανωγείου. Η πόρτα του καφενείου μου (είχα ένα μέρος του χανιού καφενείον) δεν υπήρχε και μου είπαν πώς το νερόν έφθασεν εις το ύψος τη ς πόρτας και την παρέσυρε.  Ένας Καστελλοριζιός, που ευρίσκετο εις το καφενείον μου, μου εδιηγήθη ότι έπιασε το σίδερο της κρεμαστής λάμπας και ανερριχήθη εις την «αρσέραν» (φεγγίτην) και έτσι εσώθη. Από τα σημάδια που άφηκε το νερόν αντελήφθηκα ότι εις τα πέριξ του καφενείου μου μέρη το νερόν έφθασεν εις τα επάνω καμαράκια των θυρών.
ΤΗΝ ΕΠΑΥΡΙΟΝ
Την επαύριον έφθασεν ό Αρμοστής Σένταλ δια να ίδη την καταστροφήν, εμπήκε δε εις τον λιμένα μας 'Αγγλικόν πολεμικόν, το όποιον νομίζω ότι ελέγετο «Αρέθουσα». Τούτο απεβίβασε πολλούς πεζοναύτας που εκρατούσαν σχοινιά, όπου δε έβλεπαν ετοιμόρροπον χτίριον το έδεναν με τα σχοινιά και το εκρήμνιζαν. Με τα σχοινιά αυτά απεπειράθησαν να κρημνίσουν τον μιναρέν του Τζαμιού που  είχε παρασυρθή. Δεν το κατόρθωσαν, διότι ήτο πολύ στερεός. Τότε έφεραν δυναμίτιδα και τον ετίναξαν εις το αέρα. Ενθυμούμαι δε ότι ούτε με το πρώτον ούτε με το δεύτερον φυσίγγιον έπεσε ο μιναρές· οι Τούρκοι έλεγαν: Δεν θέλει ο Θεός!-και έγινεν ανάγκη να μεταχει­ρισθούν τρίτον και δυνατώτερον φυσίγγιον.
ΑΛΛΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑΙ
Θύματα του κατακλυσμού αυτού υπήρχαν περί τα 20, το πλείστον Τούρ­κοι. Από τα σπίτια των ιδικών μας δεν έπεσε παρά το σπίτι Υψαρίδη (νυν νέα οικία Βασίλη Πετρίδη) το όποιον δυστυχώς είχε πλακώσει ολόκληρον την οικογένεια που εκάθητο μέσα με ενοίκιον.
Εις την Τουρκικήν συνοικίαν εσημειώθησαν πολλαί καταρεύσεις οικιών, διότι ήσαν χτισμένες από πλιθάρια. Εις την οδόν Βικτωρίας, (σημ. ημέρα Ειρήνης) ένεκα των προηγουμένων πλημμύρων, τα σπίτια είχαν διορθωθη καλά και κανένα δεν έπεσε. Μετά το 1894 έγινεν η νέα κοίτη του πόταμου (Γαρύλλη) και εκτίσθη «βεργκίν» δυνατόν και έτσι το νερό του πόταμου δεν έρχεται εις την πόλιν αλλά χύνεται εις την θάλασσαν δια της κοίτης που έγινε τότε μέσον Τσιφλικουδιού.
Στην επόμενη έκδοση, στο δεύτερο μέρος θα δούμε μιαν άλλη μαρτυρία, αυτή μιας άγνωστης νεαρής που περιγράφει πως έζησε αυτή την πλημμύρα με επιστολή της στην εφημερίδα «Εστία» των Αθηνών. Επίσης μέσα από την εφημερίδα της κυβέρνησης  (Gazette) του 1894 και 95, τί ακολούθησε της πλημμύρας.

Λεζάντες:
Φώτο 1 Ο Ευστάθιος Παρασκευάς
Φώτο 2 «Εις την θέσιν που είναι σήμερον το σπίτι του κ. Θεοχάρη (γιατρού) το νερόν με έχωνε μέχρι της μέσης μου».
Φώτο 3. «Μέρος της εκκλησίας του Άγιου Αντωνίου εχάθη»
Φώτο 4. Μια μοναδική φωτογραφία του Ν. Φόσκολου της ανατίναξης του μιναρέ από τους άνδρες του πολεμικού πλοίου «Αρεθούσα»